RSS

Archives

Image

George Le Nonce, Περὶ τῆς μυθοπλασίας (e-περιοδικό Στάχτες)

Carl Dobsky 810Στάθηκε μπροστ σνα τυχαο ράφι. Δν τ εχε παρατηρήσει τ προηγούμενο πόγευμα, λλ δν πρχε καμμι λογικ στν ταξινόμηση τν βιβλίων: βιογραφίες, ποιήματα, μυθιστορήματα, θεωρητικ βιβλία (ψυχανάλυση, κοινωνιολογία, κριτικ) σαν λα νάκατα στδιο ράφι, σ διάφορες γλσσες, μ διάφορους συγγραφες, π διάφορες χρονικς περιόδους. Δν πειράζει, σκέφτηκε, λλωστε δν εχε σκοπ ν ψάξει κάτι συγκεκριμένο γι ν διαβάσει, θπαιρνε κάτι στν τύχη, πγε σνα λλο ράφι, κλεισε τ μάτια, κα κατέβασε τ πρτο παχουλ βιβλίο ποπιασε, μ τν λπίδα τι θταν μυθιστόρημα.

   Καταν. Γνωστ κα ατό, πως Δίκη, τ εχε ξαναδιαβάσει πολλς φορές, λλ δν τν νοιαζε, πόλαυση ατν τν μυθιστορημάτων δν μειωνόταν μ τς παναναγνώσεις, πως δν μειωνόταν καρωτικπόλαυση ταν κανες ξαναγαμοσε τν διο νδρα. προσμον τς πόλαυσης το συγκεκριμένου μυθιστορήματος εχε, μάλιστα, καφθαλμοφανες συνέπειες στ σμα του: εχε ρχίσει ν καυλώνει.

  χι, δν πρόκειτο γιρωτικ μυθιστόρημα, τολάχιστον χι μ τν κοινννοια τς λέξης. ντούτοις, ταν ξεκίνησε ν τ διαβάζει ντιλήφθηκε πς στύση του δν πρόκειτο νποχωρήσει, ντιθέτως, μ κάθε σελίδα μεγάλωνε κα σκλήραινε, καταν φθασε στν τρίτη μέρα τομερολογίου τοJonathan Harker, δν μπόρεσε λλο ν συγκρατηθε, ρθε σργασμ μεγαλειώδη καπίπονο, ν πίσω π τ βιβλία, κρυμμένος στ μυστικό του τάφο, πέργηρος πράγματι οκοδεσπότης τν παρακολουθοσε λιγωμένος κα περίμενε πότε θρθει νύχτα, πότε θπολαύσει πιτέλους τ σμα ατ πο μόνο π τς σχισμς τν μυθιστορημάτων μποροσε ν θαυμάσει.

 

ν κα δν τξερε κόμη, Τ. εχε δη πραγματοποιήσει τνειρό του.

 (απόσπασμα)

 

http://georgelenonce.com/2013/05/30/baudelaire-le-lethe/

http://www.staxtes.com/2013/05/george-le-nonce.html

Πίνακας : Carl Dobsky

 

.

 
Image

Χλόη Κουτσουμπέλη, Της νεκρής πριγκίπισσας

Michal Swider (4)

.

Δεν το έκανα από πρόθεση, ορκίζομαι.
Μα σαν την είδα ξωτικό
να τρέχει με γυμνά τα πόδια
προς εμένα,
νόμισα θα διαπεράσει την καρδιά μου.
Γι’ αυτό έριξα το βέλος.
Άλλωστε εμείς οι κυνηγοί του Βασιλιά
στο θέλημά Του υπακούμε.
Η πινακίδα το έγραφε ολοκάθαρα:

«Όχι πριγκίπισσες στο δάσος με τα μούρα».

Πίνακας: Michal Swider

.

 
Image

Χάρης Μελιτάς, Ευσεβείς πόθοι/ Διαρχία

Frantisek Drtikol (23)

Ευσεβείς πόθοι


Θέλω να παίξω
με τα πρέπει μου κρυφτό
μήπως τα φτύσω.

.

.

Διαρχία


Οι αισθήσεις μου
ονειρεύονται άλλες.
Εγώ, εσένα.

.

.

«Πατέ στρουθοκαμήλου», Μανδραγόρας 2008.

                                              Φωτό: Frantisek Drtikol

 

Tags: ,

Image

[Blues] του Δημήτρη Π. Μποσκαίνου (e-περιοδικό Bibliothèque)

blues 1α2

http://bibliotheque.gr/?p=22213

(απόσπασμα)

Ο Κωνσταντίνος  κούρδιζε την κιθάρα του με αργές κινήσεις των κλειδιών, δοκιμάζοντας παράλληλα τον τόνο. Χτύπησε απαλά τις χορδές με μια μικρή πένα από ταρταρούγα και, μόλις η χορδή ταλαντώθηκε, παράγοντας τη σωστή νότα, ακούστηκε μια υπέροχη αρμονική. Ένιωσε, στο στήθος του, όλο το όργανο να πάλλεται.

Έπαιξε κάτι, τόσο γλυκόηχο, ώστε σχεδόν ταυτόχρονα χαμογέλασε, καμαρώνοντας  την ομορφιά του ήχου σε ένα όργανο τόσο παλιό κι όμως τόσο καλοδιατηρημένο. Το λούστρο του ξύλου ήταν σπασμένο από τις αλλαγές θερμοκρασίας τεσσάρων δεκαετιών κι έπαιρνε πάνω στο καπάκι τη μορφή διάφανων ιστών αράχνης. Το χρώμα από την αρχικά κίτρινη χροιά, είχε μετατραπεί  από την ηλικία, τους καπνούς των ξενυχτάδικων και τη χρήση σ’ ένα μαγικό πορτοκαλί με τόνους καφέ και χρυσού.

Η αγαπημένη του κιθάρα, ένα όνειρο που είχε από παιδί, μια αμερικάνικη Martin, σαράντα ετών, πανάκριβη. Δώρο από τον πατέρα του στην αποφοίτησή του από το Πολυτεχνείο. Μηχανικός γαρ, το καμάρι του εργολάβου μπαμπά, με την παχυλή τσέπη και την ελάχιστη κατανόηση. Σπούδασε για να του κάνει το χατίρι. Αυτός ονειρευόταν να γίνει μουσικός. Κιθαρίστας και τραγουδιστής των Blues. Δεν παράτησε ποτέ τη μουσική, απλώς η ενασχόληση με κάτι το τόσο ψυχρό και τεχνοκρατικό πήρε από τα χέρια του σιγά  σιγά την απαλότητα και τη σβελτάδα που είχαν στην εφηβεία του. Ποτέ όμως από την καρδιά του. Εκεί, στον μικρό αυτό χώρο κρατούσε μόνο δυο πράγματα καλά φυλαγμένα και προστατευμένα απ τα πάντα. Τη μουσική και την Κλειώ.

Άρχισε να τραγουδά “ The answer my friend is blowing in the wind, the answer is blowing in the wind” αυτήν τη μαγική μπαλάντα του Μπομπ Ντύλαν.

.

.

.

.

.

 

Παραδοχή της ήττας στη μάχη με το χρόνο
 
blues 1α2

Στα σαράντα τρία του πια, ειρωνικά συνομήλικος με την κιθάρα, ίσως γι’ αυτό τα είχαν βρει τόσο οι δυο τους και ήταν αχώριστοι, είχε αυτήν τη γοητευτική λευκή σκόνη στους κροτάφους του και ένα καλοδιατηρημένο κορμί μέσα στο ξεθωριασμένο μπλουτζίν και το μαύρο μπλουζάκι του.

