
———
Ο Θανάσης Αγάθος
από τον Πάνο Σταθόγιαννη ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά του. Θα έλεγα ότι, χωρίς να είμαστε συνεννοημένοι, μου κάνει πάσα για να ξεκινήσω, γιατί έκλεισε την πολύ ενδιαφέρουσα εισήγησή του, λέγοντας ότι πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα και, κατά σύμπτωση, έτσι ακριβώς σκόπευα κι εγώ να αρχίσω. Το βιβλίο προσφέρεται για πολλά επίπεδα ανάγνωσης.Α. Πλοκή
Πρώτα πρώτα είναι ένα μυθιστόρημα που έχει μια αρκετά γοητευτική πλοκή. Εγώ, ως φιλόλογος, δεν μπορώ να μη γοητευτώ από ένα βιβλίο, το οποίο έχει αυτό που λέμε αξιόλογη πλοκή. Δεν πρόκειται, φυσικά, να την αποκαλύψω, αλλά το σημαντικό είναι ότι η πλοκή είναι το πρόσχημα για να ξεδιπλωθεί ένα ευφυές σχόλιο πάνω στη διαπάλη των φύλων, με όλα αυτά τα στοιχεία που ήδη αναφέρθηκαν από τον Πάνο Σταθόγιαννη, και, παράλληλα, είναι η ευκαιρία για να διαπλάσει η Ιφιγένεια ένα πολύ ενδιαφέρον κουαρτέτο ή κουιντέτο χαρακτήρων.
Ο βασικός χαρακτήρας της Φιλιώς Αηδονοπάτη θα έλεγα ότι προσφέρεται για πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Είναι μία γυναίκα, την οποία παρακολουθούμε, σ’ ένα αρκετά μεγάλο εύρος χρόνου — κι αυτό φυσικά είναι μία συνειδητή επιλογή της συγγραφέως. Το βιβλίο ξεκινάει με την προσπάθεια της ηρωίδας να γράψει, και ακριβώς, επειδή δεν τα καταφέρνει, βλέπουμε όλο το βασανισμό της γραφής, όλη την προσπάθεια της γραφής, της εξομολόγησης μέσα από τη γραφή : η ηρωίδα αρχίζει να αφηγείται τη ζωή της, να ξεδιπλώνει το παρελθόν της, ηχογραφώντας τον εαυτό της, και έτσι, διαβάζουμε ή «ακούμε» την κασέτα η οποία παρουσιάζει την παιδική της ηλικία. Έχουμε, μέσα από αυτό, την εξαιρετικά πολύπλοκη σχέση με τον πατέρα (δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, για να μη χαλάσω τη χαρά της ανάγνωσης), έχουμε το παιχνίδι με τη γλώσσα, διότι, βεβαίως, η Φιλιώ ή Τριανταφυλλιά Αηδονοπάτη κατάγεται από μία οικογένεια αγροτική, όπου τα βλάχικα, όπως είπε και ο Πάνος, μπαίνουν πάρα πολύ δυναμικά και διαπλέκονται γοητευτικά σε ένα παράξενο γλωσσικό παιχνίδι, και ύστερα, από την περιδιάβαση στην παιδική της ηλικία, βλέπουμε αυτή την κοπέλα, τη χωριατοπούλα, να γίνεται μια εξαιρετικά επιτυχημένη αρχιτέκτων, μία αρχιτέκτων λίγο νευρωτική, βέβαια, με πρόβλημα αυτοσυγκέντρωσης, η οποία στη συνέχεια, ως ώριμη πια γυναίκα, περνάει από μία σειρά σχέσεων, που τη σημαδεύουν η καθεμιά με το δικό της ιδιαίτερο τρόπο.

5. διάφορα σύντομα σημειώματα,
6. διάφορες σύντομες επιστολές,
7. υπάρχουν σελίδες από το διαδίκτυο, υπάρχει ένας πολύ επιτυχημένος «διάλογος» της ηρωίδας με διαδικτυακή σελίδα
8. Υπάρχει, βεβαίως, η φόρμα του θεατρικού διαλόγου σε κάποια σημεία.Όταν λέω φόρμα θεατρικού διαλόγου εννοώ ότι από κάποια σημεία απουσιάζουν παντελώς οι ενδείξεις που συνοδεύουν συνήθως το διάλογο σε ένα πεζογράφημα του τύπου «είπε», ο τάδε, «απάντησε», ο τάδε κ.λπ. Έχουμε ολόκληρα κατεβατά, εάν μου επιτρέπεται η έκφραση, από διαλόγους.
