RSS

Monthly Archives: November 2014

Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας το χαμένο χρόνο, 2ος τόμος

.

Αν ο Σουάν εμφανιζόταν εκείνη τη στιγμή, πριν ακόμα πάρω πίσω αυτό το γράμμα που την ειλικρίνειά του θεωρούσα παράλογο να μην την πιστεύει, ίσως να διαπίστωνε πως εκείνος είχε δίκιο. Γιατί πλησιάζοντας τη Ζιλμπέρτ, που, γερμένη πίσω στην καρέκλα, μου ’λεγε να πάρω το γράμμα και δεν μου το ’δινε, ένιωσα τόσο πολύ το κορμί της να με τραβάει, που της είπα: «Nα, εμποδίστε με να το πιάσω, θα δούμε ποιος είναι ο πιο δυνατός». Έβαλε το γράμμα στην πλάτη της, εγώ πέρασα τα χέρια μου πίσω απ’ το λαιμό της, ανασηκώνοντας τις πλεξούδες των μαλλιών που πέφταν στους ώμους της, είτε γιατί ταίριαζαν ακόμη στην ηλικία της είτε γιατί η μητέρα της ήθελε να την κάνει να φαίνεται ακόμα παιδί για να την νομίζουν εκείνη πιο νέα˙ παλεύαμε, τα κορμιά μας σαν τόξα. Προσπαθούσα να την τραβήξω κοντά μου, εκείνη αντιστεκόταν˙ τα μήλα του προσώπου της ξαναμμένα απ’ την προσπάθεια ήταν κόκκινα και στρογγυλά σαν κεράσια˙ γελούσε σαν να τη γαργαλούσα˙ την κρατούσα σφιχτά ανάμεσα στα πόδια μου σαν ένα μικρό δέντρο που θα ’θελα να το σκαρφαλώσω˙ και καθώς έκανα αυτή τη γυμναστική, δίχως καθόλου ν’ αυξηθεί το λαχάνιασμα που μου ’δινε η μυϊκή άσκηση και η ορμή του παιχνιδιού, σκόρπισα, σαν λίγες σταγόνες ιδρώτα που αποσπά η προσπάθεια, την ηδονή μου δίχως καν να προλάβω να την αργοπορήσω τόσο όσο για να νιώσω τη γεύση της˙ κι αμέσως πήρα το γράμμα.

Τότε η Ζιλμπέρτ μού είπε με καλοσύνη : «Ξέρετε, αν θέλετε, μπορούμε να παλέψουμε ακόμα λίγο» Ίσως να είχε θολά διαισθανθεί πως το παιχνίδι μου είχε άλλο σκοπό απ’ αυτόν που είχα ομολογήσει, κι ίσως να μην είχε καταλάβει πως τον είχα πετύχει. Κι εγώ που φοβόμουν μήπως το καταλάβει (και μια ορισμένη κίνησή της, συνεσταλμένη και συγκρατημένη, προσβεβλημένης ντροπής, μια στιγμή αργότερα, μ’ έκανε να συλλογιστώ πως είχα ίσως δίκιο να το φοβηθώ), δέχτηκα να παλέψω κι άλλο, από φόβο μήπως και νομίσει πως δεν είχα στο νου μου άλλον στόχο εκτός απ’ αυτόν, ύστερ’ απ’ τον οποίο δεν επιθυμούσα πια παρά να μείνω ήσυχος στο πλευρό της.

Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας το χαμένο χρόνο, 2ος τόμος, Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών, Ι, (Γύρω από την κυρία Σουάν) σελ. 62, μτφρ.: Παύλος Α. Ζάννας, Εκδόσεις Εστία, 1998

Πίνακες: Marcia Marostega

.

.

 

Ολβία Παπαηλίου, Oι φλανερίες του γιου του μπέη

Ο Ντημίτ Εφέντης ήτανε Γραικός κι από τους δυο γεννήτορές του. Το όνομά του τo ’κανε στη Σμύρνη, στην πόλη που γεννήθηκε – εκεί όπου έχασε γονιούς κι εκεί όπου βρήκε τη θέση του στον κόσμο. Αυτό το πέτυχε με το τρελό του θάρρος και τις ευφάνταστες μανούβρες, με τις οποίες έτρεχε το αίμα του στις φλέβες: ενώ όλωνε των ανθρώπω το αίμα τους κανονικά δασεύεται γύρω από κυρίως την καρδιά, εκείνου του χτυπούσε ταυτοχρόνως εις τα μηνίγγια, την καρωτίδα, εντός επιπολής τις φλέβες και διατιτρώσες τις εν τω βάθει∙ το πλάσμα ήτανε σα να ’χε για εσωτερικό του διαπασών είτε τη Μέκκα, τη Μεδίνα, ή και τον ίδιονε το διάτανο∙ ήτανε, σα να πούμε, ένα ψηφιδωτό ομίχλης που έλαμπε όλο μαζί και με την καθεμιά του την ψηφίδα χωριστά.
Πολλοί τον είδαν και λίγοι τον εγνώρισαν.

Η ιστορία του, λοιπόν, όση απ’ αυτήν επέζησε στις μέρες, θα ειπωθεί σε μια λειτουργική πολυφωνία, με λέξεις ριχμένες δώθε-κείθε και με την πίστη ότι θα πιάσουνε μια ρίζα δυο κλωνιά, για να τις πάρει ο αέρας να τις επάει όπου ηθέληται να φτάσουν. Ξέρουμε ότι για τις ανάγκες της αφήγησης θα υπάρξουν τρία κυρίως μέρη εξωτερικά∙ και τα εσώτερα θα είναι όπου υπάγουν της αγάπης του καθενός οι στεναγμοί. Σμύρνη, Αθήνα και η πόλη του Μίτσιγκαν με τους κακούς χειμώνες.
Αλλά ας πιάσουμε την ιστορία μας από ένα σημείο που, αυθαιρετώντας, θα το πούμε Η Αρχή. Κι αυτή η Αρχή μας βρίσκεται έξω απ’ την πόρτα της εσωτερικής αυλής του Μπέη, που θα έδινε στον Δημητράκη (όπως και τον εφώναζε η μακαρίτισσα η μάνα του) αυτό που θα γινότανε το επωνύμιο, με το οποίο θα επιγραφότανε ο τάφος του, στο πλήρωμα των ημερών

 

Ο Δημητράκης είχε βρεθεί όχι μονάχα ορφανός, εν μία νυκτί και με διπλό το πένθος, αλλά επίσης θα ηπροστάτευε εις το εξής τη μεγαλύτερή του αδερφή ως μόνος συγγενεύων της κι αρσενικό παιδί. Ήξερε πως οι δουλειές οι αγροτικές δεν του εταιριάζανε καθόλου κι ούτε θ’ απέφεραν τα απαραίτητα εσόδια. Λίγο αυτή η γνώση του της απελπισίας, λίγο και η ροή του αίματός του, που έτρεχε σε απόλυτη συχνότητα με κάθε σύμπαν, του έδωσαν το θάρρος να κρούσει τη θύρα εκείνη, που άλλοι πιο φρόνιμοι και μεγαλύτεροί του και απέφευγαν και επεύχοντο – διότι ο εν λόγω Μπέης είχε, ελέγετο, καρδιά σκληρή, εκπαιδευμένη με τις συνομωσίες των χαρεμιών και τις βυζαντινότητες τις φαύλες.

Όμως ο Δημητράκης πήγε ως παιδί παραμυθιού∙ μια νύχτα ήτανε ο ίδιος του βγαλμένος από το βιβλίο της μιας και μιας χιλιάδας: είχε στην τζέπη ντου (κι ας ήτανε και τρύπια) τους σπόρους από ένα ταπεινότατο λουλούδι και ετύλιχτους σε μια σελίδα από την παλιά γραφή, που εσημάδευε του λουλουδιού την προβενάνς και ήξευρε λόγους που είχε την υψίστη σημασία ο χαμηλόανθος για κάθε Σελτζούκο Οθωμανικό που την παράδοση όφειλε να τιμάει.

Και του ανοίγουνε, να μην πολυλογούμε και τραβήξουμε, κι αυτός ζητάει και της απταίστου γαλλικής να τον παρουσιάσουνε στο Μπέη αυτοπροσώπως. Βάλετε με το νου σας, αυτός να ομιλεί τα φράγκικα κι ο πορτοφύλακας να κάνει ότι καν τον εκατάλαβε το τι ετσαμπουνούσε. Ήτανε και ντυμένος τι κοντοβράκια ποιος να ξέρει τι, θέαμα να πούμε γλαφυρό, και ολίγον λέγω. Όμως, εκεί ο δικός μας: Μπέη μου θέλω και Αγά!


Εκιότεψε κι ο πορτοφύλαξ με τη μούρλα του, τον έφερε μες στα βαριά περάσματα κι ανάμεσα στους ίσκιους – ήτανε και καλή η μέρα κι ολοφώτεινη, τον έμπασε λοιπόν εκεί, κι εκάθουταν ο εδικός μας. Και ίσως ήτανε η μέρα δεξιά, ίσως και να μπορούσε ο Δημητρός να λέει ιστορίες. Είχε και το μεγάλο το ατού μέσα στην τζέπη (τώρα θα πει κι εκειός που μας διαβάζει: Kαι τι να ήτανε να λέει η γραφή;)

Λοιπόν, ακούστε το τι είπε ο νεαρός και πώς το σέρβιρε, και να που τουμπαρίστηκε ο Μπέης, και τόνε πήρε διορισμένο του, και από κει, σιγά σιγά την ιστορία.

Τάδε του έφη (τώρα λες και μπροστά μου που τον έχω)∙ όταν τα έλεγε, τα μάθαινε απέξω κι ανακατωτά μην τύχει και μπερδεύονταν οι γλώσσες του, μα, όταν άνοιγε το στόμα του και εμιλούσεν, ηρχούντανε τα λόγια παρευθύς και βρίσκανε τον άλλον στην καρδία. Είπε: «Αφέντη μου και Μπέη και τρανέ μου, πάει εχάσαμε κάθε του Σουλεϊμάν μεγαλοπρέπεια, χάσαμε τον Γλυκό Σουλτάνο και τις φυτείες της Κενταύρειας Μοσχάτας, βρισκόμαστε εις την κοιλάδα των δακρύων».
Εδώ, ενδεχομένως, ο Μπέης να τον κοίταξε περίεργα∙ σου λέει τι μου έπεσκε ετούτος στο κεφάλι πρωί και μεθυσμένος∙ μην είναι αλαφροΐσκιωτος, μην να τον έχουν οι νεράιδες παραπαίδι τους ή μην τον έστειλε κι ο Σεϊτάν-Ιμπλίς; Μην είναι τζίνι, μην είναι διάβολος ψιθυριστής; Κι αυτό το τελευταίο ίσως και να πλησίαζε το κέντρο της αλήθειας.