Χαμογέλασε ξανά. Θυμήθηκε. Καλοκαίρια στην παραλία, παρέα με την κιθάρα του. Τα κορίτσια που ερωτεύτηκαν τη υπέροχη φωνή του, τα φιλιά που άλλαζαν κάτω από τη Φεγγαράδα και τη θαλασσινή αύρα. Τη στιγμή που  ερωτεύτηκε κι εκείνος με τη σειρά του, εκείνη τη μία και μοναδική. Εκείνη που πλάστηκε γι’ αυτόν και τα πάντα λειτούργησαν σα καλολαδωμένη μηχανή, για να τη δει και να τη γνωρίσει. Θα είχαν περάσει και είκοσι χρόνια από το καλοκαίρι που τη γνώρισε, κι όμως του φαινόταν τόσο ζωντανά όλα, σα να πέρασαν μέρες, λίγες ώρες.

Τα μάτια τους είπαν τα περισσότερα από όσα θα χρειαζόταν να πουν οι ίδιοι και μετά από μια βραδιά με πολλές μπύρες και τραγούδι γύρω από τη φωτιά, blues 1α2βρέθηκαν να φιλιούνται γυμνοί κι αγκαλιασμένοι σφιχτά, με κορμιά που ’χαν ανατριχιάσει από το πάθος και την ψύχρα του βραδινού νερού. Ένα καλοκαίρι κύλισε σαν άμμος σε κλεψύδρα με τη θαλασσινή αρμύρα και το γλυκό άρωμα του Έρωτα  νά ‘ναι η άλλη τους φύση. Το χειμώνα δουλειά, ο καθένας με τα απαραίτητα αξεσουάρ. Ο Κωνσταντίνος στην οικοδομή του γέρου με λευκό κράνος, η Κλειώ υπεύθυνη ασφαλείας σε ορειβατικό σύλλογο κι αυτή με κράνος, γιλέκο, σχοινιά και καραμπίνερ. Η Κλειώ και ο Κωνσταντίνος. Κ2 τους φώναζαν αστειευόμενοι οι φίλοι τους, λόγω της δουλειάς της Κλειούς και του πιο επικίνδυνου βουνού στον κόσμο, που ονειρευόταν κάποτε να ανέβει. Τους λάτρευαν και τους ζήλευαν κρυφά γι’ αυτή την τύχη που τους έφερε κοντά, για τα δυο τελευταία κομμάτια του παζλ, που χαμένα αρχικά, βρέθηκαν και ενώθηκαν.

Κάποιοι άλλοι τους έλεγαν να κάνουν και μια κόρη όταν παντρευτούν και να τη βγάλουν Έλενα, σα την μητέρα του Κωνσταντίνου, ώστε το σχήμα από Κ2 να γινόταν  KKE. Έπεφτε πολύ γέλιο στην παρέα με αυτό. Λένε ότι τα ζευγάρια που είναι χρόνια μαζί αρχίζουν και μοιάζουν με τον καιρό σε σημείο κάποιοι να τους περνούν για συγγενείς, ακόμη και για αδέρφια. Και ίσχυε τόσο πολύ αυτό με τα παιδιά. Μελαχρινοί και οι δυο τους ψηλοί και όμορφοι. Το Γίνγκ και το Γιανγκ, ο τέντζερης και το καπάκι, που ’λεγε η Μακεδονίτισσα η γιαγιά του Κωνσταντίνου. Κι άλλα καλοκαίρια κι άλλοι χειμώνες εναλλάχτηκαν γλυκά και γρήγορα. Σύντομα,  ήρθε η ώρα του Γάμου. Ετοιμασίες, γέλια, αγορές, παρέες, άγχος, και ξανά γέλια. blues 1α2Ο Γάμος έγινε και ήταν υπέροχος. Στη δεξίωση, η Κλειώ του έκανε το καλύτερο δώρο γάμου που θα μπορούσε ποτέ να ονειρευτεί. Μισομεθυσμένη απ’ τη σαμπάνια τον αγκάλιασε και τον φίλησε δυνατά ψιθυρίζοντάς του ότι το ΚΚΕ ήταν πλέον ένα πιθανό σενάριο. Ήταν δύο μηνών έγκυος. Η μοίρα όμως που δεν νοιάζεται διόλου για τα όνειρα των ανθρώπων, έβαλε στο σχήμα το δικό της γράμμα και… δεν ήταν το έψιλον. Τα δύο Κάππα τρίτωσαν. Η Κλειώ σε  κάποιες τυπικές εξετάσεις μετά από λίγες εβδομάδες διαγνώστηκε με καρκίνο στο στήθος.

Παραδοχή της Ήττας στη Μάχη με τη Μοίρα

Τραγουδούσε  μόνος του στο σκοτάδι. “….Dust in the wind, all we are is dust in the wind…”   αυτή την υπέροχη σύνθεση των Κάνσας.

(…)

.

(…)

Έφυγε… τα παράτησε όλα και την έκανε.
 Είχε κι αυτός την ανάγκη της δικής του Φυγής.

Μήνες μετά γυρνούσε στο Soho στο Λονδίνο με τη βαλίτσα της κιθάρας του στα χέρια. Γκρίζα μαλλιά, συνήθως πιωμένος και πάντα στην ώρα του για το live. Το φιλοξενούσε ένας παλιός του συμφοιτητής κι αυτός το ριξε στο μεράκι του… τα blues. Έπεσε πάνω τους με τόση μανία που χάθηκε μέσα στον πόνο και στις νότες. blues 1α2

Κάποια μέρα, βγαίνοντας από το rude mood, έτσι το ’λεγαν το μπαράκι που έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε, βρήκε απ’ έξω ένα γέρο νέγρο… τον πέρασε για ζητιάνο. Αγόρασε κάτι να κατευνάσει την πείνα του και πρόσφερε το ίδιο και στο γέροντα. Κι άλλη βραδιά το ίδιο. Κι άλλη. Γνωρίστηκαν. Ήπιαν κάνα δυο καφεδάκια σε ένα πάρκο που ήταν κοντά στο μπαρ κι έγιναν φίλοι. Ένα χάραμα στο παγκάκι που καθόντουσαν συνήθως, ο Κωνσταντίνος έβγαλε την κιθάρα για να παίξει. Ο γέρος τού ζήτησε την κιθάρα. Την έπιασε με τρεμάμενα και ροζιασμένα δάχτυλα. Άρχισε να παίζει εκεί στο κρύο του πάρκου λίγο πριν σκάσει ο Ήλιος. Ο Κωνσταντίνος δεν μπόρεσε να κρατηθεί κι έβαλε τα κλάματα. Ο γέρος έπαιξε με τόση ψυχή και τραγούδησε με τόσο αίσθημα ένα παλιό blues. Ιm a lonely man. Όλη του η ζωή πέρασε σε δευτερόλεπτα από μπροστά του. Σε μερικά λεπτά για την ακρίβεια. Όσο κράτησε το τραγούδι. Τον αγκάλιασε και τον φίλησε στα χέρια. Ο γερο- νέγρος (που ’χε μάθει πια και όλα τα συμβάντα στη ζωή του Κωνσταντίνου), τον χτύπησε πατρικά στην πλάτη.“Υιέ μου, τώρα είσαι πραγματικά έτοιμος να μάθεις τα blues

