Λοιπόν, Χαρίλαε Ερασμονίδη,
επειδή είσαι καλός φίλος,
θα σου λέω κουταμάρες
κι εσύ θα γελάς.
Archives
Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Πρίγκιπα η μέρα αργοσβήνει

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει.
Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει στις χιονισμένες πλαγιές
κι εσύ οδεύεις ψηλότερα. Τα χέρια σου αγκάλιασαν
το τιμόνι. Τα μάτια σου πάγωσαν λίμνες και δάση
κοιτούν κουρασμένα τις άσπρες κορυφογραμμές
ώσπου ο ουρανός ν’ αστράψει τη νύχτα της Γέννησης
χρωματιστά παιδάκια στη δακρυσμένη σου σκέψη
Κι εμένα με στέλνεις στις λασπωμένες ακτές. Να εξάψω
τις φωλιές της αντίστασης στα χωριά και στα πνεύματα
μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας. Μεθυσμένος
από μια ολονυχτία σε μισοφώτιστα μπαρλίπος, να ορκιστώ πίστη και να πεθάνω για σένα
Πρίγκιπα, γύρισα και είδα τον άρρωστο ήλιο στις πορτοκαλιές
είδα το νυχτολούλουδο στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες γρίλιες
και τ’ άλογά σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.
Γιατί τα κτήματα δόθηκαν για το τίποτα, τα οικόσημα
Της αιώνιας βασιλείας σου στο εφήμερο αίσθημα.
Στις μαρμάρινες σκάλες, στα ανάκλιντρα μιας επίχρυσης δόξας με
πήραν τ’ αναφιλητά
Το αίμα σου μας δόθηκε, Πρίγκιπα, δε μας ανήκει Σημείωση: Oι Ωδές στον πρίγκιπα είναι η πιο άρτια ποιητική συλλογή του Ασλάνογλου και είναι αυτοαναφορική. Όπως αναφέρει ο Ανέστης Μελιδώνης «Με μια αποτρόπαιη πανοραμική ματιά στη μαραζωμένη παιδική του αθωότητα, καθαρίζει το τοπίο από αναμονές και πόθους και το γεμίζει με ένα πένθος ανήκουστο, αν όχι κι ανείπωτο (…) Ο Ασλάνογλου είναι ο παρατηρητής της ζωής που δεν ζει και απευθύνεται διαρκώς στο ποιητικό του εγώ για μια ελάχιστη νύξη ανταπόκρισης(…) To πένθος του Ασλάνογλου είναι ένα ίχνος από τη ζωή που χάθηκε. Ο ίδιος μιλούσε για μια αποξήρανση του αισθήματος. Ενώ είχε δηλώσει ότι η ποίησή του είναι αυτιστική, μια ταύτιση με τον εαυτό του, το εγώ και το εσύ είναι το ίδιο πρόσωπο» Ποιητές στη σκιά, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2012 Φωτογραφία: Igor Morski
.
.