Όλα αυτά δεν είναι, σε καμία περίπτωση, ατάκτως εριμμένα, δηλαδή, ενισχύεται ο πολυγλωσσισμός του μυθιστορήματος. Όλα αυτά τα παρεμβαλλόμενα είδη θα λέγαμε ότι αποτελούν τμηματικές εικόνες της πραγματικότητας, και βεβαιώνεται έτσι η θέση του Μπαχτίν ότι το μυθιστόρημα αποτελεί τη συγκριτική ενοποίηση, το συνδυασμό, εάν θέλετε, όλων των άλλων κειμενικών ειδών, και είναι το μόνο είδος που μπορεί, πραγματικά, να περικλείει τα πάντα : από την ποίηση, το δοκίμιο, έως τον τηλεφωνικό κατάλογο. Το βιβλίο της Ιφιγένειας είναι μία απτή απόδειξη για το πόσο δίκιο είχε ο μεγάλος θεωρητικός υποστηρίζοντας αυτό.
Δ. Η πράξη της γραφής
Βεβαίως, η παρεμβολή και η μείξη των ειδών αποκαλύπτει, πάνω από όλα, και αυτό θέλω να τονίσω, τη σταθερή διάθεση της Σιαφάκα να διαλέγεται με τον εαυτό της πρώτα πρώτα, να διαλέγεται με τους αναγνώστες, να βρίσκεται σε μια διαρκή διάδραση με τους αναγνώστες και, τελικά, να βάζει τον ίδιο τον αναγνώστη σε ένα πολύ γοητευτικό παιχνίδι, αυτό που λέμε παιχνίδι της γραφής.
Η Ιφιγένεια Σιαφάκα έχει εδώ προσπαθήσει να κάνει τον αναγνώστη κοινωνό σε αυτό που λέμε περιπέτεια της γραφής. Δηλαδή, από την πρώτη κιόλας σελίδα με την τεράστια δυσκολία που έχει η ηρωίδα να γράψει και μέσα από όλο αυτό που συμβαίνει στο βιβλίο και που δεν θέλω να το αποκαλύψω, βλέπουμε διαρκώς να προβάλλει ο βασανισμός της γραφής, η προσπάθεια, θα λέγαμε, της δημιουργού να προβάλει και την επιφάνεια και το βάθος του εαυτού της, μέσα από την περιπέτεια αυτής της γραφής.
Η γραφή στο βιβλίο εμφανίζεται, πρώτα απ’ όλα, ως δημιουργία, ως βασανισμός, ως λύτρωση, ως πάθος, ως ηδονή, ως τόπος μνήμης, μπορεί να πει κανείς πάρα πολλά για το πώς η μνήμη μπαίνει μέσα στην ιστορία και, τελικά, ίσως όλο αυτό να ταυτίζεται και με το πάθος της εξιστόρησης, και ίσως αυτή η εμμονή με τη γραφή να αντανακλά τη διάθεση της Σιαφάκα να βρίσκεται σε μία ευθεία ανταπόκριση με το διαρκώς μεταλλασσόμενο έργο της. Σε ευθεία ανταπόκριση, αν θέλετε, με τα διάφορα προσωπεία που η ίδια επιλέγει να εμφανίσει μέσα από τους χαρακτήρες της και που αποτελούν τις πολλαπλές όψεις του συγγραφικού της εγώ.
Η τάση της να σχολιάζει αυτά που γράφει, να σαρκάζει τη δυσκολία της γραφής, να υπενθυμίζει, πολλές φορές, την παντοδυναμία του παντογνώστη αφηγητή, διαβάζω ενδεικτικά ένα απόσπασμα : Ωστόσο, για να δούμε την αλήθεια, γιατί μόνον εγώ μπορώ να περιγράψω την αλήθεια, και λίγο αργότερα, γιατί μόνον εγώ από δω μπορώ να διηγηθώ την πάσα αλήθεια των ανθρώπων. Όλο αυτό για μένα δηλώνει, και κάτι που θα ήθελα να πω στην πορεία, δεν θέλω να το πω τώρα, τελικά πόσο βαθιά ενστερνίζεται την άποψη ότι περισσότερο σημαντική από αυτά τα οποία γράφει ένας συγγραφέας είναι η ίδια η πράξη της γραφής.
.
ο ποιητης ξυπναει συχνα
με την ανασα του παλευοντας
Ερχεται και χτυπαει στα ρουθουνια του
η αγρια οσμη από τις αλυκές
με αυτό το ροζ το αποκοσμο
οι παλιοι το ξεραν
οι αλυκές
πως είναι κρούστες στις ρωγμες της κολασης
εκει που η μεμβρανη της ψυχης
λεπτυνε πολύ
κι ο κατω κοσμος συναντησε τον πανω
Πίνακας: Αtsushi Suwa
http://bibliotheque.gr/?p=21988
Στο αγωνιώδες ερώτημα “τι να διαβάσω;” που απευθύνουμε συχνά προς εαυτόν και προς τρίτους, ο “Μετέωρος Άνθρωπος” του Σολ Μπέλοου, απαντάει: περισσότερα από όσα μπορείς. Ο ίδιος αγοράζει περισσότερα βιβλία από όσα μπορεί να διαβάσει, θεωρώντας ό,τι με αυτόν τον τρόπο βάζει κάποια υποθήκη στο χρόνο. Τα βιβλία που περιμένουν διακριτικά στα ράφια της βιβλιοθήκης τη δική του ματιά, την υπέρτατη στιγμή που εκείνος θα τα αγγίξει, τον προστατεύουν από όλες τις κακοτοπιές του μέλλοντος. Του προσφέρουν την απατηλή αλλά μη ευκαταφρόνητη σιγουριά πως εφ’ όσον θα έχω κάτι να διαβάζω, δεν πρόκειται να μου συμβεί τίποτα το κακό.
Αγοράζοντας λοιπόν, βιβλία με ένα ρυθμό που δεν προλαβαίνει να τα καταναλώσει, πιστεύει πως με τα βιβλία που παραμένουν αδιάβαστα, επιτυγχάνει μία πίστωση χρόνου. Ο χρόνος ανοίγεται πλέον μπροστά του, ασφαλής κι ακίνδυνος σαν ένας διάδρομος, που αμβλύνει το θόρυβο του κόσμου, αφού και τις δύο του πλευρές καλύπτουν πελώρια ράφια βιβλιοθήκης.
Η Λουντμίλα, αυτή η καθαρή αναγνώστρια του Ίταλο Καλβίνο στο “…Αν μια νύχτα του Χειμώνα ένας ταξιδιώτης”, καταβροχθίζει το ένα βιβλίο μετά το άλλο, αδιαφορώντας πλήρως να αποδώσει κάποια αισθητική εκτίμηση στα όσα διαβάζει. Μας προσφέρεται λοιπόν, ως το ιδανικότερο μοντέλο του σύγχρονου αναγνώστη, ο οποίος απέχοντας έτη φωτός από το φετιχισμό του βιβλιόφιλου (που αγαπάει το βιβλίο απλώς και μόνον ως αντικείμενο) και από τη νοοτροπία του συλλέκτη (που επιτελεί ένα έργο τακτοποίησης της προσωπικής του ζωής και νοιώθει άμεσα την υπεροψία της υστεροφημίας του), αγοράζει τα βιβλία του από το περίπτερο ή το σούπερ-μάρκετ της γειτονιάς του, τα διαβάζει όρθιος πολλές φορές στο αστικό ή κρυφά στις ώρες του γραφείου και τα εγκαταλείπει έπειτα ως φιάλες μίας χρήσεως σε ανύποπτα μέρη, όπως κατατρύχεται ο ευκοίλιος από την άμεση ικανοποίηση της “προσωπικής του ανάγκης”.
“Τι να διαβάσω;” Στην εύκολη εποχή μας, ένα δύσκολο ερώτημα όπως αυτό, βρίσκει τις απλούστερες απαντήσεις. Περιοδικά, εφημερίδες και έντυπα ποικίλης ύλης προτείνουν καθημερινά, πέρα από οποιαδήποτε κριτική και αισθητική αποτίμηση, καταλόγους βιβλίων για όλα τα γούστα. Βιβλία που τα διακρίνει μόλις το ένα από το άλλο, ο τυπικός τους διαχωρισμός σε “λογοτεχνία”, “αστυνομικά”, “ποίηση” και “παιδικά”, από τη στιγμή που όλα ανεξαιρέτως μοιάζουν παιδικά, γιατί είναι όλα εύκολης ανάγνωσης και τελικά όλα όμοια. Τι νόημα έχει πλέον ο υποτυπώδης διαχωρισμός τους σε είδη;