(…)

(…)

Παραδοχή της Ήττας στη Μάχη με τη Δόξα.

 
blues 1α2Ακούστηκε στους κύκλους όσων τον ήξεραν καλύτερα ότι ένα βράδυ, σε μια επετειακή συναυλία του Blues, μια ψηλή ξανθή κοπέλα τον περίμενε έξω από το καμαρίνι του μ’ ένα τριαντάφυλλο για ώρες. Μέχρι που βγήκε να φύγει. Είπαν ότι ήταν η Κλειώ, υγιής πια, αρκετά αλλαγμένη μα πάντα όμορφη. Κάποιοι είπαν ότι η Ξανθιά δεν ήταν Ελληνίδα όπως η Κλειώ, αλλά ήλθε από τον Άγιο Δομήνικο.
Όποια κι αν ήταν, δε μίλησε.
Ούτε για να στείλει κάποιον να τον φωνάξει από τα καμαρίνια, ούτε όταν της μίλησε εκείνος βγαίνοντας. Του έδωσε μονάχα το τριαντάφυλλο, χαμογέλασε, τον φίλησε στο μάγουλο και χάθηκε.
Πάνω στο τριαντάφυλλο, είχε πιασμένη μια μικρή κάρτα. Την άνοιξε και διάβασε προσεχτικά… Blues is easy to play, but hard to feel.
-Jimi Hendrix-
You Made it…
Τέλος.

http://paraxenesistories.wordpress.com/author/boskainos/

.

 

Tags: ,

Image

Iφιγένεια Σιαφάκα, Σώματα (e-περιοδικό Στάχτες)

staxtes ifigeneia31.5.13

http://www.staxtes.com/2013/05/blogpost_31.html   Φωτό: Στράτος Φουντούλης

.

«Τι να την κάνω τη συγγνώμη σου τώρα;»
είπα, και συνέχισα το δρόμο μου
βάζοντας δύο κέρματα
στα μάτια του γερο-ζητιάνου
που άκουσε τα ιώδη και πέτρωσε.
 
Στο μεταξύ είχε νυχτώσει πολύ…
Μέσα κι έξω από το σώμα.
 
Στέλλα Ουράνια Δούμου, Πινόκιο
 

  .

.

                                                                                                                Στη Στέλλα

lucien clergue2Κάθισαν και οι δυο τους στην ακροθαλασσιά, πλάτη με πλάτη, ένα βουβό κύρτωμα της μέσης και με γερμένα τα κεφάλια, αιθέρια ασώματοι και οι δυο τους κολυμπούσαν σε μια παλέτα με πινέλο σπαρταρίσματος ψαριού· γύρω τους, μια σπείρα από ανάμνηση δέρματος ανθρώπου, κάτι σαν λώρος τυλιγόταν χνουδωτό σε μιαν απόχρωση αιμόφυρτου τοπίου. Πλησίαζε η ώρα για το δείλι να ξαποστάσει το βύθισμα του ήλιου στο νερό και στις σκιές του άντρα, της γυναίκας, που ηδονή ξαπλώνανε στα βότσαλα —κατάλευκα, λεία, στρογγυλά, ερμητικά κλειστά στους πόρους μιας στιλπνής σιωπής, από την εγκατάλειψη στους αστραγάλους των μεγάλων μαύρων βράχων, έκαναν πλάτες στην πανουργία που, όπου να ’ταν, θα φιλούσε στο αιδοίο το σκοτάδι. lucien-clergue 2Λαίμαργα ξάφνου ο ήλιος έβρασε ένα πορτοκαλί καυτό από νεράντζι μες στα στομάχια του πελάγους, κι αυτοί —τους ρώτησα σας λένε πώς;— δεν ήξεραν, μόνον ψιθύριζαν κάτι ακαταλαβίστικα σπουργίτια, κάτι αλαφροδαίμονα παφλάσματα στα χείλη.

 

Έφυγα κλαίγοντας, ξυπόλητος και με αγκίθες από αχινούς να ερεθίζουν τις πατούσες, κι όλα τα νεύρα απολήγαν σε σκέψεις μελανές, πιο πέρα χτυπούσανε χταπόδια, να τα γαντζώσουν με ευγένεια, την ώρα που τουρτουρίζουν στις ταβέρνες τα λαμπιόνια, στα στομάχια των θαμώνων. Εμένα με λένε Αριστόδημο, κατ’ ευφημισμόν, μάλλον, μου περάσανε τ’ όνομα αυτό, γιατί, ως τώρα, γυναίκα δε βρέθηκε να κρατηθεί απ’ τη χοντρή καδένα που ’χω βαλμένη στον αριστερό καρπό μου σε ασήμι — κάθε φορά τη δείχνω, διακριτικά, σαν να σηκώνω ένα οπορωφόρο βλέμμα σε μια στέπα· Mira Nedyalkovaδεν μου αρέσει να στραφταλίζω τα βαριά μου, είναι ένας τρόπος μόνον ν’ αποκαλύπτω τις προθέσεις, χωρίς ν’ αφήνω υπόνοιες πως θα προσβάλω διορατικότητες και τέτοια. Τα μισολέω, διότι έχεις μεγάλη πιθανότητα να δέσεις, στα ενδιάμεσα που κάνει το δόντι με τη γλώσσα, εκείνη που θα γείρει να σε γιατροπορέψει, ακάματη, μαζί σου. Έστησα στον ουρανίσκο ένα νεκροκρέβατο από άγνοια, και δεν πολυανοίγω το στόμα όταν μιλάω, μη γίνω αντιληπτός, και με παρεξηγήσουν για συμφεροντολόγο μόνον.

laura-makabresku-L-jQVrBQ

Η Σύλβια είχα πιστέψει πως θα το καταλάβαινε αυτό, οι υπόλοιπες ήταν φωναχτές στο βλέμμα, πολύ άτρωτες στα βήματα και κουμανταρισμένες στα αγγίγματα, πολύ ξένες στα κορμιά, όσο απαλά κι αν ήταν από πομάδες και αρώματα, ήταν τόσο αλλοδαπές στη φύση μου, τόσο αθυρόστομα σιωπηλές στον έρωτα, τρόμαζα πως θα με ταγγίζανε εξόφθαλμο στα ερωτικά ζουμιά τους ή πως θα με μασάγανε την ώρα που εγώ θα με θανάτωνα βουτώντας στα κορμιά τους.Hugh Shurley ptg02261861 Είμαι ο Κανένας, κραύγαζα μέσα μου όταν έχυνα, με ακούτε; ο Κανένας! Τσούλες! δεν βλέπετε τι σας μαρτυράει ο καρπός μου τότε που σας γυμνώνει απ’ τις δαντέλες, τα σατέν και τις ξεπετσιασμένες σας κραυγές, τις εκδορές απ’ την απόγνωση που χώνει η ηδονή μες στα κορμιά σας; Όλες τις εγκατέλειπα με μια μεγάλη ικανοποίηση, τη μια μετά την άλλη, τόσο διακριτικός! κι αυτές ούτε καν μία μικρή προσπάθεια ν’ αγγίξουν το ασήμι του καρπού μου. Κάποιες τις πέταγα σαν αποφόρια στο καλάθι των αχρήστων, κι επέστρεφα ευγνώμων στην πρόνοια που μ’ έταζε ν’ ανακαλύπτω πως ήμουν ένας μικρός ηλίθιος για να ’χω επιλέξει τέτοια φρούτα, ένας  ματαιωμένος στη γεύση του ουρανίσκου, ένας φιλήδονος πραξικοπηματίας, χωρίς κανένα απολύτως αντικείμενο. lucien Clerquetumblr_mbm6mmjQmy1r1w31so1_500

