RSS

Monthly Archives: March 2015

Ιφιγένεια Σιαφάκα: κριτική, Δήμητρα Χριστοδούλου, Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης (Bookpress)

Bookpress : Ποιητικά τοπία εν κινήσει, της Ιφιγένειας Σιαφάκα

Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, η 12η ποιητική κατάθεση της Δήμητρας Χριστοδούλου, ύστερα από «σαράντα χρoνάκια ρίσκου», όπως εκείνη επιμένει να δηλώνει, θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει ως υπόδειγμα ποιητικής συμπύκνωσης και αισθητικής. Ήδη η λέξη ελάχιστο στον τίτλο και η δυνατή μεταφορά ενός λιμασμένου και πάσχοντος υπαρξισμού σε κοινωνικό πλαίσιο δίνουν το στίγμα.

Ο ποιητικός λόγος, γέννημα ή απόηχος της εποχής του, είναι δυνατόν να «κοινωνικοποιηθεί» και να κοινωνηθεί με τη δυναμική και ανατρεπτική του παρουσία, ως σχόλιο θέασης του κόσμου, χωρίς να εξαρτάται απαραίτητα από μία κραυγαλέα θεματική «καταγραφής της καθημερινότητας», για να τοποθετηθεί απέναντι στην εποχή του.

H θεματική της ποιήτριας, υπαρξιακή και κοινωνική, έβρισκε και συνεχίζει να βρίσκει έμμεσες διόδους και διακριτικούς διαύλους, για να υπηρετήσει τους στόχους της. Η παρατήρηση αυτή ενισχύει την πεποίθηση, που συνάδει και με μία προσωπική άποψη για την Αισθητική, ότι δεν είναι η ιδέα της «στρατευμένης» ή έντονα πολιτικοποιημένης, με την έννοια ενός μανιφέστου, ποίησης, που ανατρέπει, αλλά ο τρόπος της ποίησης που ανατρέπει την ιδέα, εισάγοντάς την σε έναν ιδεατό χώρο, που αντιτίθεται σε αυτόν από τον οποίο προέρχεται. Και ακριβώς σε αυτήν την κλίμακα τοποθετείται η ποιητική γραφή της Χριστοδούλου.

Πώς άλλωστε θα μπορούσε να ανατραπεί η ιδέα, όταν ο τρόπος παρουσίασής της είναι στερεοτυπικός; Είναι σαν να πολεμούμε, ζωγραφίζοντας όπλα στο τετράδιο!  Από τι είδους ποίηση, λοιπόν, έχουμε ανάγκη σήμερα όσοι αγαπούμε την ποιητική γραφή και ποια θέση καταλαμβάνει, άραγε, ο λόγος της Δήμητρας Χριστοδούλου; Έχουμε ανάγκη από τη στρατευμένη ποίηση, από την καθαρά κοινωνική ποίηση, από την ποίηση που διαμαρτύρεται προτάσσοντας ένα οργισμένο θυμικό και δημιουργώντας «στυλ», από την απέλπιδα ποίηση που κλείνεται στον εαυτό της θρηνώντας την απώλεια του υποκειμένου με διαφορετικούς κάθε φορά τρόπους, από εύθραυστους έως καθαρά παραληρηματικούς;

Καθένας, ασφαλώς, μπορεί να δώσει την απάντησή του αναλόγως με τον τρόπο που ο ίδιος καθρεφτίζεται στην ποίηση που επιλέγει για να «αναμετρηθεί» μαζί της. Η όποια, ωστόσο, προσωπική προτίμηση δεν μας εμποδίζει να εντοπίσουμε χαρακτηριστικά που δίνουν, άλλωστε, και τον πολύ ιδιαίτερο τόνο στην ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου, καθιστώντας την μία από τις σημαντικότερες εν ζωή ελληνίδες ποιήτριες.  

.

.

Η συλλογή Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης (πολυσχιδής τόσο στη σύλληψή της όσο και στις επιλογές των τρόπων της, ώστε να μην μετατρέπεται σε απλοϊκή, πεζόμορφη, εγκεφαλική, στεγνή, επιθετική, απολογητικά αφηγηματική ή αφηγηματικά απολογητική, χλιαρή ή υπερβολικά συναισθηματική) λειτουργεί στον άξονα μιας ιδιαίτερης και αξιοσημείωτης προσωπικής διαλεκτικής. Σε αυτόν του λιτού-ανοίκειου.

