RSS

Monthly Archives: February 2015

Xουάν Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο

 

Ήταν η ώρα που τα παιδιά παίζουν στους δρόμους όλων των χωριών, γεμίζοντας με τις φωνές τους το απόγευμα. Όταν ακόμα και οι μαύροι τοίχοι αντανακλούν το κίτρινο φως του ήλιου. Τουλάχιστον αυτό είχα δει εγώ στη Σαγιούλα, χτες μόλις, αυτή την ίδια ώρα. Και είχα δει και το πέταγμα των περιστεριών που έσκιζαν τον ήρεμο αέρα, κουνώντας τα φτερά τους σαν ν’ αποχαιρετούσανε τη μέρα. Πετούσαν κι έπεφταν πάνω στα κεραμίδια, ενώ οι φωνές των παιδιών πετάριζαν κι έμοιαζαν σαν να βάφονταν μπλε από τον ουρανό του δειλινού. Τώρα ήμουν εδώ σε τούτο το χωριό χωρίς θορύβους. Άκουγα τα βήματά μου πάνω στις στρογγυλές πέτρες με τις οποίες ήταν στρωμένοι οι δρόμοι. Τα κούφια βήματά μου να πολλαπλασιάζονται απηχώντας πάνω στους τοίχους που βάφονται απ’ τον ήλιο του δειλινού. Αυτή την ώρα βρέθηκα να περπατώ στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Κοίταξα τα άδεια σπίτια• οι πόρτες βγαλμένες από τους μεντεσέδες τους και μέσα να έχουνε ορμήσει αγριόχορτα. Πώς μου είπε εκείνος ο τύπος ότι ονομάζεται αυτός ο θάμνος; «Η καπετάνισσα, κύριε. Αληθινή πληγή, που περιμένει να φύγουνε οι άνθρωποι για να εισβάλει μες στα σπίτια. Θα το δείτε και μοναχός σας ».

Περνώντας ένα σταυροδρόμι είδα μια γυναίκα τυλιγμένη στο σάλι της, που εξαφανίστηκε σαν να μην υπήρξε ποτέ. Μετά ξανάρχισαν να προχωρούν τα πόδια μου, και τα μάτια μου συνέχισαν να εισχωρούν στα ανοίγματα που άφηναν οι πόρτες. Μέχρι που η γυναίκα με το σάλι ξαναπέρασε από μπροστά μου.

–Καληνύχτα, μου είπε. Την ακολούθησα με το βλέμμα. Τη φώναξα:

– Πού μένει η δόνια Εδουβίχες; Κι εκείνη έδειξε με το δάχτυλο.

– Εκεί. Στο σπίτι δίπλα από τη γέφυρα.

Κατάλαβα πως η φωνή της είχε ανθρώπινο ηχόχρωμα, πως το στόμα της είχε δόντια και μια γλώσσα που μπερδευόταν και ξεμπερδευόταν καθώς μίλαγε, και πως τα μάτια της ήταν όπως τα μάτια όλων των ανθρώπων που ζουν πάνω στη γη. Είχε σκοτεινιάσει. Μου ξαναείπε καληνύχτα. Και παρ’ όλο που δεν υπήρχανε παιδιά να παίζουν, ούτε περιστέρια ούτε γαλάζια κεραμίδια, αισθάνθηκα πως το χωριό εκείνο ζούσε. Κι ότι αν εγώ άκουγα μόνο τη σιωπή, ήταν γιατί δεν είχα ακόμη συνηθίσει τη σιωπή• ίσως γιατί το κεφάλι μου ήταν γεμάτο από θορύβους και φωνές. Ναι, φωνές. Κι εδώ, που ο αέρας ήταν αραιός, ακούγονταν καλύτερα. Κάθονταν μέσα μου βαριές. Θυμήθηκα τι μου είχε πει η μητέρα μου.

Εκεί θα με ακούς καλύτερα. Θα είμαι πιο κοντά σου. Θα νιώσεις πιο κοντά σου τη φωνή των αναμνήσεών μου από εκείνη του θανάτου μου, αν βέβαια ο θάνατος είχε ποτέ φωνή. Η μητέρα μου… η ζωντανή. Θα ήθελα να της πω: «Έκανες λάθος τόπο. Δε μου ’δωσες σωστή διεύθυνση. Μ’ έστειλες στο “πού ’ναι αυτό και πού ’ναι εκείνο”. Σε ένα έρημο χωριό. Να αναζητώ κάποιον που δεν υπάρχει». Έφτασα στο σπίτι της γέφυρας ακολουθώντας το βουητό του ποταμού. Χτύπησα την πόρτα• ή μάλλον όχι ακριβώς. Το χέρι μου έμεινε μετέωρο, σαν να την άνοιξε ο αέρας. Μια γυναίκα στεκόταν εκεί. Μου είπε: – Περάστε.

Και μπήκα.

Χουάν Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο, σελ. 42-44, μτφρ.: Έφη Γιαννοπούλου, Εκδόσεις Πατάκη, 2013

Πίνακες: George Tooker

 

 

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ονειροκρίτης

.

