RSS

Monthly Archives: November 2015

Eιρήνη Καραγιαννίδου, Πι και Φι

.

Έτσι ξεκίνησε η τραγωδία
Αντίθετα στις αλώσεις κεραυνών
στην πυρπόληση του πάπυρου
και της σφηνοειδούς γραφής
στις δίβουλες προφάσεις του Κρόνου και του Δία
τις δολοφονίες των πελεκάνων
και της λευκής αρκούδας
Όλο και κάποιος προλαβαίνει το φεγγάρι
Μέσα σ’ έναν καθρέφτη
Χρόνια γυρεύοντας να ξεπεράσει
Τη γραμμή που ορίζει το απόμακρο
Εντοιχίζοντας στο μέτωπο το μάτι

Αντίθετα στην ασάφεια περιγραφής των φόνων
στα αδηφάγα στόματα χορτάτων
και τις αυθαιρεσίες που φυτρώνουν αυθαίρετα στους στίχους

Ώσπου ο Πολύφημος να σπάσει χίλια δυο κομμάτια
Πρέπει να αγαπιόμαστε μονόφθαλμα πολύ.

.

.

 

Ευσταθία Ματζαρίδου, Τα ρούχα

poetry, photography, ink, transistors

[…] Στο σπίτι μου και στην οικογένειά μου δεν είχαμε ποτέ ρολόγια, ρολόγια τοίχου, ρολόγια με κούκους, ούτε και οι παππούδες μου είχαν από κείνα τα ρολόγια τσέπης που τα ανοίγουν οι μεγάλοι σαν κουτιά πολύτιμα, και φαίνονται μαζί σπουδαίοι και σοφοί, δεν είχαμε ούτε σοφούς ούτε σπουδαίους στην οικογένειά μου. Το μόνο ρολόι που θυμάμαι ήταν της γιαγιάς μου, από κείνα τα ρολόγια κομοδίνου με τις δυο καμπάνες ξυπνητήρια που, όταν χτυπάνε για να σε ξυπνήσουν, πετάγεσαι ως το ταβάνι απ’ τον τρόμο και που το τικ τακ τους ρημάζει τα νεύρα σου. Και, τελικά, η γιαγιά μου ήταν η μόνη σπουδαία της οικογένειας, έτσι νομίζαμε τουλάχιστον όλοι. Εσύ αυτή την ανυπαρξία ρολογιών στο σπίτι μας αδυνατούσες να την κατανοήσεις, μα δεν σας χρειαζόταν η ώρα, μου έλεγες, στα χωριά, σου έλεγα, ο χρόνος υπολογίζεται απ’ τη φωτεινότητα της μέρας κι απ’ τις φωνές των ζώων κι απ’ την κούραση του σώματος. Με τη συλλογή σου φιγουράριζες και στον πατέρα μου, που χωρίς να μπορεί να αποκτήσει ένα, λάτρευε τα Ωμέγα σου και θεωρούσε όλα τα ρολόγια περιουσιακά στοιχεία, έτσι που πέθανε με την ιδέα ότι θα παντρευόμουν έναν μεγιστάνα του πλούτου και, όταν του έλεγα ότι δεν είσαι, μου έκλεινε πονηρά το μάτι, άνθρωπος που μπορεί κι αγοράζει τόσα ρολόγια έχει μεγάλη περιουσία, μου έλεγε, δεν σου τα λέει, για να μην τον θέλεις για τα λεφτά του.

poetry, photography, ink, transistorsΑυτό που δεν θα περίμενα ποτέ ήταν να χαρίσεις ένα από τα Ωμέγα σου στον πατέρα μου, δεν θυμάμαι ποιο, μπορεί να ήταν και το πιο ασήμαντό σου, αλλά ήταν Ωμέγα και, μάλιστα, όταν δεν θα μπορούσε ούτε να σ’ ευχαριστήσει, ούτε και να το ευχαριστηθεί, του το χάρισες πεθαμένος, ναι, του το βάλαμε στον τάφο του, όπως κάτι βασιλιάδες που τους θάβουν με τα κτερίσματά τους, έτσι θάφτηκε κι ο πατέρας μου μ’ ένα Ωμέγα, σαν βασιλιάς, και με συγκίνησες και σου είμαι ευγνώμων γι’ αυτή σου την κίνηση, να αναβαθμίσεις τον πατέρα μου μετά θάνατον, αλλά, να, τώρα που το σκέφτομαι, ενοχλούμαι, να είναι ο πατέρας μου δυο μέτρα κάτω απ’ τη γη λιωμένος και στον καρπό του, στο κόκκαλο που έχει απομείνει απ’ τον καρπό του, να κρέμεται το αγαπημένο σου Ωμέγα κι εσύ να μην είσαι πια στη ζωή μου, μέρος απ’ τη ζωή μου… αλλά ανάμνηση.

