RSS

Monthly Archives: December 2014

Στράτος Φουντούλης, Ασκήσεις

 

[20]

«κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά»
Γιώργος Σεφέρης

Λιγοστά θα είναι• όπως λέει κι ο ποιητής• σαν σκοτεινοί κύκλοι• σαν δυο γυμνά αγκαλιασμένα σώματα στο χιόνι κι ένα ξεχασμένο τραγούδι εκεί• στο ακατοίκητο σπίτι που δεν έλαβε μήνυμά σου• κι η σημασία των γεγονότων που βυθίζεται ολόλευκη σε ασβεστόλακκο• κι ούτε στιγμή απραξίας στο αιωρούμενο• πάνω-ψηλά από την πόλη• ποδήλατο με ρόδες στο χρώμα των ματιών σου• κι άλλες πολλές ιστορίες που λιγοστά χρειάζονται λόγια να τις πούμε• προσευχόμενοι στο παλιό συννεφιασμένο μας πρόσωπο• γιατί εκεί• στο παλιό μας πρόσωπο είμαστε• φυλακισμένοι.

Πίνακας: Dina Brodsky

.

.

 

 

Μίλαν Κούντερα, Το βαλς του αποχαιρετισμού

Και δω, πέρασε απ’ το μυαλό του μια ανάμνηση σαν αστραπή: Θα ήταν περίπου δέκα χρονώ όταν έμαθε πώς γεννιέται το παιδί και από τότε η ιδέα αυτή τον καταδίωκε τόσο περισσότερο όσο με το κύλημα του χρόνου γνώριζε με πιο πολλές λεπτομέρειες τη συγκεκριμένη ύλη του γυναικείου οργανισμού. Στη συνέχεια, φανταζόταν συχνά τη γέννησή του∙ φανταζόταν το σωματάκι του να περνάει εκείνο το στενό υγρό τούνελ, να ’χει γεμάτη τη μύτη και το στόμα από κείνη την παράξενη βλέννα, να ’ναι μ’ αυτήν ολόκληρος πασαλειμμένος και στιγματισμένος. Ναι, αυτή η γυναικεία βλέννα τον στιγμάτισε για να μπορεί μετά να ασκεί επάνω του τη μυστική της δύναμη σε όλη του τη ζωή, για να ’χει το δικαίωμα οποτεδήποτε να τον καλεί κοντά της και να δίνει εντολές στον ιδιόρρυθμο μηχανισμό του σώματός του. Για όλ’ αυτά ένιωθε πάντα αποστροφή κι άντεχε σε τούτη τη δουλεία τουλάχιστον με το να μη δίνει την ψυχή του στις γυναίκες, με το να προστατεύει την ελευθερία του και τη μοναξιά του, με το να παραχωρεί στην εξουσία της βλέννας περιορισμένες μόνον ώρες της ζωής του. Και ίσως γι’ αυτό άλλωστε ν’ αγαπούσε τόσο πολύ την Όλγα, επειδή την έβλεπε εντελώς πέρα απ’ τα σύνορα του σεξ και ήταν βέβαιος πως ποτέ δεν θα του θυμίσει με το σώμα της τον επαίσχυντο τρόπο της γέννησής του.