Δεν μ’ ένοιαζε γι’ αυτές, εύκολα πέφτανε σε κάνα κομπλιμάν, ωραίο παλτό, σου πάει πολύ το βυσσινί, έχεις ωραίο γούστο, τέτοια απλά πράματα έλεγα, δεν ήμουν υπερβολικός, κάποιες είναι αρκετά έξυπνες, δεν δίνουν βάση στα μεγάλα λόγια, ενώ, με τη μικρή ποσότητα, σκεφτόμουν πως δε θα βολόδερνα μόνο με χαζές (σ’ αυτές έλεγα το ίδιο πολλές φορές, αυτό ήταν το κόλπο), αλλά θα μου καθόταν και καμιά παραπανήσια, να συζητάμε και λιγάκι ή να μου λέει έξυπνα πικάντικα, πριν να τη ρίξω σαν σαβανωμένη γάτα στο κρεβάτι. Δεν μ’ ένοιαζε γι’ αυτές, για μένα συλλογιόμουν μόνον πως  η αγάπη για τις ηδονές μ’ ωθούσε να γίνομαι όλο και πιο σκληρός στα λόγια, όλο και πιο ατρόμητος σε πράξεις βδελυρές, κι όλο ριχνόμουν σ’ ένα λαβύρινθο από σκέψεις, που όλες είχαν για επιμύθιο πως κάθε μέρα ήταν ίσως και η τελευταία που ανέτειλα τον ήλιο στο μυαλό

μου. Gilbert_Garcin_013

.

Τα βήματά μου προχωρούσαν είτε μπροστά είτε πίσω από μένα, εγώ ήμουν σταθερός σε τούτη την πεποίθηση, μόνον, κάποιες φορές, έκανα τον κόπο να κατευθύνω ένα δάχτυλο στο μάγουλο, να επαληθεύσω πως τα βήματα ήταν χώρια, σε άλλο χρόνο εγώ, και η πόλη νεφελώδης και γυρτή, στην ίδια πάντα θέση σαν Μαντόνα: κάτω απ’ τις μαρμάρινες και γκριζωπές πτυχές της έσκαζε μπασταρδεμένους βόμβους μακρινούς, άγνωστης προέλευσης, στ’ αυτιά μου.Μάλλον τα βήματα έχαναν τα βήματα, κι εγώ καθόλου δεν μπορούσα τίποτε ν’ αποκρούσω απολύτως, όταν ανέβαζα σαν δαγκάνες τις παλάμες να παγιδεύσω τα αυτιά μου, μόνον λίγο φαινόταν να συνέρχομαι, όταν το ασήμι του καρπού δρόσιζε στο πρόσωπο ό, τι φλεγόταν σε γοργούς ρυθμούς μέσα στο στομάχι, εκεί σκεφτόμουνα τα πάντα.

.

sylvia

.

 

Ώσπου ήρθε η Σύλβια, ένα βράδυ, σταμάτησε εμένα, τα βήματα, δεν ξέρω… θυμάμαι πως ήταν λίγο σκοτεινά και πως απέναντι έβλεπα ένα εστιατόριο κι ένα σινεμά που έπαιζε γουέστερν και πορνό, μου ζήτησε φωτιά, πολύ απλά, δεν έχω αναπτήρα, είπε, και χαμογέλασε λίγο ενοχικά, λίγο άβολα, ίσως και με μία αφέλεια παιδική, ανασηκώνοντας τους ώμους σε κάτι μπουκλάκια καστανά. Φορούσε ένα κοντό, σχεδόν αραχνοΰφαντο φουστάνι, στο χρώμα της άμμου ήταν, το καλοκαίρι βαρύ,  αποπνικτικό σχεδόν, αλλά η Σύλβια με κοίταξε, μου φάνηκε; όχι… με κοίταξε… έτσι όπως τραβούσε την πρώτη ρουφηξιά, με κείνη τη φυσικότητα των εραστών που έχουν ζήσει πριν απ’ αυτούς και το  μελλοντικό τους παρελθόν. Στο χέρι που κρατούσε το τσιγάρο φορούσε ένα μεγάλο δαχτυλίδι από αλπακά και μία πέτρα αιματίτη. Ευχαριστώ, Αριστόδημε, μου είπε, όταν τραβούσα το χέρι μου μακριά.  Με το αριστερό χέρι κάνω τις δουλειές, το ασημωμένο. Παρακαλώ… παρακαλώ, απάντησα βραχνά, μάλλον θ’ ακούστηκα σαν αραχνιασμένη αποσκευή σε καμιάν αποβάθρα Παραδείσου, άκου, να πει ευχαριστώ, Αριστόδημε! Παρακαλώ, επανέλαβα, παρ… Σύλβια, με λένε, καληνύχτα!

Gilbert_Garcin_188

.

Και γύρισε να φύγει, κατηφορίζοντας τη μεγάλη λεωφόρο, με την τριγωνική της πλάτη σμιλεμένη να λικνίζει τη φωτιά από την καύτρα του τσιγάρου, έτσι όπως το ρούφαγε με πλαγιαστό το βλέμμα στις βιτρίνες. Δεν πρέπει ν’ αφήσεις τη Σύλβια να φύγει, Αριστόδημε! κρατήθηκα στο βλέμμα απ’ τις μπούκλες των μαλλιών της, ξεκίνησα να σέρνομαι μπρούμυτα στο έδαφος σαν να ’μουν ρόδα σε ράγιες σκεβρωμένη, βρίσκοντας άλγος άλλοτε σε μισοσπασμένες πλάκες, άλλοτε σ’ εκτελούνται έργα, τα τελευταία με σακάτεψαν κυρίως, το σώμα μου πρέπει να μαδιόταν σε χοντρές τούφες από σάρκα, έτσι όπως στραμπούλαγα τον κόσμο και στροβιλιζόμουν, ξαφνικά, με μια πρωτόγνωρη ταχύτητα, θα τα τσαλαπατήσουν οι περαστικοί, αλλά θα τα ξαναβρείς! να μη σε νοιάζει, Αριστόδημε, σκεφτόμουν, για όσα κομμάτια γάντζωναν σε σκάρες υπονόμων. Η Σύλβια προέχει! Την πρόλαβα… John Wimberley, Descending Angel john wimberley_descending angelΤα πόδια της, όταν, ξυπόλητα, τα άγγιξα με ματωμένα δάχτυλα, ιερουργούσαν στους αστραγάλους μιαν ανάληψη, απάλυναν, σαν θαύμα, τις εκδορές αμέσως, θέλω να ανέβω, Σύλβια, μαζί σου! την ικέτευσα.  Αλλά δεν άκουσε. Ίσως να φταίει που ήμουν ταραγμένος και έτρεμα ολόκληρος και ανυπόμονος σαν έφηβος, και είπα  «θέλω ν’ ανέβω» και ξέχασα να πω «Σύλβια, σε θέλω!»  Δεν άκουγε, ήμουν ένας αφανής ήρωας για κείνη, κι εξακολουθούσε να βαδίζει, τραβολογώντας με, ανάλαφρη, ακάματη, αδιάφορη, ακάθεκτη στον προορισμό της και στις σκέψεις της. Προσηλωμένη στη δική της νικοτίνη, τυραννική στη μέθη που ο Αριστόδημος επιφύλασσε για κείνη. Είσαι καλός, έτσι δεν είναι, Αριστόδημε; Άγγιξα, τότε, με το δεξί μου χέρι, σχεδόν τυφλός από την έξαψη που μου προκάλεσε η αφή του, το φόρεμα στην άκρη, να μην ενοχλήσω και πολύ,  σαν θέρμη φλόγας ανεπαίσθητα μόνον τα ματωμένα κότσια χάιδεψαν λίγο το μηρό της.  Σύλβια!  Πρέπει όμως να  υπήρξα απρόσεκτος, ίσως να ’παιξε ρόλο και το νωπό μου ακόμη αίμα. Με βρόμικα χέρια, Αριστόδημε, αγγίζουν τις γυναίκες;