Στην παρούσα συλλογή, η ποιήτρια επιλέγει να αφηγηθεί με δύο τρόπους: είτε παρουσιάζει μία ανοίκεια ιστορία με λιτό τρόπο, ή μία λιτή, με την έννοια του οικείου, ιστορία, με ανοίκειο τρόπο.

Ας δούμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στο ποίημα Ένοικοι βυθού, αν και το συμβάν για το οποίο μας προδιαθέτει ο τίτλος είναι υπερρεαλιστικό, οι περιγραφές είναι απλές, μεστές, δανεισμένες από εικόνες της καθημερινότητας. Σε 23 στίχους οι γλωσσικές ανατροπές είναι ελάχιστες, αν εξαιρέσουμε τον πρώτο στίχο, που δημιουργεί μία ιδιαίτερα εικόνα (Ήρθε η γυναίκα, με κλωστές στα δόντια) και την ψυχολογική ανατροπή των στίχων: Ξεκαρδισμένοι σε κάτι γέλιαΜατώνανε όσοι φτύνανε νερό.

Αντιθέτως στη Διαστρωμάτωση, ποίημα με τίτλο, θα λέγαμε, άκρως τεχνοκρατικό και με τραχύ επίσης ήχο, ίσως και «αντιποιητικό», παρατηρείται ένας καταιγισμός από μαγικές εικόνες και ανατροπές, που καταφέρνουν να περάσουν τις γλωσσικές αποφάνσεις από το υλικό στο άυλο, από το πραγματικό στο φαντασιακό, από την εξωτερική πραγματικότητα στο συναίσθημα και εν τέλει στη συνείδηση. Κι όλα αυτά ισορροπημένα με λεπτότητα και ακρίβεια. Στη Διαστρωμάτωση, επιπλέον, διαφαίνονται καθαρά και με ποικίλους τρόπους τόσο η μαεστρία όσο και οι διαφορετικές τεχνικές της ποιήτριας. Ακολουθούν ενδεικτικά 3 στίχοι: Eμείς, οι ελεύθεροι, στο οστεοφυλάκιο, /Μωρά με αφέψημα παπαρούναςΣτην κούνια ενός αργού δευτερολέπτου.

alt

Κύρια είναι η χρήση απλών αλλά δυνατών ρημάτων, που δημιουργούν κίνηση και ήχο, ενεργοποιώντας τις αισθήσεις και δίνοντας ώθηση στη δράση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα ποιήματα της συλλογής στίχο με στίχο μετατρέπονται εντέλει στο σύνολό τους σε πίνακες, φωτογραφίες ή σκηνικά θεάτρου. Η Χριστοδούλου εν ολίγοις δημιουργεί και, εν συνεχεία, σκηνοθετεί ποιητικά τοπία εν κινήσει.

Ο τόπος της ποίησης αποκτά χρόνο, διά μέσου των μεταβλητών στοιχείων του, ενώ ο χρόνος της δράσης του ποιητικού υποκειμένου ορίζεται σε έναν τόπο, διά μέσου μιας εμπράγματης οροθέτησής του με πολύ απλά και καθημερινά υλικά.

Εκ παραλλήλου δημιουργούνται ατμόσφαιρες, ακούγονται φωνές, βήματα, λόγια, σταλαγματιές, φτυσιές∙ τα φώτα χαμηλώνουν, ανάβουν κεριά, ήλιοι, φακοί, ζωγραφίζονται γαλάζιοι ουρανοί, σκούρες βροχές… με την τεχνική της εισαγωγής σε κάθε στίχο του υλικού εκείνου που μας ανοίγει με ένταση την πόρτα για την ιστορία/σκηνικό ήδη από τον πρώτο στίχο. Ας δούμε κάποια παραδείγματα έναρξης της δράσης: Ταχτοποιώντας τα χαρτιά καίω τα ξερόχορτα. /Κάθε μέρα επισκέπτομαι τον τάφο σου /Άρχισε πάλι να σκουραίνει η βροχή/ Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο /Aντί να μιλάς, φταρνίζεσαι /Πέταξα το τετράδιο από τα χέρια μου /Λεκιάζει η Έμιλυ το Φόρεμά της/ Μουσκεύει τα χαρτιά του στη θάλασσα

.

.

