RSS

Tag Archives: ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΓΡΑΦΕΣ

Image

Ματτίας Μάρε, ΔΟΚΙΜΕΣ Α΄, Δυσώνυμες Φαρμακείες

Σε μια χούφτα σκόνη κρυβόταν ο φόβος,
με το πέτρινο τούτο κεφάλι στους τερατώδεις ώμους,
σαν να ξυπνώ από ύπνο βαθύ,
σε άλλες ζωές μυριάδες,
καμωμένον από δυσώνυμες φαρμακείες αρχαίες,
όπου η μνήμη ξεπέρασε το σύνορό της
και έγινε μάνα κόρη και μητριά,
έγινε μνήμη κύτταρο
και εξαΰλωνε σε πυρά άφιλη εξαντλητική
τους αμέτρητους προγόνους μου.
Kαι ποια ψυχή ήθελε αντέξει μια
θάλασσα λύπης που σταλάζει στον αιώνα,
« Living nor dead »,
κοιτώντας στη καρδιά του φωτός, στη σιωπή,
πυρωμένο λευκό ξεραίνει τη ψυχή.

Γερνάς κι αντί να καθαρίζει ο ορίζοντας
γεμίζει ηχώ σε δρόμους κοχλίες.
Παρόν και μέλλον μια αυταπάτη του μυαλού,
Εάν όλος ο χρόνος είναι παντοτινά παρών
Όλος ο χρόνος είναι σκλαβωμένος.
Ύλη σκεπτόμενη,
ένα αέρινο μυθολογικό κουκούλι
κρεμασμένο στο δέντρο του χωροχρόνου,
το παίγνιο της αντίληψης
με τ’ αραχνοΰφαντα δίχτυα
της ιδεολογικής πρότασης,
ιερά παράδοσις, μυθολογία και επιστήμη,
συγκρουόμενες στο χάος,
κατίσχυσαν της ύλης και δημιουργούν
έναν υπέροχο, νέο πάντα νέο κόσμο,
που κουβαλά σαν κατάρα την ομορφιά
και την τραγωδία, περίκλειστες μέσα του.

Θεός είναι αυτό, από το οποίο μεγαλύτερο δεν μπορεί να νοηθεί
και ο Θεός διαβεβαιωτικά υπάρχει τόσο αληθινά,
ώστε δεν μπορεί να γίνει νοητό ότι δεν υπάρχει.

Ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης·

ΜATTIAΣ ΜΑΡΕ, Ιούλιος 2012

[“τι θέλεις; respondebat illa: απο θανείν θέλω.” ]

Το ποίημα χρησιμοποιεί αναμνήσεις ενεργές από την Έρημη Χώρα του T.S. Eliot
από την απόδοση της από τον Γιώργο Σεφέρη,
από τον μύθο της Σίβυλλας Κυμαίας,
ενός στίχου από το Les Anges sont Blancs του Γιώργου Σεφέρη,
ενός στίχου των Περσών, που μιλά για τον πόνο,
ενός μεταφρασμένου αποσπάσματος από το Οντολογικό επιχείρημα του Αγίου Ανσέλμου,
και ως επιμύθιο, ένος στίχου από γνωστό απόσπασμα του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου.

Φωτογραφία: Catrin Welz Stein

 

Tags: ,

Image

Στέλλα Δούμου

Ω των χειλιών πορφυροί ανθώνες,
μαύρα των μαλλιών μελάνια γράφουνε πόθους
σε γυάλινα δάση, πώς, πώς να σε κόψω Ω χαρά, που διαβολικά έρπεις
στις φλέβες…
Στην ευπείθεια του λαιμού το μαδριγάλι της λαιμητόμου
θα χιμήξει, κόκκινη άρπα μες στη λευκότητα…

=================

Πίνακας:Graham Dean

 