.

Hugh Shurley long-road-back

.

Αποσυντέθηκε το φόρεμα σε ίνες βαμβακιού που ράγιζαν το κεφάλι σαν κοφτεροί κρύσταλλοι από χιόνι, μα παραδόξως δεν κρύωνα καθόλου. Μόνον ένα ισχυρό ρίγος, πρώτη φορά, αισθάνθηκα, που με παρέλυσε εντελώς, και ήθελα να κλάψω τόσο πολύ αλυχτισμένος ως τις πηγές όπου γεννιόμουν, και να γελάσω, τόσο επώδυνα γενναίος μέχρι τις εκβολές όπου πνιγόμουν ζωντανός, όταν η Σύλβια, γυμνή, ξεκίνησε να ρέει πάνω στις ανοιχτές πληγές του κεφαλιού μου, σαν να ’τανε φυλακισμένη, αιώνες, σε κλεψύδρα :  άμμος λεπτή κατέρρεε σε λεία βότσαλα η Σύλβια ολόλευκα – τέτοιο γινόταν όλο το κορμί μου, άσπριζα θάλασσα στην πίσσα της ασφάλτου. Μείνε μαζί μου, Σύλβια, έχω στον ουρανίσκο ένα κρεβάτι! Και άνοιξα το στόμα διάπλατα στην άμμο, μπούκωσα από ένα σακί με κόκκους καστανούς μέχρι το λαρύγγι, έως ότου χάθηκε ο κόσμος.

.

Gilbert_Garcin_178

.

Βρέθηκα χτυπημένος και αναίσθητος από ένα φορτηγό καθαριότητας του Δήμου, έτσι μου είπαν,  διέσχιζα τη λεωφόρο, προφανώς, να παρακολουθήσω γουέστερν ή πορνό; ίσως και να πεινούσα; Ποιος θα με διηγηθεί σε κείνο το παρόν μου; Στο ασθενοφόρο φόρτωσαν ένα σακάκι κι έναν χαρτοφύλακα μαζί μου, είναι δικά σας, μου τα πρότειναν, την ώρα που ’παιρνα το εξιτήριο από το «Σωτηρία». Η μνήμη πεισιθάνατα ευλογεί το πριν από το παρελθόν του παρελθόντος μόνον: τη Σύλβια, το χώρο όπου ανήκω και που απαρνήθηκα για πάντα. Λάθεψα, μάλλον, καθώς ξέχασα ή ίσως δε θυμήθηκα; ή μήπως τρόμαξα στο βλέμμα; και δεν ξεστόμισα ένα κομπλιμάν απλό… μου αρέσει ο τρόπος, Σύλβια, που μου ζήτησες φωτιά! Α… είμαι ένας, μάλλον, ελεεινά ασημωμένος με τούτη την ταυτότητα, που απαιτεί μιαν άριστη εκπλήρωση στα αυτονόητα που ΄χω κρυμμένα κάτω από το νεκροκρέβατο, στον ουρανίσκο, το απλό πιστεύω πλέον πως δεν είναι τίποτε άλλο από το αποκαλυπτικό απόσταγμα του τρόμου. Μου αρέσει ο τρόπος, Σύλβια, που μου ζήτησες φωτιά! Έπρεπε απλά να πω, πριν φύγει η Σύλβια. Πριν φύγει η Σύλβια, Αριστόδημε!

.

Gizem Karayavuz media_13655475049164

.

Φωτό: JohnWimberley, Lucien Clergue, Mira Nedyalkova, Laura Makabresku, Hugh Shurley,Gilbert Garcin,

Gizem Karayavuz

.

 

Tags: ,

Image

Εισήγηση, Ντόρα Περτέση, Το τραγούδι του λύγκα, (O τόπος της γραφής του: ο Άλλος του ασυνειδήτου και όχι το Εγώ) 11.1.2012, Κέντρο Ψυχαναλυτικών Μελετών

Εισήγηση, Ντόρα Περτέση, Το τραγούδι του λύγκα, (O τόπος της γραφής του: ο Άλλος του ασυνειδήτου και όχι το Εγώ) 11.1.2012, Κέντρο Ψυχαναλυτικών Μελετών

Η Ντόρα Περτέση είναι ψυχοθεραπεύτρια, ψυχαναλύτρια, Δρ. ψυχανάλυσης

 

 «Δεν είμαι εγώ που μιλώ, είναι τα πράγματα που μιλούν μέσα από μένα», μου έλεγε η Ιφιγένεια σε μια πρόσφατη συνέντευξη για το περιοδικό αληthεια http://wp.me/p2VUjZ-21M. Ξεχώρισα και κράτησα αυτήν τη φράση. Στο μυαλό μου ήρθαν οι φράσεις του Τζιακομέτι για τη γλυπτική.Η γλυπτική»,  έλεγε, «δεν με ενδιαφέρει πραγματικά, παρά μόνο στο βαθμό που γίνεται το μέσον όρασης του εξωτερικού μου κόσμου και, ακόμη περισσότερο, δεν είναι παρά το  μέσον  να γνωρίσω αυτή την όραση, σε τέτοιο βαθμό, που δεν ξέρω τι βλέπω, πάρα μόνο δουλεύοντας πάνω σε αυτό το γλυπτό».Παραφράζοντας, λοιπόν, τον καλλιτέχνη, θα έλεγα ότι για την Ιφιγένεια, η συγγραφή, οι σχέσεις με το κείμενο και με τις λέξεις γίνονται το μέσο γνώσης αυτού του κόσμου, σε τέτοιο βαθμό που, σμιλεύοντας τις φράσεις, γνωρίζει αυτό τον κόσμο. Και, ακόμη περισσότερο, τα ίδια τα πράγματα της μιλούν, αυτά τα πράγματα μπορούν γίνουν κινητήριος δύναμη και να συνδιαλέγονται με τον Άλλον του υποκειμένου, και τότε είναι το υποκείμενο που μιλάει όχι το Εγώ.

