
Archives
Φωτογραφία: PUPPET THEATER: Alfred Eisenstaedt

Children watching the story of St. George and the Dragon at the Puppet Theater in Τhe Tuileries
Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Μετάνοιες
.
Ενάργεια είχαν τα λόγια της:
“Από ένστικτο και πείρα δύσκολα ενδίδω.
Θέλω ο άνδρας να με πολιορκεί επίμονα,
να παρακαλάει, να χάνει τον εαυτό του για χάρη μου.
Αλησμόνητος μένει στο μυαλό μου ένας θαυμαστής
σε κάποιο ταξίδι.
Πριν πέσουμε στο κρεβάτι και όπως ήμουν όρθια,
με λατρεία έσκυψε στα πόδια μου, κι έκανε μετάνοιες
στο γυμνό μου σώμα,
μετά από τα γόνατα άρχισε να με φιλάει”.
Από τη συλλογή “Ηδονή και εξουσία” Μεταίχμιο, 2009
Φωτό: Talon Abraxas
Σκοτ Φιτζέραλντ, O μεγάλος Γκάτσμπυ

Ο κεντρικός μηχανισμός της αφήγησης ή, πιο σωστά, το ρομαντικό πάθος του Γκάτσμπυ για την Νταίζυ είναι ένα από τα αξεπέραστα μοτίβα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το πάθος που βρίσκει ανταπόκριση και οδηγεί στην τεκνογονία –ευλογημένο ψυχικά και κοινωνικά– μπορεί να επαληθεύει τους νόμους της ζωής, αλλά δεν μπορεί να συγκριθεί με το «άρρωστο» και ως εκ τούτου «λογοτεχνικό» πάθος του εραστή, ο οποίος δεν επιβεβαιώνεται. Ο Γκάτσμπυ εμφανίζεται περίπου ως τριτοξάδελφος του Χήθκλιφ, ως μακρινός συγγενής του Φρεντερίκ, του ήρωα της Αισθηματικής Αγωγής του Φλωμπέρ, ίσως και του κατοπινού ήρωα της Συνείδησης του Ζήνωνα. Το σκοτάδι, ο φθόνος, το πάθος για εκδίκηση συγκροτούν έναν μύχιο κόσμο που μπορεί να φτάσει μέχρι φόνου, παρά το γεγονός ότι η αρχική επιθυμία λάμπει από αθωότητα. Ο έρως, με άλλα λόγια, είναι άπειρος, ενώ ο γάμος έχει όρια τα ίδια τα παιδιά. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και το πάθος χωρίς ανταπόκριση, που είναι μεν σκοτεινό, αλλά δημιουργεί άτομα τα οποία –τελικά– ευλογούν τη λογοτεχνία και ενίοτε τον ίδιο τον θάνατο. Το εντυπωσιακό σε αυτό το καταλυτικό πάθος χωρίς ανταπόκριση είναι ότι η γυναίκα δεν δοξάζεται, απεναντίας είναι μια «όμορφη χαζούλα» με μια ναζιάρικη φωνή – «μια φωνή γεμάτη λεφτά»!
———
«Η φωνή της έχει μιαν αναίδεια, είπα. Είναι γεμάτη – δίστασα. Η φωνή της είναι γεμάτη λεφτά, είπε απότομα. Ναι, αυτό ήταν. Δεν το είχα καταλάβει μέχρι τότε. Ήταν γεμάτη λεφτά – αυτή ήταν η ανεξάντλητη γοητεία της κυματιστής φωνής της, αυτό το ανεβοκατέβασμα, το κουδούνισμα… Ψηλά σε ένα λευκό παλάτι, η θυγατέρα του βασιλιά, το χρυσό κορίτσι…».