Αν μυρίσετε στον ύπνο σας κανέλα
κάποιος θα σας φιλήσει στο σκοτάδι
αν δείτε σαύρα να λιάζεται στις πέτρες
αποφύγετε τους ξένους με τα ψηλά καπέλα
αν ονειρευτείτε ασπρόμαυρο καράβι
και ανθρώπους να σας γνέφουν με μαντίλια
αγοράστε ένα λαχείο δεν έχετε πια χρόνο τίποτε να χάσετε
Έτσι κι αλλιώς τα όνειρα δεν έχουν γραμματόσημο
ο αποστολέας είναι άγνωστος κι ο παραλήπτης λάθος
Αν κάποιο βράδυ δείτε το δικό μου όνειρο
σημαίνει απλώς πως περπατάτε σε θυμάρι
ή κυνηγάτε μικρά χελιδονόψαρα
ή πως είστε ένας τρελός που ακόμα ελπίζει
Κρύψτε τα άφοβα κάτω απ’ το κρεβάτι
Τα ποιήματα των άλλων σπάνια είναι επικίνδυνα
για μας.


Χλόη Κουτσουμπέλη, Ονειροκρίτης, σελ. 54, από τη συλλογή στον Αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

Πίνακας: Anke Merzbach

.

.

 

K. Καραγιαννόπουλος: Iφιγένεια Σιαφάκα, Μετάlipsi (κριτική, περιοδικό Θράκα)

bethconklin-55.jpg

http://thraka-magazine.blogspot.gr/2015/02/lipsi-2014.html

beth conklin 8Κατά τον Victor Shklovsky, ο πρωτεύων ρόλος της λογοτεχνίας είναι το παραξένισμα ή η ανοικείωση (estrange or defamiliarize)• δηλαδή, η εκ προθέσεως απεικόνιση του κόσμου ως κάτι παράξενο, μέσω της διασάλευσης του κοινού γλωσσικού λόγου.

Στο βιβλίο “Μετάlipsi”, η Ιφιγένεια Σιαφάκα, καταργεί την ρεαλιστική παρουσίαση του κόσμου και των γεγονότων, εισάγοντάς μας σ’ ένα παραμυθένιο περιβάλλον. Σε σημείο τέτοιο που πολλά αποσπάσματα να θυμίζουν τα Märchen της γερμανόφωνης παράδοσης.

Η αγωνία του ποιητή, ο άξονας ρευστών σημαινόντων και το φαντασιακό (imaginary) είναι τα υλικά πάνω στα οποία η συγγραφέας χτίζει το έργο – το οποίο με την σειρά του καλεί τον αναγνώστη να το εσωτερικεύσει και κατ’ επέκταση να το οικειοποιηθεί. Για να επιτευχθεί, όμως, ο στόχος αυτός δεν αρκεί η απλή ανάγνωση του κειμένου. Η πολυσημία (plurisignation) του λόγου ανοίγει τρομερά τον ερμηνευτικό ορίζοντα και μ’ αυτόν τον τρόπο υποχρεώνει τον αναγνώστη σε μια ιδιαίτερη και σχεδόν μυσταγωγική διαδικασία… την υπερανάγνωση (over- reading). Δομή – πρόθεση – πρόσληψη – γλώσσα: είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, δημιουργώντας έναν δίαυλο επικοινωνίας με το υποσυνείδητο.

Beth Conclin 993Διαβάζουμε στην σελίδα 23: “με το ακάνθινο ζωνάρι στα δάχτυλα της πένας απαγχονίζω της εγγrαφής τους εφιάλτες Χθες βράδυ μάλιστα σημάδευα τριχιές μ’ ένα περίστροφο σε μια πλατεία που τη λέγαν της “Ιδέας” Στη γλώσσα γάζωνα και μία γκιλοτίνα για επείγουσα ανάγκη […]”. Η αγωνία και η ηδονή (;) που προκαλεί η “επιθυμία” και η μάχη που συντελείται κατά την διαδικασία σχηματισμού της σε γλωσσική έκφραση, μας θυμίζει την λακανική άποψη για τις ψυχικές διεργασίες του ονείρου που μεταφράζονται σε γλωσσικά σχήματα λόγου. Άρα, συγγραφέας και αναγνώστης μπλέκονται στην δύνη του ασυνείδητου και των απωθημένων νοημάτων.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η φωνηματική επεξεργασία του κειμένου. Η ασάφεια που δημιουργείται εσκεμμένα στο έργο, είναι τέτοια που να μην καθίσταται ικανή ούτε η διασάφηση της ελλειπτικής πράξης (illocutionary act). Με ακρότατο σημείο την ίδια την πτώση του λόγου- συμβολική ή και έντυπη (π.χ. σελίδα 29).

Τέλος, ο λόγος διατηρεί τον ρυθμό και την ευφωνία του, παρά το παρατακτικό ύφος σε πολλά σημεία. Παρηχήσεις και εξωτερικοί ήχοι, που παρεισφρέουν, τον ζωηρεύουν χρωματίζοντας την ανάγνωση και προσφέροντας μια δυναμική γλωσσική φαντασμαγορία.

Artwork: Beth Conclin

Iφιγένεια Σιαφάκα, Μετάlipsi, Εκδόσεις Γρηγόρη 2015.

.