Κι εν συνεχεία, ο ακατανόμαστος, βγάνει από το ρούχο του το αναγραμμένο το χαρτί, το ανοίγει ταχυδακτυλομένος, πάνε οι σπόροι στο τραπέζι που αναπαυόντανε τα ασημιά φελέκια, κι ο διαολόσπορος (που ποιoν να είχε μάνα;) απλώνει το χαρτί και κάτι δείχνει. Ήτανε και τα γράμματα σε άλλη ξένη γλώσσα, κι ο Μπέης δεν την κάτεχε, αλλά είχε και μιαν ωραία ζωγραφιά, κι έδειχνε ένα άνθος, που χτύπησε τον Μπέη μας κατάστηθα – του θύμισε μιαν αγαπητικιά που είχε ο πατέρας του παππού του, τρέχα και γύρευε. Αλλά δεν εγινότανε να δώσει τέτοια μπόσικα, του βάζει τις φωνές να σταματήσει να χοροπηδάει, πως τον εζάλισε και πως να κάτσει στην καλή μεριά και πως κι αν είναι διάολος, τον ίδιο Μέγα Διάβολο δεν έχει δγει ακόμα (και μήπως, πέρ’ να πούμε, ήθελε να τον κανονίσκουνε ευθέως το ραντεβού, κι εύκολα αυτό γινότανε) και να τα πάρει τα ρημαδιασμένα του τα σκέδια με το αγάλι, ήταν και η ώρα περασμένη και περιμένανε και τα παγώνια το φαγί τους.
Απάνου εκεί ο Δημητράκης εκνευρίστηκε. Βάζει και τα σποράκια σε μια ασφαλή μεριά επί το άτομόν του, λέει κι αυτός: «Να κάνεις πέρα, Μπέη μου, εσύ θέλεις την τύχη σου να ρίξεις, δική σου ξα. Κι ας κλαίγει η Χιουρρέμ, που την ξεχάσανε σ’ αυτήν τη μαύρη γη που θάβονται οι ανάμνησες. Δικός μου λόγος δεν μου πέφτει, αλλόθρησκός σας είμαι, αλλά λυπήθηκα το κρίμα».


Και πάει να φύγει, του αλλουνού να του ’χει έρθει ο ταμπλάς –και ποια Χιουρρέμ και ποιοι Γλυκοί Σουλτάνοι;–, κάτσε, του λέει, εδώ, μην τα χαλάσομε, και πε μου τι σκατά έχεις, ρε Χριστιανέ μου, να μου πεις, είμαι και σ’ ώρα εμφράγματος. Και τον καθίζει κάτω (έφταιγε πως το άνθος είχε ανασκαλέψει και κάτι σα θυμιατικό, ήτανε μάγια, ήτανε γητειά κανείς δεν έμαθε ποτές του). Και του παρακαλάει να μείνει και να φάνε και να πιούν, να δούνε και τι πρόταση είχε να του εκάμνει. Να βρούνε μια πολιορκία να συνταιριάξουνε τους όρκους τους.
Λέγει, λοιπόν, το αμούστακο πως, κάποτε και επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, είχε ο ηγέτης παραστήσει μιαν κατάσταση, ότι του άρεζε αυτό το άνθος, που, αν και φαινόταν ταπεινό, ήξερε να βουρλίζει λογισμούς με τη μυρωδιά του. Και ότι τόσο του είχε φανεί ένας νταλγκάς, που αξιούσε όλοι οι δικοί του οι υπασπιστές, αγάδες, αξιωματικοί, στρατάρχες, οι ρεΐσηδες (όταν στη Βιέννη, ή στην όπερα, και για μια κάθε απαγωγή απ’ τα Σεράγια) να έχουν απαξάπαντος στο πέτο τους, φορώντας τα ελεεινά τα ευρωπαϊκά, ένα μικρούλι λουλουδάκι της Πατρίδος. Να το μυρίζονται ως παραδείσου πράμα. Και πως, σε όλη την πραγματικότητα, εκτός της Αυτοκρατορίας, έγινε ξακουστά γνωστό το ταπεινό ως Ο Γλυκύς Σουλτάνος. Τέτοια ήτανε η οσμή της αποσύνθεσης, γλυκύτατη να παίρνει το μυαλό να τ’ αποδιώχνει από το θάνατο, να υπόσχεται ένα για πάντα, ίσως για πάντα.
Έτσι εγίνη, και εγένετο φως εντός της φτώχειας και της ορφανίας, κι ευρέθη ο Δημητράκης να γίνει ο Ντημίτ, ο επιστάτης των κήπων και των φυτοκαλλιεργιών και των μπαξέδων, ο κλειδοκράτορας των σπόρων της Κενταύριας.
Εκείνος ο αλλόθρησκος, που θύμισε στην ημισέληνο το άρωμα της ταπεινοφροσύνης, με το θράσος του.

.

olvia

.

Μέρος από το Μετάλλιο του Γλυκύτατου Σουλτάνου, όπως βρέθηκε σε βαλίτσα που περιείχε αντικείμενα θεωρούμενα ως ανήκοντα στον Ντημίτ Εφέντη.

Ολβία Παπαηλίου, Οι φλανερίες του γιού του μπέη, μυθιστόρημα,  1ο κεφάλαιο

(Προδημοσίευση)

©Ολβία Παπαηλίου

.

.

 

Βασίλης Ρούβαλης, Θρόισμα

Το περίγραμμα του σπιτιού είναι γνώριμο. Τα παράθυρα παραμένουν σκοτεινιασμένα και μισόκλειστα. Μοιάζουν με στόματα σε μορφασμούς απορίας ή αποσιώπησης. Προσπαθώ να θυμηθώ τα γυναικεία πρόσωπα που πλησίαζαν στην άκρη της κουρτίνας ή έτειναν βιαστικά τα χέρια για να κυρτώσουν τα ξύλινα γραμμωτά φύλλα. Το γείσο έχει γεμίσει φωλιές σπουργιτιών που κουρνιάζουν φτερουγίζοντας νευρικά. Είναι έξαψη στ’ απόγειο κι αλλόκοτη υπενθύμιση της ζωής. Φαίνεται ετοιμόρροπο παρότι τα γροθάρια είναι ολόισια ανεβαίνοντας στις τέσσερις ψηλές κόγχες. Μια καφετιά υφή παλαιότητας διασχίζει αδιόρατη την επιφάνεια του σοβά. Το μαρμάρινο θύρωμα έχει σκαλισμένον έναν σταυρό και τα αρχικά Β-Γ-Ρ, ενώ ακίνητες κρέμονται ακόμη οι λιγοστές ίνες από μαύρο ύφασμα. Ανοίγω την πόρτα, κοιτάζω μέσα: δεν υπάρχει πια το πάτωμα, αλλ’ αιωρούνται όμορφα το μεγάλο κρεβάτι, ο γιούκος, το σανιδένιο τραπέζι με στεγνή την κανάτα κι ένα ποτήρι κρασιού.

Τρέχω έξω. Την ηρεμία του αυλόγυρου διαπερνάει ένα συνεχόμενο μουρμούρισμα. Η φωνή της γιαγιάς! Την αφουγκράζομαι ξαφνιασμένος. Διακρίνω μόνον τα καστανά μακριά μαλλιά της και το νεαρό σώμα ενός στρατιώτη που το αγκαλιάζει ευλαβικά. Αποφεύγω να γυρίσω το βλέμμα προς τ’ ακίνητα γαλανά μάτια του. (Οι νεκροί δεν κοιτάζονται ποτέ μεταξύ τους). Η καρυδιά έχει μεγαλώσει, κοντεύει να γκρεμίσει το πλατύσκαλο. Το θρόισμα ανάμεσα στα κλαδιά ακούγεται σιγαλό και ρυθμικό.

Το παρόν κείμενο προδημοσιεύεται και προέρχεται από την εν προόδω συλλογή διηγημάτων με τίτλο « Αλλόκοτες ιστορίες ».

©Βασίλης Ρούβαλης

Φωτό: Dick Arentz

.

.

 

Διονύσης Μαρίνος, Ουρανός κάτω

Τρεις μέρες τώρα αλλάζω θέση στα έπιπλα. Στα αδέσποτα έπιπλα του σπιτιού μας. Ξεχνάω τη βρύση του μπάνιου ανοιχτή, τα παιδιά μου φωνάζουν ότι πλημμύρισε το σπίτι. Το ξέρω, τους απαντάω, αυτό το σπίτι πλημμύρισε από απουσία. Τη δική σου. Στην πραγματικότητα τους λέω «το έκανα για σας, για να παίξουμε». Βυθίζουν τα παιχνίδια τους, εγώ τα χέρια μου, κάποια ανεβαίνουν στην επιφάνεια αφήνοντας μπουρμπουλήθρες. Τα δάχτυλά μου μένουν στον πυθμένα, δεν μπορώ να τα τραβήξω. Τα παιδιά γελάνε, τους αρέσει το παιχνίδι, λένε πως είμαι το τέρας της λίμνης. Έχουν δίκιο: τα δάχτυλά μου βγάζουν δόντια. Θα πάψω να τα βάζω στις τσέπες, δεν θα ξαναχαϊδευτώ. Τα φοβάμαι αυτά τα δάχτυλα. Ζω στο ενδιάμεσο ενός επινοημένου χρόνου. Εκεί μέσα τίποτα δεν συμβαίνει, οι άνθρωποι δεν προχωρούν, τα αυτοκίνητα δεν υπάρχουν, οι δρόμοι έχουν γίνει σταροχώραφα, έρχεσαι και μου χαϊδεύεις τα μαλλιά, κυλιόμαστε στο χώμα και γελάμε σαν μικρά παιδιά. Αυτός είναι ο δικός μου χρόνος. Κάποιες φορές τα παιδιά με επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Άλλες φορές είναι το κουδούνι της εξώπορτας. Ήρθες; Όχι, ευχαριστώ, δεν ενδιαφέρομαι, αφήστε τα φυλλάδια στην είσοδο, όχι, δεν θέλω να σας ανοίξω, ευχαριστώ πολύ. Ο χρόνος επιστρέφει στη σπηλιά του.

Στήνει το αυτί της στην τηλεόραση για να ακούσει να μιλούν για’ κείνον, να προφέρουν το όνομά του ξένα χείλη. Προβάλλουν την εικόνα του σε μια ταπετσαρία γεμάτη από άλλα πρόσωπα του «Οφθαλμού». Δείχνουν κι εκείνους που έβαλαν τις βόμβες. Τα πρόσωπά τους είναι παραμορφωμένα. Και το δικό του ίδιο. Δεν μπορεί να διακρίνει τις γωνίες στα βλέμματα. Μπερδεύεται με το ανφάς και το προφίλ. Τρέμει στην ιδέα ότι ήταν εκεί την ώρα που… την ώρα που έγινε αυτό, μα, πάλι έχει κάθε δικαίωμα να ξέρει. Πηγαίνει τα παιδιά στο σχολείο σαν να μη συμβαίνει τίποτα κι ύστερα γυρνάει τους δρόμους που περπατούσαν μαζί. Σπάνια, όταν ο Ιωσήφ δεν ήταν στον «Οφθαλμό». Δηλαδή πολύ σπάνια. Για πρώτη φορά προσέχει πόσο άυλη είναι η πόλη όπου ζει. Σχεδόν αποστασιοποιημένη από τα δράματα που παίζονται γύρω της. Μια φορά κατέβηκε και στο λιμάνι. Κάθισε και κοίταζε τα καράβια που έφευγαν και τα καράβια που έρχονταν. Κάποια στιγμή της είχε μιλήσει ανοιχτά για τα παιδικά του χρόνια, για την Μπρι, για το λιμάνι. Γι’ αυτό ήρθε άραγε εδώ; Και τώρα πού είναι; Στέκεται σαν κλέφτης και κρυφακούει συζητήσεις σε καφετέριες και σε μπαρ, μπαίνει σε εστιατόρια και ζητάει μια πορτοκαλάδα, μόνο και μόνο να έχει κόσμο τριγύρω της, να ακούει τον τόνο των ομιλιών τους, να νιώθει την οσμή του οξυγόνου τους στο πρόσωπο. Κανείς δεν φαίνεται να ξέρει πού είσαι. Οι φωνές τους αντηχούν στο μυαλό της για μέρες. 

