Μετά τη βροχή ο ήλιος καίει τα πόδια μας
Καινούργια άνθη κατέλυσαν το σπίτι και μας έβγαλαν έξω.
Είδα την ασάλευτη Άρκτο στον ουρανό
και άκουσα τη φωνή σου στο υπερατλαντικό καλώδιο.
Είσαι κάποιος που αντιστέκεται στη χρυσή έρημο.
Με κλειστά μάτια γράφουμε μια λαμπερή σκέψη.
Σύννεφα κυκλώνουν το φεγγάρι.
Είμαστε αβοήθητοι.
Κοιμάμαι στο βόμβο του νερού
Μακριά από τη σιωπή του υποβρυχίου.
Ο αέρας θερμαίνεται στις φλόγες του παλιού αερόστατου.
Διέσχισα μια πορεία πυγολαμπίδων και κατευθύνθηκα
προς την κουζίνα.
Ο καρπός της φιλίας μας;
Αχνιστό ρύζι, σκοτεινό ψάρι.
Μεγάλη συγκέντρωση σύννεφων εξαφάνισε το φεγγάρι.
Είμαστε τυφλοί.
Χαρά Σαρλικιώτη, Φανταστικοί τόποι, Εκδόσεις Τυπωθήτω, Τα ποιήματα του 2012, Κοινωνία των (δε)κάτων
Οι δυνατοί αναίσθητοι
Φοράνε προβοσκίδες
Έχουν δάχτυλα τσιγκέλια
και μια παρδαλή ουρά
Αποκεφαλίζουν
της φαντασίας τα παιδιά
πριν αυτά ακόμα γεννηθούνε
Στα όνειρά τους
δεν βρέχει μανταρίνια
Ποτέ δεν τόλμησαν να πατήσουν
την ουρά μιας κοιμισμένης τίγρης
κι όμως βρυχώνται
Το μόνο που φοβούνται
μην τύχει και τους λιώσει
η μεταξωτή παντόφλα
του Αυτοκράτορα
Έλσα Κορνέτη, Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Τα ποιήματα του 2012, Κοινωνία των (δε)κάτων
Σε μια σπιθαμή γης
που δεν μου αναλογεί
ο αέρας με προίκισε
(ούτε που ξέρω πώς να φροντίσω
την ποίηση εσένα
όλα τα ψέματα που κάνουν
την ποίηση εμένα)
.
.
Έλειψα για κάμποσο γύρισα
(για λίγο) το σπίτι ορθάνοιχτο
φωτεινό και καθαρό κι αν είχα
παραλείψει μια καληνύχτα ποτέ
δεν μπόρεσα να πω γιατί ο
επίλογος ήταν από την ποίηση
ελαφρύτερος και η ζωή βαρέλι
αμείλικτο κυλούσε η ποίηση
δεν έχει φωτογένεια.
Μαρία Κούρση, Το βραχιόλι στο λαιμό, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013
Στη γούρνα οι σταγόνες πέφτουνε η μια μετά την άλλη. Ακούς το καθαρό νερό, βγαλμένο από την πέτρα, να πέφτει πάνω στο λαγήνι. Ακούς. Ακούς θορύβους• πόδια που γδέρνουνε το χώμα, περπατούν, πηγαινοέρχονται. Οι σταγόνες πέφτουνε πάντα ακατάπαυστα. Το λαγήνι ξεχειλίζει και το νερό κυλάει πάνω στο βρεγμένο χώμα. «Ξύπνα!» του λένε. Αναγνωρίζει τον ήχο της φωνής. Προσπαθεί να μαντέψει ποιος είναι• αλλά το σώμα χαλαρώνει και πέφτει κοιμισμένο, συντετριμμένο από το βάρος του ύπνου. Χέρια αρπάζονται απ’ τα σκεπάσματα και τα τραβάνε• κάτω απ’ τη ζέστη τους το σώμα κρύβεται αναζητώντας τη γαλήνη. «Ξύπνα!» του ξαναλένε. Η φωνή ταρακουνά τους ώμους. Κάνει το σώμα να ανασηκωθεί. Μισανοίγει τα μάτια. Ακούγονται οι σταγόνες του νερού που πέφτουν απ’ τη γούρνα πάνω στο ξέχειλο λαγήνι. Ακούγονται βήματα που σέρνονται… Και το κλάμα. Τότε άκουσε το κλάμα. Αυτό τον ξύπνησε: ένα κλάμα ισχνό και απαλό, που ακριβώς επειδή ήταν ισχνό κατάφερε να γλιστρήσει μέσα απ’ το δίχτυ του ύπνου, να φτάσει ως εκεί που φωλιάζουν οι φόβοι. Σηκώθηκε αργά και είδε ένα γυναικείο πρόσωπο ακουμπισμένο στην παραστάδα της πόρτας, σκοτεινιασμένο ακόμα από τη νύχτα, να κλαίει με αναφιλητά.