Έδιωξε με βία αυτές τις σκέψεις, γιατί στο μεταξύ η κατάσταση στον καναπέ εξελίχτηκε γρήγορα κι αυτός έπρεπε από στιγμή σε στιγμή να εισχωρήσει στο κορμί της, πράγμα που δεν ήθελε να το κάνει με κάποια σκέψη σιχασιάς. Είπε πως αυτή η γυναίκα που του δίνεται είναι ύπαρξη που της αφιερώνει τη μοναδική καθαρή αγάπη της ζωής του και πως θα κάνει τώρα έρωτα μαζί της μόνο και μόνο για να την κάνει ευτυχισμένη, να της δώσει χαρά και αυτοπεποίθηση. Και ύστερα έμεινε κατάπληκτος με τον εαυτό του. Κουνιόταν πάνω της λες και λικνιζόταν πάνω στα κύματα της καλοσύνης. Ένιωθε καλά, ήταν ευτυχισμένος. Η ψυχή του επιδοκίμαζε ταπεινά τη δραστηριότητα του σώματος, λες και η σεξουαλική πράξη δεν ήταν παρά σωματική έκφραση της ευγενικής του αγάπης, το απόσταγμα των αισθημάτων για ένα κοντινό του πρόσωπο. Δεν υπήρξε πια κανένα εμπόδιο, τίποτα δεν ηχούσε παράτονα. Κρατιόντουσαν σφιχταγκαλιασμένοι και οι ανάσες τους γίνονταν μία. Ήταν όμορφες κι ατέλειωτες στιγμές κι έπειτα η Όλγα του ψιθύρισε στ’ αυτί μια ασελγή λέξη. Του την ψιθύρισε μια φορά κι έπειτα ξανά και ξανά, ερεθισμένη η ίδια απ’ αυτήν τη λέξη. Και δω τα κύματα της καλοσύνης αμέσως τραβήχτηκαν κι ο Ιάκωβος με την κοπέλα βρέθηκε καταμεσής στην έρημο.

Όχι, άλλες φορές που έκανε έρωτα, δεν είχε τίποτα ενάντια στις ασελγείς λέξεις. Του ξυπνούσαν μέσα του φιληδονία και σκληρότητα. Οι γυναίκες γίνονταν έτσι ευχάριστα ξένες στην ψυχή του και ευχάριστα επιθυμητές στο κορμί του. Αλλά η ασελγής λέξη στο στόμα της Όλγας κατέστρεψε αμέσως τη γλυκιά αυταπάτη. Τον ξύπνησε από το όνειρο. Το σύννεφο της καλοσύνης διαλύθηκε και ξαφνικά είχε την Όλγα στην αγκαλιά του ίδια όπως πριν από λίγο την έβλεπε: με μεγάλο λουλούδι για κεφάλι που από κάτω του τρέμει ο λιγνός μίσχος του κορμιού. Αυτή η συγκινητική ύπαρξη φερόταν προκλητικά σαν πόρνη, χωρίς να παύει να ’ναι συγκινητική∙ έτσι οι ασελγείς λέξεις ηχούσαν κωμικά και θλιμμένα. Αλλά ο Ιάκωβος ήξερε πως δεν πρέπει να της δώσει να καταλάβει κάτι, πως πρέπει ν’ αντέξει, πως πρέπει το πικρό ποτήρι της καλοσύνης να το πιει ακόμα κι ακόμα, γιατί αυτό το παράλογο αγκάλιασμα είναι η μόνη του καλή πράξη, η  μόνη του απολύτρωση –ούτε στιγμή δεν έπαψε να σκέφτεται το δηλητήριο στην ξένη τσάντα– η μόνη του σωτηρία.

Μίλαν Κούντερα, Το βαλς του αποχαιρετισμού, σελ. 206-208, μτφρ.: Ανδρέας Τσάκαλης, Εκδόσεις Οδυσσέας, 1984.

Πίνακες: Dina Brodsky

.

 

Βασίλης Καραβίτης, Προορισμός


Καθένας πρέπει να ’χει
Τη σκλαβιά του να μάχεται,
Έν’ άστοργο καιρό να ροκανίζει
Τα κόκαλά του
Και μιαν αγάπη ακούραστη
Να λαδώνει τις κλειδώσεις του.

Και μη ρωτάτε πιο πολλά.
Μην περιμένετε τίποτ’ άλλο.


Από τη συλλογή, Υλικό μονώσεως, 1970, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

Πίνακας: Dina Brodsky

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Κοσμική τάξη

 

.

Ο ήλιος, ένας άντρας ώριμος
Που δεν μπορείς πια να αγνοήσεις,
Χαμογελούσε (μ’ επιφύλαξη,
Σαν να ’χε σκόνη ανάμεσα στα δόντια).
Το σπίτι βολεμένο στις στάχτες του
– Μπορούσαν πια ανεπιφύλακτα
Να χάσκουν οι ξυλοδεσιές του –
Όλο τούτο το μασκάρεμα το ’λεγε
Μεσημέρι του πένθους.