.Αυτή ακριβώς η ποιητική επιλογή συνιστά και μία θέση ανατροπής: Το λιτό προσυπογράφει μια γεμάτη και τρισδιάστατη θέαση της Αισθητικής. Θα ήταν άστοχο να προσπαθήσουμε να ονοματίσουμε την ποιητική εικόνα που παράγεται ως ιμπρεσσιονιστική, ρομαντική, ρεαλιστική ή υπερρεαλιστική, για τον απλό λόγο ότι ο αναγνώστης βρίσκεται κάθε φορά απέναντι σε διαφορετικά σύμπαντα, που δημιουργούνται περισσότερο από την επιλεκτική μείξη υλικών που ανήκουν σε διαφορετικές συλλήψεις, οπτικές και κατ’ επέκτασιν απεικονίσεις της πραγματικότητας.

Για παράδειγμα, μια ρεαλιστική εικόνα μπορεί να αναμιχθεί κάλλιστα με μία υπερρεαλιστική θέαση, η οποία πολύ συνειδητά κουβαλά ένα καλά προστατευμένο –από άποψη ποιητικής δόμησης– συναίσθημα και ταυτόχρονα το αναποδογύρισμα που προκαλεί την έκπληξη, και μας γαντζώνει αδύναμους στη δυνατότητα της γλώσσας:

Οι άνθρωποι με τρύπα στο γάντι τους/ Κάνουν ανθοκομία στο χιόνι

Και τα κοκόρια μεθυσμένα τραβούν / Από τις νυχτικιές τα φαντάσματα…

Έτσι μου ’ρχεται να το σκάσω απ’ τον Θάνατο / Κουκουλώνοντας τη γειτονιά μ’ ένα σκούφο

Ξεκαρδισμένοι σε κάτι γέλια/ Ματώνανε όσοι φτύνανε νερό.

.

Δεν απουσιάζουν οι νεολογισμοί που εξυπηρετούν τη δημιουργία κυρίως της εικόνας:

Πείτε μου αν ζει ο φεγγαρόσκυλος του πόθου (…)
Είναι ακόμη εκεί ο αραχνοκέφαλος/Με τα μαυρόφυλλα της τράπουλας στο χέρι; (…)

Η ποιήτρια δεν διστάζει, επίσης, να δημιουργήσει με τη μεταφορά και τους εκρηκτικούς συνδυασμούς ένα καινούργιο σύμπαν χρησιμοποιώντας απλά υλικά, υλικά, όμως, που από μόνα τους είναι κοινότοπα.

Oλόκληρο οικοδομικό τετράγωνο/ Ο ύπνος το απίθωσε στη χλόη/ Μέσα σ’ ένα απόβροχο κίτρινο/ Που δεν μπορούσαν να φθείρουν τα φώτα (…)

Εκείνο που ωστόσο είναι σημαντικό, στην προσπάθεια δημιουργίας ανατρεπτικής εικόνας, και που τοποθετεί την ποίηση της Χριστοδούλου σε υψηλά επίπεδα Αισθητικής, είναι η επανανοηματοδότηση του υλικού μέσα στο ποίημα.

Το φεγγάρι με άγρια κολόνια/Τρίβει τις δακρυσμένες μουντζούρες/ Και φτερουγίζει μ’ όλα της τ’ αρώματα/ Απ’ άκρη σ’ άκρη η αστροφεγγιά (…)

.

.

.Είναι οι άξονες όπου το υπερρεαλιστικό στοιχείο αποκτά νόημα και διανοίγεται για ερμηνεία στον αναγνώστη. Πρόκειται για μία μεγάλη αρετή της ποίησης της Δήμητρας Χριστοδούλου, καθώς κατορθώνει να βρίσκει το μέτρο και την ισορροπία ανάμεσα στο νόημα, που είναι αντιμέτωπο με τη λογική, και στην Αισθητική, η οποία σχετίζεται με τη φαντασία. Ελάχιστοι ενασχολούμενοι με την ποίηση κατορθώνουν να συνδυάσουν με επιτυχία και τις δύο παραμέτρους, δίνοντας από τη μία έναν φρέσκο και πρωτότυπο αέρα στην ποίηση και έχοντας τη δυνατότητα, από την άλλη, να διαφυλάξουν στο ακέραιο τεχνικά το οικοδόμημα. Είτε βρισκόμαστε, κατά κύριο λόγο, ενώπιον κοινότοπων και άνοστων αποφάνσεων είτε παραληρηματικών. Είναι, βεβαίως, εμφανής η κοπιαστική εργασία της κατασκευής των ποιημάτων και η έμφαση στη λεπτομέρεια, διότι πρόκειται πραγματικά περί ποιητικής κατασκευής και όχι περί «προσωπικής εκτονωτικής διαδικασίας».