Τα φτερά του ανεμιστήρα στο σαλόνι, καθώς θροΐζουν, ανακατεύουν τις αφημένες μυρωδιές σου. Είναι κι αυτές μια κάποια παρουσία, αλλά δεν φτάνει. Στην πραγματικότητα, αντί να είναι υποκατάστατο του ειδώλου, επιτείνουν την απουσία του. Γεμίζω τις χούφτες μου με τον αφρό ξυρίσματος που χρησιμοποιείς, βάζω την κολόνια σου, τις νύχτες κυκλοφορώ στο σπίτι φορώντας το γαλάζιο πουκάμισο που σου αρέσει να φοράς στις συσκέψεις• κοιμάμαι μ’ αυτό. Ξάφνου, τα νυχτικά μου με στενεύουν. Είμαι σίγουρη πως, αν αποφασίσω να φορέσω και τα παπούτσια σου, θα σε βρω πιο γρήγορα. Μπορεί να έχουν κρατήσει από μνήμης τα βήματα που έκανες και να με φέρουν μια ώρα αρχύτερα κοντά σου. Θα το κάνω, θα δεις.

Artwork:Franz Kline

Την Τετάρτη 26 Νοεμβρίου στις 7.30 μ.μ.

στο βιβλιοπωλείο «επί λέξει» (Ακαδημίας 32 & Λυκαβηττού) είστε καλεσμένοι για την πρώτη παρουσίαση του μυθιστορήματος Ουρανός Κάτω (εκδ. Πάπυρος) του Διονύση Μαρίνου

Θα μιλήσουν :Δημήτρης Σωτάκης – συγγραφέας
Τζούλια Γκανάσου – συγγραφέας

Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Εμμανουέλα Αλεξίου.

Είσοδος ελεύθερη, ένδυμα περιπάτου, διάθεση ανοιχτή…

 

 

 

.

.

 

 

 

Η «ιερή» νόσος του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι

DOST

11 Noεμβρίου 1821 – 9 Φεβρουαρίου 1881

http://samizdatproject.blogspot.gr/2011/06/blog-post_30.html

Δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό ψυχιατρικό περιοδικό “Σύναψις” τόμος 6 του 2010

του Κορνηλίου και της Αλεξάνδρας Ρουτσώνη
μικρό τμήμα ανεξόφλητου χρέους, αφιερώνεται

DOSTΜια μεγάλη παράδοση διατρέχει ολόκληρη την ρωσική λογοτεχνία. Μια παράδοση καταστροφής και αυτοκαταστροφής. Οι μεγάλοι Ρώσοι ποιητές Πούσκιν και Λέρμοντοφ σκοτώθηκαν σε ανόητες μονομαχίες. Ο γενάρχης της σύγχρονης ρωσικής γλώσσας και λογοτεχνίας Ν. Β. Γκόγκολ πέθανε από εκούσια ασιτία. Από την παράδοση αυτή, ή αν θέλετε, την μυθολογία δεν μπορούσε να λείψει ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, ο οποίος ως γνωστό έπασχε από επιληψία, μια ασθένεια που από μόνη της περιβάλλεται από πλήθος μύθων και φημών, δημιουργώντας ένα μυστήριο, φόβο αλλά και προκαταλήψεις. Στο διαβασίδι των αιώνων θεωρούσαν την επιληψία ως «ιερή νόσο », ως νόσο που πλήττει τους «ιερούς τρελούς», τους «εν Χριστώ σαλούς» και δεν είναι τυχαίο ότι η αντίληψη αυτή, ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ρωσία συνέβαλε στο να περιβληθεί η ασθένεια του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι από μια πληθώρα μύθων. Σε αυτήν, πολλοί, αποδίδουν την ιδιαίτερη πνευματικότητα του συγγραφέα, την ροπή του προς τον κόσμο των υπερβατικών ιδεών, ενώ συχνά τη συνδέουν με την αποδιδόμενη σε αυτόν ιδιότητα του προφήτη.

Άλλοτε πάλι, ορισμένοι, αντιμετώπιζαν την επίδραση της επιληψίας ως μια ιδιαίτερη ικανότητα του συγγραφέα να σκιαγραφεί σκοτεινές και αρρωστημένες πλευρές της ζωής[1]. Η σχετική φιλολογία, ή και μυθολογία, γύρω από την ψυχική νόσο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι απασχόλησε και συνεχίζει να απασχολεί τόσο τους κριτικούς της λογοτεχνίας, όσο και τους ειδικούς της ψυχιατρικής επιστήμης.

Έχουν γραφτεί εκατοντάδες μελέτες γύρω από το ζήτημα αυτό, με πολλές, συχνά, αντικρουόμενες απόψεις, ενώ η πολεμική των διαφόρων σχολών σκέψης καλά κρατεί μέχρι σήμερα. Στις παρακάτω γραμμές, θα προσπαθήσουμε μια πρώτη παράθεση των διαφορετικών αυτών απόψεων, καθώς και την διατύπωση ορισμένων σκέψεων γύρω από τη ζωή και του έργο του ρώσου συγγραφέα, ο οποίος έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή ως επιληπτικός.

.

.

.

.

DOST Pietro SpicaΉταν κληρονομική η επιληψία του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι;

Ο μεγάλος αμαρτωλός της ρωσικής λογοτεχνίας, ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι είναι γνωστό πια σε όλους ότι υπέφερε από επιληπτικές κρίσεις. Αν μάλιστα πιστέψουμε το Μ. Βολότσκι[2], ο οποίος δημοσίευσε το 1993 το βιβλίο του «Το χρονικό της οικογένειας του Ντοστογιέφσκι 1506 – 1933», τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι η ασθένεια του αυτή είχε τα χαρακτηριστικά της κληρονομικότητας των ψυχικών ασθενειών, αφού, σύμφωνα με τον συγγραφέα, πολλοί από τους προγόνους του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι ήταν επιληπτικοί, σχιζοφρενείς, μέθυσοι και αυτόχειρες. Ο αριθμός μάλιστα αυτών των ψυχικά διαταραγμένων ανθρώπων είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός, εφόσον σε σύνολο 140 ατόμων του γενεαλογικού του δέντρου, καταγράφονται 113 με διάφορες ψυχικές ασθένειες.

Όποιος έχει μελετήσει την βιογραφία του Ντοστογιέφσκι εύκολα θα διαπιστώσει ότι ο μεσήλικας συγγραφέας υποπτευόταν και κατηγορούσε τη νεαρή του σύζυγό για απιστία, με βάση τις υποψίες του ότι η τελευταία της, έβδομη κατά σειρά, εγκυμοσύνη δεν είχε εξελιχθεί όπως οι προηγούμενες έξι. Δεν ήταν, άλλωστε, λίγες οι φορές, που ο ίδιος έκανε αιφνίδιους ελέγχους στα δωμάτια των θυγατέρων του, αναζητώντας κρυμμένους, κάτω από τα κρεβάτια τους, εραστές. Τέλος, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο ίδιος τρομοκρατούσε τόσο τον ίδιο του τον εαυτό, όσο και τους οικείους του, με τον φόβο της επαπειλούμενης φτώχιας και ανέχειας.

DOST Pietro SpicaΔιαβάζοντας προσεκτικά την αλληλογραφία του, αλλά και σημειώσεις από το «Ημερολόγιο του συγγραφέα» διαπιστώνουμε ότι υπέφερε από αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «χρόνια κακεντρέχεια» απέναντι στους συγχρόνους του κριτικούς, επιφανείς παράγοντες της κοινωνίας, συγγενείς αλλά και μακρινούς του ανθρώπους, τους οποίους υποπτευόταν ότι συνωμοτούν για την εξόντωσή του. 

Η κόρη του συγγραφέα, ισχυρίζεται στα απομνημονεύματα της ότι οι πρώτες κρίσεις έκαναν την εμφάνισή του μετά τον τραγικό θάνατο του πατέρα του συγγραφέα, τον οποίο σκότωσαν οι χωρικοί γιατί παρενοχλούσε σεξουαλικά τις συζύγους και τις θυγατέρες του.

Ο ίδιος ο συγγραφέας συνέδεε την εμφάνιση της ασθένειας του με την σωματική τιμωρία που του επιβλήθηκε στο κάτεργο για κάποιο παράπτωμά του το 1851. Σε μια από τις συζητήσεις που είχε με τις αδελφές Κορβίν – Κρουκόφσκι, ο Ντοστογιέφσκι ομολόγησε πως η πρώτη κρίση συνέβη μετά την αποφυλάκισή του. Σε μια επιστολή του προς τον αδελφό του Μιχαήλ από 9 Μαρτίου 1857 ο Ντοστογιέφσκι τον ενημερώνει πως η πρώτη κρίση του έγινε μετά το γάμο του, δηλαδή κατά την διάρκεια της εκτόπισής του. Εκεί, ο αγροτικός γιατρός, ήταν ο πρώτος που διέγνωσε «μια αυθεντική κρίση επιληψίας».

 Όπως και να έχουν, όμως, τα πράγματα, οι οπαδοί της κλασσικής ψυχαναλυτικής σχολής του Φρόιντ, εύκολα θα διέκριναν και στις δύο εκδοχές το «αίσθημα ενοχής» του συγγραφέα και, παράλληλα, την υποσυνείδητη επιθυμία του μίσους και της δίψας για εκδίκηση.

DOST Pietro SpicaΟ γνωστός γιατρός της εποχής εκείνης, και φίλος του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, Σ. Ντ. Γιανόφσκι, ισχυρίζεται ότι η επιληψία έκανε την εμφάνιση της πολύ πριν την σύλληψη, δίκη και φυλάκιση του συγγραφέα. Οι κρίσεις επιληψίας το 1846, 1847 και 1848 ήταν ελαφριάς μορφής, πράγμα που έκανε τον ασθενή να μην την αντιμετωπίζει με σοβαρότητα. Παρόμοιες είναι οι αναφορές και άλλων προσώπων που γνώριζαν τον Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι.[3]

Οι ειδικοί γνωρίζουν ότι σημαντικό βαθμό στη συνειδητοποίηση της ασθένειας διαδραματίζει το σημείο και ο βαθμό της αναγνώρισης και της αποδοχής της από τον ασθενή. Ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι είχε προσδιορίσει το σημείο αυτό με τα ρίγη που αισθανόταν. Τέτοια ρίγη βίωνε ο συγγραφέας λίγο πριν το κάτεργο. Πριν από αυτό τα συμπτώματα που είχε ήταν «νευρολογικού χαρακτήρα» και τα διαπίστωσε στην εφηβική του ηλικία. Τα συμπτώματα αυτά ήταν λήθαργος, μελαγχολία, πονοκέφαλος. Στη συνέχεια ακολούθησαν οι «κρίσεις». Όπως και να έχουν τα πράγματα, το μόνο βέβαιο είναι ότι οι επιληπτικές κρίσεις ξεκίνησαν πριν από τις δικαστικές του περιπέτειες για την ανάμιξή του στην υπόθεση του Πετρασέφσκι..