Ευσταθία Ματζαρίδου, Τα ρολόγια σου απο το σπονδυλωτό μυθιστόρημα, Τα ρούχα (προδημοσίευση)

Artwork: Yohann Fournier

.

.

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Ορλάντο

.

Επιτέλους, σηκώθηκε στα πόδια του (ήταν χειμώνας τώρα κι έκανε πολύ κρύο) κι έδωσε έναν απ’ τους πιο βαρυσήμαντους όρκους της ζωής, βαρυσήμαντος γιατί θα τον οδηγούσε σε μια σκλαβιά, που χειρότερη δεν υπήρχε. «Θα είμαι ένας ξοφλημένος», είπε, «εάν γράψω ποτέ μου άλλη λέξη ή αν προσπαθήσω να γράψω άλλη λέξη για να ευχαριστήσω τον Νικ Γκρην ή τη Μούσα. Είτε καλά είτε κακά είτε αδιάφορα, θα γράφω, από δω και στο εξής, μόνο για τον εαυτό μου», κι εδώ έκανε μια κίνηση σαν να ξέσκιζε έναν ολόκληρο τόμο χαρτιά και να τα πετούσε στο πρόσωπο του σαρκαστικού εκείνου άντρα με τα πεσμένα χείλη.

Εκείνη τη στιγμή, σαν κάποιο κοπρόσκυλο που σκύβει γρήγορα, καθώς ετοιμάζεσαι να του πετάξεις μια πέτρα, η Μνήμη εξαφάνισε το ομοίωμα του Νικ Γκρην• και το αντικατέστησε… με τίποτε απολύτως. Ο Ορλάντο όμως παρ’ όλα αυτά συνέχιζε να σκέφτεται. Είχε πράγματι πολλά να σκεφτεί. Γιατί όταν έσκιζε τα χαρτιά, έσκιζε, με την ίδια κίνηση, την κυλινδρική σφραγισμένη περγαμηνή που είχε φτιάξει μόνος του στη μοναξιά του δωματίου του, ορίζοντας τον εαυτό του, όπως ο Βασιλιάς ορίζει τους Πρεσβευτές, σαν τον πρώτο ποιητή της γενιάς του, σαν τον πρώτο συγγραφέα της εποχής του, απονέμοντας την αιώνια αθανασία στην ψυχή του και παρέχοντας στο σώμα του ένα μνήμα ανάμεσα σε δάφνες και σε άσπιλα λάβαρα, δείγματα του άσβεστου σεβασμού των ανθρώπων. Όσο εύγλωττα κι αν ήταν όλα αυτά πάνω στην περγαμηνή, ο Ορλάντο τώρα την έσκισε και την πέταξε στα σκουπίδια.

«Η Φήμη», είπε, «είναι σαν» (και μια που δεν υπήρχε ο Νικ Γκρην να τον σταματήσει, άρχισε ν’ απολαμβάνει διάφορες εικόνες, απ’ τις οποίες εμείς θα διαλέξουμε μια δυο, τις πιο σύντομες) «ένα πανωφόρι στολισμένο με σειρήτια και γαλόνια, που εμποδίζει τα μέλη να κινηθούν ελεύθερα• ένας ασημένιος χιτώνας που σφίγγεται γύρω απ’ την καρδιά• ένα πλουμιστό κάλυμμα που σκεπάζει ένα σκιάχτρο» κ.λπ κ.λπ Η ουσία των φράσεών του ήταν ότι, ενώ η Φήμη εμποδίζει και περιορίζει κάποιον, η αφάνεια τον τυλίγει σαν ομίχλη• η αφάνεια αφήνει το νου του ανθρώπου ν’ ακολουθεί το δρόμο που θέλει ανεμπόδιστος. Πάνω από τον αφανή άνθρωπο απλώνεται το σπλαχνικό πέπλο του σκότους. Κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνει ή από πού έρχεται. Μπορεί να ψάχνει την αλήθεια και να τη διαλαλεί• μόνο αυτός είναι ελεύθερος• μόνο αυτός ξέρει τι θα πει γαλήνη• Κι έτσι ο Ορλάντο ηρεμούσε, κάτω απ’ τη βελανιδιά, που οι σκληρές ρίζες της, που προεξείχαν απ’ τη γη, του φαινόντουσαν πιο αναπαυτικές από ποτέ άλλοτε. Παραδόθηκε για πολλή ώρα σε βαθιές σκέψεις, γύρω από την αξία της αφάνειας, την ευχαρίστηση της ανωνυμίας, την ευτυχία τού να είσαι ένα κύμα που ξαναγυρνάει στα βάθη της θάλασσας• σκεφτόταν πως η αφάνεια απαλλάσσει το νου από την ενοχλητική ζηλοτυπία και την εχθρότητα• πως κάνει να τρέχουν μέσα στις φλέβες τα ελεύθερα νερά της γενναιοδωρίας και της μεγαλοψυχίας• και πως μπορεί να δίνει και να παίρνει, χωρίς να νοιάζεται για ευχαριστίες και επαίνους• πράγμα που θα πρέπει να έκαναν όλοι οι μεγάλοι ποιητές, υπέθεσε (αν και οι γνώσεις του γύρω από τα Ελληνικά δεν ήταν αρκετές, για να μπορέσουν να επιβεβαιώσουν αυτήν τη θέση), γιατί, σκέφτηκε, ο Σαίξπηρ μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να έγραφε και οι χτίστες των εκκλησιών έτσι πρέπει να έκτιζαν, ανώνυμα, χωρίς να έχουν την ανάγκη των ευχαριστιών ή της δημοσιότητας αλλά μονάχα της καθημερινής τους δουλειάς και πιθανόν λίγης μπύρας το βράδυ. «Tι υπέροχη ζωή είναι αυτή», σκέφτηκε, τεντώνοντας τα μέλη του κάτω απ’ τη βελανιδιά.