 

Αστέρης Μαυρουδής, Το διήγημα (χρηστική εισαγωγή)

(…) Τι μπορεί τελικά να καλύπτει ο όρος διήγημα; Υπάρχει μια σύγχυση στην οριοθέτηση των ειδών. Παράδειγμα είναι ο «Λουκής Λάρας» που άλλοτε αναφέρεται ως νουβέλα, άλλοτε ως «πρωτότυπον μυθιστόρημα» και άλλοτε ως διήγημα. Ποιο ρόλο μπορεί να παίζει η έκταση ενός λογοτεχνήματος; Από μόνο του το στοιχείο της έκτασης είναι σοβαρό διαφοροποιητικό στοιχείο; Ο Ροΐδης όταν κάνει κριτική το 1896 και κατακρίνει τους Έλληνες πεζογράφους δεν βλέπει παρά ποσοτικές σχέσεις «…ουδ’ ελλείπουσι βεβαίως και οι γράφοντες εκτενέστερα διηγήματα, καλούμενα διά τούτο μυθιστορήματα», (Μουλλάς 2006: μα), (Ροΐδης: 354). Επίσης ο Αριστείδης Κουρτίδης είναι κατηγορηματικός και αόριστος «Εις τους νεωτέρους χρόνους το μυθιστόρημα ούτε ως προς τον σκοπόν, ούτε ως προς τα μέσα διαφέρει από το διήγημα, διαφέρει μόνον κατά την έκτασιν ή την πλοκήν», όμως αυτό συμβαίνει και στις άλλες χώρες και υπάρχουν προβλήματα πολλαπλής ορολογίας, όπως στη Γαλλία (nouvelle, count) η στην Αγγλία (short story, long short story, short novel), Gillespie, (1967:117-127) Αμέτρητες μελέτες διαπιστώνουν τη δυσκολία αν όχι την αδυναμία ενός τέτοιου ορισμού. 

Ποια λοιπόν είναι η ουσία του διηγήματος; Η ίδια η ιστορία επέβαλε ένα είδος και η ίδια καθόρισε και τη μορφή, το περιεχόμενο και τις λειτουργίες του. Μας καλύπτει ο ορισμός ότι διήγημα είναι η αφήγηση, τις περισσότερες φορές, σύντομη μιας περιπέτειας συνήθως πρόσφατης και παρουσιασμένης ως πραγματικής, που κινεί το ενδιαφέρον με τον απροσδόκητο χαρακτήρα της; Ορισμός, επίσης, όπως ο επόμενος κρύβει κινδύνους: Διήγημα είτε μικρό είτε μεγάλο είναι το είδος λογοτεχνικού πεζού λόγου που δημιουργήθηκε με τη φαντασία και έχει σκοπό με αφήγηση να μας παρουσιάσει πράξεις που έγιναν, χαρακτήρες, αντιπροσωπευτικούς τύπους κοινωνικών ομάδων ή εποχών (Μουλλάς 2006: μγ). 

Claudio Martinengo  (33)Στο διαγωνισμό της Εστίας δεν ήταν ξεκάθαρο τι εννοούσαν με τον όρο διήγημα. Το μόνο που αναφερόταν ήταν η έκταση και οι περισσότερες συμμετοχές ήταν μικρής έκτασης. Η διατύπωση πως τα θέματα έπρεπε να είναι παρμένα από το Μεσαίωνα ή την αρχαία εποχή πιο πολύ συνάδει με το ιστορικό μυθιστόρημα και τη σύγχρονη εποχή, που παραπέμπει σε σύγχρονο ρεαλισμό. Παρά την ασάφεια της Εστίας, τα διηγήματα που γράφτηκαν είχαν ξεχωριστή φόρμα (αυτή του διηγήματος) και παραδοσιακά πλαίσια, και τα δύο νεοτερισμοί. Άρχισε λοιπόν μια παραγωγή διηγημάτων που τα επόμενα χρόνια πέρασε κατά πολύ την παραγωγή των μυθιστορημάτων (Beaton 1996: 105). Στοιχεία για το τι εννοούσε η Εστία ως διήγημα περιέχονται σε μια απάντηση σε διαγωνιζόμενο : «Το διήγημά σας ελήφθη και ανεγνώσθη ευχαρίστως. Κύριο προσόν αυτού είναι η ζωηρότης των διαλόγων, η λιτή ακρίβεια των περισσότερων περιγραφών και η αφελής απεικόνιση των χαρακτήρων, ενιαχού άτεχνων αλλά πάντοτε χαριεστάτων γραμμών. Φαίνεται ότι το πλείστον ελήφθη εκ του αληθούς και αυτό επιτυχώς διετυπώθη, αλλ’ ότι δεν είδετε και ηθελήσατε να μαντεύσετε, να πλάσετε, αυτό είναι άχρουν, ψευδές» (Μουλλάς 2006: μζ).

