ήταν κάποιος Ντον. Ντον ΝτεΛίλλο, συζητούσε με μία Ανν. Ανν Σέξτον. δωμάτιο 256, 21ος όροφος, ανατολικά. τα βράδια παίζανε χαρτιά. όποιος κέρδιζε, κατάπινε καραμέλες μπρούμυτα. τα γέλια τους έφταναν ως το πρωί. τότε ο Ντον με μπλε μαρκαδόρο ξεκινούσε και σημείωνε απ’ τον αριστερό του ώμο ως τη δεξιά φτέρνα. τα μεσημέρια κάθονταν μπροστά στο παράθυρο – μέχρι που τους κατάπιε το δυσοίωνο τοπίο.
Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Στο σπίτι του κρεμασμένου, Εκδόσεις Θράκα, 2015
Έτρεξα να τον συναντήσω στην ακρογιαλιά μας και τον βρήκα μ’ ένα ξανθό κορίτσι σφιχταγκαλιασμένους. Κρύφτηκα σε μιαν ύφαλη σπηλιά κι όταν εκείνη έπεσε ξαναμμένη στο νερό την τράβηξα απ’ τα πόδια κράτησα ανάμεσα στα γόνατά μου το κεφάλι της ώσπου τα γαλανά της μάτια αναστράφηκαν ολόλευκα και στο κορμί της πάνω κόλλησαν πεταλίδες. Ύστερα βγήκα φαινομενικώς ατάραχη να συναντήσω τον καλό μου. Εκείνος όμως πλάγιαζε με κοπέλα μελαψή κι αφού τη χιλιοφίλησε και τη γλυκονανούρισε έριξε τη βαρκούλα του στη θάλασσα κι ανοίχτηκε να παίξει με το κύμα. Σώριασα τότε γύρω στο κοιμισμένο κορίτσι φρύγανα κι άναψα κλοιό φωτιάς που φιδογύριζε και σφύριζε ώσπου από το ωραίο καλοκαιριάτικο κορμί της δεν απομείναν παρά δυο χούφτες μαύρη στάχτη. Τον άκουσα να επιστρέφει λάμνοντας ρυθμικά και τραγουδώντας. Έσιαξα βιαστικά τ’ αγριεμένα μου μαλλιά κι όρμησαν να τον προϋπαντήσω. Δίπλα του ήταν νέα γυναίκα με γέλιο μαργαριταρένιο. Ο λαιμός της που έγερνε μεθυσμένα προς τον ώμο του ψιλόλιγνος καθώς δορκάδας μαγνήτισε το βλέμμα μου κι απόμεινα να τους παραφυλάγω ως ερωτεύονταν κι ύστερα ως βυθίστηκαν σε νάρκη λυσιμελή. Ακροπατώντας τούς πλησίασα, πέρασα θηλιά στο λαιμό της κι έσφιξα ώσπου μου κόπηκε η ανάσα. Έσυρα πέρα το κορμί της κι αμέσως από τον ουρανό πέσαν κοράκια κι από τη γη ξετρύπωσαν σκουλήκια και με την τρυφερή της σάρκα χόρταιναν. Ανεπαισθήτως τότε πλάγιασα κοντά το. Ανασάλεψε. Με πήρε στα χέρια του. Όλα θα ξεχαστούν συλλογίστηκα. Θάμαστε σαν παλιά εκείνος κι εγώ πρωτόπλαστοι στο δικό μας Παράδεισο. Άνοιξε τα βλέφαρα στο κενό και η φωνή του χαϊδευτική με αποκαλούσε ονόματα άγνωστα, διαρκώς καινούρια ονόματα – Λουίζα, Μιτσούκο, Νερίνα, Άννα-Μαρία.
Λεία Χατζοπούλου-Kαραβία, Έτρεξα να τον συναντήσω, από τη συλλογή 30 ποιήματα ζωής και θανάτου, Αθήνα 1981
Διψώ σαν το ποτάμι που στέρεψε.
Πέτρες αμετακίνητες ανάμεσα στα πόδια τα χέρια σου,
φράζουν την πηγή που ζητάω.
Ύπουλος, προσπαθώ να τα τραβήξω χρησιμοποιώντας αστεία,
ή ορμητικός άλλοτε, ακριβώς σαν το ποτάμι που κάποτε ήμουν.
Γελάς. Δύο ποτήρια που σπάζουν
σε ερημική παραλία τα γέλια σου.
Ύστερα πια θυμώνεις.
Μια ντουφεκιά πέρα μακριά στα χωράφια,
Πέφτει με πάταγο η φωνή σου.