.

.

Είναι γνωστό ότι η ποίηση γράφεται κυρίως με ρήμα και ουσιαστικό, ενώ υποδέχεται φειδωλά, χωρίς να τα απορρίπτει, τα υπόλοιπα μέρη του λόγου. Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης αποτελεί, κατά την άποψή μου, μία ποιητική συλλογή, η οποία, με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να έρθει σε επαφή με ξεχασμένα χαρακτηριστικά της ποίησης, λόγω εκείνης της ιδιαιτερότητας του δημιουργού, ο οποίος μετασχηματίζει με δύναμη τον κόσμο διά μέσου μίας αυστηρά προσωπικής, και γι’ αυτό αναγνωρίσιμης, σφραγίδας.

Βασικές αρχές του ποιητικού λόγου, που συνιστούν εν τέλει και ζητούμενο, είναι αυτές της αμεσότητας, της μεστότητας και του καίριου, που οδηγούν στην πολυπόθητη, πολυσυζητημένη και παρεξηγημένη, σε πλείστες περιπτώσεις, έννοια της «σαφήνειας».

Πού μπορούμε, άραγε, να τοποθετήσουμε την παρούσα συλλογή σε σχέση με τα προαναφερόμενα και για ποιου είδους «σαφήνεια» μπορούμε να συζητάμε, όταν αγγίζουμε το πεδίο της Αισθητικής; Είναι αυτός ο ίδιος τύπος της σαφήνειας που αγγίζει ένα δοκίμιο, μια ομιλία, ένα άρθρο, ένα διαφημιστικό φυλλάδιο, έναν κατάλογο εστιατορίου;

.

.

Eίναι, άραγε, η απόρριψη του ερμητικού και η αποδοχή ενός λόγου καθημερινού• η απόρριψη μιας ανατρεπτικής μεταφοράς και χρήσης μιας ιδιότυπης λέξης προς χάριν μιας κοινότοπης; Η απόρριψη μιας φιλοσοφικής ιδέας προς χάριν μιας εκλαϊκευμένης ιδεολογικής γενίκευσης; Η απόρριψη ενός συναισθήματος που παγιώνεται σε εξπρεσιονιστικές ή υπερρεαλιστικές εικόνες προς χάριν μιας «απλής» και «λιτής» ονομαστικής του παράθεσης;

Θα έλεγα ότι αυτά συνιστούν ψευτοδιλήμματα και αμήχανες, εν ολίγοις, θέσεις όταν προσπερνάμε αβασάνιστα το χώρο της Αισθητικής, αποδίδοντας μέγιστη σημασία στο «νόημα», σαν να εφηύραμε την ποίηση για να νοηματοδοτήσουμε τον κόσμο μέσα στην ασχήμια του! «Η τυφλή θέληση να περισωθεί το γόητρο της προσωπικής ύπαρξης μάλλον, παρά ν’ απελευθερωθεί τουλάχιστον από το φόντο της γενικής τύφλωσης με μιαν απερίφραστη καταδίκη της αδυναμίας και της εμπλοκής της, επιβάλλεται σχεδόν παντού. Γι’ αυτό κυκλοφορούν στον αέρα τόσες απόψεις για τη ζωή και κοσμοθεωρίες, και γι’ αυτό προβάλλουν εδώ τόσες αξιώσεις, επειδή τελικά σχεδόν πάντα στοχεύουν στην επικύρωση μιας εντελώς ασήμαντης ιδιωτικής κατάστασης», αναφέρει ο Walter Benjamin.

.

.

