Άρχισε πάλι η βροχή να σκουραίνει Σαν να πέσανε φύλλα τσαγιού στα σύννεφα. Α, τι εξαίσιο ρόφημα θα γίνει Μια ολόκληρη μουντζουρωμένη πόλη Που αργά διαλύει με το κουταλάκι της η φτώχεια… Α, στίγματα στα μάτια μου πίσω απ’ τα τζάμια, Μικροτυφλότητες στο παζάρι του χάους, Καθώς πετούν οι περαστικοί τα καπέλα τους Σαν να ζητωκραυγάζουν απ’ τον τάφο… Πόσος θυμός πατικωμένος στα ρείθρα Που ξέπλυνε η λασποβροχή…
Εγώ κι η σκέψη μου κι ανάμεσά μας Ο δαίμονας, ο ανυπόφορος τρίτος, Που κάνει μούσκεμα τη θλίψη μας Με τ’ απόνερα του λυρισμού της. Ποτέ του δεν δαγκώνει στ’ αλήθεια Ένας στίχος μπουκωμένος ψωμί Και δώσ’ του να βαρούν ντενεκέδες Πίσω από τα φοβισμένα βουνά. Θα μας βρίσκει η νεροποντή καταγέλαστους Που παριστάνουμε τα κυβάκια της ζάχαρης Μέσα σε μια τεράστια κούπα από τσιμέντο.
Καημένα σπίτια, φαμελιές αμήχανες, Τα μαξιλάρια σας χιονισμένοι πανσέδες, Πρωτοβουλίες που δεν ξέρουν αν μπορούν, Κλάματα που δεν ξέρουν αν θέλουν, Μωρά που κλωτσάν τα σεντόνια τους, Για να ρίξουν μια γερή μπαλιά… Ίσα με τ’ άστρα!
Καταχράστηκε την ισορροπία και παρά τις προβλέψεις κουράστηκε. Στάθηκε στην άκρη της σκηνής με πλάτη στα υψωμένα χέρια. Μισό βήμα πριν την αναλγησία, ενήμερος για το ανάλγητο του πλήθους. Εκτός κενού καινός, στο συμβαίνον απρόθυμος. Τον είδαν να πέφτει γράφοντας «Σπαράξτε με…» Υπογράφοντας «Ο δηλών. Ποιητής.»
Η κότα είναι το καλύτερο παράδειγμα για το πού οδηγεί η μόνιμη συμβίωση με τους ανθρώπους. Έχει χάσει εντελώς την αλαφράδα και τη χάρη του πουλιού. Η ουρά της ξεπροβάλλει από τα πεταχτά της οπίσθια σαν πελώριο κακόγουστο καπέλο. Οι σπάνιες στιγμές έκστασης, όταν στέκεται στο ένα πόδι και σφαλίζει τα γουρλωμένα μάτια με μεμβρανώδη βλέφαρα, είναι εντυπωσιακά αηδιαστικές. Κι επιπροσθέτως, αυτή η παρωδία τραγουδιού, αυτές οι στριγγές ικεσίες πάνω από κάτι απερίγραπτο κωμικό: ένα στρογγυλό, λευκό, διάστικτο αυγό.
Η κότα φέρνει στο νου ορισμένους ποιητές.