Αν είχα πεθάνει, δεν θα με είχες γνωρίσει.
Αν δεν είχες ξεχάσει τα σπίρτα σου εκείνο το απόγευμα
στο σταθμό ή στο τραίνο, επίσης δεν θα με είχες γνωρίσει.
Και αν δεν είχες φύγει από το σπίτι μας στη συνέχεια,
για πάντα εκείνο το βράδυ,
φορώντας βιαστικά χωρίς εσώρουχα το φουστάνι,
δεν θα ήμουν τώρα ο άνεμος που από ζήλεια γκρεμίζει.
Έτσι είναι λοιπόν οι άντρες. Άλλος βουνό κι άλλος μαχαίρι.
Κι όλα εδώ τελειώνουν.
Και τα απρόοπτα είναι για να γίνονται.
Γιώργος Μαρκόπουλος, Η μνήμη παλιώνει, από τη συλλογή Οι πυροτεχνουργοί, Ποιήματα 1968-2010, Εκδόσεις Κέδρος, 2014
Κάποιοι οδήγησαν έναν αθώο άνθρωπο μπροστά σε μια τοιχογραφία, θέλοντας έτσι να καλλιεργήσουν την ψυχή του. Έσπειραν και θέρισαν με τόση επιτυχία, που το αποτέλεσμα ήταν να γεμίσει μυρωδιές ο χώρος που ασκούσε τα καθήκοντά του.
Ο γέροντας ήταν λειτουργός μιας θρησκείας ελάχιστα διαδεδομένης. Κοροϊδεύαμε την έκπληξή του μπρος στην αναπαράσταση μίας ταφής: αναζητούσε κάτω από τη σινδόνη ένα ίχνος κίνησης που ανήκε δικαιωματικά στην ύλη. Έπειτα, μπροστά σε ένα σωρό από κόκαλα, άρχισε να θρηνεί. Δεν επρόκειτο για πρόσωπο αγαπητό που είχε απομείνει ημίγυμνο μες στο διάστημα των φαύλων. Δεν είχε θυμηθεί μια ύπαρξη που όμοια τώρα με πνεύμα ζωικό αρνιόταν φύλο και ήχο. Ήταν ο πόνος ενός ιερουργού που με αφέλεια αναρωτιόταν πώς θα εισέδυε στο φως. Η γνώση ξεστράτιζε μέσα από τόσα ερωτηματικά. Η λογική είχε διαπιστώσει «λάθος» κι απέρριπτε τον άθλιο άγιο. « Κόκαλα», είπε τραβώντας με από το χέρι.
Βερονίκη Δαλακούρα, Ιερό, από τη συλλογή Καρναβαλιστής, Εκδόσεις Κέδρος, 2011
Στο γένος Τσβετάγιεφ, το στήθος αλλαξοπιστεί κάθε μία ώρα. γι’ αυτό σου λέω, πάμε αν θες, να φτυαρίσουμε το χιόνι των ορμονών μας. εγώ μεσάνυχτα και συ να σκας μέσα μου κούκος ωρολογιακός.
Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Στο σπίτι του κρεμασμένου, Εκδόσεις Θράκα, 2015
Ρώτησα αν μου επιτρέπει
να τον επισκεφτώ με τα μάτια μονάχα
ή αποκλειστικά με την αφή, τυφλά.
Αν θα του ήμουν ευπρόσδεκτη δίχως μνήμη
δίχως λέξεις ή με λέξεις μονάχα
ενδεδυμένη με δώδεκα πέπλους
με μάσκα ή δίχως πρόσωπο
μόνο με τη γυμνή μου κοιλιά.
«Φτάνει ν’ αντέξεις» είπε.
«Φτάνει μη σε τρομάξω
καθώς εγώ σε περιμένω
αδιαμέλιστος».
Λεία Χατζοπούλου-Kαραβία, Ρώτησα αν μου επιτρέπει από τη συλλογή 30 ποιήματα ζωής και θανάτου, Αθήνα 1981
Έχω πάνω στο δέρμα μου την αλμύρα του ταξιδιού, τον ιδρώτα της κόπωσης, τη μυρωδιά της πόρνης, τα υγρά των εκσπερματώσεων. Τ’ αφήνω. Θέλω να τα έχω ακόμη πάνω μου. Έτσι –με τέτοιου είδους μυρωδιά, τη συντροφιά– προσπαθώ να περιγράψω τα στιγμιότυπα –δεν τολμώ να τα ονομάσω γεγονότα– της ζωής μου. Να περιγράψω όχι τα στοιχεία εκείνα που τα αποτέλεσαν, μα όσα είναι ικανά ν’ αγγίξουν τον πυρήνα, να εκφράσουν τη θυσία. Πυρήνας και ουσία. Τα μεγάλα λόγια. Δεν ξεγελώ τον εαυτό μου. Ένα γράμμα γράφω. Τίποτε άλλο.