Το τραγούδι του λύγκα, Κριτικές: Αριάδνη Καναβάκη, Έλενα Γιαννουτάκη, Γιάννης Δήμας
Πότε εγκλωβίστηκες στο όνομα σου και κυρίως πότε εγκλωβίστηκες στο επώνυμό σου;
|
Το δρόμο του τραύματος και των προσφερόμενων λύσεων, τον δρόμο της πληγής και της ερωτικής γεωγραφίας (σε τοπία ή κορμιά, αδιάφορο), που σίγουρα ή κατά τύχη θα περπατήσουμε, για να γιατρευτούμε, και εν τέλει να αυταπατηθούμε και να υπεραγαπηθούμε. |
Αγαπητέ αναγνώστη,
πότε εγκλωβίστηκες στο όνομα σου και κυρίως πότε εγκλωβίστηκες στο επώνυμο σου; Ήταν με το περιεχόμενό του, εφαλτήριο στη έξοδό σου στη ζωή ή παραμένει τροχοπέδη;
Με λένε Φιλιώ , από το Τριανταφυλλιά, κομμένο βγαίνει αυτό, Φιλιώ λοιπόν Αηδονοπάτη. Του Γεωργίου και της Ευλαμπίας. Το γένος… παρακάτω.*
Έτσι κάπως ξεκινά η είσοδος στον κόσμο της Ιφιγένειας Σιαφάκα και συγκεκριμένα η είσοδος στη ζωή της ηρωίδας της. Μιας ηρωίδας γυναίκας καθαρής που μοιραία από την αρχή θα συγκρουστεί με το πατρικό, το βάναυσο βασίλειο της, με την ονοματο-δοσία της, με το ίδιο της το φύλο.Και πως αλλιώς αφού την περιμένει η έναρξη της στη ζωή με σταθμούς βαφτισμένους στον άνδρα και τις επιθυμίες του. Στον άνδρα και τις απαιτήσεις του, στον άνδρα και στα οιδιπόδεια του, στα άλυτα ξεσπάσματα.Ενώ εκείνη περπατά με τους νευρώνες της στα δικά της μονοπάτια με ένα και μόνο ζητούμενο, την αγάπη.Σταθμός πρώτος μετά την αυταρχική της ρίζα, ο Θεραπευτής. Η ίδια δεν έχει πλέον όνομα είναι αυτή με το γελοίο όνομα. Κι αυτή με το γελοίο όνομα επέλεξε λοιπόν τον Αλκιβιάδη, ψυχίατρο/ψυχαναλυτή/ποιητή και ότι συνεπάγονται οι τίτλοι.
…αν είχε επιλέξει ,λοιπόν , για σύντροφο της τον Αλκιβιάδη, δεν ήταν επειδή ήταν ποιητής ,αλλά επειδή ήταν γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, διακεκριμένος, γνωστός στους κύκλους, και γι’ αυτό κατάλληλος να εισχωρήσει και να κατανοήσει τα μύχια της ψυχής της. Να την παρηγορήσει. Να τη χαλαρώσει. Να τη νανουρίσει…….*
Και ιδού η πρώτη τρύπα η κακοποιητική, η μη επαρκής, η τριζάτη. Γιατί ο Αλκιβιάδης όχι μόνο δεν ήταν θεραπευτικός, αλλά τουναντίον άκρως αυταρχικός, δεσποτικός, λες και έσερνε στα πόδια του εκείνον τον παλιό, τον πατέρα της. Αυτή με το γελοίο όνομα που τόσα ξεπέρασε και είχε διακριθεί, ως αρχιτέκτων, αυτή στη φαρμακόγλωσσα και τη δυσφορία ενός Θεραπευτή/ποιητή; Ειρωνεία η ζωή; Κι ήρθε ο θρήνος κι η κλεισούρα, κι ήρθε η μήτρα των ενηλίκων – ο εγκλεισμός στο σπίτι δηλαδή, γιατί τα δέκα χρόνια είναι ολόκληρη ζωή κι ίσως πολλές μαζί.Κι ύστερα, αναγνώστη μου, η έξοδος η μεγάλη, ο καλλιτέχνης έρωτας -ο Ιάσονας ο ηθοποιός… Αλλά μην αυταπατάσαι δεν ήρθε μόνος, μα με τις σκιές του, ζώσες και νεκρές, μα τούτη τη φορά σαφώς ερωτικές.