 

Στο διήγημα η πραγματικότητα είναι στο προσκήνιο αλλά κομματιασμένη σε ατομικές μαρτυρίες: Υπάρχει στροφή από τη γενική στην τοπική ιστορία, στην ντοπιολαλιά και στην αποτύπωση της παράδοσης. Ο Παλαμάς λέει για το διήγημα: «Μακριά από τη λέπρα των γενικοτήτων… πρόσωπα, όχι δόγματα, εικόνες όχι φράσεις, κουβέντες, όχι κηρύγματα, διηγήματα όχι αγορεύσεις», ενώ o Παπαδιαμάντης μιλά για «βαθείαν των πραγμάτων μελέτη» (Μουλλάς 2006: μη). Η κριτική που έκανε ο Κ. Θ. Δημαράς στον Αλ. Παπαδιαμάντη και σε άλλους διηγηματογράφους βασίζεται πράγματι σε επαναλαμβανόμενα στερεότυπα. Δεν διευκρινίζεται όμως αν αυτά τα στερεότυπα έχουν να κάνουν με την οργάνωση του λογοτεχνικού κόσμου του Παπαδιαμάντη ή με την ιδεολογική ανάγνωση και την ιστοριογραφική οπτική του κριτικού. Ο κριτικός μιλάει για συντηρητικό όραμα που καθηλώνει το άνοιγμα προς εθνικό εκσυγχρονισμό. Τέτοιες θέσεις αντί να οδηγήσουν στο διαυγή προσδιορισμό του διηγήματος και των ιδιομορφιών του συντείνουν στην αύξηση της σύγχυσης των μελλοντικών ερευνητών, όπως αναφέρει ο Αλ. Ζήρας (Πολίτου-Μαρμαρινού, 1979:50).

Ο Poe συγκρίνει την εντύπωση που δίνει ένα διήγημα μ’ αυτήν που μπορεί να προσφέρει ένας πίνακας υψηλής τέχνης, ενώ ο H. James λέει ότι στο διήγημα αποτυπώνονται εικόνες της εποχής μέσα σε μικρό χωρικό πλαίσιο. Ο Hemingway παρουσιάζει το διήγημα ως παγόβουνο του οποίου μόνο ένα μέρος βρίσκεται έξω από το νερό ορατό. Το ίδιο λέει και ο Ψυχάρης παρομοιάζοντας το διήγημα με πηγάδι με μεγάλο βάθος και μικρό στόμιο. Μιλούν και οι δύο δηλαδή για μια προσχεδιασμένη εντύπωση, η οποία λανθάνει πίσω από κάθε λέξη, πίσω από τα κείμενα κάθε διηγήματος. Αυτό το στοιχείο δίνει μια διεισδυτικότητα στο διήγημα που δεν υπάρχει στο μυθιστόρημα. Υπάρχει δηλαδή ένα πλέξιμο συντομίας και εμβάθυνσης (Πολίτου-Μαρμαρινού, 1979:121). 

Ποια, τελικά, λοιπόν είναι η δομή ενός διηγήματος;

Το διήγημα έχει μια αφηγηματική δομή η οποία εμπεριέχει μια αιφνίδια ανατροπή.

Έχει έναν κύριο ήρωα και ένα κορυφαίο γεγονός.

Εμπεριέχει την αφηγηματική οικονομία (ο Poe λέει πως πρέπει να διαβάζεται σε μια το πολύ δυο ώρες) και την μόνιμη αναζήτηση της έκπληξης και του ανοίκειου, που είναι το ζητούμενο και δομικό στοιχείο στη λογοτεχνία.

Το διήγημα δεν αναπτύσσει έναν λεπτομερή κόσμο αλλά χρησιμοποιεί την οπτική «μιας φέτας ζωής». Προτρέπει τον αναγνώστη να συμπεράνει ένα γενικότερο νόημα, μέσα από μια λιτή παρουσίαση, χρησιμοποιώντας δικές του εικασίες και εμπειρίες (Πολίτου-Μαρμαρινού, 1979:492).

Οι χαρακτήρες είναι διαμορφωμένοι και αποκαλύπτονται σε αντίθεση με το μυθιστόρημα στο οποίο αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της αφήγησης. Γίνεται συμπίεση δεδομένων σε μια φέτα ζωής και έτσι από ασήμαντες λεπτομέρειες η εικόνα της ζωής γίνεται πειστική και πιο έντονη.

Η έκτασή του προτρέπει σε πολυμορφία και πειραματισμούς σε θεματικές αναζητήσεις, μείξη ειδών και συνομιλία με άλλα είδη και άλλα διηγήματα (Πολίτου-Μαρμαρινού, 1979:537).

(…)

 

[…] το μυθιστόρημα μπορεί να είναι με το αιματάκι του, αλλά το διήγημα πρέπει να είναι καλοψημένο. Το μυθιστόρημα πάντα παχαίνει, αλλά το διήγημα έχει ακριβώς τις θερμίδες που χρειάζονται. Το μυθιστόρημα, αφού το ανοίξεις, διατηρείται μια χαρά στο ψυγείο, το διήγημα όμως πρέπει να καταναλωθεί αμέσως. Το μυθιστόρημα έχει συντηρητικά, το διήγημα είναι πλούσιο σε φυτικές ίνες. Το μυθιστόρημα δεν παθαίνει τίποτα αν το ξαναζεστάνεις, αντίθετα το διήγημα –παραφράζοντας την ταινία– «Το τηγανίζεις μονάχα μια φορά». Το μυθιστόρημα είναι βαρύ φαγητό που φέρνει καούρες, το διήγημα κρύο πιάτο ζαρζαβατικής πολυπραγμοσύνης. Το μυθιστόρημα σε χορταίνει, το διήγημα σου ανοίγει την όρεξη». Φερνάντο Ιγουασάκι