Τώρα –τούτη εδώ τη στιγμή, κλεισμένος μέσα σ’ ένα φτηνό δωμάτιο, κάπου στον πρώτο όροφο ενός χυδαίου ξενοδοχείου– τι θέλω ν’ αποδείξω στον εαυτό μου; Την αποτυχία της παράστασης; Μήπως να οριοθετήσω την υφή του τέλους; Ίσως την έναρξη μιας πορείας που μπορώ –επιτέλους!– να τη θεωρήσω συνειδητοποιημένη; Αυτό.
Από πότε, άραγε, πίστεψα στον αστερισμό της δύναμης; Πότε ενστερνίστηκα τον ορισμό του; Ποιοι με κάνανε να το πιστέψω; Στους τρόπους έκφρασης αυτής της δύναμης, ποιοι με μυήσανε; Να το! Ψάχνω να βρω τους υπεύθυνους. Δεν υπάρχουν. Όχι, δεν το πιστεύω αυτό. Υπάρχουν. Αλλά δεν έχει καμιά σημασία. Τώρα ξέρω –απέραντα και απόλυτα– την προσωπική μου ευθύνη και υπαιτιότητα. Ξέρω τη δειλία – πριν λίγες μέρες τη θεωρούσα αναπηρία. Όχι πια. Ένας θεατρίνος που έπαιζε πίσω από την κατεβασμένη αυλαία. Χρειάστηκαν τριάντα τέσσερα χρόνια, χρειάστηκε κι ένας θάνατος, για να αποφασίσω πως πρέπει να δώσω εντολή για να χτυπήσει και το τρίτο κουδούνι. Δεν έχω τίποτε να φοβηθώ. Το ρόλο τον ξέρω καλά. Η επιτυχία είναι σίγουρη.
Η κωμόπολη ήταν μικρή, χειρότερη και από χωριό. Ζούσαν σε αυτήν σχεδόν αποκλειστικά γέροι, οι οποίοι πέθαιναν τόσο σπάνια, ώστε καταντούσε ενοχλητικό. Το νοσοκομείο και οι φυλακές χρειάζονταν ελάχιστα φέρετρα. Με άλλα λόγια, οι δουλειές πήγαιναν χάλια. Αν ο Γιακόβ Ιβάνοφ ήταν φερετροποιός σε κάποια μεγάλη πόλη του κυβερνείου, τότε ίσως και να είχε δικό του σπίτι και να τον φώναζαν Γιακόβ Ματβέιτς. Εδώ όμως, σε αυτή την πολιτειούλα, τον φώναζαν απλώς Γιακόβ, ενώ το παρατσούκλι του για κάποιο λόγο ήταν «Μπρούντζος». Ζούσε πάντως φτωχά, σαν απλός μουζίκος, σε μια μικρή, παλιά ίζμπα με ένα και μόνο δωμάτιο, όπου στριμώχνονταν αυτός, η Μάρφα, η σόμπα, ένα διπλό κρεβάτι, τα φέρετρα, ο πάγκος της δουλειάς του και όλο το νοικοκυριό.