Έρωτaς και συνουσία στο κελάρι! Να ΄χαμε και μια κουβέρτα σκέφτηκε η με το γελοίο και ανατριχίλα κατέφθασε οσονούπω, αυτή ανακλαδίστηκε, γουργούρισε στο στέρνο του Ιάσονα γρού γρού… -περόνιαζε το κόκκαλο η υγρασία-, οι τοίχοι στάζανε πλήξη νοτισμένη, σαν από κάπου να ΄ρθε ρεύμα, εμβρυακά χουζούρεψε αναζητώντας θαλπωρή σε νοσταλγίες άγουρες: κόλλησε το κορμί της στον Ιάσονα. *
και η συνέχεια στο βιβλίο σας…
Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γράφει ποιητικά αλλά όχι δύσκολα. Έχει βρει τη φόρμουλα να διατηρήσει την αρχαία ρίζα της λέξης και να την εναποθέσει στο σώμα του κειμένου σύγχρονα, υπενθυμίζοντας λέξεις που δε χρησιμοποιούμε πια. Και σίγουρα ρισκάρει παίζοντας με το χαρτί του πλούσιου λεξιλογίου. Γραφή θαρραλέα και στιβαρή, αστεία και παράλογη, αληθινή και ωμή, φουρτουνιασμένα γυναικεία με πολλές σουρεαλιστικά δοσμένες/σκηνοθετημένες εικόνες(στα συν του βιβλίου). Οι ήρωές που επιλέγει κινούνται δυναμικά στο περίπου χρονικό και σίγουρα στο α-τόπο, θυμίζοντας κάτι από τη σχολή του παράλογου ή αν προτιμάτε από εκείνη τη απόδοση στη βυζαντινή ζωγραφική.Κι η κίνηση αυτή είναι χαρακτηριολογική. Κρατούν την υπόσταση τους με νύχια και με δόντια, αισθάνονται, ιδρώνουν και μάχονται να επιβιώσουν. Γιατί ο εμφύλιος των φύλων εδώ είναι εξόφθαλμος, λογικός και σχεδόν θεσμικός για όλη την αναζήτηση. Κυριαρχούσα φλέβα του βιβλίου η έντονη αφηγηματική γυναικεία πλευρά, η παλιά εκείνη παρουσία του πρώτου γυναικείου λόγου.Αγαπητέ αναγνώστη, η Φιλιώ Αηδονοπάτη ήρθε και διέσχισε σελίδες, για να μας θυμίσει έναν δρόμο οικείο και σχεδόν γνωστό για πολλούς από εμάς. Το δρόμο του τραύματος και των προσφερόμενων λύσεων, τον δρόμο της πληγής και της ερωτικής γεωγραφίας(σε τοπία ή κορμιά, αδιάφορο) που σίγουρα ή κατά τύχη θα περπατήσουμε για να γιατρευτούμε και εν τέλει να αυταπατηθούμε και να υπεραγαπηθούμε.
Καλή σας ανάγνωση!
*Τα αποσπάσματα είναι από το μυθιστόρημα “Το Τραγούδι του Λύγκα” της Ιφιγένειας Σιαφάκα, εκδ. Γρηγόρης
http://www.kulturosupa.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=11102&catid=138&Itemid=334
——————————————————————————————————-
Βιβλιοκριτική, ΕΛΕΝΑ ΓΙΑΝΝΟΥΤΑΚΗ
20/11/2011
Η Ιφιγένεια Σιαφάκα, γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Ασχολήθηκε, επίσης, με το θέατρο και τη γραφιστική.Μετά τη συγγραφή βιβλίων, απευθυνόμενα σε εκπαιδευτικούς και σπουδαστές, προχωρά στην συγγραφή του Μυθιστορήματος, Το τραγούδι του Λύγκα.
Ηρωίδα του βιβλίου, η Τριανταφυλλιά Αηδονοπάτη, μία αρχιτέκτων με γελοίο, όπως αναφέρει η ίδια συνεχώς στις περιγραφές της, όνομα, παρουσιάζεται ως ένα πρόσωπο με πολλαπλά βιώματα, τα οποία επιδρούν αρνητικά στην ψυχολογία της. Ανασφαλής λόγω του ονόματός της, αλλά και της καταπιεστικής κατάστασης που βίωσε μέσα στην οικογένειά της, μετατρέπεται σε ένα πλάσμα που θέτει ως αυτοσκοπό του, την εύρεση της αγάπης μέσα από σχέσεις που τη στιγματίζουν και έχουν ένα μάλλον, τραγελαφικό αποτέλεσμα. Η δεκαετής σχέση της με έναν ψυχίατρο και συνάμα ποιητή, τον Αλκιβιάδη Τσαγανόπουλο, τον οποίο γνώρισε στην προσπάθειά της να απαγκιστρωθεί από τα φαντάσματα του παρελθόντος, θα λήξει άδοξα, μέσα από μία σειρά αστείων αλλά και τραγικών καταστάσεων. Η επόμενη σχέση που τη στιγματίζει, είναι αυτή με τον αντισυμβατικό ηθοποιό, Ιάσονα υπό την σκιά του πατέρα του Άλεξ και της αινιγματικής Αλταμίρας.Οι σχέσεις αυτών των ανθρώπων δίνονται από τη συγγραφέα με μία μυθική διάσταση που τις κάνει να φαντάζουν μη πραγματικές και λογικές.