Και, κατά τον ίδιο τρόπο, για να περάσουμε στο χώρο της λογοτεχνίας –ειδικά ύστερα από τη μεταμοντέρνα αποδόμηση–, και για την άμεση εξυπηρέτηση κάποτε «αδύναμων» προσωπικών επιλογών, δημιουργήσαμε μία καινούργια «θεωρία περί απλότητας», παρερμηνεύοντας κάποτε τα λόγια ταλαντούχων δημιουργών, που θέλουν την ποίηση «απλή», δηλαδή απαλλαγμένη από βερμπαλισμούς και ρητορείες κούφιες, όχι όμως και απαλλαγμένη από υψηλή και ραφιναρισμένη γλώσσα, όχημα υψηλών ταυτόχρονα νοημάτων• όχι όμως απαλλαγμένη από ήχους, συνδυασμούς, εικόνες, που σηματοδοτούν πολλαπλά το συγκείμενο, απαιτώντας αυξημένη ευαισθησία, φαντασία, ανατρεπτικό πνεύμα, συναισθηματική και πνευματική ωριμότητα.

 Χαρακτηριστικός επίσης είναι ο τρόπος διαπλοκής των εξωτερικών με τα εσωτερικά τοπία, καθώς δανείζουν το ένα στο άλλο την ετερότητά τους, η οποία στην ουσία συνιστά την διαφορετική όψη του ίδιου νομίσματος, τη στάμπα του κόσμου στο εγώ και του εγώ στον κόσμο, ιδωμένα όμως μέσα από το κάτοπτρο της Αισθητικής, που μόνον η ευαισθησία και η τολμηρή παρατήρηση του κόσμου μπορούν να εγγυηθούν.

Στην παρούσα συλλογή, άλλωστε, διαφορετικές όψεις αναπτύσσονται σε ομάδες ποιημάτων, που είτε συνομιλούν μεταξύ τους είτε εξερευνούν μία διαφορετική οπτική ή λεπτομέρεια του ίδιου θέματος.

Σε μεγάλες σταγόνες η βροχή διαιρέθηκε. / Κάθε μια την κρεμάει με τάξη/Στην ορφάνια του το δέντρο του κήπου. /Η γυναίκα που θα είχε την όψη μου, /Αν τα νερά δεν μου έριχναν παπλώματα, /Περνάει μ’ έναν πόνο στα πλευρά /Αφήνοντας πατημασιές από ζυμάρι. /Πάντα μια κλίνη για μια βάδιση, /Ιδού η συνοπτική μου βιογραφία…. (Απόσπασμα από το ποίημα Ήταν πάντοτε έτσι)

 Tέλος, δεν είναι σπάνιες οι στιγμές υποδόριας ειρωνείας και αυτοσαρκασμού του ποιητικού υποκειμένου, που προσπαθεί να «εγγραφεί» στο χώρο διά μέσου του λόγου, απομυθοποιώντας μεν τη ρομαντική πλευρά της ποιητικής πράξης, αναδεικνύοντας δε την ίδια ακριβώς στιγμή το μεγαλείο της μέσα από τη δημιουργία ενός μακάβριου πίνακα εξαιρετικής ομορφιάς όπως, για παράδειγμα, στο ποίημα Ο Κουασιμόδος ως φυσιολάτρης λόγιος, απ’ όπου και ο στίχος: «Ίχνη ορειβάτου», η κριτική αποφαίνεται.

Photo: Thomas Barbey

 

 

Tomas Tranströmer, Θαλασσινή ιστορία (e-περιοδικό Ποιείν)

Jane Lund

Υπάρχουν μέρες του χειμώνα δίχως χιόνι. Τότε μοιάζει η θάλασσα
με μέρη ορεινά κουρνιασμένη στα φτερά της τα γκρίζα,
γαλάζια για μια ελάχιστη στιγμή και ώρες πολλές με κύματα
όπως λύγκες ωχροί, ψάχνοντας μάταια κράτημα στης ακτής τα χαλίκια.


Μια τέτοια μέρα θα είναι που τα ναυάγια σηκώνονται από τα βάθη
και αναζητούν τα αφεντικά τους αραγμένα στης πόλης το θόρυβο,
ενώ πνιγμένα πληρώματα πνέουν προς τη στεριά
πιο αραιά κι απ’ τον καπνό μιας πίπας.


(Οι γνήσιοι λύγκες απαντιούνται στο Βορρά με ακονισμένα νύχια
και ονειροπόλα μάτια. Στο Βορρά,
όπου η ημέρα κατοικεί μέσα σε ένα ορυχείο μέρα νύχτα.


Όπου ο μόνος επιζών μπορεί να καθίσει
πλάι στην παραστιά από το βόρειο σέλας
και να αφουγκραστεί τη μουσική των παγωμένων θυμάτων.)

 Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης

Artwork : Jane Lund, Beth Conclin

Ποιείν

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Τι θ’ απογίνουν τα ρολόγια; (e-περιοδικό Στάχτες)

ifigeneia14.3.15

Στάχτες

(…) Αχ, Φρανκ, πώς άρπαζε με βιάση τη μιαν άκρη του παλτού του, για να τη φέρει τιμητικά και σαν παράσημο στο στέρνο και πώς τα δάχτυλα παιάνιζαν με νεύρο τα οστά· έλεγες πως οι φλέβες του θα ξέφευγαν για ν’ αγκαλιάσουν κάποια απειλή που  εμφανιζόταν στον ορίζοντα! Έπαιρνε μια βαθιά ανάσα, δάγκωνε τα χείλη και διέταζε τα μάτια, μες σ’ ένα κράμα ειρωνείας και βαθιάς γνώσης ή απόγνωσης; κοφτά να διαπεράσουν την ατμόσφαιρα, μέχρι που να επιστρέψουν με ταχύτητα αστραπής μαρμαρωμένα· η φωνή του, μία τρεμάμενη βραχνάδα απ’ το βάθος, ήταν σαν να δοκίμαζε σε βάραθρο τραμπάλες, που όμως δεν επέτρεπαν εξάρσεις στη διήγηση, δεν έκαναν τον αποδέκτη να τρομάζει· την τράνταζε μόνον κάπου κάπου, χωρίς καμιά προειδοποίηση, ένας οξύς τόνος ατσάλινης ευθύτητας, που πάραυτα μετατρεπόταν σε παραίτηση. Έχω την εντύπωση, Φρανκ, και διορθώστε με εάν κάνω λάθος, πως το μοιραίο και η φρίκη, έτσι όπως σκάβουν το κενό, εγκαθιστούν οδυνηρές ηχητικές συσπάσεις στα οστά. Η μητέρα θεωρούσε πως αυτός ο ήχος του Πατρίκ μας δεν έπρεπε να μας ανησυχεί καθόλου μα καθόλου, δεν είναι τίποτε, μα τίποτε άλλο, μια κλασική κρίση λόξυγκα, Φρίντα, είναι, με όλη σου τη μανία, χτύπα τον, να τον χτυπάς στην πλάτη, Φρίντα! Εγώ, Φρανκ, δεν τον ακούμπησα ποτέ· είχα την αίσθηση πως, έστω και μ’ ένα άγγιγμα, θα γλίστραγε ολόκληρος και θα χωνόταν σ’ ένα μεγάλο θρύψαλο, απ’ όπου θα ορμούσε η σύσπαση που γρύλιζε στο σκοτάδι και που ωθούσε τον Πατρίκ να αναμετριέται έξω απ’ τη γλώσσα χωρίς γλώσσα.

Σκέπαζα τη μύτη και το στόμα με μια μπλούζα, μιαν εσάρπα, ένα παλτό, πάντα σχεδόν χιονίζει, είχα μια δικαιολογία, για ν’ ανακόψω την κραυγή μου, που νόμιζα πως θα ανατίναζε και την τελευταία ίνα του Πατρίκ μας· μπορεί όμως και να μ’ αγκάλιαζε με αγάπη, έτσι έλεγε, αγάπη.  Όπως παλιά… μία φορά… τότε που, αν δεν ήταν πλάι ο πατέρας, θα μ’ έπνιγε στα σίγουρα μ’ αυτή την καρποφόρα δύναμη θανάτου που έβαζε στα χέρια· έχω μία μικρή σφεντόνα, για τον καλό μου τον Πατρίκ, είπε ο πατέρας, κι εκείνος έπαψε να σφίγγει το λαιμό μου· θα πάρω κι ένα μήλο, είπε ο Πατρίκ, και βγήκε έξω, κάθισε ήρεμος στο σκαλοπάτι της εξώπορτας, πέταξε το μήλο μακριά, έβαλε τη σφεντόνα κάτω απ’ το παπούτσι του, έι, έι, έι, μύγα, σ’ αγαπάω! φώναζε σε κάτι μια μύγα κάτι δεν ξέρω έι, είχε αφήσει το λαιμό μου –  δεν ήθελα να τρέφει τέτοια συναισθήματα για μένα και τόσο τρομαγμένος.