lygas b172191Η Ιφιγένεια δεν γράφει από τον τόπο του Εγώ, που συνιστά μια διάσταση παραγνώρισης, ο τόπος της είναι άλλος. Ένας συγγραφέας, έλεγε ο Μπαχτ, συγκροτείται, φτιάχνεται ως υποκείμενο, θα συμπλήρωνα, μέσα από τα γραπτά του και όχι το αντίστροφο. Το έργο είναι αδιαχώριστο λοιπόν από αυτόν. Γι’ αυτό ακριβώς πρόκειται στην περίπτωση της Ιφιγένειας. Η συγγραφή δεν συνιστά γι’ αυτήν μία διαδικασία φαντασιακής τάξεως, η οποία θα περάσει στο γραπτό — χωρίς αυτή, στην περίπτωσή της, με την έννοια της μυθοπλασίας, να απουσιάζει.  Δεν πρόκειται, λοιπόν, για το Εγώ, που συνομιλεί με τους ιδανικούς σχηματισμούς του. Η Ιφιγένεια δεν γράφει από τον τόπο του Εγώ.

alitheia Νο7Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι ο τόπος της ως συγγραφέα δεν είναι απλώς η φαντασία, ο τόπος της είναι οντολογικός, η γραφή της έχει ως καταγωγικό θεμέλιο την ίδια της την ύπαρξη, την επιθυμία της, η γραφή της είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με το υπάρχειν, με το είναι. Και αυτό είναι που τη διαφοροποιεί από πολλούς άλλους συγγραφείς, που χρησιμοποιούν τη φαντασία τους, ενίοτε γράφοντας και πολύ καλά, για να στηρίξουν το κενό της πραγματικότητάς τους. Θα πω γι’ αυτούς τους τελευταίους, από βιβλία των οποίων η αγορά βρίθει, ότι είναι  δειλοί, με την έννοια της ηθικής δειλίας, γιατί δεν παίρνουν το ρίσκο της επιθυμίας τους, γιατί δεν γράφουν οντολογικά. Έτσι, λοιπόν, όταν η Ιφιγένεια μού έδωσε σ’ ένα ρολό το ξεχασμένο κεφάλαιο του μυθιστορήματός της, αυτό μου επικύρωσε την άποψή μου περί της οντολογικής της γραφής.

Τι περιέχει αυτό το ρολό; Γράφει η συγγραφέας του τραγουδιού του λύγκα: http://wp.me/p2VUjZ-Aw Πώς είναι, επιπλέον, δυνατόν να έχεις διαβάσει και επιμεληθεί τουλάχιστον τρεις φορές τυπωμένα τα χειρόγραφα (στη δεύτερη πια διόρθωση του βιβλίου, ύστερα από αρκετά χρόνια και ύστερα από πάμπολλες διορθώσεις στο παρελθόν)  και κατ’ επανάληψιν να αδυνατείς να αντιληφθείς ότι ένα «κεφάλαιο» που αγαπάς πολύ δε βρίσκεται εκεί; Πρόκειται για παράλειψη ή  μήπως για παρά/ληψη; Δεν μπορώ ν’ απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα. Αυτό όμως που μπορώ να πω είναι ότι το «γράμμα», με την έννοια του γραπτού, βρήκε τον προορισμό του και είναι εδώ, ανατρέποντας τον καθωσπρεπισμό ενός βιβλίου, που έχει όλα τα κεφάλαια συντεταγμένα απ’ αρχής έως τέλους. Το βιβλίο είναι σε έλλειψη. Εντούτοις, το απολεσθέν από τη μνήμη κεφάλαιο, με τίτλο Στη χώρα του Πάντα Πάντα,  είναι εδώ,  http://wp.me/p2VUjZ-zi   αποχωρισμένο από τη μυθιστορηματική ενότητα αλλά και συγχρόνως παρόν μέσα σε αυτήν την ενότητα.

Ψυχαναλυτικά μιλώντας, ένας αληθινός καλλιτέχνης έχει τη δύναμη να αναδεικνύει κάτι που αλλάζει τις συμβολικές κοινωνικές συντεταγμένες, να αλλάζει λοιπόν τον κοινωνικό άλλο. Εάν αυτός ο κοινωνικός εκδοτικός άλλος, προστάζει το βιβλίο να είναι ολοκληρωμένο και να μην του λείπει τίποτα… ε όχι… πάντα στη Χώρα του Πάντα Πάντα, θα λείπει κάτι. Κι ευτυχώς. DSC_0065fΌσο για «Το τραγούδι του λύγκα», κάνω μία πρώτη στάση στο 4Ο κεφάλαιο με τίτλο Θα τον φροντίζει μέχρι τέλους, σελ 257, όπου η συγγραφέας αναφέρεται στο γράμμα του Ιάσονα, τελευταία πράξη προ της ύστατης, της καταλυτικής, δηλαδή, της αυτοκτονίας του. Διαβάζω : Πατέρα, Κράτησε μόνο τούτο από μένα: Ό,τι δεν είδα δεν υπήρξε. Κι ό,τι ανύπαρ­κτο, ανώνυμο. Κι ό,τι ανώνυμο, εγώ ο Ιάσονας. Τι να πω… Θα πω ότι έχω σταματήσει να διαβάζω ή να βλέπω έργα που ασχολούνται με οτιδήποτε άπτεται του ψυχολογικού ή για την ακρίβεια του ψυχολογισμού, με μια λέξη, τα θεωρώ αφελή. Στην παραπάνω φράση η Ιφιγένεια μάς δίνει έναν ψυχαναλυτικό, και δη λακανικό, ορισμό της αυτοκτονικής διάπραξης. Ξαναδιαβάζω τη φράση : Πατέρα, Κράτησε μόνο τούτο από μένα: Ό,τι δεν είδα δεν υπήρξε. Κι ό,τι ανύπαρ­κτο, ανώνυμο. Κι ό,τι ανώνυμο, εγώ ο Ιάσονας. Το υποκείμενο που προβαίνει στην αυτοκτονία είναι ανώνυμο. Βρίσκεται εκτός συμβολικών συντεταγμένων, δεν συγκροτείται πλέον στον τόπο του Άλλου, ο Άλλος του ασυνειδήτου δεν λειτουργεί, πλανάται με τη διπλή σημασία της λέξης, δεν έχει τόπο, συμβολικό τόπο, και, όντας χωρίς τόπο, άτοπο, ενσαρκώνει στο πραγματικό το ψάξιμο ενός τόπου και, παράλληλα, τόπου χωρίς αξία στην περίπτωση του Ιάσονα.

DSC_0065fΤι μας δείχνει, επιπλέον, η συγγραφέας σε ό,τι αφορά τον επιστημονικό λόγο. Μας δείχνει τη φενάκη και την επικινδυνότητα αυτού του λόγου. Κάνω μια δεύτερη στάση στη σελίδα 290 :«Σύμφωνα με νέα μελέτη, η ευτυχία και η χαρά της ζωής κρύβονται στο DNA μας και συγκεκριμένα σε ένα γονίδιο που ονο­μάζεται 5-ΗΤΤLPR. Αυτό αναφέρουν ειδικοί της London School of Economics οι οποίοι μελέτησαν 2.754 εθελοντές στις ΗΠΑ οι οποίοι απάντησαν σε ένα ερωτηματολόγιο ‘‘μέτρησης’’ της ευτυ­χίας αλλά και της δυστυχίας». Γίνεται αναφορά στη διαδικτυακή σελίδα, στο βιβλίο. (…)