«Ποια τάξη αποκατέστησες τάχα»,
Του ψιθύριζε, «ποια ενσάρκωση πείρας…
Πέρα, όχι μακριά, προς τα μνήματα,
Σε χρόνο νυχτερινής λεωφόρου,
Τους ξετρυπώνουνε τους επιζώντες οι σκύλοι,
Ο μπόγος τους μυρίζει βενζίνη,
Δεν έχουνε χαρτιά, δεν ξέρουν γλώσσα,
Πώς να σταθούν κάτω από αιώνιο φως».

 


(Από Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Μελάνι 2014 )

Photo: Jerry Uelsmann

Καλά ταξίδια στην Ποίηση!

.

.

 

Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ρεζεντά

Εκείνη: – Δεν ομοιοκαταληκτούσανε ποτέ
τα λόγια μου με τη φωνή μου.
Κι ήμουν αυτό που αρνιόμουν ηχώ από βράχια που έπεφταν
ίχνη γεμάτη μιας αφής
που όμως της λείπαν δάχτυλα
–κάποιος μετράει
επάνω στο σεντόνι τα λεφτά του
τα βρίσκει πάντοτε λειψά–
μια επανάληψη αστροφεγγιάς
κι ύστερα πάλι το άδειο
και όταν λέμε άδειο
δεν εννοούμε τη σιωπή
αλλά να ζεις το αταίριαστο
κι άφαντος να ’ναι ο κήπος.

Εκείνος: – Μην παραδίνεσαι, μικρή μου Ρεζεντά, ανέλπιστα κάποια στιγμή
τα αδύνατα μπορούν να γίνουν δυνατά
κι ας αναβοσβήνει σταθερά τα φώτα της
η ηλικία του καθρέφτη –
θα λήξει κάποτε κι αυτή σύντομη σαν διήγηση με έκβαση προβλεπόμενη –
κι ας είναι αφηρημένοι οι δικαστές
και σιωπηλοί οι άγιοι μες στα εορτολόγια.
Η απάντηση θα ’ρθει μια βραδιά
όταν οι επιζήσαντες σχίσουν μεμιάς
του κόσμου όλα τα σεντόνια
–τι θά ’βρουν τότε
να φορέσουν τα φαντάσματα
ποια τύψη θα εφεύρει ο θάνατος
για να μας διεκδικήσει;

Εκείνη: – Μα τι κουβέντες, κύριε,
τι απερισκεψία
κι αν όσα αισιόδοξα μου υπόσχεστε
αίφνης πραγματοποιηθούν
– για τα σεντόνια, λέω, τα σχισμένα –
τότε όλο αυτό το θέατρο σκιών
πού θα παιχτεί
κι εμείς που ως γνωστόν
φοβόμαστε το χιόνι
χωρίς μία παράσταση
πώς θα περάσουμε το απόγευμα
πριν τη Μεγάλη Νύχτα;

Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου «Το Επιδόρπιο», Κέδρος 2012 (Υποψήφιο για Κρατικό Βραβείο)

Πίνακες: Akira Chinen


 

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, Η ομίχλη του Σαιν Νικολά (e-περιοδικό Στάχτες)

http://wp.me/p4nYaX-1n4

Σαιν Νικολά,

Όταν γυρνάω με το σχολικό στο σπίτι, έχει ένα δρόμο μεγάλο όλο ευθεία. Δίπλα είναι το κανάλι έχει και καράβια. Εγώ κοιτάω ευθεία. Θα πάω σπίτι. Έχει ομίχλη. Και είχε πολλά πολλά φώτα προχθές και τα έδειξα στη μαντάμ στο λεωφορείο. Είπε αυτοκίνητα. Γελάει η μαντάμ. Το πρωί έρχεται μόνο ο Τιμπό, ο οδηγός και με παίρνει. Στον Γκρέγκορυ δεν αρέσει το κίτρινο χρώμα που έχει το σχολικό. Ρώτησε τη μαντάμ να το κάνουμε άσπρο. Το σπίτι είναι μακριά. Ο Τιμπό βάζει μουσική. Και είναι πολλή νύχτα έξω. Φεύγω στις 7:00 και η μαντάμ μπαίνει στο λεωφορείο μετά και λέει μπονζούρ! σα βα τουά; Κουνάω το κεφάλι. Φοράω σκουφί και συ φοράς. Η μαντάμ κάθεται δίπλα. Έχει μια τσάντα και βγάζει χαρτιά και μολύβια. Κάθομαι στην πρώτη θέση.