Στο σημείο αυτό, θα κάνουμε μια μικρή αναφορά στο πατρικό πρότυπο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι. Ο πατέρας του ήταν ένας δύσκολος στη συμπεριφορά του άνθρωπος. Ζήλευε παθολογικά τη σύζυγό του, ενώ συμπεριφέρονταν βάναυσα στα παιδιά του. Εξαιρετικής σημασίας για την κατανόηση του έργου του Ντοστογιέφσκι, συνεπώς, έχει το μικρής έκτασης δοκίμιο του Ζ. Φρόιντ με τίτλο «Ο Ντοστογιέφσκι και η πατροκτονία». Η σχέση του όμως με τον πατέρα του διαμόρφωσε, εν πολλοίς, και τη σχέση του με το περιβάλλον του. Μόνο έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε την επιθετική συμπεριφορά που είχε ο ίδιος ο συγγραφέας απέναντι στους λογοτεχνικούς κύκλους της Ρωσίας την εποχή εκείνη, απέναντι στους κριτικούς και το κοινό, κάθε φορά που νόμιζε ότι τον αμφισβητούσαν, απέναντι, τέλος στα μέλη της ίδιας του της οικογένειας.

.

.

.

.

DOST 4Οι παθολογικές ιδιαιτερότητες του ταλέντου του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι

Αν και ο γράφων τις γραμμές αυτές δεν διαθέτει ψυχιατρική εκπαίδευση, ούτε καν ιατρική, εν τούτοις, συνειδητοποιώντας τον επαπειλούμενο κίνδυνο, θα αποτολμήσει μια «ψυχιατρική προσέγγιση» του ξεχωριστού εκείνου ταλέντου που διακρίνει το έργο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, στηριζόμενος σε γνώμες και απόψεις ειδικών, οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του κατά την διάρκεια της πολυετούς ενασχόλησής του με τα έργα του «μεγάλου αμαρτωλού» της ρωσικής λογοτεχνίας.

Ακόμη και ένας απλός αναγνώστης των έργων του Φ. Ν. Ντοστογιέφσκι διαπιστώνει με την πρώτη κιόλας ματιά ότι το πλήθος των ηρώων του χαρακτηρίζονται από μια υπερβολική τάση για την λεπτομέρεια, μια ροπή προς τις συγκεκριμένες, κάθε φορά, σκέψεις, μια πολυλογία, θα έλεγε κάνεις, ενώ την ίδια στιγμή γίνεται προφανές, ότι ο ειρμός των σκέψεών τους χάνεται και, κυρίως, κάτι μένει ανείπωτο, ημιτελές.

Μια δεύτερη ιδιαιτερότητα που διακρίνουμε είναι το απόλυτο παράλογο, το ανορθολογικό, η παρορμητικότητα των συμπεριφορών τους.

Ενώ η τρίτη ιδιαιτερότητα είναι η συστηματική, σαδιστική, θα έλεγε κανείς, παραμονή τους σε όλα τα στάδια της κόλασης του Δάντη.

DOST 4Δεν είναι λοιπόν τυχαία η άποψη που διατύπωσαν πολλοί στοχαστές ότι αν ο Τολστόι έχει δημιουργήσει χιλιάδες διαφορετικούς ανθρώπινους τύπους στα έργα του, ο Ντοστογιέφσκι, απεναντίας, σε κάθε του έργο σκιαγραφεί όλους τους ήρωες του υπό το φως της δικής του οπτικής για τον κόσμο. Ας θυμηθούμε τον παθολογικά αλκοολικό Μαρμελάντοφ στο «Έγκλημα και τιμωρία», την υστερική και μανιοκαταλθιπτική Κατερίνα Ιβάνοβνα, τον σεξομανή και σαδιστή Σβιντριγκάιλοφ, αλλά και τον νηφάλιο Λούζιν, ο οποίος χώνει επιτήδεια εκατό ρούβλια στη τσέπη της Σόνιας Μαρμελάντοβα προκειμένου στη συνέχεια να την κατηγορήσει για κλοπή. Στον «Ηλίθιο» ο πρίγκιπας Μίσκιν επανέρχεται στη ζωή μετά την παρατεταμένη θεραπεία για επιληψία και στο τέλος επιστρέφει στην ίδια ψυχιατρική κλινική στην Ελβεταία, ο Αραλντόν Ιβόλγκιν που πάσχει από εκφυλιστική παράλυση, ο έμπορος – δολοφόνος Ρογκόζιν, η Ναστάσια Φιλίπποβνα, η οποία διαρκώς επισημαίνει στους συνομιλητές της ότι την αποπλάνησαν σε μικρή ηλικία και ότι έχει, μετά απ’ αυτό, κάθε δικαίωμα να ταπεινώνει τους γύρω της. Στους «Δαιμονισμένους» ο ψυχρός δανδής Σταβρόγκιν, οι επιληπτικοί Κυρίλλοφ και Λεμπιάντκινα, το παράσιτο και προδότης Στεπάν Βερχοβένσκι, ο «επαναστάτης» Πιότρ Βερχοβένσκι, ο οποίος προκειμένου να διαλύσει τον χορό του στρατηγού εξυφαίνει πλήθος δολοπλοκιών, οι ασήμαντοι και ανόητοι Λιάμγκίν, Σιγκαλιόφ, Βιγκρίνσκι με τις α-νόητες αυτοκτονίες. Στα έργα του Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχουν ευτυχισμένο ήρωες, όπως δεν υπάρχουν και «θετικοί» ήρωες».

DOST 4Όλα τα πρόσωπα που παρουσιάζονται σ’ αυτά τα έργα, είναι πρόσωπα που πάσχουν, που υποφέρουν, που βασανίζονται, που, όμως, στο τέλος, δε λυτρώνονται. Ακόμη και όταν ο κολασμός των πράξεών τους, ο βαρύς πέλεκυς της τιμωρίας πέφτει επί των κεφαλών δικαίων και αδίκων.

Δίχως να θέλουμε να υπεισέλθουμε στο πεδίο της ψυχιατρικής αποτίμησης της επίδρασης που άσκησε η επιληψία στην ανάπτυξη του ταλέντου του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, θα παραθέσουμε την άποψη του Ν. Μιχαηλόβσκι, ο οποίος ακόμη από το 1882 σε ένα άρθρο του με τίτλο «Σκληρό ταλέντο» σημειώνει: «Εμείς, απεναντίας, αναγνωρίζουμε το τεράστιο καλλιτεχνικό ταλέντο του Ντοστογιέφσκι και ταυτόχρονα διακρίνουμε σ’ αυτόν όχι μόνο τον πόνο που βιώνει για τους ταπεινωμένους και καταφρονημένους, αλλά, απεναντίας, βλέπουμε και μια ενστικτώδη επιδίωξή του να προκαλέσει πόνο σ’ αυτούς τους ταπεινωμένους και καταφρονημένους».[4] .

DOST 4Την ίδια όμως γνώμη με τον Μιχαηλόφσκι είχαν και πολλοί άλλοι σύγχρονοι του Ντοστογιέφσκι συγγραφείς και ποιητές, όπως διαπιστώνουμε από την αλληλογραφία των Τουργκιένιεφ. Στράχοφ, Λ. Τολστόι, Π. Τσαϊκόφσκι, Σαλτικοφ-Σεντρίν, και στη συνέχεια του Μ. Γκόρκι.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην πλειοψηφία των έργων του Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχει ίχνος κοινωνικής διαμαρτυρίας. Οι ήρωες του – πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα είναι θύματα των παθών τους και είναι πολύ δύσκολο να ανακαλύψει ο σύγχρονος αναγνώστης έναν ήρωα τον οποίο ο συγγραφέας δεν θα παρουσίαζε σε μια εξαιρετική μειονεκτική θέση, στην καλλίτερη δε των περιπτώσεων σε μια ανόητη θέση.

Με ασφάλεια λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι το μυστικό της δημιουργίας του Ντοστογιέφσκι είναι ότι οι ήρωες του δρουν σα να μην υπάρχει διάσταση έργων και λόγων, σα να μην λειτουργούν υπό τον έλεγχο κάποιων κεντρικών ηθικών αρχών. Όλος ο κόσμος του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι είναι μια κινούμενη άμμος, είναι μια ρευστή περιρρέουσα πραγματικότητα, είναι ένας κόσμος ενστίκτων των ηρώων του, των παρορμήσεών τους, του χαοτικού τους ψυχισμού.

.

.

.

.

Την ίδια στιγμή όμως, ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι με την ικανότητά του να διαβλέψει τις πρωτογενείς παρορμήσεις των ηρώων του, να τις μετατρέψει σε πράξεις, να αποκαλύψει το έρεβος του υποσυνείδητου, κατόρθωσε να γίνει ο προφήτης του 20ου αιώνα, όπου αυτές οι πρωτόγονες παρορμήσεις της σκληρότητας, της κυριαρχίας, της καταπίεσης, της αλαζονείας, βγήκαν έξω από τα όρια της λογικής και του νόμου και κυριάρχησαν με τις μορφές των ανελέητων ολοκληρωτισμών του προηγούμενου αιώνα.

DOST 4Προσπαθώντας να ερμηνεύσει την στωικότητα ενός ψυχικά ασθενούς, ο Ζ. Φρόιντ, στο γνωστό του έργο «Ο Ντοστογιέφσκι και η πατροκτονία», δημιουργεί έναν ολόκληρο ψυχαναλυτικό μύθο γύρω από τον μεγάλο Ρώσο συγγραφέα. Ο στοχαστής της Βιέννης χαρακτηρίζει το μυθιστόρημα του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι «Αδελφοί Καραμαζόφ» ως «ύψιστο επίτευγμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η αποτίμηση του οποίου είναι αδύνατη». Ο κολακευτικός αυτός χαρακτηρισμός εκ μέρους του γενάρχη της ψυχανάλυσης δεν οφείλεται στις λογοτεχνικές και φιλοσοφικές αρετές του κειμένου, αλλά σε κάτι το τελείως διαφορετικό. Στην παγκόσμια λογοτεχνία δεν υπάρχει άλλο μυθιστόρημα, μέσα από το οποίο να διαφαίνεται, κατά τη γνώμη του Φρόιντ, τόσο ξεκάθαρα το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Από τους τέσσερις γιους του Φιοντόρ Καραμάζοφ οι τρείς θέλουν να τον σκοτώσουν, ενώ ένας εξ αυτών, ο Σμερντιακόφ, τελικά τον δολοφονεί. Κατά τη διάρκεια της δίκης ο Ιβάν Καραμάζοφ είναι, σχεδόν, παράφρων, και λέει μια φράση, η οποία φανερώνει τη σκέψη του ίδιου του συγγραφέα: «Μα ποιος θέλει να δολοφονήσει τον πατέρα;». Στηριζόμενος πάνω στην θεωρία του για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα ο Φρόιντ αποδίδει σ’ αυτό την ψυχική νόσο του Ντοστογιέφσκι.

Ανεξάρτητα, πάντως, τόσο από τον ψυχαναλυτικό μύθο που δημιούργησε η εργασία του Φρόιντ, όσο και από το ερώτημα για το αν η επιληψία του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι ήταν κληρονομική ή επίκτητη, από το αν οι πρώτες κρίσεις συνέβησαν πριν ή μετά το κάτεργο, το σίγουρο είναι ότι η νόσος αυτή έχει αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στο έργο του, όλων των περιόδων της δημιουργίας του.

.

.

.

.

DOST 4Στο δεύτερο του, κιόλας μυθιστόρημα, πριν την σύλληψή του, τον «Σωσία» ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι σκιαγραφεί τον διχασμό της προσωπικότητας, την έκπτωσή της και την τρέλα. Ακολουθεί το μικρό του έργο «Η σπιτονοικοκυρά» όπου η πρωταγωνίστρια βρίσκεται «πέραν» του κόσμου των ανθρώπων, αλλά και οι έντονα συγκνινησιακά φορτισμένες νουβέλες «Νιέτοτσκα Νιεζβάνοβα» και «Λευκές νύχτες». Στα δύο τελευταία έργα, ο αναγνώστης, εύκολα διαπιστώνει την ροπή του συγγραφέα να «φύγει μακράν» της σκυθρωπής περιρρέουσας πραγματικότητας και να καταφύγει στον κόσμο των ρομαντικών ονειροπολήσεων. Σ’ αυτά, ειδικά, τα έργα, κάνει την εμφάνισή της η φιγούρα του «ονειροπόλου», η οποία, εν πολλοίς, είναι αυτοβιογραφική. Είναι όμως, ωστόσο, τα έργα εκείνα στα οποία κάνει την εμφάνισή της η νόσος και οι επιπτώσεις της. Στις «Λευκές νύχτες» η θλίψη και η πικρή απογοήτευση του μοναχικού ηλικιωμένου πια ονειροπόλου, δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μετά τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του, γίνεται αισθητή από τον αναγνώστη ως η καταβολή ενός ανελέητου τιμήματος για τις ονειροπολήσεις. Στο δε έργο του «Η σπιτονοικοκυρά», – και αυτό πριν από τη σύλληψη του, – στις ανησυχίες που διατυπώνει ο ήρωας βλέπουμε αμέσως τις αναλαμπές της επερχόμενης κρίσης επιληψίας.

.

DOST 4Ο Μέγας Μελαγχολικός: μαρτυρία και μαρτύριο

Αν επιμέναμε, όμως, μόνο στις παραπάνω διαπιστώσεις σχετικά με την εμμονή του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι να μειώνει, να ταπεινώνει, να εξευτελίζει τους ήρωες του, θα παρουσιάζαμε μία μόνο και αυτή, ελαφρώς παραμορφωμένη, πλευρά του δημιουργικού του έργου, και, πιθανόν, να αδικούσαμε τον μεγάλο αυτό μελαγχολικό. Και αυτό γιατί διαβάζοντας τα έργα του εύκολα διαπιστώνουμε την βαθιά του συμπόνια προς τα θύματα της κοινωνικής αδικίας, την αίσθηση ότι όλα αυτά που κάνουν τους ήρωες του να πάσχουν μπορούν να συμβούν και σ’ εσένα τον ίδιο, όσο καλά προστατευμένος κι αν είσαι από την πιθανότητα της πτώσης, λόγω κοινωνικής θέσης, καλλιέργειας, βούλησης, εργατικότητας, υλικής ευμάρειας, συγγενών, δημιουργικότητας, επιτυχιών κ.α.

DOST Pietro SpicaΕκείνο που προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση με τους ήρωες του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε ένας εξ αυτών, – και συνεπώς δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος, – που έστω και για λίγο, έστω και για μια στιγμή δεν βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού, δεν ένιωσε την δαμόκλεια σπάθη να επικρεμάται από πάνω του. Αυτό δείχνει μια βαθιά συνείδηση, εκ μέρους του συγγραφέα, της Ταπείνωσης, αν όχι μόνο από τα προσωπικά του βιώματα, τότε, ίσως, από παραδείγματα που υπήρχαν στο άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον. Πόσοι ήρωες του βρίσκονται σε έλεος ανελέητων ισχυρών, πόσοι και πόσοι εξαρτώνται από την καλή διάθεση αξιωματούχων, πλουσίων, τυράννων.

Σήμερα, βασισμένοι στην εμπειρία του 20ου αιώνα, γνωρίζουμε καλά πως απαιτούνται εβδομάδες ή και μήνες εξευτελισμών, βασανιστηρίων, ταπεινώσεων για να έρθει ο απλός άνθρωπος στο επίπεδο των ηρώων του Ντοστογιέφσκι. Και πέραν τούτου, ο καθένας από εμάς με ευκολία μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη του επεισόδια προσβολής της προσωπικότητάς του, ακόμη και από ασήμαντους κρατικούς υπαλλήλους, οι οποίοι θωρακισμένοι πίσω από τον τίτλο ή το αξίωμα τους, εξευτελίζουν βάναυσα τον απλό πολίτη.

 

DOST 4

«Ο μη αναμάρτητος πρώτος τoν λίθον βαλέτω», αναφέρει η βιβλική παράδοση. Για το Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχουν αναμάρτητοι. Κι αυτό είναι που κάνει εμάς, τους αναγνώστες των έργων του μεγάλου μελαγχολικού να νιώθουμε συγγενείς με τους ήρωες του, να ταυτιζόμαστε μ’ αυτούς και με ευγνωμοσύνη να συνειδητοποιούμε ότι ο συγγραφέας όχι μόνο τους ταπεινώνει αλλά και, συνάμα, συμπονάει τα πάθη, τα βάσανα, τις δυσκολίες τους. Η υπερβολή, είναι μια από τις μεθόδους μυθιστοριογραφίας που με μεγάλη επιτυχία χρησιμοποιεί ο Ντοστογιέφσκι. Αποδεικνύεται πως είμαι μεγάλος τεχνίτης της υπερβολής συνδυάζοντας τον σαδισμό με την συμπόνια και αυτό τον καθιστά ιδιαίτερα προσφιλή συγγραφέα γενιών και γενιών στα πέρατα του κόσμου. Ιδιαίτερα σήμερα, σε μια εποχή γενικευμένης ανασφάλειας και κατάρρευσης όλων των σταθερών που γνώριζε ο κόσμος, σε μια εποχή αναζήτησης σημείων προσανατολισμού και πορείας, η λεπτή σαν τον διαυγή ανοιξιάτικο πάγο, ψυχολογική ανάλυση που κάνει στους ήρωες του, μπορεί να αποτελέσει παρηγοριά και ανακούφιση για νέες γενιές αναγνωστών.

DOST Pietro SpicaΟ άνθρωπος που έγραψε την φράση «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» δεν μπορούσε να μείνει απαθής απέναντι στις ταπεινώσεις του ανθρώπου. Ξεπεσμένος αριστοκράτης, διάσημος συγγραφέας, φυλακισμένος, μελλοθάνατος, εξορισμένος, ο Ντοστογιέφσκι με ιδιαίτερη ευαισθησία αντιμετωπίζει το πρόβλημα των πτήσεων και των πτώσεων του ανθρώπου, αφού άλλωστε ο ίδιος, λόγω της ασθένειας του, ήταν συνεχώς αντιμέτωπος μ’ αυτό. Η επιληπτική κρίση, ως γνωστό, δεν είναι ένα καθόλου όμορφο θέαμα. Το γνώριζε ο ίδιος, τρόμαζε με τη σκέψη ότι μπορεί να έχει μια τέτοια κρίση μπροστά σε ξένους, πράγμα άλλωστε που συνέβη αρκετές φορές στη ζωή του. Την ίδια στιγμή όμως το θλιβερό αυτό θέαμα του προκαλούσε αισθήματα συμπόνιας και κατανόησης. Αισθήματα μετοχής αλλά και διάθεσης υπεράσπισης των αδυνάμων. Γόνος μιας οικογένειας  ο ίδιος, όπου για τέσσερις γενιές καταγράφονται επιληπτικοί, κατόρθωσε μέσα από τα έργα του να γίνει ο «Κολόμβος» του υποσυνείδητου κόσμου του ανθρώπου.

DOST Pietro SpicaΟι ειδικοί του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου, ίσως χρειαστεί να κάνουν εμβριθείς μελέτες για το πώς επέδρασε η επιληψία στο δημιουργικό έργο του Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι. Ίσως ανακαλύψουν πράγματα θαυμαστά μα και συνάμα τρομερά. Ένα είναι σίγουρο και προφανές, επί του παρόντος, οι προσωπικές ιδιαιτερότητες του συγγραφέα, η ψυχοπαθολογία του, τόσο όταν συμπεριφέρεται σαδιστικά στους ήρωες του, όσο κι όταν συμπάσχει μ’ αυτούς και τους συμπονά είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Παρόλα αυτά όμως ο Ντοστογιέφσκι παραμένει μεγάλος ανθρωπιστής, όσο τρομακτικές κι αν είναι οι εικόνες που σκιαγραφεί μέσα από τα έργα του, όσο σαδιστικές εξάρσεις κι αν περιγράφει, όσο κι αν φοβόταν την ίδια την έννοια της ελευθερίας, όσο αδύναμους κι αν περιέγραψε τον Αλιόσα Καραμάζοφ και τον στάρετς Ζωσιμά στους «Αδελφούς Καραμάζοφ», απέναντι στον Ιβάν Καραμάζοφ ή τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή. Και αυτό είναι που τον κάνει όχι απλά μεγάλο αλλά οικουμενικό συγγραφέα, ταυτισμένο με τον χαρακτηρισμό «μέγας ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής».

Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι «Ηλίθιος»Μτφ: Ελένη Μπακοπούλου, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2008

… «Αναλογίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην επιληπτική του κατάσταση υπήρχε ένα στάδιο, σχεδόν ελάχιστα πριν την κρίση (όταν βέβαια η κρίση τον έβρισκε ξύπνιο), που ξαφνικά, μέσα στη θλίψη, την ψυχική μαυρίλα, την πίεση, για κάποια δευτερόλεπτα έμοιαζε να φλογίζεται ο εγκέφαλος του και να εκρήγνυται με πρωτοφανή δύναμη όλες οι ζωτικές του δυνάμεις. Κάτι τέτοιες στιγμές, που κρατούσαν όσο μια αστραπή, η αίσθηση της ζωής, της αυτοσυνείδησης, δεκαπλασιαζόταν σχεδόν. Το πνεύμα και η καρδιά πλημμύριζαν από ένα πρωτόγνωρο φως· όλες οι ταραχές, όλες οι ανησυχίες του, σαν να καταλάγιαζαν δια μιας, και κατέληγαν σε μια ανώτερη γαλήνη, γεμάτη από διαυγέστατη, αρμονική χαρά κι ελπίδα, γεμάτη από σύνεση και γνώση. Οι στιγμές αυτές όμως, οι αναλαμπές, ήταν μόνο προάγγελος του κρίσιμου δευτερολέπτου (ποτέ πάνω από δευτερόλεπτο) με το οποίο ξεκινούσε η κρίση. Αυτό το δευτερόλεπτο βεβαίως ήταν ανυπόφορο. Συλλογιζόμενος εκ των υστέρων αυτή τη στιγμή, υγιής πια, έλεγε συχνά στον εαυτό του: όλες αυτές οι αστραπές και οι αναλαμπές της ύψιστης αυτοεπίγνωσης και αυτοσυνείδησης, και άρα ενός «ανώτερου βιώματος», δεν είναι τίποτα περισσότερο από αρρώστια, από διατάραξη της φυσιολογικής κατάστασης, κι αν είναι έτσι, τότε δεν είναι καθόλου ανώτερο βίωμα, αλλά, αντιθέτως, θα πρέπει να θεωρηθεί ως το κατώτερο. Κι ωστόσο, κατέληξε, τελικά, στο εξαιρετικά παράδοξο συμπέρασμα: «Και τι μ’ αυτό, αν είναι αρρώστια;». Το πειράζει αν αυτή η αφύσικη ένταση, το αποτέλεσμα, αυτή η βιωματική στιγμή, όταν την αναλογίζεσαι και τη σκέφτεσαι όντας σε κατάσταση υγιή, αποδεικνύεται ύψιστη αρμονία, ομορφιά, σου δίνει το ανήκουστο και ασύλληπτο μέχρι τούδε αίσθημα της πληρότητας, του μέτρου, της συμφιλίωσης και της εκστατικής θρησκευτικής ταύτισης με την πεμπτουσία της ζωής:» Αυτές οι θολές διατυπώσεις του φαίνονταν πολύ κατανοητές, αν και ακόμη αρκετά αδύναμες. Δεν μπορούσε να αμφιβάλλει πως αυτό είναι πράγματι «ομορφιά και θρησκευτική έκσταση», ότι είναι πράγματι η «πεμπτουσία της ζωής», ούτε μπορούσε να δεχτεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Διότι εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπε οράματα, αφύσικα και φανταστικά, σαν αυτά που βλέπει κανείς με το χασίς, το όπιο ή το ποτό, που μειώνουν τη λογική και διαστρεβλώνουν την ψυχή. Αυτό μπορούσε να το κρίνει με απόλυτη λογική όταν τέλειωνε η κρίση.

Οι στιγμές αυτές ήταν ακριβώς μόνον μια ασυνήθιστη ενδυνάμωση της αυτοσυνείδησης- αν έπρεπε να ορίσει κανείς την κατάσταση αυτή με μια λέξη – , αυτοσυνείδηση και ταυτόχρονα αυτοεπίγνωση, άμεση σε ακραίο βαθμό.Αν τη στιγμή εκείνη, δηλαδή το τελευταίο ενσυνείδητο δευτερόλεπτο πριν το ξέσπασμα της κρίσης, του συνέβαινε να προλάβει να πει στον εαυτό του, με διαύγεια και συνειδητά: «Ναι, για μια τέτοια στιγμή μπορεί κανείς να δώσει και τη ζωή του!» – τότε φυσικά αυτή η στιγμή από μόνης της άξιζε μια ολόκληρη ζωή. Πάντως, για τη διαλεκτική πλευρά του συμπεράσματός του δεν επέμεινε: η αποβλάκωση, ο ψυχικός ζόφος, η ηλιθιότητα, ορθώνονταν μπροστά του ως ολοκάθαρη συνέπεια αυτών των «ανώτερων στιγμών». Στα σοβαρά δεν θα μπορούσε να το συζητήσει, εννοείται. Στο συμπέρασμα, δηλαδή στην αποτίμηση αυτής της στιγμής, εμπειριείχετο, χωρίς αμφιβολία, ένα λάθος, αλλά ο ρεαλισμός της αίσθησης, όσο να ‘ναι, τον μπέρδευε λίγο. Τι στ’ αλήθεια μπορούμε να κάνουμε με την πραγματικότητα; Αυτό, βλέπεις, είχε συμβεί, και ο ίδιος, βλέπεις, προλάβαινε να πει στον εαυτό του εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, ότι αυτή η στιγμή, σ’ αυτόν, μάλλον, θα μπορούσε να αξίζει μια ολόκληρη ζωή. «Αυτή τη στιγμή» – όπως έλεγε κάποτε στον Ραγκόζιν, στη Μόσχα, κατά τη διάρκεια των εκεί συναντήσεων τους- «αυτή τη στιγμή μου γίνεται κατανοητός ο ασυνήθιστος ισχυρισμός ότι δεν θα υπάρξει άλλος χρόνος. Πιθανόν» – συμπλήρωσε χαμογελώντας – «να είναι εκείνο το δευτερόλεπτο στο οποίο δεν πρόλαβε να χυθεί το νερό από την αναποδογυρισμένη στάμνα του επιληπτικού Μωάμεθ, που πρόφτασε μέσα σ’ εκείνο το δευτερόλεπτο να περιτρέξει όλους τους οίκους του Αλλάχ»…Σελ: 393 – 395…

«Από την αρχή ακόμη, όταν ο πρίγκιπας μπήκε στο σαλόνι, κάθησε όσο πιο μακριά γινόταν από το κινέζικο βάζο, με το οποίο τον είχε τρομοκρατήσει τός η Αγκλάια. Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι μετά τα χτεσινά λόγια της Αγκλάιας ρίζωσε μέσα του η ανεξίτηλη πεποίθηση, ένα εκπληκτικό και αδιανόητο προαίσθημα ότι αύριο κιόλας θα το σπάσει οπωσδήποτε το βάζο αυτό, όσο κι αν κρατιόταν μακριά του, όσο κι αν το απέφευγε; Κι όμως, έτσι ήταν. Στη διάρκεια της βραδιάς άλλες δυνατές αλλά ευχάριστες εντυπώσεις άρχισαν να καταλαμβάνουν την ψυχή του· αναφερθήκαμε ήδη σ’ αυτό. Ξέχασε το προαίσθημα του. Όταν άκουσε για τον Παβλίσιεφ και ο Ιβάν Φιοντόροβιτς τον οδήγησε στην Ιβάν Πετρόβιτς για να του τον παρουσιάσει και πάλι, ήρθε πιο κοντά στο τραπέζι και βρέθηκε ακριβώς στην πολυθρόνα δίπλα από το τεράστιο, κόκκινο κινέζικο βάζο, που έστεκε πάνω σε έναν ανθοστάτη, σχεδόν δίπλα στον αγκώνα του, ελαφρώς πιο πίσω. 

Με τα τελευταία λόγια σηκώθηκε από τη θέση του, κούνησε απρόσεχτα το χέρι, τίναξε κάπως τον ώμο του και … τότε ακούστηκε μια γενική κραυγή! Το βάζο ταλαντεύτηκε, στην αρχή, σαν αναποφάσιστο: να πέσει μήπως το κεφάλι κανενός από τα γεροντάκια; Όμως ξαφνικά έγειρε προς την αντίθετη μεριά, προς τη μεριά του γερμανάκου που μόλις πρόλαβε με τρόμο να κάνει στην άκρη, και σωριάστηκε στο δάπεδο. Θόρυβος, φωνές, πολύτιμα θραύσματα σκορπισμένα στο χαλί, φόβος, απορία, ω, τι συνέβαινε στον πρίγκιπα ήταν δύσκολο κι ίσως δεν χρειαζόταν να το φανταστείς! Αλλά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε μια παράξενη αίσθηση που τον συγκλόνισε ακριβώς την ίδια στιγμή: ούτε η ντροπή, ούτε το σκάνδαλο, ούτε ο φόβος, ούτε το αναπάντεχο τον συγκλόνισαν περισσότερο, αλλά η πραγμάτωση της προφητείας! Τι ακριβώς ήταν αυτό που τον αιχμαλώτισε στη σκέψη αυτή, δεν θα ήταν σε θέση να το εξηγήσει· αισθάνθηκε απλά ότι έχει συγκλονισθεί ως τα τρίσβαθα της ψυχής του και στεκόταν πλημμυρισμένος από ένα φόβο σχεδόν μυστικιστικό. Μια στιγμή ακόμη, και σαν όλα μπροστά να διευρύνονται, στη θέση του τρόμου φως και χαρά, έκσταση· άρχισε να πνίγεται, και … αλλά η στιγμή πέρασε. Δόξα τω Θεώ, δεν ήταν αυτό! Πήρε ανάσα και κοίταξε ένα γύρω.» Σελ 935 – 936

Αϊμέ Ντοστογιέφσκι, Η ζωή του πατέρα μου, Μτφ: Στέλιου Ι. Ζερβού,Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1971

Τότε ο Ντοστογιέφσκυ άρχισε να ‘χει αμφιβολίες για το ταλέντο του. Η υγεία του άρχισε να κλονίζεται. Έγινε νευρικός και υστερικός. Η φοβερή ασθένεια της επιληψίας που κοιμότανε μέσα του χωρίς να εκδηλώνεται σε κρίσεις, άρχισε να του φέρνει πιεστικές ενοχλήσεις. Άρχισε ν’ αποφεύγει τα φιλολογικά σαλόνια και κλεινότανε σπίτι του για πολλές ώρες ή γύριζε μονάχος στους σκοτεινούς και έρημους δρόμους της Πετρούπολης. Περπατώντας μιλούσε μονάχος του, χειρονομούσε και έκανε τους διαβάτες να γυρίζουν να τον δουν. Ακόμη και οι φίλοι του που τον συναντούσαν στο δρόμο νόμιζαν πως παλάβωσε…Σελ. 57

Την εποχή εκείνη ο πατέρας μου θεωρούσε τον εαυτό του άρρωστο και ανίκανο για γάμο. Η επιληψία που μέχρι τότε ήτανε σε κατάσταση λανθάνουσα άρχισε πια να εκδηλώνεται. Είχε σοβαρές κρίσεις και ζωηρούς σπασμούς που τον εξουθένωναν και τον έκαναν ανίκανο για κάθε εργασία. Οι γιατροί του συντάγματος που τον κουράριζαν δίσταζαν ακόμη να που τι ήταν η αρρώστια του· πολύ αργότερα έδωσαν το όνομα επιληψία, στην αρρώστια του Ντοστογιέφσκυ…Σελ. 98…

Η επιληψία του πατέρα μου είχε πια εκδηλωθεί τελείως κι αυτό του είχε καλμάρει τα νεύρα. Υπόφερε βέβαια πολύ όταν είχε κρίση, όμως είχε την ανταμοιβή του όταν η κρίση περνούσε να γίνεται το πνεύμα του πιο καθαρό και πιο ήρεμο… Σελ. 101

Αργότερα οι γιατροί εξήγησαν στους δικούς μου ότι η αιτία του θανάτου του Αλέξη ήταν η ανώμαλη διαμόρφωση του μετώπου του. Ο εγκέφαλος του μεγαλώνοντας δεν βρήκε αρκετό χώρο να αναπτυχθεί μέσα στο μικρό και παραμορφωμένο κρανίο. Εγώ προσωπικά σκεφτόμουν πάντα ότι ο Αλέξης, που έμοιαζε σε όλα του πατέρα μου, θα του είχε κληρονομήσει και την επιληψία. Ο Θεός όμως στάθηκε γι’ αυτόν πολύ καλός και τον πήρε κοντά του με την πρώτη του κρίσης της αρρώστιας. Σελ. 180

Το μυαλό των επιληπτικών δεν είναι φυσιολογικό. Η μνήμη τους δεν κρατάει παρά τα γεγονότα που τους κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση. Είναι πιθανόν πως η Παυλίνα Ν. ήταν από κείνες τις πολύ όμορφες κοπέλες που αγαπάνε οι άντρες πολύ όταν τις έχουν κοντά τους, μα που τις ξεχνούν γρήγορα όταν πάψουν να τις βλέπουν…Σελ. 188

[1] Merezkovskijj D. S. Lev Tolstoi I Dostoyevskii. Cobr. Soc. T. 9, 1914, c. 101.