Βιρτζίνια Γουλφ, Ορλάντο, σελ. 81-82, μτφρ.: Αναστασία Λιναρδάκη, Εκδόσεις Αστάρτη, 1984

Photo:Robert and Shana ParkeHarrison

.

.

 

Thomas Bernhard, Η τραγιάσκα

Όμως, ας έρθουμε επιτέλους στο θέμα μας: όλα άρχισαν όταν, αντί να πάρω, τον συντομότερο δρόμο που οδηγεί στο Μπούργκαου, πήρα τον μακρύτερο, που οδηγεί στο Παρσάλεν• γιατί ειδικά σήμερα δεν τράβηξα προς το Μπούργκαου, πήρα τον μακρύτερο, που οδηγεί στο Παρσάλεν• γιατί ειδικά σήμερα δεν τράβηξα προς το Μπούργκαου αλλά προς το Παρσάλεν, δεν το γνωρίζω. Όλως αιφνιδίως, αντί για δεξιά, τράβηξα αριστερά, προς το Παρσάλεν. Το Μπούργκαου ενδείκνυται για την κατάστασή μου. Τρέφω μια βαθιά αντιπάθεια προς το Παρσάλεν. Το Μπούργκαου είναι άσχημο, το Παρσάλεν δεν είναι. Αντίστοιχα, οι άνθρωποι στο Μπούργκαου είναι άσχημοι, ενώ στο Παρσάλεν δεν είναι. Το Μπούργκαου έχει μια φοβερή μυρουδιά, το Παρσάλεν όχι. Όμως το Μπούργκαου ενδείκνυται περισσότερο για την κατάστασή μου. Παρ’ όλα αυτά, σήμερα τράβηξα προς το Παρσάλεν. Και πηγαίνοντας προς το Παρσάλεν βρήκα την τραγιάσκα. Πάτησα πάνω σε κάτι μαλακό, νομίζοντας στην αρχή ότι ήταν χέλι, ψόφιος αρουραίος, λιωμένη γάτα. Πάντα, όταν πατάω στο σκοτάδι κάτι μαλακό, νομίζω ότι πατάω πάνω σε ψόφιο αρουραίο ή σε λιωμένη γάτα… Ίσως όμως δεν πρόκειται για ψόφιο αρουραίο ούτε για λιωμένη γάτα, σκέφτομαι, και κάνω ένα βήμα πίσω. Με τη μύτη του παπουτσιού μου σπρώχνω το μαλακό πράγμα μέχρι τη μέση του δρόμου. Διαπιστώνω ότι δεν πρόκειται για ψόφιο αρουραίο ούτε για λιωμένη γάτα και ούτε στο ελάχιστο για χέλι. Αφού δεν είναι ούτε χέλι, τι είναι τότε; Δεν με βλέπει κανένας στο σκοτάδι. Το αρπάζω με το χέρι μου και καταλαβαίνω, πρόκειται για μια τραγιάσκα. Μια τραγιάσκα με γείσο. Μια τραγιάσκα με γείσο, όπως αυτές που φορούν στο κεφάλι τους οι χασάπηδες αλλά και οι υλοτόμοι και οι αγρότες, σ’ αυτήν εδώ την περιοχή. Μια τραγιάσκα με γείσο, σκέφτομαι, και από τη μια στιγμή στην άλλη κρατώ κι εγώ στο χέρι μια τέτοια τραγιάσκα με γείσο, που έχω παρατηρήσει να φορούν στο κεφάλι τους οι χασάπηδες και οι υλοτόμοι και οι αγρότες. Τι κάνουμε τώρα με την τραγιάσκα; Τη δοκίμασα και μου έκανε. Ευχάριστο πράγμα μια τέτοια τραγιάσκα, σκέφτηκα, όμως δεν μπορείς να τη φορέσεις, γιατί δεν είσαι ούτε χασάπης ούτε υλοτόμος ούτε και αγρότης. Πόσο συνετοί είναι όσοι φορούν τέτοιες τραγιάσκες, σκέφτηκα. Με τέτοιο κρύο! Μήπως την έχασε κάποιος από τους υλοτόμους, σκέφτηκα, που τα βράδια κάνουν τόση φασαρία κόβοντας ξύλα ώστε ακούγονται μέχρι το Ούντεραχ; Ή μήπως κάποιος αγρότης; Ή κάποιος χασάπης; Πιθανότατα κάποιος υλοτόμος. Κάποιος χασάπης σίγουρα! Αυτό το γαιτανάκι των υποθέσεων με αναστάτωσε. (…)