Όταν πάω σπίτι το απόγευμα είμαι μόνο με τη μαντάμ και τον Τιμπό. Εγώ δεν σου λέω το όνομά μου. Δεν θέλω. Μπορεί όμως να σου το πει η μαντάμ. Πάω σε ένα σχολείο μακριά από το σπίτι μου. Δεν το λένε σχολείο όμως όπως αυτό που είναι ένα άλλο κοντά, εκεί πάει ο Μπερνάρ. Κρατάω γερά την τσάντα πάνω μου. Είναι δική μου. Έχει καλοριφέρ στο σχολικό. Η μαντάμ έφτιαξε τη φωτογραφία σου. Της έδειξα να βάλει μαλλιά, χτύπησα το κεφάλι μου έτσι να τα βάλει. Αλλά δεν τα έκανε ωραία. Μόνο τα μάτια ήταν πολύ μεγάλα. Δεν κάνει να τρώμε στο λεωφορείο. Εγώ πεινούσα κι έκοψα ένα μικρό μικρό κομματάκι σαν το νύχι. Μην το δει η μαντάμ το μπισκότο. Το είδε όμως. Η μαντάμ, αφού δεν μου άρεσαν τα μαλλιά σου, μου έδωσε το χαρτί της. Να φτιάξω τον Σαιν Νικολά. Έκανε… α ! α ! α ! της άρεσε πάρα πάρα πάρα πολύ ωραία. Τρία έφτιαξα κεφάλια κι ένα σταυρό και ένα στρογγυλό. Και το έδωσα στη μαντάμ. Δώρο. Είπε να γράψω και το όνομά μου, αν ήθελα. Ήθελα. Η μαντάμ έχει μπλοκ και θα έχω κι εγώ μπλοκ. Θα κρατάω το μπλοκ και το μολύβι. Η Σόνια είδε τη ζωγραφιά και είπε ότι έβαλα μόνο κεφάλι σε όλους τους ανθρώπους και δύο μεγάλα μακριά πόδια από το κεφάλι ανοιχτά. Πώς το έκανες έτσι, όχι.. Η μαντάμ είπε, ναι, είναι ο Σαιν Νικολά του. Ναι. Και φώναξα δυνατά ωωωωωωωωωωωωωωω…

Ο Τιμπό είπε ότι κανονικά δεν μιλάω. Η μαντάμ είπε ότι κανονικά μιλάω όταν μόνον θέλω. Και κανονικά δεν μιλάω όταν δεν θέλω. Έτσι είπε στον Τιμπό. Και μετά μου χαμογέλασε. Δεν αφήνει τη Σόνια να φάει καραμέλες, κάνει το λεωφορείο χάλια. Ο Τιμπό είπε ότι η μαντάμ είναι καλή. Η Ντομινίκ είπε ότι θα έρθεις με καράβι στο κανάλι. Και μετά θα έρθεις με τα πόδια στο σχολείο. Θα φέρεις πολλά δώρα. Εγώ θέλω τα δώρα που θα φέρεις.

Βρυξέλλες Σαιν Νικολά ΓΕΙΑ

.* Σημείωση: O Σαιν Νικολά (ο άγιος Νικόλαος) αντιστοιχεί στον ελληνικό Αη Βασίλη και μοιράζει τα δώρα του στα παιδιά στις 6 Δεκεμβρίου και όχι την Πρωτοχρονιά.

.

.

 

Κωστής Παπακόγκος, Η έβδομη ηλιαχτίδα

 

.

Έγινε χώμα ο ποιητής∙ ωστόσο
η ανάσα του σαλεύει με το φύτρο
βαθιά στο κέλυφος της λέξης.

Κωστής Παπακόγκος, Η έβδομη λιαχτίδα, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014

Πίνακας: He-Hongbei

.