(…)
O Χέμινγουεϊ επέτυχε έναν περίτεχνο χαρακτηρισμό της λογοτεχνικής ιδιοφυΐας του Φιτζέραλντ:
«Το ταλέντο του ήταν τόσο φυσικό, όσο τα σχέδια στα φτερά μιας πεταλούδας. Στην αρχή δεν είχε μεγαλύτερη επίγνωση του ταλέντου του απ’ όση έχει η πεταλούδα για τα χρώματά της κι ούτε καταλάβαινε πότε το χνούδι των φτερών του τριβόταν και χάλαγε. Αργότερα συνειδητοποίησε τη φθορά στα φτερά του, κατάλαβε την κατασκευή τους και άρχισε να προβληματίζεται, αλλά δεν μπορούσε να πετάξει πια γιατί η λαχτάρα να πετά είχε χαθεί και θυμόταν μόνο όταν πετούσε χωρίς καμιά προσπάθεια».
Του Κωστή Παπαγιώργη (Lifo, 28/03/13)
Σχόλιο: Πέραν των άλλων, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος αυτού είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Φιτζέραλντ παίζει με το φως. Ένας προσεκτικός αναγνώστης αντιλαμβάνεται ήδη εξαρχής ότι το τέλος θα είναι τραγικό. Το φως είτε πρόκειται για κεριά, πολυελαίους, λάμπες, δύση ή ανατολή ηλίου, φανοστάτες… προοικονομεί. Είναι το καλύτερο μυθιστόρημα, απ’ όσα έχω διαβάσει έως σήμερα, όπου ένα σημαίνον προοικονομεί και κινητοποιεί με τέτοιον τρόπο τη δράση,
Γιώργος Λίλλης, «H Δίκη» του Κάφκα… επίκαιρη

Το αμάρτημα του Γιόζεφ στο μυθιστόρημα η Δίκη του Κάφκα είναι ότι δεν παραδέχεται το έγκλημά του. Ο ήρωας δείχνει με ποιο τρόπο μπορεί να εξαρθρωθεί με σχετική ευκολία το όριο του ατομικού με του συλλογικού, αλλοίωση μέσα στα πλαίσια του κόσμου, ο οποίος όχι μόνο μας περιβάλλει, αλλά και μας διαμορφώνει. Κάποιος πρέπει να παίξει το ρόλο του κακού, για να υπάρχουν καλοί, κάποιος πρέπει να καθοδηγήσει, για να υπάρχουν καθοδηγούμενοι, κάποιος πρέπει να νομοθετήσει, για να υπάρχουν τηρητές νόμων.
Το σύστημα, έκδηλα απορροφά και αφομοιώνει την ατομική ουσία, δεσμεύει την ελευθερία κινήσεων, καταχράται όσους αντιστέκονται.
Ο Γιόζεφ Κ δεν γνωρίζει το έγκλημα που διέπραξε. Οι υπόλοιποι όμως έχουν αποδεχθεί την άποψη ότι το διέπραξε. Από ένα σημείο και μετά δεν έχει σημασία, ούτε και για τον ίδιο ακόμα, η συγκεκριμένη εγκληματική πράξη, αλλά η αποδοχή της ενοχής, η δημόσια κατάθεση ότι είναι πράγματι ένοχος και πως εκείνος δεν ήταν έτοιμος, ώστε να συνειδητοποιήσει το ειδικό βάρος που έπαιρνε η δίκη του, η απολογία του, η ίδια του η ζωή και ο αντίκτυπός της στη κοινωνία.
Δεν είσαι λοιπόν αυτός που πίστευες ότι είσαι, δεν είσαι ούτε καν αυτό που ονειρεύτηκες ότι είσαι, αλλά είσαι αυτό που οι άλλοι έχουν προσδιορίσει ότι είσαι.
Η προσωπικότητα του Γιόζεφ, η αδιάφθορη ψυχή του έχει πίσω από τις λέξεις έναν ευγενή δημιουργό, ο οποίος καλείται να απολογηθεί στον ίδιο του τον εαυτό και κατ΄ επέκταση στον ιδιωτικό χώρο όπου δρα αυτός ο εαυτός. Σαν τυφλός ξιφομάχος που προσπαθεί απεγνωσμένα να πετύχει το στόχο του. Αν ο στόχος αυτός δεν είναι ούτε καν προσδιορισμένος τότε η κατάσταση γίνεται πιο τραγική, αφού οι αντίπαλοι μπορεί να είναι πολλοί και οπουδήποτε. Ο Γιόζεφ Κ αυτοτραυματίζεται, αγωνιά, προσπαθεί να αποβεί σε μια καίρια κίνηση για να τον οδηγήσει σε συμπεράσματα τα οποία θα του δώσουν το έναυσμα να προσδιορίσει το περιβάλλον του και τον εαυτό του μέσα στο περιβάλλον του. Η αυτογνωσία είναι μια ψευδαίσθηση ή μια ετυμηγορία; Η διορατικότητα είναι ωριμότητα; Η αντισυμβατικότητα; Ποιος από εμάς τους δυο θα παίξει τον Γιόζεφ και ποιος τον φύλακα που τον συλλαμβάνει;
«Το μόνο που μπορώ τώρα να κάνω», σκέφτεται ο Γιόζεφ, «είναι να διατηρήσω ως το τέλος το μυαλό μου νηφάλιο. Επεδίωκα πάντα να αδράξω τον κόσμο με είκοσι χέρια, και μάλιστα για ένα σκοπό όχι και τόσο αθώο. Ήταν λάθος. Θ΄ αφήσω λοιπόν να με κατηγορήσουν ότι, έναν ολόκληρο χρόνο που κράτησε η δίκη μου, δε διδάχτηκα απολύτως τίποτα;»
Τα λόγια αυτά, λίγο πριν οι δύο φύλακες τον δολοφονήσουν, αποτελούν την κορύφωση της δραματικής γλώσσας του Κάφκα. Πόσο επίκαιρα λόγια στις μέρες μας. Σήμερα ζούμε στην Ευρώπη μια παρόμοια κατάσταση. Η πολιτική και το οικονομικό λόμπι μας φόρτωσαν μια ζωή που δεν θελήσαμε να ζήσουμε. Μια ζωή από δεύτερο χέρι. Και τώρα πληρώνουμε. Σε μια κοινωνία όπου η κοινή γνώμη παίζει τον ρόλο του δημοδιδάσκαλου, ποιος θα αντισταθεί; Ποιος θα αλλάξει ρότα ψάχνοντας σε άλλους δρόμους την ουσία της πραγματικής ζωής;
Αrtwork: Chiharu Shiota
Λουπάκη Ευγενία (Eφημερίδα η Αυγή on line) Το λίγο του κόσμου (και ένα σχόλιο επ’ αυτού)

Πίνακας: Κris Lewis
Ολόκληρο τo κείμενο της κ. Λουπάκη στον παρακάτω σύνδεσμο
http://www.avgi.gr/article/297105/to-ligo-tou-kosmou
( …)
Εκείνο που με τρομάζει είναι ότι η λαίλαπα των καταδικαστικών σχολίων για την επίμαχη φράση ξέσπασε πριν δημοσιευθεί η ακριβής διατύπωση και η όλη τοποθέτηση της 82χρονης ποιήτριας. Ότι είδα σε γνωστό ειδησεογραφικό μπλογκ, που κατάλαβε ότι το θέμα “πουλάει”, να αναρτάται το θέμα με τίτλο “ρατσιστικό παραλήρημα”, ότι είδα ανθρώπους που εκτιμώ και που με γνωρίζουν προσωπικά να αναρωτιούνται τί κοινό μπορεί να έχω εγώ με τη Σώτη Τριανταφύλλου, επειδή αντέδρασα στην πυρά που κατά τη γνώμη μου στήθηκε. Και να επιστρατεύονται παλιότερες θέσεις της, όπως η περιβόητη διακήρυξη των 32 “πνευματικών ανθρώπων” υπέρ του Μνημονίου, για να δικαιολογηθεί η μήνις για το παγκάκι. ( …) Αλλά είναι ποιήτρια. Σε κάποιους από μας μιλάει η ποίησή της, σε άλλους όχι. Όσο για τον δημόσιο λόγο της, απ’ τη στιγμή που αποφασίζει να τον εκφέρει, δικαιούμαστε όλοι να τον κρίνουμε. Αφού ακούσουμε, αφού διαβάσουμε, αφού ενημερωθούμε, αφού σκεφθούμε. Όχι σαν όχλος, αλλά ως ελεύθεροι, σκεπτόμενοι, ευαίσθητοι άνθρωποι. Ως αριστεροί, δηλαδή, που έχουμε όλοι, μα όλοι, αμαρτήσει…