Αν με δει κανένας με την τραγιάσκα στο κεφάλι, σκέφτηκα, με το σκοτάδι που επικρατεί εδώ, εξαιτίας των βουνών, εξαιτίας των βουνών και του νερού της λίμνης, θα νομίσει ότι είμαι χασάπης ή υλοτόμος ή αγρότης. Η προσοχή των ανθρώπων στρέφεται αμέσως στην ενδυμασία, στις τραγιάσκες, στα σακάκια, στα παλτά, στα παπούτσια, δεν κοιτάζουν καθόλου το πρόσωπο, το βάδισμα, την κίνηση του κεφαλιού, τίποτε άλλο πέρα απ’ την ενδυμασία δεν τραβά την προσοχή τους, βλέπουν μόνο το σακάκι και το παντελόνι, μέσα στα οποία είναι χωμένος ο άνθρωπος, τα παπούτσια και προπάντων την τραγιάσκα που φορά. Έτσι, λοιπόν, αν κάποιος με δει μ’ αυτή την τραγιάσκα στο κεφάλι, θα συμπεράνει ότι είμαι χασάπης ή υλοτόμος ή αγρότης. Επομένως, είναι ανεπίτρεπτο να φοράω την τραγιάσκα στο κεφάλι, αφού δεν είμαι ούτε χασάπης ούτε υλοτόμος ούτε αγρότης. Αυτό θα ήταν παραπλάνηση! Απάτη! Παραβίαση του νόμου! Ξαφνικά όλοι θα πίστευαν ότι είμαι χασάπης, όχι δασολόγος, αγρότης, όχι δασολόγος, υλοτόμος, όχι δασολόγος! (…)

Eίμαι είκοσι πέντε χρονών και είμαι ένας άρρωστος άνθρωπος, τίποτα παραπάνω, ναι, τίποτα παραπάνω! Ωστόσο, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο δεν έχω το δικαίωμα να φοράω τούτη την τραγιάσκα. Δεν έχω κανένα δικαίωμα επί της τραγιάσκας! Και, σκέφτηκα, τι κάνουμε τώρα με την τραγιάσκα; Συνεχώς αυτό σκεφτόμουν. Την κρατάω, είναι κλοπή, την αφήνω εκεί όπου τη βρήκα, είναι προστυχιά, δεν επιτρέπεται λοιπόν να τη φορέσω και να τη φέρω επί της κεφαλής μου! Πρέπει να εντοπίσω αυτόν που την έχει χάσει, μονολόγησα, θα μπω μέσα στο Παρσάλεν και θα ρωτήσω τον καθένα ξεχωριστά, αν είναι αυτός που έχει χάσει την τραγιάσκα. (…)


Thomas Bernhard, Η τραγιάσκα, από το βιβλίο Πρόζα, σελ. 28-31, αποσπασματικά, μτφρ.: Bασίλης Τσαλής, Εκδόσεις Κριτική, 2015

Φωτό: Bischof Werner

.

.

 

 

Δημήτρης Αγγελής, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου

.

10.


Οι μόνες υποσχέσεις της δημοκρατίας είναι οι τράπεζες.
Οι μόνες αποφάσεις της κυβέρνησης είναι για όπλα.
Κι εσύ έρχεσαι το λάθος Σάββατο να με βρεις
κρατώντας ρούβλια για να πληρώσεις τα ποτά μας
κι απαγγέλλοντας στίχους του Μαγιακόφσκι.


Απόψε, η παραμονή της πρωτοχρονιάς μαζί σου
δεν είναι γιορτή στη μεγάλη πλατεία. Είναι
οι τράπεζες που μας πνίγουν κι ένα σώμα-οδόφραγμα.
Είναι το μουχλιασμένο ψωμί της Αχμάτοβα.
Είναι κείνο το λευκό ελάφι που δακρύζει
πάνω στο κρεβάτι μου.


Δημήτρης Αγγελής, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2015.

Σχέδιο  εξωφύλλου: Κώστας Σιαφάκας

.

.