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Αστέρης Μαυρουδής, Το διήγημα (χρηστική εισαγωγή), Ενδυμίων, 2014

Πίνακες: Claudio Martinengo

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Mετάlipsi (Ψυχοναύτες)

Igor Skaletsky

 

(…) Εκεί τους είδα κι έφριξα Κουνούσαν τα κεφάλια τους δεμένα με γάζες αλώβητες λευκές Μόλις σε ράντζο εξερχόμενοι από το παγωμένο χειρουργείο με τις δεκάξι αχτίνες του ήλιου της Βεργίνας σμιλεμένες στα νυστέρια Στις γλώσσες έναστρη έσπερναν σπορά Θα ’πρεπε ν’ αγρυπνούμε ευγνώμονες από τον κρότο του σταριού τους Να τους κερνάμε ένα γλυκό του κουταλιού για συμπαράσταση στη συμμαχία των γλωσσών Γερά κρατώντας τον τυφώνα στο βολβό του οφθαλμού

Κάθε που
στροβιλίzει αειπάρθενος
μιa λίμα από κάρβουνο
που γράφει ιστορίες
με μεdούλι από στάhτη
και γύπsινα οστά
σ’ ό,τι μας καταrrάκωσε
και μας ανάδευσε
αναίσθητους
σε φράhτη
από δαsείες επιsημάνσεις
αναpόφευκτων sυμβάντοn (…)

~ Μετάlipsi (απόσπασμα), εκδ. Γρηγόρη 2015

~Painting: Igor Skaletsky

.

.

.

Ψυχοναύτες

 

Στέλλα Δούμου, Όγκμα

 Α λογάκια από ζάχαρη
κι ευχαριστώ τα καλοκαίρια των φιλιών
γιατί είμαι ακτή γυναίκας
γεμάτη καθρέφτες.


Με τόλμη ο Θάνατος χρόνους χίλιους τριακόσιους με γιορτάζει

μέχρι από σε να με ξανακερδίσει
κι εγώ κρατώ σε μπουκαλάκι αέρα ραγισμένο
όπως η έφηβη του αγαπημένου τα μαλλιά.


«Αγαπημένου», είπα και σε γεύτηκα
υγρή αψίδα και Χειμώνα μου,
που, όταν στο βρύο της μασχάλης σου κοιμάμαι,
μπαίνουν λύκοι μες στο χρόνο, τον ξεσκίζουν


ρίζα του κέλτικου αίματός μου, ρίζα
ξανθέ μου Κόελχεν,
τραχιά Φωνή σε νύχτα παχιά στο Τάμπθαμορ,
πόσα φεγγάρια σε φοβήθηκαν
εσένα που χάλασες τους
ειρμούς της Ιστορίας
για να με καταπιείς ατσάλινη Ανδρομέδα
και τώρα μαρτυρικά που με ξερνάς απ’ τους καρπούς
γιατί με ζήτησες λυμένο κύμα καταπάνω σου.
Ναι τώρα


Α λογάκια από ζάχαρη
στα χείλη που αναβλύζουνε φαράγγια
και στο λεπίδι του παλιού μου τρόπου ν’ αγαπώ
μόνον Εσύ να κόβεσαι.
Είμαι εδώ ανείπωτη.


*Στην κελτική μυθολογία, ο Όγκμα, ρήτορας και υπερασπιστής των Τουάθα ντε Ντανάν, είναι ο θεός της γνώσης, της έμπνευσης και του ποιητικού λόγου.

Στέλλα Δούμου, Όγκμα, προδημοσίευση από τη συλλογή Έρως Αρόδο

Πίνακας: Beth Conklin

.

.

 

Χρύσα Φάντη, Σέλα στο χώμα

Δεν σ’ ακούω; Α… αυτό. Έλεγαν πως η Κ. πριν πέσει στον ύπνο είχε πέσει στη θάλασσα. Και πριν πέσει στη θάλασσα; Ξέρω, αλλά δεν θα σου πω. Σε τούτο το σπίτι κι οι τοίχοι έχουν αυτιά. Αν τελικά το μετάνιωσε; Πιθανόν. Γιατί το μετάνιωσε; Αυτό δεν το ξέρω. Μέσα της ήμουνα, μάντης όμως δεν ήμουν. Επειδή η θάλασσα εκείνη τη νύχτα ήτανε όπως μια λίμνη; Επειδή δεν ήτανε όπως μια λίμνη; Που άμα σε τραβήξει κάτω σε τράβηξε, κι άντε μετά ν’ ανεβείς; Μπορεί επειδή κρύωνε. Μπορεί επειδή της πονούσε η κοιλιά. Η Ου. πιστεύει πως εγώ έφταιγα. Επειδή όπως λέει την κλώτσαγα. Αλλά εγώ δεν θα κλώτσαγα ποτέ μιαν όπως η Κ. Γιατί ούτε σ’ εμένα αρέσει να με κλωτσάνε.

… εμένα μ’ αρέσει να κολυμπώ.
… η δικιά μου κοιλιά δεν θέλω να ανοίξει.
… Ούτε σαν καρπούζι, ούτε σαν καρύδι, ούτε σαν μιμόζα.
… η δική μου κοιλιά θέλω να μείνει στη θέση της.
Γίνεται;
… εγώ, και λαβωμένη ακόμα να κολυμπάω.
Στα ρηχά.
Στα βαθιά.
Στα κουτουρού.