Έτρεμα όμως και μόνο στην ιδέα πως, αν απέρριπτα αυτό που εκείνος ένιωθε αγάπη, θα ’ριχνα στον υπόνομο τη μόνη ιδέα που τον κρατούσε όρθιο στη γη! Πώς να σας το εξηγήσω, Φρανκ… η αγκαλιά του καταλάμβανε όλο το δωμάτιο, με κείνη τη μαγική δύναμη που δίνει η αίσθηση στα πράγματα και όχι η λογική τους καταμέτρηση, και ο Πατρίκ μας γινόταν έτσι υπεράνθρωπος και κοιταζόταν από πολύ ψηλά σαν ξένος, κι αγκομαχούσε να γίνει η νέα του εικόνα βρίσκοντας γάντζο στο κορμί μου. Η έντασή του φόρτιζε τους τοίχους, το χνώτο του κολλούσε στο αυτί μου μια φλόγα τόσο υγρή και ικανή να διαλύσει στο πάτωμα όλα τα πορτρέτα –είχα την εντύπωση ότι ανοιγόκλειναν το στόμα οι παππούδες– ω! λες και θ’ αναποδογύριζε, ω Φρανκ, ολόκληρο το σπίτι· Φρίντα! Φρίντα! γαντζωνόταν και δάγκωνε το χνώτο στο λαιμό μου: Τι θ’ απογίνουμε, τι θ’ απογίνουμε όταν σκοτώσουνε την ώρα στα ρολόγια; Τι θ’ απογίνουν τα ρολόγια; (…)

(Απόσπασμα από επιστολική νουβέλα, ο τίτλος καταχρηστικός για το παρόν απόσπασμα, που προδημοσιεύεται.) 

Φωτό: Gilbert Garcin

.

.

 

Oλβία Παπαηλίου, Οι βελονιές της δεσποινίδος Πέρσας

Κι έλεγε η κυρά εκείνη η λεγάμενη —κλαίγοντας μάλιστα στην αγκαλιά της Ελισσώς— ότι αυτό της είχε πει ο αρχοντάντρας της, Εσύ και που πεθαίνω να μη νοιάσκεσαι • εγώ σε πήρα, και για πάντα θα σε ντύνω, εσύ με πήρες, και για μένα θα ξεντύνεσαι. Εγώ τα άκουγα αυτά και μου πιανούταν η ψυχή, κρίμα την έμμορφη τη μέση της, κρίμα τις γάμπες, έλεγα, κρίμα μια τέτοια πάπια να πάγαινε αχάιδευτη. Αλλά, ότι ο άντρας της τη φρόντισε σωστά, αυτό να λέγειται: κάμποσα χρόνια αργότερα, της έφτιαχνα εγώ το λαχουράκι, κυκλοφορούσε η κυρούλα σα να μην είχε χάσει το κορμάκι της το μπούσουλα, κι ας ήτανε μικρή-μικρή, την πάγαιναν τα ρούχα σαν τη φρεγαδοπούλα κι η αγάπη του αντρός της την ταξίδευε.

Το Σάββατο 21/3/15 στις 8:00 μ.μ.

η Tότα Σακελλαρίου

θα διαβάσει το θεατρικό μονόλογο

της Ολβίας Παπαηλίου

«Οι βελονιές της δεσποινίδος Πέρσας», στην Υδράνη.

Παράλληλα, θα λειτουργεί έκθεση φορεμάτων κούκλας στην Έλευσι, διά χειρός Ολβίας Παπαηλίου. Είσοδος: 5 ευρώ
Για κρατήσεις θέσεων τηλ: 6970199404

Οι βελονιές της Ολβίας

.

 

Αλέξανδρος Ίσαρης, Ορφέας

.

Φόρεσα κατάσαρκα τη θάλασσα
Ώσπου ήρθε το Μέγα Μάτι
Πίσω από τις κουρτίνες
Και το μυαλό διάφανο σαν ζελατίνα

Φρέσκα τα μάγουλα του Έρωτα
Με πλοίο φάντασμα
Κάναμε το γύρο του νησιού
Θρηνώντας για το ναυάγιο.
Ο Ορφέας έμεινε στο ποτάμι
Να τραγουδάει ανένδοτος μέσα στη νύχτα.
Γύψινα τα μαλλιά του
Τα χείλη του γλυκά σαν μούρα
Κι από τη μια τρύπα στο κεφάλι
Να τρέχει μαύρο αίμα.