Tags: ,

Image

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης, Χωρίς πύραυλο

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης, Χωρίς πύραυλο

Κάτι μου έλεγε ότι εκείνη η ώρα δεν ήτο αληθής, αν και με την αλήθεια, βέβαια, πλήρης αβεβαιότητα επικρατεί, πλήρης σύγχυση, απ’ τη στιγμή που για όλα τα ιδεατά υπάρχουνε αντίθετα,
να! το ωραίο ψέμα, η πλάνη είναι εξίσου καλά. Κι αληθινά! Kάποτε, κατ’ ανατολάς που πήγαινα, συνάντησα ένα μάγο που ’χε νικήσει την απαίσια βαρύτητα. Έκανε γκλουουουπ με τα χείλη του, και ξαφνικά άρχισε ν’ ανεβαίνει κάθετα προς τα πάνω, όρθιος, χωρίς να κινεί κανένα μέλος, έφτανε στα μεσούρανα, σαν μύγα στα σύγνεφα, κι ύστερα ερχόταν —τι φοβερός!— πάνω κάτω ασταμάτητα, πουλί-άνθρωπος, υπέροχο θέαμα!
Α, λέω, δεν είναι αληθής τούτη η ώρα,
χωρίς πύραυλο
δε γίνεται, όπως κι εκείνη η άλλη ώρα, που
πέταξε
η μητέρα
χωρίς πύραυλο,
χωρίς επιστροφή από τότε, κι όπως άλλες ώρες διάφορες, κυρίως αυτές κατά τις οποίες
βαριόμουνα εμένα και τη ζωή μου, κι ανέβαινα,αλλά
χωρίς σώμα
εγώ
στης φαντασίας μου
τα ύψη
χωρίς πύραυλο
ανέβαινα και
κατέβαινα,
αληθής, αναληθής, ψέμα, πλάνη, αλλά κι εκείνη η ώρα του χθες που σας έλεγα, κάτι μου λέει πως δεν ήτο αληθής, ασφαλώς δεν ήτο αληθής η ώρα εκείνη, που ασάλευτος έμεινε και άπνους και νεκρός, χθες στην αγκάλη που πάγωσε στη θερμή μου αγκάλη
ο πατέρας
κι έφυγε
ύστερα και
πάει
ψηλά
χωρίς
πύραυλο
Πάει…
Πάει…
Πάει…

 

Tags: ,

Image

Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης, Περί του προνομίου της θερμής αμαρτίας

Και να ευτυχείς μέσα στην ισορροπία της ηδονής
με την ενοχή, λοιπόν, να σε χαϊδεύει στα γυμνά σου μέρη
το βλέμμα μου απαλότερο κι απ’ το μουστάκι του Θεού
και το χέρι μου να σε χαϊδεύει εκεί που έχεις το σεντούκι με τη γλύκα
απαλό και το χέρι μου απαλότερο απ’ την απαλάμη του Ζέφυρου,
όλα να είναι απαλά και υγρά και να επικροτούν
τη δαιμονισμένη πράξη, τη σύμπραξη που σε καταξιώνει
σε διαιώνιση τώρα, να ποθείς, να επιθυμείς, να θέλεις,
και όταν επέλθει το σκότος των κλειστών οφθαλμών ακολουθούμενο
από τα ρυθμικά βογκητά σου, από το παλινδρομικό παλιρροϊκό κύμα
των ελαφρολυγισμένων μηρών, απ΄ τον υπέροχο χορό τον πυρρίχιο των μαστών σου,
τότε να σβήσω ολόκληρο το είναι μου μέσα στο ελάχιστο εκείνο μυστικό
σημείο του σώματός σου, που ο προορισμός μου το ανακάλυψε εκδικούμενος
το θάνατό του να σε μολύνω εκεί με τη λάβα του σπέρματος, να σε πονέσω με άπειρη γλύκα,
έκρηξη με φωνές μεγάλες συνονθύλευμα γέλιων, κλαμάτων, πόνου, θλίψης, χαράς,
ενωθέντων αιμάτων, και να σβήσουμε ύστερα σιγανά-σιγανά στα παράλυτα μέλη λιτοί
να διπλωθούμε να κοιμηθούμε ηδονικά μέσα ο ένας στον άλλον έτσι γυμνοί αμέσως μετά την ηδονή έτσι, θριαμβικά εποχούμενοι της ήρεμης προσωρινής ευτυχίας
να εξομολογηθούμε και να πούμε:
«αμάρτησα, Κύριε, σ’ ευχαριστώ που μ’ εξέπεσες απ’ την Εδέμ του Αδάμ,
και με πέταξες στον Παράδεισο τούτον!»

 

Tags: ,

Image

Στέλλα Δούμου, Ο πίνακας

maki-horanai-exhibition-canvas8

Το σκηνικό
είχε από καιρό στηθεί:
Το έρημο σπίτι,
τα πεινασμένα δωμάτια,
και μια σκόνη εγκάθετη
τραβούσε απ’ τα μαλλιά
την ακαμψία των πεθαμένων επίπλων.

maki-horanai-exhibition-canvas5

Αίφνης,
ο ξερόβηχας ενός πίνακα
αιωρήθηκε.
«Πώς κατορθώνονται,
οι πινελιές να ρέουν
να μιλούν, να ανασαίνουν;»
Κοιτούσα με μάτια γυμνά
την αυλή
που ήταν άμμος και την πατούσα
και τη θάλασσα που έτριζε ήρεμα
καθώς άνεμος κανένας δεν
κινούσε το δειλινό τοπίο,
δεν το παράλλασσε και δεν το αιφνιδίαζε.
Μια πολτώδης σιωπή.
Η γυναίκα κοιτούσε. Το φόρεμά της
δροσερό, στο κίτρινο δοσμένο.
Ένα κουκούλι που την γεννούσε.