… και από δυναμίτη χτυπημένη να κολυμπάω. Σαν ψάρι;… Εν ανάγκη σαν χέλι. Και σαν φελλός. Αλλά όχι. Ο φελλός δεν κολυμπά. Ο φελλός επιπλέει. Πάντως όχι να με κλωτσάνε. Κι αν θέλω εγώ να πνιγώ, να πνίγομαι.
Αν κάτι δεν μ’ άρεσε ήταν που η Κ. δεν μεγάλωνε. Μίκραινε. Πέντε χρόνια μετά, με την Κ. μου ακούνητη, είμαι κάπως σαν μαμά της μαμάς μου.
… Μας βλέπεις; Εγώ μαθήτρια. Που; Στο δημοτικό. Πώς το ξέρω; Φοράω ποδιά χρώματος μπλε. Για την ακρίβεια: μπλε του κοβάλτιου με κάτι πιτσίλες μοβί. Φοράω και στρογγυλό γιακαδάκι; Φοράω. Γαριασμένο και ελαφρώς προς το μπεζ.
Πώς;… Τι να σκέφτεται η Κ; …. Σκέφτεται; Ή απλώς κοιτά τον φακό; Πίσω της βλέπω ένα κάδρο. Αν υπολογίζω σωστά, εκείνη πρέπει να έχει μπει στα είκοσι δύο. Κι εγώ στην εποχή που εκτός από Σσστ… το σκασμό! (ενίοτε ψιτ και μωρή), κάποιοι έχουν αρχίσει να με φωνάζουν Σοφία.

 Σοφία, έλα δω. Σοφία χάσου. Με περνούν για σοφό; Αμφιβάλλω. Για κείνους είμαι από χέρι ένα μμουγκγκοχχαζό. Κι ένα μμουγκοχχαζό σπάνια ανοίγει το στόμα για να μιλήσει. Κι όταν μμμμιλά, ρωτά πράγματα που μόνο ένα μμουγκγκοχχαζό ρωτάει. Σοφίααα; Από το ύφος τους, τον τρόπο που κουνούν το κεφάλι τους, νιώθω πως αναφέρονται σε κάτι άσχημο. Άσχημο που ταυτοχρόνως με αφορά. Είμαι όντως χαζό; Ποιο το νόημα του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού; Κουνάω κι εγώ το κεφάλι.
Σηκώνω ταυτόχρονα και τους ώμους;
Συνέχεια. Όπως περίπου κι αυτοί.
Ακαταπαύστως;
Ακαταπαύστως.
Για να τελειώσει πια όλο αυτό; Ναι, να τελειώσει. Και γιατί έτσι πιστεύω πως θα τους αναγκάσω να σταματήσουν; Ναι, σταματήσουν.
Σταματούν; Αυτή μου η προσπάθεια ακόμα περισσότερο τους εξοργίζει. Κι όταν θα με ρωτήσουν πού ήσουν ή γιατί άργησες, με το σώμα μου σε ταλάντωση θα ψάξω για το ψέμα που θέλω, αλλά δεν τολμώ να τους πω. Κι άρα; Άρα είμαι ένοχη για κάτι που αυτοί αγνοούν. Κάτι που μόνο εγώ γνωρίζω, και γι’ αυτό παριστάνω το ηλίθιο, και σαν ηλίθιο προσπαθώ να κρυφτώ.
Σσστ… σιωπή. Εν ολίγοις: Είμαι η Σουτ. Και για συντομία η Σ. 

Στο σχολείο με φωνάζουνε μουγκοΘόδωρο. Είμαι αυτό που όλη την ώρα μουτζουρώνει θρανία.
Μάλιστα. Αυτό. Μέχρι που κάποτε οι μουτζούρες γίνονται σχέδια. Για την ακρίβεια, αν μπορεί να υπάρξει ακρίβεια σε κάτι τόσο θολό, γίνονται κάτι που είναι και δεν είναι σχέδιο. Είναι και δεν είναι μουντζούρα. Πλειστάκις, κάτι που μοιάζει κρεβάτι. Και πάνω σ’ αυτό το κάτι που μοιάζει κρεβάτι φτιάχνω κάτι που μοιάζει πουλί.
Τι πουλί;
Να πούμε γλαρόνι.
Τι γλαρόνι;
Γλαρόνι που δεν έχει ράμφος.
Ούτε φτερούγες;
Ούτε.
… και μιαν ωραία πρωία ο δάσκαλος παίρνει στα χέρια του το σκαρίφημα.
Και ρωτάει τη Σ: αν τούτο δω είναι ένα πουλί, πού είναι το ράμφος του; που είναι οι φτερούγες;
Κι η Σ. απαντά;
Είπαμε. Η Σ. σηκώνει τους ώμους. Γιατί ούτε αυτή ξέρει τι ακριβώς ζωγραφίζει. Γιατί αυτό που η Σ. ζωγραφίζει σχηματίζεται σαν από μόνο του.
Από μόνο του;
Πάντως όχι από τη γλώσσα.