Αλέξανδρος Ίσαρης, Θα επιστρέψω φωτεινός, 2000 (Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 48)

Πίνακας: Avery Palmer

.

.

 

Ερνέστο Σάμπατο, Περί ηρώων και τάφων

O Μαρτίν ένιωσε ότι μια μεγάλη ευτυχία πάλευε να διαπεράσει τα βαριά σύννεφα και η φράση «όμορφο τοπίο » έφτανε μέχρι την ταραγμένη ψυχή του σαν ένα φωτεινό μήνυμα. Έπρεπε όμως ν’ ανοίξει ένα πέρασμα μέσα απ’ αυτά τα πυκνά σύννεφα και πάνω απ’ όλα μέσα από εκείνο το «ήμουν μεθυσμένη».
–Μ’ ακούς;
O Μαρτίν ένευσε καταφατικά.
– Κοίτα, Μαρτίν, την άκουσε να λέει ξαφνικά, θα χωρίσουμε, όμως δεν πρέπει να πιστεύεις λανθασμένα πράγματα για τη σχέση μας. Ο Μαρτίν την κοίταξε κεραυνοβολημένος.
–Ναι, για πολλούς λόγους δεν μπορούμε να συνεχίσουμε, Μαρτίν. Θα ήταν καλύτερα για σένα, πολύ καλύτερα.
Ο Μαρτίν ήταν ανίκανος να πει οτιδήποτε. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και, για να μην το καταλάβει η Αλεξάνδρα, γύρισε το κεφάλι του κι άρχισε να κοιτάζει μακριά. Χωρίς να βλέπει, κοίταζε, όπως σ’ έναν ιμπρεσιονιστικό πίνακα, ένα καφέ καράβι μακριά και τους γλάρους που πετούσαν τριγύρω του.
–Τώρα, θ’ αρχίσεις πάλι να νομίζεις πως δεν σ’ αγαπώ, ότι ποτέ δεν σ’ αγάπησα είπε η Αλεξάνδρα. Σαν μαγεμένος ο Μαρτίν παρακολουθούσε την πορεία του καφέ καραβιού.
–Κι ωστόσο… είπε η Αλεξάνδρα.
Ο Μαρτίν έσκυψε το κεφάλι κι άρχισε να παρατηρεί τα μυρμήγκια. Ένα απ’ αυτά κουβαλούσε ένα μεγάλο τριγωνικό φύλλο που έμοιαζε σαν το πανί μιας βαρκούλας. Ο αέρας το ταρακουνούσε κάνοντάς το να μοιάζει με βαρκούλα. Ένιωσε το χέρι της Αλεξάνδρας να του σηκώνει το κεφάλι από το πηγούνι.

Ερνέστο Σάμπατο, Περί ηρώων και τάφων, σελ. 244-245, μτφρ.: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, Εκδόσεις Εξάντας 1986

Artwork: Beth Conclin

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μετάlipsi (Στάχτες)

 

Οι παφλασμοί σπίθες τσιτσίριζαν αλμύρας Τσούζανε πυρακτωμένοι από τη λάμα οι βυθοί μας Κι αλέγκρο το αίμα το ραγούσαν στα χρυσόψαρα Α πλοθ Α γκλοθ Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Όσο με θρύμμα καραβόπανου πλάτη με πλάτη μάς τυλίγαμε σε Νήμα θνησιγενές αόρατο που σπαρταρούσε των νηστευτών τις λέξεις: τις ρωγμές μας Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Και οι φίλοι μαγκωμένοι με τη γλώσσα στα πανιά εύρυθμοι lάβετε φάgετε κραυγάζαν να μεταλάβουμε μετάlipsi πριν πάμε Α πλοθ Α πλοφ Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Και σε κομμάτια πάγων τσιγαρίζαν καυτές πευκοβελόνες από λέξεις για να τις σβήσουν με μπαλτάδες από ήχους Κλέος μοσχοβολώντας γι’ άρωμα επινίκιο στους καταρράχτες των λυγμών μας Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Καλά να βρούμε όλοι lάβετε φάgετε χτυπούσαν αλλοπαρμένοι τα δίχτυα μες στη νύχτα όλοι να βρούμε lάβετε φάgετε φίλοι τη φύρα του κρατήρα

Απόσπασμα από την 9η ενότητα

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μετάlipsi, Εκδόσεις Γρηγόρη 2015

http://staxtes.com/2003/?p=5935

Artwork: Anke Merzbach

.

.