Ο Γιακόβ έφτιαχνε ωραία φέρετρα, ανθεκτικά. Για τους μουζίκους και τους μικροαστούς τα έφτιαχνε στα δικά του μέτρα και δεν έπεφτε ποτέ έξω, μια και ψηλότερο και δυνατότερο άνθρωπο από αυτόν δεν θα έβρισκες πουθενά, ούτε καν στη φυλακή – κι αυτό, παρόλο που είχε κλείσει τα εβδομήντα. Για τους ευγενείς πάλι και για τις γυναίκες, έπαιρνε μέτρα, χρησιμοποιώντας γι’ αυτόν το σκοπό έναν σιδερένιο πήχη. Παραγγελίες για παιδικά φερετράκια δεχόταν με μεγάλη δυσφορία και τα έφτιαχνε κατευθείαν, χωρίς να πάρει μέτρα, με απέχθεια, ενώ κάθε φορά που έπαιρνε λεφτά για τη συγκεκριμένη δουλειά, έλεγε: – Oμολογώ πως δεν μου αρέσει να πληρώνομαι για κουραφέξαλα. (…)
Το πρωί σηκώθηκε με κόπο και πήγε στο νοσοκομείο. Ο ίδιος νοσηλευτής, ο Μαξίμ Νικολάιτς, του είπε να βάλει στο κεφάλι μια κρύα κομπρέσα και του έδωσε ένα φάρμακο σε σκόνη. Από την έκφραση του προσώπου του και από τον τόνο της φωνής του, ο Γιακόβ κατάλαβε πως τα πράγματα ήταν άσχημα και πως κανένα φάρμακο δεν θα βοηθούσε. Στο δρόμο για το σπίτι, σκεφτόταν πως ο θάνατός του θα είχε ένα μόνο όφελος: Δεν θα χρειαζόταν ούτε να τρώει ούτε να πίνει ούτε να πληρώνει φόρους ούτε να προσβάλλει τον κόσμο. Και μιας και οι άνθρωποι δεν μένουν στον τάφο ένα παρά εκατό και χίλια χρόνια, τα κέρδη, αν τα υπολογίσεις, είναι τεράστια. Η ζωή του ανθρώπου είναι μόνο ζημίες, ενώ ο θάνατος κέρδη. Αυτή η σκέψη, φυσικά, είναι σωστή, παρ’ όλα αυτά στενάχωρη και πικρή: Γιατί να υπάρχει στον κόσμο αυτή η παράξενη τάξη πραγμάτων, στην οποία η ζωή που δίνεται στον άνθρωπο μόνο μια φορά, περνάει έτσι άδικα, χωρίς κέρδος;
Άντον Τσέχοφ, Το βιολί του Ρότσιλντ, σελ. 7-8 και 21-22, μτφρ.: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Εκδόσεις Άγρα, Σειρά: Ο άτακτος λαγός, 2015
O καινουργιοφερμένος έκανε μεταβολή δίχως να πει λέξη. Οι άλλοι τον κοιτούσαν που εξαφανίστηκε πίσω από το σωρό τα πριονίδια, κι ύστερα ξανάρθε μ’ ένα φτυάρι κι έπιασε δουλειά. Ο επιστάτης και ο διευθυντής μιλούσαν στην πόρτα. Χώρισαν κι ο επιστάτης γύρισε μέσα. «Τον λένε Χριστούγεννα», είπε.
«Πώς;» έκανε κάποιος.
«Χριστούγεννα»
«Ξένος είναι;»
«Άκουσες ποτέ κανένα λευκό να τον λένε Χριστούγεννα;»
«Μωρ’ ούτε λευκό ούτε αράπη δεν έχω ματακούσει με τέτοιο όνομα».
Και, κατά πώς θυμάται ο Μπάιρον, ήταν η πρώτη φορά που του πέρασε η σκέψη ότι τ’ όνομα ενός ανθρώπου –που υποτίθεται πως δεν είναι παρά το υποκατάστατό του σε ηχολόγημα– μπορεί ν’ αποτελέσει κατά κάποιον τρόπο χρησμό του τι πρόκειται να κάνει αυτός ο άνθρωπος στο μέλλον, φτάνει μόνο να ξέρεις να ερμηνέψεις τη σημασία του έγκαιρα. Του φαινόταν πως κανείς τους δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία στον ξένο μέχρι που άκουσαν τ’ όνομά του.
Όμως μόλις τ’ άκουσαν, θαρρείς και υπήρχε μες στο ηχολόγημα τούτης της λέξης κάτι που προσπαθούσε να τους προειδοποιήσει για το τι να περιμένουν• λες και κουβαλούσε μαζί του ο Χριστούγεννας το δικό του αναπόδραστο προμήνυμα, όπως κουβαλάει ένα λουλούδι την ευωδιά ή ο κροταλίας το κροτάλισμά μου. Μονάχα που κανένας τους δεν είχε τότε το μυαλό να τον αντιληφτεί. Νόμισαν απλά πως ήταν ένας ξένος, και όπως τον περιεργάζονταν τις υπόλοιπες ώρες εκείνης της Παρασκευής, εκεί που δούλευε με το σιδερωμένο πανταλόνι του και τη γραβάτα και το ψαθάκι στο κεφάλι, συμφώνησαν αναμεταξύ τους πως έτσι θα συνήθιζαν να δουλεύουν στον τόπο του• μολονότι ήταν και μερικοί που είπαν: «Μωρέ θ’ αλλάξει απόψε, να μου το θυμηθείς. Δεν θα μας έρθει κι αύριο με τα κυριακάτικά του».
William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ.: Βικτώρια Τραπάλη, Εκδόσεις Εξάντας, 1987
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα• απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχονο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.
Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.
Μιχάλης Γκανάς, Χριστουγεννιάτικη ιστορία (απόσπασμα), Εκδόσεις Μελάνι, 2014