… κι έτσι η απορία του δάσκαλου, πακέτο με τη μουγκαμάρα της αντί να μετριάσει την πεποίθηση όλων περί της βλακείας της, θα την κάνει τσιμέντο. Κι ο δάσκαλος θα τη στείλει πίσω στον Θ. Κι ο Θ. θα φροντίσει να την μαντρώσει στο γνωστό μας υπόγειο, παρέα με σκόρδα, σαβούρα, σκιές. Και γι αυτές –τις σκιές– κάποια μέρα η Σ. με κάθε λεπτομέρεια θα μιλήσει. Όχι όμως κι η Σουτ. Που σαν εκκρεμές γέρνει μπρος κι ύστερα γέρνει πίσω, κι ύστερα πέφτει στα τέσσερα, και σφίγγει στόμα- τρίζει δόντια- καρφώνει γλώσσα στον ουρανίσκο. Με τον πόνο μαζεμένο εκεί.
Στην κοιλιά.

Εγγαστρίμυθη;
Μπορείς να τη πεις και μουγκή.

Μουγκή σαν την Κ.;
Με τα γαβ να της βγαίνουν από τo στομάχι.

Χρύσα Φάντη, Σέλα στο χώμα (προδημοσίευση)

Πίνακες: Joanna Chrobak

.

.

 

Θανάσης Χατζόπουλος, Στο Λησμονητήριο

 

Θα συναντηθούμε ξανά στο Λησμονητήριο
Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων προσποιούμενοι
Πως τίποτα δεν μας θυμίζουν και κανέναν
Τα πρόσωπα αυτά που η μνήμη
Δεν ορέγεται
Δεν μαρτυράει ονόματα ο Ιούδας
Νεύματα γνωστών τα αποδίδει σε αγνώστους


Και περιμένεις στην ουρά
Κρατώντας ανά χείρας αίτηση
Διαγραφής απ’ τα μητρώα θανάτου
Πίσω απ’ τις τεθλασμένες της ζωής για να ταμπουρωθείς
Να θυμηθείς τότε δοκιμασίες καθημερινής τριβής
Ζητώντας παντοτινά απ’ τους γνωστούς να ξεχαστείς
Να μην σε θυμηθεί ποτέ κανείς
Ούτε κι η μάνα σου όταν περαστικός γυρίσεις
Νηστικός να κοιμηθείς στο παιδικό κρεβάτι


Θα συναντηθούμε όλοι ξανά στο Λησμονητήριο
Πίσω από κάγκελα θηρίων
Δίχως δόντια, δάκρυα, ιδρώτα ─ δίχως βλέμμα
Ιδρύοντας τις νέες αποικίες των νεκρών


Τα πρόσωπά μας θα έχουν σβήσει απ’ το πολύ φως

Θανάσης Χατζόπουλος, Στο Λησμονητήριο από τη συλλογή Ψηφία για ψηφίδες, Μεταίχμιο, 2006

Πίνακας : Dina Brodsky

.

.

 

Xουάν Ρούλφο, Μακάριο

Κάθομαι πλάι στον υπόνομο και περιμένω να βγούνε τα βατράχια. Χτες βράδυ, την ώρα που τρώγαμε, βαλθήκανε να κάνουν τέτοιον σαματά και δεν σταμάτησαν να τραγουδάνε μέχρι που ξημέρωσε. Η νονά μου μάλιστα λέει κι αυτό: ότι η φασαρία απ’ τα βατράχια τής χάλασε τον ύπνο της. Και τώρα θέλει οπωσδήποτε να κοιμηθεί. Γι’ αυτό και μ’ έστειλε εδώ, πλάι στον υπόνομο, και να στηθώ με μια τάβλα στο χέρι, ώστε όποιο βατράχι αποφασίσει να σαλτάρει έξω να το λιανίσω στο ξύλο… Τα βατράχια είναι πράσινα απ’ την κορφή ως τα νύχια, εκτός απ’ την κοιλιά. Οι φρύνοι είναι μαύροι. Και της νονάς μου τα μάτια είναι μαύρα. Τα βατράχια είναι καλά για να τα τρώμε. Οι φρύνοι δεν τρώγονται• αλλά κι αυτούς εγώ τους έχω φάει, κι ας μην τρώγονται, κι έχουνε ίδια γεύση με τα βατράχια. Η Φελίπα λέει πως είναι κακό να τρώμε φρύνους. Τα μάτια της Φελίπα είναι πράσινα σαν τα μάτια της γάτας. Αυτή μου βάζει φαγητό κάθε φορά που είναι η ώρα μου να φάω. Αυτή δεν θέλει να πειράζω τα βατράχια. Αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, εκείνη που μου λέει τι να κάνω είναι η νονά μου…(…)

Στο δρόμο λένε πως είμαι τρελός, γιατί ποτέ δεν μου κόβεται η πείνα. Το έχει ακούσει η νονά μου να το λένε. Εγώ δεν το έχω ακούσει. Η νονά μου δεν μ’ αφήνει να βγαίνω μόνος μου στο δρόμο. Όταν με βγάζει βόλτα είναι για να με πάει στην εκκλησία ν’ ακούσω τη λειτουργία. Εκεί με βάνει να καθίσω δίπλα της και μου δένει τα χέρια με τα κρόσσια της μαντίλας της. Εγώ δεν ξέρω γιατί πρέπει να μου δένει τα χέρια• όμως εκείνη λέει πως αλλιώς κάνω παλαβομάρες – έτσι λέει. Μια μέρα αποφασίσανε ότι εγώ προσπάθησα να πνίξω κάποιον• πως στα καλά καθούμενα άρπαξα μια γυναίκα απ’ το λαιμό. Εγώ δεν το θυμάμαι. (…)