Ώστε γονίδιο λοιπόν η ευτυχία! and I’m feeling good, πα­τάω διακόπτη, δηλαδή, and I’m feeling good, στέκεται έκθαμβη απέναντι απ’ την οθόνη του υπολογιστή της, το άρθρο ακίνητο κι αυτό, κοιτάζονται τα δυο τους. (…) Τώρα καταλαβαίνει, όλα τα καταλαβαίνει τώρα, γιατί η με το γελοίο βλέπει την ευτυχία κάθε μέρα καθισμένη στο απένα­ντι παγκάκι, χαμόγελο: φαίνεται πως κάποιοι το έχουν μέσα τους, αυτή το ψάχνει απέξω της. (…) «Ούου!» νεύει απ’ το παγκάκι η ευτυχία στις κρεμασμένες απ’ τα μανταλάκια δυστυχίες στο μπαλκόνι της γελοίας. «Θα πέσου­με», της λένε οι δυστυχίες. «Σκασίλα μου», ατάραχη απαντάει η ευτυχία. Ώστε γονίδιο, λοιπόν, η ευτυχία! and I’m feeling good, πα­τάω διακόπτη, δηλαδή, and I’m feeling good, και κονταροχτυπιού­νται ευτυχίες-δυστυχίες σ’ έναν ατέρμονο αγώνα επιβίωσης. Άρτος και θέαμα. Τρέλα και θέαμα. Εκεί θα μείνει αυτή, στην τρέλα και στο θέαμα, της λείπει το γονίδιο. Θα μείνει στη γωνία με το αποδι­οπομπαίο DNA η γελοία. Θα είναι το τραγί των ημερών. Θα γίνουνε και σύλλογοι φορέων και πασχόντων. Έπειτα στρατόπεδα, φρου­ρές. Κάστες και κλαμπ και θιασώτες. Και δεξιώσεις και διώξεις. (…)

Αγαπητοί μου φίλοι, όχι μόνο προσκυνάμε αυτό το κείμενο, αλλά έχουμε φτάσει να ζούμε διαδικτυακά, και αυτό γιατί η συνάντηση των δύο φύλων χωλαίνει όπως ο γηραλέος Οιδίποδας. «Το τραγούδι του λύγκα» πραγματεύεται αυτή την αδυναμία συνάντησης του άντρα και της γυναίκας, οι ήρωες στα όρια του γκροτέσκο είναι σαν να μας σιγοψιθυρίζουν και εάν υπάρχει και αν αυτή η συνάντηση δεν είναι απλώς μία επανάληψη, ποιο τίμημα πρέπει, άραγε, να πληρώσουμε; Μια από τις απαντήσεις βρίσκεται στο ανά χείρας βιβλίο, όπου η διάσταση του «γράμματος», κάποιες φορές, είναι πέραν της σημασίας.

.

.

 

– –

 
Image

[Παζλ ] του Δημήτρη Π. Κρανιώτη (e-περιοδικό Bibliothèque)

[Παζλ ] του Δημήτρη Π. Κρανιώτη (e-περιοδικό Bibliothèque)

http://bibliotheque.gr/?p=22137

Να γεννιέμαι στο δάσος 
από νερό και χώμα.
 
Δέντρο να γίνομαι
σκορπίζοντας τα φύλλα.
Να αιωρούμαι ανίερα
 
ως παζλ στον αέρα.
Να με τρώνε τα πουλιά
ως ρυτίδες με χρώμα.
Ν’ αναζητώ
με “Silver Αlert”
δίχως όνομα, 
εμένα.

 

Tags:

Image

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ο μικρός ποιητής (όπως ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ)

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ο μικρός ποιητής (όπως ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ)

.

http://www.yiorgospanayiotidis.com/2010/12/blog-post_03.html

Αλλά ήρθε η στιγμή που ο μικρός ποιητής, αφού πολύ έγραψε στην άμμο, στους τοίχους και στα χαρτιά, ανακάλυψε επιτέλους ένα δρόμο. Κι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην έκδοση. «Καλημέρα», είπε. Ήταν κάποιο γραφείο εκδόσεων γεμάτο στοίβες ποιήματα. «Καλημέρα», είπαν τα ποιήματα. Ο μικρός ποιητής τα κοίταξε. Έμοιαζαν όλα στο ποίημά του. «Τι είσαστε;» τους ρώτησε έκπληκτος. OLYMPUS DIGITAL CAMERA«Είμαστε ποιήματα», είπαν τα ποιήματα. «Α!» έκανε ο μικρός ποιητής… Κι αισθάνθηκε πολύ δυστυχισμένος. Το ποίημά του του ’χε πει πως ήταν το μοναδικό στο σύμπαν. Και να που υπήρχαν χιλιάδες μέσα σ’ ένα μόνο γραφείο. «Θα αισθανόταν πολύ προσβεβλημένο, αν το ’βλεπε αυτό», σκέφτηκε, «θα ’βηχε πολύ και θα ’κανε πως πεθαίνει, για ν’ αποφύγει τη γελοιοποίηση. Και θα ’μουνα υποχρεωμένος να κάνω πως το φροντίζω, γιατί αλλιώς, για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ’ αφηνόταν στ’ αλήθεια να πεθάνει…» Μετά σκέφτηκε κι αυτό: «Νόμιζα πως έχω τον πλούτο ενός μοναδικού στον κόσμο ποιήματος, και δεν έχω παρά ένα συνηθισμένο ποίημα. Αυτό κι η ποιητική μου συλλογή, που περιμένει να εκδοθεί και που ίσως να μην εκδοθεί ποτέ, δεν με κάνουν δα και κανένα μεγάλο ποιητή…» Και ξάπλωσε στα χαρτιά κι έκλαψε. Τότε είναι που παρουσιάστηκε ένας υπεύθυνος εκδόσεων. «Καλημέρα», είπε ο υπεύθυνος εκδόσεων. «Καλημέρα», απάντησε ευγενικά ο μικρός ποιητής, που στράφηκε, μα δεν είδε τίποτα. «Εδώ είμαι», είπε η φωνή, «πίσω απ’ αυτές τις στοίβες χειρογράφων» «Ποιος είσαι;» είπε ο μικρός ποιητής. «Είσαι πολύ εντυπωσιακός…» DUY_03«Είμαι ένας υπεύθυνος εκδόσεων», είπε ο υπεύθυνος εκδόσεων. «Έλα να διαβάσεις το ποίημά μου», του πρότεινε ο μικρός ποιητής. «Είμαι τόσο λυπημένος…». «Δεν μπορώ να το διαβάσω», είπε ο υπεύθυνος εκδόσεων. «Δεν έχεις συστάσεις και δεν μου το επιτρέπει ο εκδότης, ειδικά για τα ποιήματα». «Α! συγγνώμην», έκανε ο μικρός ποιητής. Αλλά μετά από σκέψη πρόσθεσε: «Τι σημαίνει «συστάσεις»;» «Είναι κάτι πολύ σημαντικό», είπε ο υπεύθυνος εκδόσεων. «Σημαίνει «κάποιος σε στέλνει σε μένα». «Κάποιος;» «Βέβαια», είπε ο υπεύθυνος εκδόσεων. «Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένας ποιητάκος εντελώς όμοιος με εκατό χιλιάδες άλλους ποιητάκους. Και δεν σ’ έχω ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά ένας υπεύθυνος εκδόσεων όμοιος με δεκάδες υπεύθυνους εκδόσεων. Όμως, αν σε στείλει κάποιος, θα ’χω έναν λόγο να διαβάσω το ποίημά σου. Θα διαβάσω το ποίημά σου, και θα ’μαι για σένα αυτός που θα νοιαστεί να πείσει τον εκδότη…» «Αρχίζω να καταλαβαίνω», είπε ο μικρός ποιητής. «Υπάρχει ένα ποίημα… νομίζω αυτό με έχει στείλει…» «Μπορεί», είπε ο υπεύθυνος εκδόσεων. Αλλά ο υπεύθυνος εκδόσεων ξαναγύρισε στην ιδέα του: «Η δουλειά μου είναι μονότονη.DUY huynh Κυνηγώ ταλέντα, οι συγγραφείς με κυνηγούν. Όλα τα ταλέντα μοιάζουν μεταξύ τους κι όλοι οι συγγραφείς μοιάζουν μεταξύ τους. Έτσι, πλήττω λιγάκι. Αλλά, αν κάποιος σε στείλει σε μένα, η δουλειά μου θά ’ναι εύκολη. Θ’ αναγνωρίζω ένα ποίημα που θά ’ναι διαφορετικό απ’ όλα τ’ άλλα. Τ’ άλλα ποιήματα με κάνουν να κρύβομαι πάλι πίσω απ’ αυτές τις στοίβες χειρογράφων. Το δικό σου θα με καλεί να το υπερασπίσω στον εκδότη. Και μετά, κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα πιεστήρια με το χαρτί; Εμένα δε μου αρέσει η ποίηση. Η ποίηση εμένα μου είναι άχρηστη. Οι συλλογές ποιημάτων δεν μου θυμίζουν τίποτα. Οι εκδότες δεν τις θέλουν, γιατί δεν κερδίζουν απ’ αυτές. Κι αυτό είναι θλιβερό. Ο υπεύθυνος εκδόσεων σώπασε και κοίταξε για πολύ το μικρό ποιητή: «Σε παρακαλώ… βρες κάποιον», είπε. Έτσι ο μικρός ποιητής υποσχέθηκε στον υπεύθυνο εκδόσεων πως θα ψάξει να βρει κάποιον. Μετά ο υπεύθυνος εκδόσεων πρόσθεσε. «Πήγαινε να ξαναδείς τα ποιήματα, θα καταλάβεις ότι το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο, θα ξανάρθεις να μ’ αποχαιρετήσεις, κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.» 