– Γιατί κλαις, μαμά; ρώτησε• γιατί, μόλις ακούμπησε τα πόδια του στο πάτωμα, αναγνώρισε το πρόσωπο της μητέρας του.
– Ο πατέρας σου πέθανε, του είπε.
Κι έπειτα, σαν να είχαν λασκάρει τα ελατήρια του πόνου της, άρχισε να στριφογυρίζει γύρω απ’ τον εαυτό της, πάλι και πάλι, ώσπου χέρια απλώθηκαν μέχρι τους ώμους της και σταματήσουν τον αναβρασμό του κορμιού της. Από την πόρτα φαινότανε το χάραμα στον ουρανό. Δεν είχε αστέρια. Μόνο έναν γκρίζο, μολυβένιο ουρανό, που ακόμα δεν είχε ξανοίξει απ’ το φως του ήλιου. Ένα φαιοκίτρινο φως, σαν να μην ήταν το ξεκίνημα της μέρας, σαν μόλις ν’ άρχιζε να πέφτει η νύχτα. Έξω στην αυλή, βήματα• σαν από ανθρώπους που περιφέρονταν. Πνιγμένοι θόρυβοι. Κι εδώ, ετούτη η γυναίκα, όρθια στο κατώφλι• το σώμα της εμπόδιο στον ερχομό της μέρας• ν’ αφήνει να εισχωρούνε, μέσα από τα μπράτσα της, θραύσματα ουρανού, και κάτω από τα πόδια της ρυάκια από φως• ένα νωπό φως λες και το πάτωμα κάτω από κείνη είχε ποτιστεί με δάκρυα. Κι έπειτα το αναφιλητό. Και πάλι το απαλό αλλά οξύ κλάμα, κι ο πόνος που έκανε το κορμί της να σφαδάζει.
Τρίζει ο ήλιος στα μαλλιά σου
και κατεβαίνει άνεμος ως τα λόγια μου
Βεατρίκη ένα πολύ ωραίο πρωινό
με πουλιά τρελά Βεατρίκη, Βεατρίκη …
Ένα πολύ ωραίο πρωινό
με πουλιά τρελά
που γυροφέρνουν εφιάλτες
Κράτησε αύριο τη χαρά μου
πως μεγαλώνω έτοιμος στα τραγούδια μου
Βεατρίκη κάθε φορά που γράφεις
πρωινά αληθινά νερά Βεατρίκη, Βεατρίκη …
Κάθε φορά που γράφεις
πρωινά αληθινά νερά
κι ας επιστρέφουνε οι νύχτες
Ένας άντρας τώρα είναι μαχαίρι,
είναι καρφί, είναι κοντάρι,
μια γυναίκα γυμνή είναι λίμνη,
είναι λειμώνας, είναι ουρανός,
ένα παιδί χωρίς ομπρέλα στη βροχή
είναι τραίνο και στις ράγες του χρόνου
ταξιδεύει.
Ξημερώνει.
Τα δέντρα στην πλατεία
τρέχουν όλα βιαστικά.
Και ακούω μέσα απ’ τους αιώνες
άλλη μια φορά να πλησιάζουν
των νικημένων τα βήματα.
Φωτό: Baumgartner Hans
Νίκος Λάζαρης, Tα δέντρα τρέχουν βιαστικά από την ομώνυμη συλλογή, Εκδόσεις Τυπωθήτω, 2007
Όσο πιο καθαρά όμως ξεδιάκρινε η Έμμα τον έρωτά της, τόσο περισσότερο τον απωθούσε, για να μη φανερωθεί και για να τον περιορίσει. Θα ’θελε να τον είχε αντιληφθεί ο Λεόν• και φανταζόταν τυχαίες συγκυρίες, καταστροφές που θα τον διευκόλυναν σ’ αυτό. Εκείνο ασφαλώς που τη συγκρατούσε ήταν η νωχέλεια ή το δέος, ή και η αιδημοσύνη επίσης. Σκεφτόταν πως τον είχε υπερβολικά αποθαρρύνει, πως πέρασε πια η ώρα, πως όλα είχαν χαθεί. Έπειτα η αλαζονεία, η χαρά τού να λέει: «Eίμαι ενάρετη», και να κοιτάζεται στον καθρέφτη παίρνοντας πόζες εγκαρτέρησης, την παρηγορούσε κάπως για τη θυσία που πίστευε ότι κάνει. Τότε, οι ορέξεις της σάρκας, η λαχτάρα για το χρήμα και οι μελαγχολίες του πάθους, όλα συγχωνεύονταν σε μία και μόνη κακουχία– και, αντί ν’ αποστρέψει απ’ αυτήν τη σκέψη της, γαντζωνόταν πάνω της όλο και πιο πολύ• η οδύνη την ερέθιζε και αναζητούσε παντού την ευκαιρία. Οργιζόταν για ένα κακοσερβιρισμένο πιάτο ή για μια μισάνοιχτη πόρτα, θρηνοκοπούσε για τα βελούδα που δεν είχε, για την ευτυχία που της έλειπε, για τα υπερβολικά υψιπετή της όνειρα, για το υπερβολικά στενό σπίτι της.