Πολλές φορές έχω φάει λουλούδια ιβίσκου για να ξεγελάσω την πείνα μου. Και το γάλα της Φελίπα είχε αυτήν τη γεύση, μόνο που εμένα μ’ άρεσε περισσότερο, γιατί, ενώ κατέβαζα τις γουλιές, η Φελίπα με γαργάλαγε παντού. Μετά σχεδόν πάντα αποκοιμιόταν δίπλα μου, ως το ξημέρωμα. Κι αυτό με βόλευε πολύ• γιατί δεν με βασάνιζε το κρύο ούτε κι ο φόβος πως θα πήγαινα στην Κόλαση αν πέθαινα εκεί μονάχος, μια νύχτα… Κάποιες φορές δεν τη φοβάμαι τόσο πολύ την Κόλαση. Άλλοτε πάλι τη φοβάμαι. Κι άλλες φορές μ’ αρέσει να τρομάζω μ’ αυτή την ιστορία, ότι θα πάω στην Κόλαση μια μέρα των ημερών, επειδή έχω σκληρό κεφάλι και μου αρέσει να ρίχνω κουτουλιές σε ό,τι βρω μπροστά μου. Αλλά έρχεται η Φελίπα και μου διώχνει τους φόβους. Με γαργαλάει με τα χέρια της, όπως εκείνη ξέρει, κι έτσι σκορπίζει ο φόβος μου πως θα πεθάνω. Για μια στιγμή μέχρι που τον ξεχνάω… Λέει η Φελίπα, όταν έχει όρεξη και κάθεται μαζί μου, ότι θα πει στον Κύριο όλες τις αμαρτίες μου. Ότι θα πάει στον ουρανό πολύ γρήγορα και θα τα πει μαζί Του και θα ζητήσει να με συχωρέσει για όλη την κακία που γεμίζει το κορμί μου απ’ την κορφή ως τα νύχια. Θα Του πει να με συγχωρήσει, για να μην έχω άλλο αυτή την έγνοια. Γι’ αυτό ξομολογιέται κάθε μέρα. Όχι επειδή είν’ αυτή κακιά, αλλά γιατί εγώ είμαι γεμάτος δαιμόνους και πρέπει να ξομολογιέται εκείνη για να βγάλει τους σατανάδες από μέσα μου. Κάθε μέρα. Κάθε απόγευμα κάθε μέρας. Σ’ όλη τη ζωή της θα μου κάνει αυτήν τη χάρη. Αυτό λέει η Φελίπα. Γι’ αυτό κι εγώ την αγαπάω τόσο… Που το κεφάλι μου πάλι είναι τόσο σκληρό, αυτό δεν είναι λίγο. Ώρες ολόκληρες ρίχνω κουτουλιές στις κολόνες της αυλής και το κεφάλι δεν παθαίνει τίποτα, αντέχει και δεν σπάει. Και ρίχνω κουτουλιές στο πάτωμα• πρώτα αργά αργά, μετά πιο γρήγορα και βγαίνει ένας ήχος σαν ταμπούρλο. Σαν το ταμπούρλο που ’ρχεται μαζί με τον ζουρνά, σαν έρχεται ο ζουρνάς στη λειτουργία του Κυρίου. Και τότε, είμαι εγώ στην εκκλησία, δεμένος στη νονά μου, κι ακούω απέξω το ταμ ταμ του ταμπούρλου…

Χουάν Ρούλφο, Μακάριο από τη συλλογή Ο κάμπος στις φλόγες, σελ. 77-80 αποσπασματικά, μτφρ.: Έφη Γιαννοπούλου, Εκδόσεις Πατάκη, 2011

Πίνακες: Kris Lewis

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Mετάlipsi, Εκδόσεις Γρηγόρη, 2015

METALIPSI 2

.

.

Η Μετάlipsi της Ιφιγένειας Σιαφάκα αποτελεί ένα τολμηρό και παιγνιώδες πείραμα με τις δυνατότητες και τα όρια της ποιητικής γλώσσας, ένα εντελώς προσωπικό σχόλιο πάνω στην ατέρμονη περιπέτεια της γραφής και έναν φόρο τιμής στην αγωνία και στη λύτρωση του δημιουργού. Απροσδόκητοι λεκτικοί συνδυασμοί, σπασμωδικός λόγος και προκλητικές εικόνες συνυπάρχουν σε ένα πεζόμορφο ποίημα, το οποίο ξεκινά με ένα απόσπασμα από το «Ποιητής στη Νέα Υόρκη» του Federico Garcia Lorca και είναι αφιερωμένο «στους φίλους», τους εκλεκτούς και καταραμένους συν-κοινωνούς της ποιητικής μετάληψης.

Θανάσης Αγάθος
Επίκουρος Καθηγητής
Τμήμα Φιλολογίας
Πανεπιστήμιο Αθηνών

.

.

.

.