Στο Τραγούδι του Λύγκα γίνεται μία προσπάθεια να ανιχνευτούν οι αιτίες του χάσματος και της σύγκρουσης ανάμεσα στα δύο φύλα, μέσα από μία πρωτότυπη απόδοση από τη συγγραφέα. Εντύπωση προκαλεί ο τρόπος συγγραφής, που ακροβατεί στα όρια του πραγματικού και του φανταστικού ή ακόμη και μυθικού, με τα συναισθήματα να παίρνουν σάρκα και οστά και να μονοπωλούν τις σελίδες αυτόυ του βιβλίου. Ένα βιβλίο ασυνήθιστο, με γρήγορη πλοκή και ζωντανή αναπαράσταση των γεγονότων και των καταστάσεων που σε προκαλεί να εισβάλεις μέσα στις ζωές των ηρώων και να παρακολουθήσεις από κοντά όλα αυτά τα τραγικά μα με ανάλαφρο και αστείο τρόπο δοσμένα συμβάντα.
Επιμέλεια: Γιαννουτάκη Έλενα Ιφιγένεια Σιαφάκα Το τραγούδι του Λύγκα Γρηγόρη, 2011 Σελίδες : 310
http://www.alterthess.gr/topic/%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF?page=2
——————————————————————
Βιβλιοκριτική, ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΑΣ
5/10/2011
«Το τραγούδι του Λύγκα», ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΑΣ
Όταν έχει κάποιος την ευκαιρία να συζητήσει με τον συγγραφέα ενός βιβλίου τότε η εικόνα αλλάζει. Είναι σαν να σου εξηγεί ένας ζωγράφος τι τον οδήγησε στο να δημιουργήσει ένα πίνακα ή έναν στιχουργό ο οποίος σου εκμυστηρεύεται πως βρέθηκε να γράφει για τον έρωτα. Μιλώντας με την Ιφιγένεια Σιαφάκα καταλαβαίνω γρήγορα ότι το ύφος της λογοτεχνίας στο μυθιστόρημα που πρόσφατα κυκλοφόρησε «Το τραγούδι του Λύγκα» (εκδόσεις Γρηγόρη 2011) αποτελεί όντως ένα βήμα παραπέρα από την συγγραφή μιας ιστορίας έρωτα. Η Τέχνη του Λόγου αποκτά στόχο, την αφύπνιση του αναγνώστη και την ανάγκη για μια αμφίδρομη δράση στην οποία συνδράμουν ο γραπτός λόγος όσο και η ενεργοποίηση, επιρροή της σκέψης και του προσωπικού φίλτρου του αναγνώστη απέναντι στο κείμενο. Ο αναγνώστης συμμετέχει στην ροή του αληθινού αυτού μυθιστορήματος καθώς και στην προσπάθεια αποκρυπτογράφησης των μηνυμάτων της συγγραφέως φτάνοντας έτσι σε μια δημιουργική ανάγνωση.
http://www.newsville.be/gr/politismos/siafaka-lygkas.asp
Μελοποιημένη ποίηση: Μπέρτολντ Μπρεχτ

Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος.
Στίχοι: Μπέρτολντ Μπρεχτ / Απόδοση: Μάριος Πλωρίτης.
Μιλάνε για καιρούς δοξασμένους, και πάλι
(Άννα μην κλαις)
θα γυρέψουμε βερεσέ απ’ τον μπακάλη.
Μιλάνε για του έθνους, ξανά, την τιμή
(Άννα μην κλαις)
στο ντουλάπι δεν έχει ψίχα ψωμί
Μιλάνε για νίκες που το μέλλον θα φέρει
(Άννα μην κλαις)
Εμένα δε με βάζουν στο χέρι.
Ο στρατός ξεκινά
(Άννα μην κλαις)
Σαν γυρίσω ξανά
θ’ ακολουθώ άλλες σημαίες.
Ο στρατός ξεκινά
————————————————————————————–
Μύθοι: Isaac Albeniz

__________________________________________________________________________________