Maki Horanai  7

Το θέαμα εξελίχθηκε:
Το πλάσμα αυτό το δειλινό
στης θάλασσας την πρώτη αγρύπνια
έμοιαζε να προσεύχεται,
όταν απροσδόκητα
πέρασε ένα φεγγάρι. Αιχμηρό.

Maki Horanai3

Σχίστηκαν ήχοι
στης βεντάλιας της το ολόγραμμα,
μετακινήθηκαν βουνά και ο ορίζοντας,
Γυρίσανε τα συκώτια τ’ ουρανού
και μελάνιασε ο τόπος,
καθώς γρυλίσαν μέσα της
τα μέγιστα της λύπης τα μυδράλια.

Maki Horanai  20

Και τότε πρόσεξα. Το είδα καλά,
από τα μάτια της,
από τα μάτια της
έβγαινε όλη αυτή η θάλασσα…

Maki Horanai  2

Όταν βγήκα στο δρόμο χρόνια μετά
ήταν πρωί,
ήταν χειμώνας,
και είχα λερώσει
τα ρούχα μου με κίτρινη μπογιά.
α, ναι…
«κι έκλαιγε ένα πουλί σαν άνεμος»

Από τη βραβευμένη συλλογή “Xαμηλές οκτάβες”

stella 38-11

Πίνακες: Μaki Horanai,  Aaron Lifferth

 

 

Tags: , ,

Image

Στέλλα Δούμου, Αυτός που δεν επέστρεφε

Ο ουρανός γέμισε δαντέλες και κηλίδες.
Σημάδι πως κάτι θα ερχόταν. Μια μπόρα ίσως, μια αλλαγή.
Το ρολόι συστρεφόταν σα φίδι
ακολουθώντας τη θάλασσα
που σάπιζε στην άκρη.

Dimitris C. Milionis  (27)

Τα πυροτεχνήματα φτιάχνανε ωραίες κουρτίνες
μπροστά από το μάτι
της κρυμμένης στην κάμαρα γυναίκας
που κάτι σημάδευε στο υφαντό, σκοτάδι ίσως
και τελείες πουλιών.
Το πρόσωπό της ήταν όλο μια προσευχή.
δεν είχε στόμα.

Dimitris C. Milionis  (14)

Μια λύρα με επτά φωνές
θρύλησε στον αέρα
ενόσω μια ανεμώνη από αμμωνία,
καθάριζε το επικείμενο τοπίο – που είχε διαφύγει της προσοχής
εραστών εν ευθυμία.
Κάτι ερχόταν, μια μπόρα ίσως μια αλλαγή.

Dimitris C. Milionis  (8)

Η νύχτα έδειξε τα δόντια της, μα ευπρεπώς.
Κι ο κρόκος της σελήνης ,
υδραργυρικώς υποβάσταζε το σκοτάδι όταν:
ένα χέρι τράβηξε το κορδόνι
της γέφυρας όλων αυτών,
ένα σκυλί αλύχτησε κι ύστερα πέθανε σαν χελιδόνι,
και η γνωμάτευση του ταριχευμένου γεωμέτρη, ασαφής:
«Δεν ξέρω, παιδί μου, να διαβάζω τα ιώδη.
Και η λέξη Οδυσσέας μελανιάζει».

Dimitris C. Milionis  (1)

Από τη βραβευμένη ποιητική συλλογή «Χαμηλές οκτάβες»

Πίνακες: Δημήτρης Μηλιώνης

—————————————————————————————-

 

Tags: ,

Image

Μαρία Μαργαρίτη, Το βάθρο

.

Την κοιταξε στα ματια
και βουρκωσε:
«Σε λατρευω», της ειπε.
Κι αυτή ελαμψε.
Μετα της έφτιαξε
ενα βαθρο
από ελεφαντοστό.
Με φυλλα χρυσου
στα ωραια της ποδια
τα λευκα σαν πορσελανη.
Και την εβαλε να ζει εκει πανω
ψηλα
μονη κι ερημη
κι αυτή μαραζωνε
μα δεν αλλαζε σταση
δεν εχανε την ποζα της
την αψογη
μονο την ψυχη της εχανε.
Στη νεα σεληνη
της αναβε στα ποδια
θυμιαματα
και θυσιαζε μικρα παραδεισια πτηνα
με προσευχες και ψαλμους
Απαραμιλλους.

Περασαν τα χρονια.

Μια Δευτέρα
ενα δακρυ κυλησε
απ’ το αγαλμα της
τρεμοπαιξαν τα χειλη.
«μα ειχες πει με λατρευες», του ειπε
«αληθεια είναι» , απαντησε αυτος.
» Σε λατρευω δεν σημαινει σ’ αγαπω
σημαινει σε φοβαμαι και σε ακινητοποιω».

Πίνακας: Henry Wanton Jones

.

.

 

Tags: ,

Image

Στέλλα Δούμου

Ο χρόνος μετρήθηκε με τη βαριά βραχνάδα του πενθοφόρου, το ρόδι που έσκασε ήταν η καρδιά της και η λάμψη που άστραψε στις αμμουδιές του αυτιού της ήταν μια γκρι σταγόνα παραμύθι.

Πίνακας:Dmitry Shlykov

 

Tags: ,

Image

Αγγελίνα Ρωμανού

Αγγελίνα Ρωμανού

Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με την πανσέληνο. Όσο κι αν μ’ άρεσαν τα στρόγγυλα, σ’ εκείνη έψαχνα γωνιές. Γι’ αυτό, όταν γίνεται φλούδα η σελήνη, φυλάω στις σκοπιές. Κόβω κομμάτια απ’ τις άκρες και χτίζω κΑστρα αγάπες. Έτσι, κάθε πεντάμορφη φοβισμένη θα έχει τέλος καλό για παραμύθι…

Πίνακας: Alicia Suarez

————————————————————————————————————

 

Tags: ,

Image

Ντίνος Λυρικός, Μια στυφή σιωπή

August Sander Vintage_AR_1927_von_August_Sander_ret_bearbeitet-3

Μια στυφή σιωπή που απλώνονταν σαν κατακάθι καφέ στο πολυκαιρισμένο φλιτζάνι έκανε το σπίτι να μοιάζει μεγάλο. Πάνω στο παλιό τραπέζι μια λερωμένη χαρτοπετσέτα έκρυβε τα πειστήρια μίας αλλοτινής λαιμαργίας, δίνοντας στη λεία επιφάνεια του ξύλου την αίσθηση της ερήμου –το είχε κουβαλήσει πίσω στο σπίτι, χιλιόμετρα πάνω στους ώμους του, ο παππούς, αμέσως μετά την άτακτη υποχώρηση των κατακτητών– ποτέ του δεν δέχτηκε αυτή την απώλεια.Τα ελάχιστα ψίχουλα και μια κόρα ψωμί με απολιθωμένα κύτταρα μαρμέλαδας δεν ήταν αρκετά για να υποθέσει κανείς την πείνα των άδοξων ημερών που έλαβαν χώρα στο σπίτι στα δύσκολα χρόνια της ήττας. Μια αδύναμη αχτίδα φωτός που είχε κλέψει το χρώμα της κουρασμένης κουρτίνας έδειχνε τον ακριβή τόπο των θαυμάτων, αλλά δεν έφτανε για να κτίσει ούτε καν μία σκιά. Το φως δεν προέβη σε καμία υπόδειξη βίου ούτε όταν άνοιξα τα υπερήλικα στόρια. Ακόμα και το γαλήνιο βλέμμα του αυτόχειρα άγιου, που είχε ξεθωριάσει κρεμασμένο στον υγρό τοίχο, αρνιόταν να αντικρίσει τη σηψαιμία του χώρου, ενώ η ακαταστασία της ανόργανης ύλης ενοχοποιούσε τις χαραμάδες της πόρτας για την εξάχνωση κάθε έμβιας ύλης.

Rodney Smith 167829523585536781_5rlSKCgJ_c

Τo ’χει αυτό το συνήθειο ο χρόνος, να επιβάλλει το θάνατο σε ό,τι δεν κατοικείται, κάνοντας τους τοίχους να μοιάζουν με επίπεδες λύπες. Τα άχρωμα ρούχα μες στην ντουλάπα, σαν να φορούσαν ακόμα νεκρούς, σιωπούσαν, και μια μυρωδιά μούχλας, ιδρώτα, σπέρματος, γάμου και χώματος μαρτυρούσε πως κάποτε εδώ κατοικούσαν χαμόγελα, φωνές και ανάγκες αθώων. Πέρασαν έτσι οι μέρες, σαν ήττες, σαν στάχτες, και ούτε ένας απρόσκλητος μουσαφίρης ούτε ένας φίλος, να στολίσει τον παλιό καναπέ με ένα ανέμελο σταυροπόδι. Μόνον εγώ είχα τη θεία τύχη να αλωνίσω αυτό το μουσείο θανάτου, ως τελευταίος επιζών του μακάβριου πολέμου.

Φωτό: August Sander,  Rodney Smith

———————————–

 

Tags: ,