Stefan Cveig Tri mastera. Moskva, 1992. c. 83

Grossman Leonid Poetika Dostoyevskogo. Moskva, 1925, c. 132

[2] Volockii M. V. Chronika rodoslovija Dostoyevskogo Moskva 1993.

[3] Vrangl’ A. E. Iz vospominanii o F. M. Dostoyevskom v Sibiri στο F.M. Dostoyevskij v vospominanjach sovremenikov, t.1, Moskva 1990, c. 345. Vsevolod Solov’ev o F. M. Dostoyevskom ibid. t.2, Moskva, 1990, c. 205. Rezinkampf AE. Vospominanija o Fiodore Michailovice Dostoyevskom στο F.M. Dostoyevskij v vospominanjach sovremenikov, t.1, Moskva 1990, c.. 552. Janovskii S. D. Vospominanje o Dostoyevskom στο F.M. Dostoyevskij v vospominanjach sovremenikov, t.1, Moskva 1990, c. 234

[4] Michailovskii N. K., Zestokii talent. Moskva, 1957.

 

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση

7 Νοεμβρίου 1913 – 4 Ιανουάριου 1960

beth-concebalink.jpgTo μεγάλο εμπόδιο για να ξεφύγουμε από την κρίση δεν είναι τάχα το γεγονός ότι πρώτοι εμείς καταδικάζουμε τον εαυτό μας; Πρέπει λοιπόν να επεκτείνουμε την καταδίκη σε όλους, αδιακρίτως, ώστε να την κάνουμε κάπως πιο ήπια. Καμιά δικαιολογία, ποτέ, και για κανέναν, αυτή είναι η αρχή μου, η αφετηρία μου. Αρνούμαι την καλή πρόθεση, το έντιμο λάθος, το στραβοπάτημα, τα ελαφρυντικά. Εγώ δεν συγχωρώ, δεν δίνω άφεση αμαρτιών. Κάνω απλώς την πρόσθεση και ύστερα λέω: «Μας κάνουν τόσα. Είστε διεστραμμένος, σάτυρος, μυθομανής, παιδεραστής, καλλιτέχνης, κ.λπ.» Έτσι. Νέτα σκέτα. Στη φιλοσοφία, όπως και στην πολιτική, είμαι συνεπώς υπέρ της θεωρίας που αρνείται την αθωότητα για τον άνθρωπο και υπέρ της κάθε πρακτικής που τον αντιμετωπίζει ως ένοχο. Βλέπετε στο πρόσωπό μου, φίλτατε, έναν φωτισμένο υπέρμαχο της δουλείας. Δίχως αυτήν, για να λέμε την αλήθεια, δεν υπάρχει οριστική λύση. Αυτό το κατάλαβα πολύ γρήγορα. Άλλοτε, είχα μόνον την ελευθερία στο στόμα. Στο πρόγευμα την άπλωνα πάνω στο ψωμί μου, τη μασούλαγα όλη μέρα, έφερνα στον κόσμο μια ολόδροση ανάσα ελευθερίας. Βομβάρδιζα με τούτη την κυρίαρχη λέξη όποιον διαφωνούσε μαζί μου, την είχα βάλει στην υπηρεσία των πόθων και της δύναμής μου.

Την ψιθύριζα στο κρεβάτι, στο αυτί των αποκοιμισμένων φιλενάδων μου, και τούτη η λέξη με βοηθούσε να τις αφήνω στα κρύα του λουτρού. Την τρύπωνα συχνά… Μα τι κάνω, εξάπτομαι και χάνω το μέτρο. Τέλος πάντων, μου έτυχε να κάνω και πιο αφιλοκερδή χρήση της ελευθερίας, και μάλιστα, δείτε κι εσείς ο ίδιος την αφέλειά μου, να την υπερασπιστώ κιόλας δυο τρεις φορές, δίχως να φτάσω ασφαλώς, ίσαμε το σημείο να πεθάνω γι’ αυτήν, διακινδυνεύοντας όμως για χάρη της. Πρέπει να μου συγχωρήσετε αυτές τις απερισκεψίες, δεν ήξερα τι έκανα. Δεν ήξερα πως η ελευθερία δεν είναι ανταμοιβή, ούτε παράσημο που το γιορτάζουν με σαμπάνια. Ούτε και δώρο, άλλωστε, κουτί με λιχουδιές που σε κάνουν να γλείφεσαι. Ω, όχι, κάθε άλλο, είναι αγγαρεία, ένας μαραθώνιος πολύ μοναχικός, πολύ εξαντλητικός. Χωρίς σαμπάνια, χωρίς φίλους να σηκώνουν το ποτήρι τους και να σε κοιτάζουν με τρυφερότητα. Μόνος σε μια θλιβερή αίθουσα, μόνος στο εδώλιο μπροστά στους δικαστές και μόνος για ν’ αποφασίσεις μπροστά στον εαυτό σου ή μπροστά στην κρίση των άλλων. Μετά από κάθε ελευθερία υπάρχει μια δικαστική απόφαση. Να γιατί η ελευθερία είναι πολύ βαριά να τη σηκώσεις, ιδιαίτερα όταν υποφέρεις από πυρετό ή όταν έχεις στεναχώριες ή όταν δεν αγαπάς κανέναν.

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση, σελ. 102-103, μτφρ.: Nίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπάρογλου-Ρομπλέν, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004

Artwork: Beth Conκlin

.

.

 

Avgi Meleti, Lydius

Ο ψυχίατρος κατέληξε πως υπήρχε άμεση ανάγκη ενός προσωρινού έστω εγκλεισμού του σε ένα ψυχιατρείο, αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. «Καταλαβαίνετε βέβαια πως αυτό θα είναι κάτι προσωρινό κατά πάσα πιθανότητα, κρίνω όμως πως δε χρειάζεται ανησυχία. Με λίγα ηρεμιστικά, όλα θα μπουν στο σωστό δρόμο και θα σταματήσει κάθε παρενέργεια».
«Παρενέργεια ποιου πράγματος, γιατρέ;»
«Ο θείος σας πάσχει από μια πολύ σπάνια μορφή άγχους που του προκαλεί αυτές τις παραισθήσεις με τους άγνωστους επισκέπτες. Λέγεται Σύνδρομο του Επισκέπτη από τον Κήπο και φοβάμαι πως ίσως είναι από τα λίγα σύνδρομα που μπορεί να είναι κολλητικά».
Καθάρισε το λαιμό του με υπερβολικά σοβαρό τόνο και τα μάτια του χαμογέλασαν στα δικά μου, όχι δίχως κάποια επαγγελματική αμηχανία.
«Τον πλησιάσατε πολύ, όσο βρισκόταν σε αυτό το παραλήρημα; Τον αγγίξατε;»
Ξαφνικά εκπροσωπούσα την ενσάρκωση των φόβων μιας αμφιταλαντευόμενης επιστήμης, που στο πρόσωπο του θείου Λύδιου έβλεπε τον σπάνιο φορέα και σε εμένα τον καημένο, ανίδεο για την προδιαγεγραμμένη μοίρα του, ξενιστή. Πάνω από το κεφάλι μου υπήρχε το φωτοστέφανο εκείνου που θα αρρωστήσει, γιατί έτσι του το επέβαλε ένα κακό γονίδιο. Η αρρώστια ήδη κρυβόταν στις μελαγχολικές κόρες των ματιών μου και το σφιγμένο σαγόνι μου δεν μπορούσε παρά να είναι ένδειξη του μελλοντικού φόβου που θα ένιωθα όταν το σύνδρομο θα με κύκλωνε ασφυκτικά.
«Τον άγγιξα».
Τα μάτια του γιατρού έλαμψαν από μια ευχαρίστηση που δεν μπορούσε να κρύψει. (…)

******


Όμως δεν τηλεφώνησα στη μητέρα μου. Αν και του είπα ψέματα πως το έκανα και πως γρήγορα θα ερχόταν εκεί η ίδια να κανονίσει τα της εξόδου μας. Δεν μπορούσα να παραβλέψω το έντονα γνώριμο συναίσθημα οικειότητας που ένιωσα εκεί μέσα από την αρχή. Με το που έκλεισαν οι πόρτες πίσω μου και σφράγισα τα μάτια μου στο χαμηλό φως του σκοτεινού μεσημεριού, ξαπλώνοντας ανάσκελα πάνω στο μονό κρεβάτι, ήξερα πως ήμουν στο μέρος όπου πάντα έπρεπε να βρίσκομαι. Οι σκιές του δωματίου χαμήλωσαν και έγλειψαν μία μία τα κλειστά μου βλέφαρα. Μόνο όταν αισθάνθηκα το βάρος και της τελευταίας σκιάς που κρυβόταν πάνω στο ταβάνι και πίσω από τις κουρτίνες, μόνο τότε σηκώθηκα και άρχισα να τακτοποιώ τα ρούχα μου σφυρίζοντας και πειράζοντας το θείο Λύδιο, κάτι που μέχρι τότε δεν είχα ποτέ μου τολμήσει να κάνω. Ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής μου και νομίζω θα ήταν και του θείου Λύδιου αν δεν ταλανιζόταν από την απουσία της Αντιόχειας. Όμως ως εκεί! Δεν είχα σκοπό να τον αφήσω να μου χαλάσει τις ημέρες μου σε εκείνον τον θεσπέσιο κήπο με τους υπέροχους συνασθενείς.

Άρχισα να τον αποφεύγω όπως ο διάβολος το λιβάνι. Κρυβόμουν για να μη με ανακαλύψει, κατάπινα αμάσητο το φαγητό για να προλάβω να τρέξω έξω με τους καινούργιους φίλους μου, έριχνα με τρόπο μισά υπνωτικά χάπια στο νερό του και έδινα κρυφά λεφτά στις νοσοκόμες για να τον κρατούν απασχολημένο. Μα πώς τόσα χρόνια είχα χάσει τον πραγματικό σκοπό της ζωής μου, που δεν ήταν άλλος από το μην έχω κανέναν σκοπό παρά να κόβω βόλτες μέσα στο καταπράσινο προαύλιο ενός ιδιωτικού ψυχιατρείου; Οι πιο υπέροχοι άνθρωποι κρύβονται μέσα σε τέτοια μέρη. Κι εγώ το ανακάλυψα πολύ γρήγορα πιάνοντας φιλία με όλους ανεξαιρέτως. Γρήγορα έγινα πολύ δημοφιλής και, αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, δεν θα προλάβαινα να δέχομαι προσκλήσεις για πάρτι. Όλοι ήθελαν να κάνουν παρέα μαζί μου και να περπατήσουμε δίπλα δίπλα το οφιοειδές μονοπάτι του ψυχιατρείου που οδηγούσε σε ένα ψηλό λοφίσκο με θέα ως τα φανάρια της εθνικής οδού. Κι εγώ δεν άφηνα ανικανοποίητο κανέναν. Έκοβα περιπάτους με όλους τους ασθενείς, γευμάτιζα μαζί με τους περισσότερους και τα απογεύματα τα λέγαμε σαν καλοί φίλοι στη μεγάλη σάλα εκδηλώσεων.Ο θείος Λύδιος όμως απαιτούσε να μην τον πλησιάζει κανείς. Μιλούσε μόνο στους γιατρούς και στο νοσηλευτικό προσωπικό και απέφευγε τους υπόλοιπους ασθενείς θεωρώντας πως δεν έχει καμία σχέση μαζί τους.


Μία από τις ασθενείς, η Σκάλα, προσκολλήθηκε σα βδέλλα επάνω του, δυσκολεύοντας σε αφόρητο βαθμό τις ήδη περιορισμένες εκεί μέσα κινήσεις του. Τον περίμενε τα πρωινά με θρησκευτική λατρεία έξω από την πόρτα του, καθισμένη οκλαδόν, με τα φουντωτά μαλλιά της να πλαισιώνουν το γελαστό της πρόσωπο σαν οργισμένο φωτοστέφανο. Μόλις ο θείος Λύδιος ξεπρόβαλλε ντυμένος με τα μαλακά παντελόνια του, κοιτώντας ευθεία μπροστά , σήκωνε επιδεικτικά το πόδι του, σαν άλογο που προσπαθεί να περάσει ένα εμπόδιο και πηδούσε από πάνω της. Η Σκάλα τότε σηκωνόταν, τακτοποιούσε το παιδικό καροτσάκι που έσερνε μαζί της παντού και συνέχιζε να ακολουθεί αμίλητη τον θείο Λύδιο. Χαμογελούσε ελαφρά, σαν άνθρωπος που έχει βρει ξαφνικά το θείο σκοπό της ζωής του. Στην αρχή εκείνος προσπαθούσε να τη διώξει. «Ξου, ξου», της έκανε με τα χέρια του λες και επρόκειτο για κάποιο αδέσποτο σκυλί. Βλέποντας πως η Σκάλα δεν καταλάβαινε τίποτα, έπαψε να ασχολείται και δεν γύριζε καν να την κοιτάξει όσο εκείνη βάδιζε σαν φάντασμα πίσω του, με τα μακριά της ρούχα να δένονται σαν κινέζικο κιμονό γύρω από την μέση της. Βάδιζε λες και ήταν τυλιγμένη σε έναν τεράστιο επίδεσμο. Μικρά κοφτά βήματα και ξαφνικά σπασίματα της μέσης. Πού και πού η μαλακή φωνή της ακούγονταν να μουρμουρίζει κάτι ακαταλαβίστικο. Μια μέρα την ακολούθησα κι εγώ επίτηδες, με μόνο σκοπό να ακούσω τι επιτέλους μουρμουρίζει. Θα πρέπει να παρουσιάζαμε πολύ αστείο θέαμα. Μια πομπή τρελών μέσα στον μεσημεριανό ήλιο να κόβει βόλτες γύρω από το σιντριβάνι.(…)

******

 The psychiatrist concluded that there was immediate need of at least temporary commitment to a sanitarium, but overall there was no reason in particular to be concerned. You understand, of course, that this, in all likelihood, is going to be a temporary thing, I judge there is no reason to be concerned. With a few tranquilizers, everything will go the right way and every side effect will go away.
“Side-effect of what, doctor?”
“Your uncle is suffering from a very rare form of anxiety, which causes him these hallucinations with the unknown visitors. It’s called Visitor from the Garden Syndrome and I am afraid it is one of the few syndromes that can be contagious.”
He cleared his throat with an overwhelmingly serious tone and his eyes smiled at my own, not without a degree of professional awkwardness.
“Did you approach him while he was being this delirious? Did you touch him?”
Suddenly, I personified the incarnation of an oscillating scientist’s fears, which, in uncle Lydius’ face, saw the rare carrier, and in me, the poor fellow, ignorant of his predestinated fate, the host.
Over my head existed the halo of the one who was going to get sick for a bad gene dictated to me I should. The sickness was already lurking in the melancholic pupils of my eyes and that tight jaw of mine that could be nothing but an indication of the future fear, that I would feel when the syndrome encirclement of me became asphyxiating.
“I touched him.”
The doctor’s eyes gleamed from a delight that he could not contain

******

I did not call my mother, though I lied to him that I had. I told him that she would soon come to arrange all that was required for our departure. I could not overlook the intense feeling of familiarity that I had felt in that place from the start. The moment those doors closed behind me, I lay on the single bed and closed my eyes to the low light of the dark noon. I knew I was in the place I had always been supposed to be. The room’s shadows lowered and licked my closed eyebrows one by one,. It was only when I felt the weight of the last shadow lurking on the ceiling and behind the curtains that I got up and started unpacking my clothes, whistling and teasing uncle Lydius, something that up to that moment I had never dared to do.It was the happiest period of my life and I think it would have been uncle Lydius’ as well, if he had not been bedeviled by Antioch’s absence. But I had had enough! I had no intention of letting him ruin my days in that gorgeous garden with the wonderful co-patients.

 I began avoiding him, as the devil avoids incense. I was hiding so he would not find me out. I swallowed my food without chewing in order to have more time with my friends. I would carefully dip half a sleeping pill in his water and would bribe the nurses so that they would keep him busy. All these years! How could I have eluded my life’s true purpose, which was none other than not having a purpose, but to stroll around the lush green forecourt of a private sanitarium? The most wonderful people are hidden in places like this. I discovered them very quickly, becoming familiar with everyone, without exception. I quickly became very popular and, if things had been different, I would never have stopped accepting party invitations. Everyone wanted to hang out with me and walk side-by-side on the sanitarium’s snakelike path leading to a high hillock with a view reaching down the national road’s traffic. And I would not leave anyone unsatisfied. I took walks with all the patients, dined with most of them and, during the afternoon, we chatted as good friends in the great celebration lounge. Uncle Lydius demanded that everyone stay away from him. He spoke only to the doctors and the nursing personnel and avoided the rest of the patients, believing he had nothing in common with them.

One of the patients, Scala, latched on him like a leech, making his – by default – limited moves more difficult, to an unbearable degree. In the mornings, she waited for him outside his door, with religious devotion, seated with her legs crossed, her bouffant hair framing her smiling face as a furious halo. The moment uncle Lydius appeared, dressed in his soft pants, looking straight ahead, he lifted his foot with a flourish, like a horse trying to overcome an obstacle and he leaped over her. Scala would then get up, arrange the toy perambulator that she dragged with her everywhere and continue to follow uncle Lydius, speechless. Her smiles were soft like someone who had suddenly discovered their life’s divine purpose. At first, he tried to send her away. “Shoo, shoo” he waved with his hand, as if he were addressing some stray dog. After seeing that Scala didn’t – or wouldn’t – get it. He stopped bothering and refused to look at her while she paced behind him like a ghost, with her long clothes tied as a Chinese kimono around her waist. She walked as if she had been wrapped in a gigantic bandage. Once in a while, her soft voice would be heard murmuring something unintelligible. One day I followed her on purpose, my sole aim to finally hear what on earth she was murmuring about. We must have been quite the funny spectacle, a parade of nutcases basking in the midday sun, strolling around the fountain.(…)

Avgi Meleti, Lydius, translation from greek into english: Ilias Sellountos, Publisher: Legume Man Books, 2014

Φωτό:Tomasz Wisne

Καλά υπερατλαντικά ταξίδια Αυγή (Ρεγγίνα Μπου) και Ηλία!

 

Ε. Χ. Γονατάς, Η κρύπτη

.

.

Αυτό το παραγιομισμένο μπαούλο, όσο και να πέφτω πάνω του βαρύς, δεν καταφέρνω να το κλείσω. Ένα κομμάτι κίτρινο ύφασμα περισσεύει ολόγυρα, μια μέλισσα πιασμένη απ’ το ποδάρι σβουρίζει, ένα λουλούδι μου γνέφει απ’ την κλειδαριά∙ ξεχνιέμαι και του μιλάω ώρες.

Ε. Χ. Γονατάς, Η κρύπτη, (απόσπασμα) Εκδόσεις Στιγμή, 2006

.

.

.

 

http://www.hprt-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=68940&tsz=0

 

Η εκπομπή «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ» στο επεισόδιο «ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ Ε Χ ΓΟΝΑΤΑ» ανιχνεύει με πρωτότυπο τρόπο την προσωπικότητα του λογοτέχνη ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ Χ. ΓΟΝΑΤΑ, παρακολουθώντας από κοντά την καθημερινή του ζωή για πέντε μήνες. Στο σπίτι του στην Κηφισιά, ο ποιητής και πεζογράφος ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΓΟΝΑΤΑΣ ξεναγεί τους τηλεθεατές στις αποθήκες του, στον κήπο του, που τον φροντίζει με ιδιαίτερη αγάπη, και τους γνωρίζει τις γάτες του, που μπαινοβγαίνουν ανενόχλητες και ζουν αρμονικά μαζί του. Κατά τη διάρκεια της ξενάγησης, ο λογοτέχνης αναλύει τις απόψεις του για τη ζωή και τη λογοτεχνία και οδηγεί τους τηλεθεατές στην ανάγκη να γνωρίσουν το έργο αυτού του αυθεντικού καλλιτέχνη. Ο Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ παρομοιάζει τον κήπο του με τον μικρόκοσμο της ζωής και της φαντασίας. Παρουσιάζει τα λεξικά που έχει στη βιβλιοθήκη του και τα προσεγγίζει με τον μοναδικό του τρόπο. Αναζητά στις αποθήκες ξεχασμένα κείμενά του, έργα καλλιτεχνών, όπως έναν πίνακα του ζωγράφου ΑΛΕΞΗ ΑΚΡΙΘΑΚΗ και ξετρυπώνει προσωπικές και οικογενειακές φωτογραφίες. Εκφράζει την άποψή του για τη δημιουργία, τονίζοντας ότι οι καλλιτέχνες δημιουργούν για να θεραπευθούν και εναντιώνεται στις επιχορηγήσεις και στα βραβεία. Ο ΓΟΝΑΤΑΣ μέσα από το λόγο του αποτυπώνει τη συνεχή υπαρξιακή του αγωνία και σχολιάζει την καθημερινή πραγματικότητα.

Πίνακες: Vladimir Gvozdariki