___
___
Ο Τζόρτζιο Καλκάνιο μας επισημαίνει σε ένα άρθρο του, στην εφημερίδα “LaStampa“, το όνομα του Rudolf Flesch, ο οποίος πέθανε πρόσφατα και αποτελούσε ήδη, εδώ και είκοσι χρόνια, το απωθημένο σκιάχτρο για όσους πιστεύουν ακόμη στο γραπτό λόγο. Μας πληροφορεί λοιπόν, πως ο Φλες είναι ο γλωσσολόγος που σε ένα διάσημο βιβλίο, “Η τέχνη της ευανάγνωστης γραφής”, υπολόγισε το δείκτη αναγνωσιμότητας του κάθε συγγραφέα. Σύμφωνα με τις αναλύσεις του, ένα κείμενο διαβάζεται τόσο πιο εύκολα όσο λιγότερες είναι οι λέξεις που απαρτίζουν μια πρόταση και όσο μικρότερος είναι ο αριθμός των συλλαβών της κάθε μιας λέξεως. Το παράδοξο είναι, σημειώνει ο Καλκάνιο, πως το δόγμα του Φλες δεν το ενστερνίσθηκαν οι πολιτικοί ή οι πανεπιστημιακοί, που στο κάτω-κάτω έχουν την υποχρέωση να γίνονται κατανοητοί από τους ψηφοφόρους τους ή τους μαθητές, αλλά για μεγάλη μας συμφορά, εκείνοι που φαίνεται να το ακολούθησαν πιστά είναι οι συγγραφείς. Οι συγγραφείς, γνωρίζοντας τον ελάχιστο χρόνο που τους απομένει να διεκδικήσουν από τον αναγνώστη όταν αυτός σβήσει το βίντεο, έχουν θυσιάσει τα πάντα προς τιμήν του ώστε να του προσφέρουν μια εύκολη ανάγνωση και πρέπει να πούμε ότι το έχουν καταφέρει θαυμάσια.
Μήπως όμως έχουμε υπερεκτιμήσει το αξίωμα της εύκολης ανάγνωσης; διερωτάται ο Καλκάνιο. Μήπως η γραπτή σελίδα θα έπρεπε να αναχαιτίζει τον αναγνώστη αντί να του παρέχει την ελευθερία να ξεχαστεί; Μήπως η γλώσσα του συγγραφέα θα έπρεπε να ήταν μια παράβαση προς την κοινή γλώσσα και όχι η οκνηρή της υπηρέτρια;
Μπορεί το αναγνωστικό της πρώτης δημοτικού να εξυπηρετεί απόλυτα τις ανάγκες της εύκολης ανάγνωσης, αλλά ας μας επιτραπεί να διαβάζουμε ακόμη και κάτι πιο προχωρημένο. Κάτι που να ορθώνεται μπροστά μας κατακόρυφα, θα έλεγα, και απαιτεί την κοπιώδη αναρρίχησή μας. Κάτι που μπορεί να είναι τα δίχως τέλος βιβλία της Λουντμίλας ή απλώς μια ελπίδα να επιτύχουμε μια πίστωση χρόνου, ή έστω κάτι που να χρειάζεται, όπως δηλώνει και ο τίτλος αυτής της επιφυλλίδος, “πολλαπλές αναγνώσεις” επιτέλους.
Σχόλιο: πέραν του εύστοχου που διακρίνει το κείμενο του Σωτήρη Παστάκα για τη μαζική κατανάλωση πολτού άνευ κριτηρίων, θα προσέθετα και έναν άλλο παράγοντα μακροημέρευσης της αλαζονικής υπερίσχυσης της (επιεικώς) χρυσής μετριότητας στη λογοτεχνική παραγωγή: τα εν Ελλάδι εργαστήρια της δημιουργικής γραφής.
Δε θα σχολιάσω καν το ποιοι, στο πλείστο των περιπτώσεων, εμφανίζονται ως λογοτεχνικοί φωστήρες και «διδάσκαλοι» (κάποιοι από αυτούς, στους κύκλους, θεωρούνται κίβδηλοι, ατάλαντοι και «ψώνια») : θα σχολιάσω όμως τα κείμενα των «μαθητών» τους, που παρατίθενται, σε πολλές περιπτώσεις, σε διαδικτυακές σελίδες και μάλιστα με καμάρι, κάποτε, από κάποιους «διδασκάλους».
Πρόκειται περί ολοσχερούς καταστροφής: όλα είναι κομμένα και ραμμένα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Το στυλ δε, το οποίο φοριέται κατά κόρον, είναι το ακόλουθο: μικρές και κοφτές φράσεις με εισαγωγή κάθε φορά μίας καινούργιας εικόνας. Τίποτε άλλο!
Yπάρχει και η οδηγία, «κάνε και μία φρασούλα τώρα, για να δείξεις τα συναισθήματά σου». Δεν μπαίνω καν σε θέματα αισθητικής για τη χρήση της γλώσσας, η οποία δεν υφίσταται καν, ούτε στην ομφαλοσκοπική ημερολογιακή διάθεση ούτε στην έλλειψη παντελούς ατμόσφαιρας και στη, γενικότερη … ξέρα του κειμένου.
Η γραμμή αυτή είναι εμφανής και, φυσικά, μόνον ένας ατάλαντος θα μπορούσε να την ακολουθήσει αδιαμαρτύρητα. Το ταλέντο, το οποίο γεννιέται και δεν γίνεται, δεν τρέχει στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, διότι ξέρει πώς είναι το να γράφεις. Έχει το… γονίδιο! Βεβαίως, υπάρχουν και οι περιπτώσεις των ταλαντούχων ανασφαλών, αλλά αυτοί αποχωρούν γρήγορα.
Και μπορεί κανείς να αναρωτηθεί ποιος από τους μεγάλους της λογοτεχνίας είχε παρακολουθήσει εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Έχουμε επιστολές μεταξύ ομοτέχνων για ζητήματα που αφορούν θέματα της λογοτεχνίας, αλλά αυτό είναι διαφορετικό. Άλλο το να συζητήσεις, έχοντας το δικό σου δρόμο, κάποια τεχνικά θέματα και άλλο να σου υποδείξουν πώς θα γράψεις. Για έναν ταλαντούχο, για παράδειγμα, είναι αυτοματισμός ο διαχωρισμός της πρωτοπρόσωπης από την τριτοπρόσωπη αφήγηση και της αφήγησης σε δεύτερο πρόσωπο. Η θεωρία έπεται της λογοτεχνικής πράξης, που σημαίνει ότι οι λογοτέχνες είναι εκείνοι που το «καθιέρωσαν». Είναι γελοίο, το λιγότερο, να θεωρεί κανείς εαυτόν επίδοξο συγγραφέα και να μην ανακάλυψε μέσα του και μόνος του τον «αυτοματισμό» αυτόν.
Ο τρόπος των κειμένων αυτών συμβαδίζει με τον τρόπο, με τον οποίο στα σχολεία διδάσκουμε στους μαθητές που έχουν προβλήματα έκφρασης να οργανώνουν τις φράσεις τους (κάποτε είμαστε και αναγκασμένοι να διαχωρίζουμε και να εξηγούμε ότι είναι διαφορετική μία φράση που εκφράζει σκέψη και διαφορετική μία φράση που εκφράζει συναίσθημα), και αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει διαφορετικός τρόπος σωτηρίας ούτε αυτών ούτε των κειμένων τους, και πόσο μάλλον όταν καλούνται να δώσουν εξετάσεις.
Τι είναι η λογοτεχνία, έκθεση ιδεών ή ημερολόγιο δημοτικού σχολείου; Δεν σχολιάζω καν τις υπόλοιπες οδηγίες που γνωρίζω ότι δίνονται. Ρομπότ! Διότι μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις.
.
..προτιμώ τη σιωπή/
στην εντιμότητα επιλογών
πρωτεύει/
κραταιά και ακριβή
αξιοπρεπής/
παραπλανά/
πως είναι καθαρτήριο/
και όχι κρατητήριο…
Πίνακας: Alison Rector


.
Μυριάδες ψυχές
μετέωρες στο σύμπαν
δέονται σκυφτά
σε γονυκλισίες που σχεδίασαν ιερατεία
για το ουράνιο το κάλεσμα
που εξαϋλώνει τη σάρκα
και την επιδερμίδα της γης
εις τους αιώνας των αιώνων.
Η φούγκα της νόησης
δέεται να συλλάβει
το νόημα από τα δακρυσμένα μάτια
τους αλαλαγμούς
των λαθών,
τη βουλιμία του θανάτου,
την έκρηξη του σύμπαντος
και την αποκάλυψη του μέλλοντος.
Φτερούγες σκόνης
αυτό το προαιώνιο σπέρμα
το αγκιστρωμένο
στο ασύλληπτο της αιωνιότητας.
Στώμεν καλώς
Στώμεν μετά φόβου.
Από τη συλλογή, Φίλοι στα άχυρα
Φωτό: Brian Day
.
.


Πίνακας: Jacob Pfeiffer
“τόσο ταιριαστοί σαν τελείως άγνωστοι” (T. S. Eliot) Το πλάνο μακρινό Τραπεζάκι δίπλα στο κύμα Εκείνος συμπαγής Εκείνη διάφανη Απέναντι έτσι όπως κάθονται “τόσο ταιριαστοί σαν τελείως άγνωστοι” Ορίζουν τη θαλασσογραφία Ανάμεσά τους στρογγυλό – που με φεγγάρι μοιάζει-Το κενό
Που απαιτεί μια έκρηξη
______