Εκείνο που την έφερνε σε απόγνωση ήταν ότι ο Σαρλ δεν έδειχνε ν’ αντιλαμβάνεται το μαρτύριό της. Η πεποίθηση που είχε ότι την έκανε ευτυχισμένη της φαινόταν ηλίθια προσβολή και η σιγουριά του γι’ αυτό αγνωμοσύνη. Για ποιον, λοιπόν, έμενε φρόνιμη; Αυτός δεν ήταν το εμπόδιο στην ευδαιμονία της, ο αίτιος όλων των συμφορών της, το μυτερό θηλυκωτήρι του περίπλοκου αυτού ιμάντα που τη σφιχτόδενε από παντού; Μετέφερε, λοιπόν, πάνω του και μόνο το αναρίθμητο μίσος που απέρρεε από τις στενοχώριες της αυτές, και κάθε προσπάθεια για να το λιγοστέψει χρησίμευε μόνο στην αύξησή του• γιατί ο ανώφελος αυτός κόπος ερχόταν να προστεθεί στις άλλες αιτίες απελπισίας και συνέβαλλε ακόμα πιο πολύ στον παραμερισμό. Η ίδια η γλυκύτητά του απέναντί της την ωθούσε σε ξεσπάσματα. Η επιτυχής μετριότητα την έσπρωχνε σε φαντεζίδικα λούσα, η έγγαμη τρυφερότητα σε επιθυμίες μοιχείας. Θα ’θελε να τη χτυπούσε ο Σαρλ, για να μπορεί να τον μισήσει με περισσότερο δίκιο, να εκδικηθεί γι’ αυτό. Συχνά σάστιζε με τ’ απάνθρωπα σχήματα που της έρχονταν στη σκέψη• κι έπρεπε να εξακολουθεί να χαμογελά, ν’ ακούει τον εαυτό της, να λέει και να ξαναλέει ότι ήταν ευτυχισμένη, να καμώνεται ότι είναι, να τον αφήνει να το πιστεύει…
Πες μου πού πήγε ο Αύγουστος με τα καμπαναριά του
Το γέλιο σου που γέμιζε το σπίτι μας βροχή
Τώρα μας δίνει ο άνεμος γυμνή την αγκαλιά του
Ω πρόσωπο που σκέπασε με μάρμαρο τη γη
Πόσα σβησμένα βλέμματα κοιτάνε όταν κοιτάζεις
Πόσα δεμένα στόματα μιλάνε όταν μιλάς
Ήταν του ήλιου η δύναμη το ρόδο που ωριμάζει
Κλειστά παραθυρόφυλλα τα στήθια που αγαπάς
.
.
Είναι καρδιές που μάθαμε σαν γράμματα ανοιγμένα
Είναι τραπέζια όπου κανείς δε θα καθίσει πια
Μια μουσική πανάκριβη που γράψανε για σένα
Τόσες χιλιάδες δάχτυλα για τελευταία φορά
Εσάς που πήρε ο θάνατος βαριά στα δάχτυλά του
Από τα μάτια σας η αυγή πηγάζει σαν νερό
Άστρα σε κάθε μέτωπο και φως τ’ ανάστημά του
Καμιά ζωή δε γράφεται χωρίς το δάκρυ αυτό
.
.
Ακουμπισμένες δυο εποχές η μια κοντά στην άλλη
Ω πρόσωπο που φώτισε μια μακρινή αστραπή
Ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα `ναι αρκετά μεγάλη
Για να χωρέσει τον καημό που μάζεψ’ η ψυχή;
Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει
Είναι η πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια
Είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη
Ο ποταμός που κύλησε σαν έσπασε η καρδιά