Φωτό: Robert Doisneau
Σχόλιο
Το παραπάνω λινκ μού απεστάλη χθες το βράδυ από κάποιον δημοσιογράφο, ο οποίος είχε διαβάσει το δικό μου σχόλιο για την Κική Δημουλά http://wp.me/p2VUjZ-29I, και εκτίμησε το ανθρώπινο και ειλικρινές, που το διέπνεε. Το δικό μου, βεβαίως, κείμενο, εν πλήρει συνειδήσει, δεν συναντά τον αυστηρό δημοσιογραφικό λόγο, διότι δεν επρόκειτο να δημοσιευτεί σε κάποια εφημερίδα, αλλά στο δικό μου ιστολόγιο, στο οποίο μου επιτρέπω να χρησιμοποιώ και το προσωπικό μου ύφος. Δεν εκπροσωπώ, άλλωστε, κανέναν, παρά μόνον τον εαυτό μου. Αρχής γενομένης, κάναμε και μία συζήτηση για τα λάθη της Αριστεράς, τα οποία είναι και γνωστά και επαναλαμβανόμενα, και, οπωσδήποτε, απογοητευτικά, όταν κανείς ορίζει την αριστερή σκέψη όπως ακριβώς η κ. Λουπάκη. Το κείμενό της, στην ουσία, διασταυρώνεται με τη δική μου άποψη, και είναι ευτυχές, που, επιτέλους, στην «Αυγή» δημοσιεύεται ένα άρθρο, που εκπροσωπεί το «όραμα» της παλιάς αριστερής διανόησης. Η σκέψη της κ. Λουπάκη είναι νηφάλια, καθαρά πολιτική και οργανωμένη. Η κ. Λουπάκη, ως φαίνεται, δέχθηκε πυρά από τους συναδέλφους της. Αλλά αυτός είναι ο χώρος της δημοσιογραφίας, και είναι γνωστές οι τακτικές που χρησιμοποιούνται.
Φωτό: Henri Bresson
Εκείνο, όμως, που είναι άξιον προβληματισμού αφορά στη θέση των ομοτέχνων της Κικής Δημουλά. Προσωπικά, διαβάζοντας διάφορα άρθρα, είδα, μεταξύ άλλων, και το κείμενο του Γιώργη του Γιατρομανωλάκη (εδώ έχουν ενδιαφέρον τα σχόλια που έγιναν) http://www.tovima.gr/opinions/artic/?aid=511799#.UYyKd29zz6I.facebook, αλλά και την ανακοίνωση συμπαράστασης της Eταιρείας Συγγραφέων http://www.tanea.gr/news/culture/article/5016702/sto-pleyro-ths-kikhs-dhmoyla-h-etaireia-ellhnwn-syggrafewn/#externaldisquss_div
Το να μην είναι σε θέση να διαβάζει σωστά κανείς ένα απλό κείμενο μπορεί να γίνει, εν μέρει, κατανοητό, όταν πρόκειται για ανθρώπους οι οποίοι ούτε έχουν ιδιαίτερη σχέση με το χώρο των Γραμμάτων ούτε εκδοτική παρουσία, είτε αμιγώς στο χώρο της λογοτεχνίας είτε στο χώρο της αρθρογραφίας και του δοκιμίου. Ένας υποτιθέμενος «συγγραφέας» όμως; Διότι περί αυτού πρόκειται και, μάλιστα, ύστερα από όλον τον οχλοκρατικό θόρυβο, ύστερα από τη δημοσίευση ολόκληρου του κειμένου της Κικής Δημουλά, και κυρίως, ύστερα, από την ανακοίνωση της Eταιρείας Συγγραφέων.
Για μένα εγείρονται, στο συγκεκριμένο σημείο, θέματα δεοντολογίας. Με τι ήθος, απλώς επειδή κάποιος έχει καλές δημόσιες σχέσεις, αποκαλεί δημοσίως έναν ομότεχνο «ηλικιωμένη…», έμπροσθεν της κάμερας, εν είδει «υπεράσπισης» (η πνευματικότητα, ο φόβος και η περιγραφή μίας πραγματικότητας έχουν ηλικία;) προχωρώντας σε δημόσια και αρνητική «λογοτεχνική κριτική» (εν είδει «υπεράσπισης»), δίνοντας έμφαση στην «υπερπροβολή» της (εν είδει «υπεράσπισης») και, δοθείσης ευκαιρίας, εμπλέκοντας, με εντελώς άστοχο τρόπο, δύο διαφορετικά θέματα, αποπροσανατολίζοντας άλλη μία φορά και ομιλώντας (εν είδει «υπεράσπισης») για λαϊκό αίσθημα που καταφέρεται εναντίον της ποιήτριας λόγω παλαιότερών της θέσεων; Ποιος καταφέρθηκε εναντίον της Κικής Δημουλά, ο λαός ή οι δημοσιογράφοι;
Photo: Emil Brunner
Εν τέλει, πώς «καταδέχεται» ο ίδιος να βρίσκεται στην ίδια λίστα με ανθρώπους, το έργο των οποίων και τη στάση όχι μόνον δεν εκτιμά «λόγω ηλικίας», αλλά τους «αποκηρύσσει» (εν είδει «υπεράσπισης») ονομαστικά και δημοσίως με αυτόν τον, κατά την άποψή μου, επιπόλαιο τρόπο, που μόνον ως «υπεράσπιση» δεν λειτούργησε, καθότι επέμενε να μην « διαβάζει» ολοκληρωμένο το κείμενο της Δημουλά, κρατώντας αποκλειστικά και μόνον μία φράση; Ποιον εμπαίζει, τάχα υποδυόμενος τον συνήγορο; Από την άλλη, πώς είναι δυνατόν να είναι δεκτοί, από την Εταιρεία Συγγραφέων, κάποιοι, οι οποίοι δεν είναι καν σε θέση να διαβάσουν ολοκληρωμένα και να ερμηνεύσουν το πλέον απλό κείμενο και των οποίων, τόσο οι τακτικές όσο και οι συμπεριφορές τους, δίνουν έναυσμα σε εμφύλιες διαμάχες εν είδει «υπεράσπισης» ;
Και τι λόγο ύπαρξης μπορεί να έχει η Εταιρεία Συγγραφέων ως θεσμός, όταν δεν τηρούνται στοιχειώδεις κανόνες ευγένειας (εν είδει «υπεράσπισης») μεταξύ των μελών; Η «διαφορετική άποψη» (εν είδει «υπεράσπισης») δεν συνεπάγεται προσβολή με το επίθετο της «ηλικιωμένης», που οδηγεί σε συνειρμούς για δυσλειτουργία σκέψεως, κρίσεως και δυσκολίας ελέγχου του θυμικού μέρους.
Σαν να λέμε (εν είδει «υπεράσπισης») «θα το μπαλώσουμε, γιατί τα έχει και μισοχαμένα… κι ας δώσουμε τόπο στην οργή. Με το ένα πόδι στον τάφο είναι! Kαι η θεια μου η Καλλιόπη τα ίδια λέει! Δεν βαριέσαι… αλλιώς έπρεπε να τα πει, αλλά τι περιμένεις από τις γριές;».
Εάν το αναλύσει κανείς, θα διαπιστώσει ότι η βάση της μομφής (εν είδει «υπεράσπισης») παραμένει, δεν αναιρείται η κακοήθης διαστρέβλωση, αλλά (εν είδει «υπεράσπισης») προστίθεται και η «ανακουφιστική» μομφή της ηλικίας. Ποια είναι η εικόνα που δίνεται προς τα έξω εις τους νουν έχοντας; Από πού να πιαστεί κανείς και σε τι να ελπίσει, όταν ο υποτιθέμενος κόσμος των Γραμμάτων εμφανίζει συμπεριφορές και θέσεις που ενισχύουν την καταρρακωμένη, από τον τρόμο, την κακουχία και το αβέβαιο μέλλον, ορθή σκέψη της πλειονότητας;
Φωτό: William Wegman
Εάν δεν υπάρχουν κανόνες θεσπισμένης δεοντολογίας, τι νόημα έχουν αυτές οι λίστες των γραφόντων στην Εταιρεία Συγγραφέων; Στην biblionet, βρίσκει κανείς το έργο τους, εκδηλώσεις για τη λογοτεχνία και παρουσιάσεις βιβλίων οργανώνονται από πολλούς και διαφορετικούς φορείς· λέσχες, κινήματα ή άλλου τύπου συσπειρώσεις και θεσμοί, και «βραβεία» απονέμουν και συμμετοχή εμφανίζουν σε εκδηλώσεις που αφορούν τη λογοτεχνία εντός και εκτός της χώρας, επίλυση σε βασικά θέματα που αφορούν το καθεστώς του συγγραφέα όσον αφορά το συνταξιοδοτικό και την κοινωνική ασφάλιση δεν επιτεύχθηκε ποτέ, το διαδίκτυο προσφέρει άφθονο χώρο σε καθέναν να δημοσιεύσει αυτό που επιθυμεί, και, κυρίως, άνευ κριτηρίων, η ένταση, η βία, η υστερία και η επιθετικότητα είναι καθημερινή πραγματικότητα. Υπάρχουν τα πάντα.
Eρωτήματα θέτω. Είναι όπως το ερώτημα που, πλειστάκις, έχει διατυπωθεί για την ύπαρξη του ΝΑΤΟ σήμερα.
Για να κλείσω το σχόλιο, επισημαίνω ότι δεν έχω λόγο να αναφερθώ στο όνομα του συγγραφέως, διότι στόχος μου, αφενός, δεν είναι να δημιουργήσω ίντριγκες και να προβώ σε κατά μέτωπον επίθεση, και, αφετέρου, δεν θα προέβαινα ποτέ σε διαφήμιση (σ’ έναν χώρο, την απόλυτη ευθύνη του οποίου έχω εγώ) κάποιου, που πάντοτε θεωρούσα ότι το λογοτεχνικό του έργο δεν συμπορεύεται με τα αισθητικά μου κριτήρια. Δικαιούμαι κι εγώ, όπως καθένας, να έχω την προσωπική μου άποψη.
Φωτό: Eduard Boubat
Υπάρχουν πολλά «κακομαθημένα παιδιά» των μίντια : ως επί το πλείστον, προσωπικότητες υπερεκτιμημένες, υπερφίαλες και μειωμένων ικανοτήτων. Το ντεκαρτιανό «σκέφτομαι, άρα υπάρχω», θα μπορούσε να παραλλαχθεί και σ’ ένα «γράφω, άρα υπάρχω» στην περίπτωση αυτή. Το τι; όμως, είναι η ουσία της ερώτησης και το κατά πόσο αν αυτό που «γράφω» με συναντά στην πραγματικότητα και στη συμπεριφορά μου, όταν έρθει η ώρα, για να το αποδείξω…
Μπορεί να φανταστεί κανείς τι θα συνέβαινε εάν η Κική Δημουλά αποφαινόταν δημοσίως ότι ευελπιστεί και σε «τιμητική σύνταξη», όπως αποφάνθηκαν άλλοι «εθνοσωτήρες συγγραφείς». Δεν άκουσα, ωστόσο, κανένα σχόλιο για το θράσος και την έλλειψη στοιχειώδους λογικής να ευελπιστείς, δημοσίως, να σε πληρώσει ένας ολόκληρος λαός από την τσέπη του, και, μάλιστα, τώρα που πεινάει, σε γνωρίζει, δεν σε γνωρίζει, εκτιμά ή δεν εκτιμά το έργο σου, επειδή απλώς και μόνον θεωρείς εαυτόν αφιερωμένο στη λογοτεχνία και ύψιστο αρωγό στην, καθ’ όλα τα φαινόμενα, πνευματική εξέλιξη της χώρας.
Φωτό: Gjon Mili
[ο αποχαιρετισμός] της Μαριάννας Ράντου (e-περιοδικό bibliothèque)

Φωτό: Brooke Shaden
http://bibliotheque.gr/?p=20643
Ωραία λουλούδια και άσπρα ως ταίριαζαν πολύ. Αυτό μόνο πήρα μαζί μου, από τα λουλουδάδικα του Συντάγματος, ένα ματσάκι, κι ένα βιβλίο τσέπης ριγμένο στο χαρτοφύλακα, ανάμεσα στα χαρτιά. Σκέφτηκα να το άφηνα δίπλα, μαζί με το ματσάκι με τα λουλούδια:
Purifiés de Sarah Kane. Purifié, ως ταίριαζε, νόμιζα, πολύ. Πήγα, νιώθοντας αμήχανα. Αλλά πιο πολύ γιατί ένιωθα πως δεν μπορούσα να μην πάω. Αλλά αμήχανα. Δεν ήθελα πολύ κόσμο, επίσημο κόσμο, επιβεβλημένο ύφος, πένθιμο ύφος, προσποιητή αποθέωση. Κι αυτόν εξάλλου, όταν τον χειροκροτούσαν, δεν φαινόταν να θέλει την επιβεβλημένη αποθέωση, αλλά μια απλή απόδειξη ότι μας άρεσε το θέατρό (του). Αμήχανη, λοιπόν, στο δρόμο, ενόψει της θεσμοθετημένης αποθέωσης. Πόσο άδικο είχα. Πόσο ήξερε εκείνος όταν το ζήτησε. Πόσο είχε δίκιο που ήθελε να κανονίσει ο ίδιος, με τους δικούς του όρους, μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας, την “τελευταία του παράσταση”. Γιατί αυτό ήταν. Ήταν η τελευταία του παράσταση, σκηνοθετημένη από αυτόν τον ίδιο. Τίποτα επιβεβλημένο, τίποτα προσποιητό. Δεν υπήρχαν ηθοποιοί εκεί μέσα, μόνο οι θεατές του. Τα ωραία άσπρα μου λουλούδια δεν χρειάστηκαν -ένα ηλιοτρόπιο, μόνο του, καθόταν πάνω στο τζάμι. Και μέσα, στα χέρια του, σφιχτά, ένα βιβλίο: “Καθαροί, Πια”. Ως ταίριαζε πολύ. Σκοτεινή σκηνή, μια δεσμίδα φωτός, ένα λιτό “σκηνικό”, μια παρέλαση χαρακτήρων για έναν σιωπηλό χαιρετισμό. Και στα καθίσματα τριγύρω, θεατές. Πολλοί θεατές, σιωπηλοί. Σηκώνονταν, έφευγαν, κάθονταν, σιωπηλοί, γεμίζοντας τα καθίσματα, κοιτώντας στο κενό, κοιτώντας τους άλλους θεατές, κοιτώντας το σκηνικό, κοιτώντας το φέρετρο, κοιτώντας το Θέατρο. Ήταν η τελευταία του παράσταση. Σκηνοθετημένη από τον ίδιο.
Ήταν η τελευταία του παράσταση, κι εμείς οι τελευταίοι θεατές. ‘Εξω στο διάδρομο, στο βιβλιαράκι του γραφείου τελετών, νόμιζα πως θα’βλεπα ”μετάφραση Τζένη Μαστοράκη , σκηνικά Χλόη Ομπολένσκι , φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος”. Έξω στο δρόμο, στο φως, συνειδητοποίησα πως δεν χρειαζόταν κάν να γράψω τα αρχικά μου.
Αρκούσε απλώς το συνοδευτικό: “Οι θεατές σας”. ————–