DUY f5e456839c350045aa2856ddcf68cda6Ο μικρός ποιητής πήγε να δει τα ποιήματα και ξανάρθε στον υπεύθυνο εκδόσεων: «Αντίο», είπε. «Αντίο», είπε ο υπεύθυνος εκδόσεων. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια.» «Την ουσία δεν την βλέπουν τα μάτια», επανέλαβε ο μικρός ποιητής, για να το θυμάται. «Ο χρόνος που έχασες για το ποίημά σου αυτός είναι που κάνει το ποίημά σου τόσο σημαντικό.» «Ο χρόνος πού έχασα για το ποίημά μου…» έκανε ο μικρός ποιητής, για να το θυμάται. «Οι εκδότες ξέχασαν αυτή την αλήθεια», είπε ο υπεύθυνος εκδόσεων. «Αλλά εσύ δεν πρέπει να το ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος γι αυτό που έχεις δημιουργήσει. Είσαι υπεύθυνος για το ποίημά σου…» «Είμαι υπεύθυνος για το ποίημά μου», επανέλαβε ο μικρός ποιητής, για να το θυμάται.

Πίνακες: Duy Huynh

 

Tags: ,

Image

Τάσος Λειβαδίτης, Βιολί για μονόχειρα

Τάσος Λειβαδίτης, Βιολί για μονόχειρα

.

Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω  —  ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο, ή μάλλον να το πω αλλιώς: το πιο θανάσιμο αμάρτημα είναι να μην αγαπάς τον εαυτό σου, αλλά μια μέρα δεν άντεξα, «εμένα με γνωρίζετε;» τους λέω, «όχι», μου λένε,  έτσι πήρα την εκδίκησή μου, και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους ή μη ρωτάτε τι μπορεί να συμβαίνει με τους τρελούς — Vincent van Gogh ~ Nature morte aux livres et à la rose ou Romans Parisiens, 1887τι άλλο απ’ το να διασκεδάζουν ένα παιδί, που δεν ήθελε να μεγαλώσει, κι αφού οι ονειροκρίτες είναι περασμένης μόδας, μεταναστεύω κι εγώ στην άλλη άκρη της ομπρέλας μου, καθ’ ότι αλκοολικός και διότι άρχισε να βρέχει σε παλιούς μακρινούς καιρούς κι απ’ το παράθυρο έρχεται η μυρωδιά των κυπαρισσιών σαν μια μουσική που μαντεύεις το τέλος της –ενώ η γριά μου εξηγούσε την ανάσταση του Κυρίου, «φοβόταν μήπως αλλιώς τον λησμονήσουν» έλεγε, όσο για μένα, προτιμώ να κρεμάσω ένα ρολόι στο γιλέκο μου, παρά να κρεμαστώ εγώ– θα ήταν τότε σαν να εξηγούσα πολλά πράγματα, ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να παίξει και μ’ ένα χέρι βιολί, όταν με τ’ άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του —  ήμουν τόσο εξουθενωμένος, που στους διαβατικούς καθρέπτες που κοιτάχτηκα δεν είδα παρά την ανείπωτη λέξη,

van_gogh-menders και μην έχοντας τίποτα καλύτερο κάθομαι και θησαυρίζω (εν αγνοία τους, βέβαια, αφού μου είχανε πάντα γυρισμένες τις πλάτες), αλλά δεν ξοδεύω και αρκούμαι στο μακρινό σφύριγμα του τρένου, που ανορθώνει, σαν άνθρωπο, το σκυλί και ρίχνει κατιτί μες στο κουτί του ζητιάνου — γιατί το ξέρω ότι ματαιοπονώ, κι οι σελίδες που γράφω θολώνουν κιόλας από κάμαρα σε κάμαρα και στο φως της λάμπας το βράδυ θα έχουν μια άλλη σημασία και το πρωί θα πρέπει να ξαναντυθείς, μόνο και μόνο για να πονέσεις, αντίο, λοιπόν, καλή μου εγκαρτέρηση,

Vincent_van_Gogh_-_A_pair_of_Shoes

εγώ πάω ν’ ασχοληθώ με τους τρελούς μου ή μάλλον θα πω για τα παπούτσια τους, τόσο αφρόντιστα σαν να τους τα φόρεσε ένα χέρι που ήξερε περισσότερα κι ίσως, αν σφύριζα πιο αμέριμνα, όλα να ’χαν πάει καλά ή αν δεν ήμουν τόσο επιρρεπής, όπως αυτός ο γελοίος σταθμάρχης που πληρώνεται για να μη μ’ αφήνει να ταξιδέψω ή σαν τον ποιητή που του αρκεί λίγος ύπνος για να ξαναγίνει αθώος.

Πίνακες: Andrea Kowch, Vincent Van Gogh

 

Tags: ,

Image

Φωτογραφία: Garry Winogrand

Garry-Winogrand-Book-1000x1000

gary tumblr_lyttbmj6XG1qzb6g8o1_1280

Garry Winogrand 04

gary _66275977_4081960f-1a2f-45b3-970d-d6c1ed09ac1e

 

Tags: