RSS

Daily Archives: 25/02/2014

Iφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, Εκδόσεις Ars Poetica

,

,

.

.

 

Μέρη Λιόντη, Ελπίζοντας

 
Ξημέρωσε
η άμμος που
κρατούσα όλη νύχτα
κύλησε
Την άφησα να χαθεί
με ταράζει το φως
 
με ταράζει η δύναμή του
Ό,τι έχω χλωμιάζει
Ό,τι κρατώ δεν είναι της μέρας

περπατώ σε μιαν αχτίδα
ανάμεσα στα φωτόνια
προσπαθώ να μην παρασυρθώ
 
να κλάψω
στην ώρα μου
ίσως τότε τούτη η κάψα δροσίσει
 
(μοιράζω τη δύναμή μου σε τρία σακούλια
κι όλα στην ουτοπία τα χαρίζω)
 
 

Θέρος το χειμαζόμενον, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2014

Μόλις κυκλοφόρησε

Φωτό: Kansuke Yamamoto
.
.
 
.
.
 

 

Ασημίνα Λαμπράκου, Δρόσω, η γυναίκα με τα γκρι μάτια (e-περιοδικό bibliothèque)

 
Α, που να μην έσωνα το στόμα μου ν’ ανοίξω και βαθούλωσαν τα μάτια της τα κακοζορισμένα από τη μοίρα και πήρε το γκρι τους εκείνο το παράπονο τ’ ουρανού πριν το χειμωνιάτικο δείλι σε μοναχική κορυφή βουνού ξεχασμένου στο μέσο του
κάμπου.
 
Σφίχτηκαν και τα δάχτυλα στο βελόνι, κόμπους να βγάλουν τα χέρια στα προικιά του κόσμου την αγνωμοσύνη και τη λησμοσύνη, να μη στρώσει η φόδρα κι η ραφή και τα τρία τα μεταξωτά κουμπιά στην άκρη της ζακέτας .
Ως κι ο σφάχτης στη μέση κούφωσε να μ’ ακούσει από περιέργεια και μένος τη λέξη που της έδωσα να μασήσει το πικραμένο της μυαλό πως χρέος το χε να μη φανερώνει τη μιζέρια κι έκανε μπραφ κι απόδρασε απ’ το μπάλωμα η κλωστή για να μ’ απογελάσει η τρύπα στο βρακί της πώς να! αποτάσσω τη μιζέρια που καθόλου δεν δικαιούμαι κι άλλοι μου την επέρασαν στέμμα βασίλισσας ξεδοντιάρας στα 60 μου από νοικοκυρά στο σπίτι μου να γίνω κι έχασκε προς στιγμή το στόμα της απ’ ανάγκη να βεβαιώσει την αλήθεια. Κι άλλο δεν έχω να σε φιλέψω παρά την πρόστυχη τρύπια απόδειξη πως μίζερη είν’ η ζωή μου κι όχι αυτά που μαρτυράω αφού καλά τα κρύβω το πρωί φορώντας τ’ άλλα τα βρακιά μου μη τύχει τίποτα που θα αποδείξει την αλήθεια.  
 
 
 
 
Α, που να μην έσωνα το στόμα μου ν’ ανοίξω και με πάγωσε η εικόνα της πιο πολύ απ’ τη φωνή της που αντάμωσε τ’ αφτιά μου γλυκόλαλη να ειρωνευτεί με ήχο παρά λέξεις την γραμματοσύνη μου που ξετσίπωτη αποθρασύνθηκε να την ορμηνέψει τ’ ανορμήνευτα στον πόνο τον ανεπίστροφο. Και σαν ο σβέρκος σηκώθηκε να στηρίξει πιο ψηλά κι απ’ το ψηλά εκείνο το κεφάλι, με το γκρι της θάλασσας του χειμώνα στο χωριό της, βλέμμα, υποκλίθηκα αμαρτωλή στη ζωή που από περηφάνια  πορεύτηκε μοναχική, τόσο που κι ο θάνατος περίσσεψε φορές πολλές, τη μοναξιά να μη χαλάσει.
 
Artwork: Julia Geiser
 
 
bibliotheque.gr/?p=35150
 
.
.