RSS

Bαγγέλης Ραπτόπουλος, Λεσβία

Η Βιβή είναι. Η Μελίνα όχι, τουλάχιστον ακόμα. Θα μπορούσες να πεις, όχι τόσο, και πάλι μέσα θα ήσουν. Ίσως και ακόμα πιο μέσα. Η Μελίνα νιώθει έτσι μόνο όταν είναι με τη Βιβή, ενώ η τελευταία μάλλον νιώθει έτσι πάντα, ή πολύ πιο συχνά εν πάση περιπτώσει. Ναι, η Βιβή τής το έχει εξομολογηθεί ότι έχει στο παρελθόν νιώσει έτσι και γι’ άλλες κοπέλες και γυναίκες. Σχεδόν μόνο έτσι. Η Βιβή έχει αυτό το περίεργο, πώς να το πεις; Ερμαφρόδιτο; Υβριδικό, προτιμάει να το αποκαλεί από μέσα της η Μελίνα.

Κατ’ αρχάς, εδώ και περίπου δύο χρόνια, είναι συμφοιτήτριες στην Αγγλική Φιλολογία στην Αθήνα. Και μπορεί να έκαναν καλή παρέα σχεδόν εξαρχής, το τελευταίο εξάμηνο όμως έγιναν αυτοκόλλητες. Τώρα πια η Βιβή καλύπτει μια αχανή έκταση στη ζωή της Μελίνας. Η Βιβή είναι το κυρίως πιάτο όχι απλώς της φοιτητικής, αλλά και της υπόλοιπης ζωής της, και μόνο κάτι ψίχουλα περισσεύουν για τη σχολή και για τους γονείς ή τον αδελφό της.

Η Βιβή είναι το παν για τη Μελίνα ώρες ώρες. Τις πιο πολλές, εδώ που τα λέμε. Τρομερή ανάσα ζωής, απόλυτη φιλία, αδελφή ψυχή, ώμος για ν’ ακουμπήσεις, σάρκα για να ποθήσεις. Είναι κάτι σαν γκόμενος, αλλά όχι μόνο, όχι απλώς, είναι κάτι κατά πολύ μεγαλύτερο. Γιατί η ερωτική ένωση με μια εκπρόσωπο του φύλου σου δεν είναι ένα απλό άθροισμα αρσενικού-θηλυκού. Δεν ισχυροποιεί μόνο τη θηλυκή πλευρά μέσα σου, αλλά και την πολλαπλασιάζει.

Bαγγέλης Ραπτόπουλος, Λεσβία, Εκδόσεις Κέδρος, 2016

Πίνακας: Naomi Okubo

Πηγή κειμένου

 

Ηλίας Τσέχος, Ραφεία μνήμης

.

Τίποτα δε θυμάμαι
Από ό,τι φόραγες
Πόσες φορές χτενιζόσουν
Πόντους στα τακούνια σου πόνους
Πείνες όσο κακομαγείρευες
Ξηλώματα φιλιά
Στα μαντήλια
Τίποτα από τους όρκους
Τα σιδερώματα
Καφέδες που δεν χύθηκαν
Ελιές πικραμένες
Θυμάμαι τα χιλιόμετρα
Χαμόγελα ναυάγια
Χίλια βυζιά σεντόνια
Μουρμουρογάργαρα
Που τώρα αδίψαστα
Ας πιω τους ήχους
Να γκρεμιστώ μες στις φωτογραφίες

Ηλίας Τσέχος, Ραφεία μνήμης από τη συλλογή Αγριόχορτο στόμα, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2015

 

Γιώργος Σπανός, Εαρινή διαφωνία

Robert-and-Shana-ParkeHarrison_301

.

Παρηγοριά άνοιξη και η επάρατος
μεγάλη πόλις
σου κόβει το βήχα

Πού καιρός να δαπανηθείς αλλιώς
από απάγκιο ταπί

κι από την αγορά των αρωμάτων ούτε
ευκαιρία για πάθος

αν έχει λόγο
η παγωμένη αλλαγή των εποχών
αδιάφορη κοινή ζωή γύρω
όπως γύρισμα
μιας σελίδας λευκής στην απώλεια
χειμώνας
ποιος πες μου έφυγε ηττημένος;

Γιώργος Σπανός,  Εαρινή διαφωνία από τη συλλογή ΠΡΟΣΦΥΓΗ, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015 

Photo: Robert and Shana ParkeHarrison

.

.


 

Ντίνος Σιώτης, ριάλιτι διαρκείας με άνω τελείες


Κολυμπάω σε κρατήσεις θέσεων
αγκαζέ ξενοδοχείων μηδέν αστέρων·
σε πρωινά με μπρέκφαστ δημητριακά
χύμα· σου τηλεφωνώ πριν ξυπνήσω·
σε εκλιπαρώ να με πάρεις άλλη
μια φορά πιο χυμώδη πιο σκιερή
πιο ζέουσα παραμυθίας• δεν ηρεμώ
με τίποτα• τα πλάνα δεν σηκώνουν
άλλο λίφτινγκ• το ριάλιτι σβήνει
όλες τις κηλίδες• ακάλεστος ας
είναι ο χωρισμός κι ας χώνομαι
σιωπηλά στη νύχτα• σου χαρίζω
μαδέρι να το περπατήσω• να ’ρθω
μια μέρα να κολυμπήσουμε στην
άδεια πισίνα• κι ας μη με θέλεις•

F/B Aqua Jewel, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Ντίνος Σιώτης, ριάλιτι διαρκείας με άνω τελείες, ποιήματα για την τηλεόραση και την πολιτική, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2015

Πίνακας: Ekaterina Yastrebova

 

Σωτήρης Παστάκας, Ο δόκτωρ Ψ και οι ασθενείς του

 Πριν μερικά βράδια καθόμασταν με τη γυναίκα μου στην Πασαρέλα και βλέπαμε το Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας απολαμβάνοντας τα ποτά μας, βότκα λεμόνι και τζόνι με πάγο, όταν μεταξύ των άλλων γνωστών που έτυχε να περάσουν και να μας χαιρετήσουν πλησίασε κι ένας ποδηλάτης με αλογοουρά και βερμούδα. Ωραίος τυπάκος, αδύνατος, που μας κεντράριζε μέσα από τις δυο του παλάμες, σε σχήμα φωτογραφικής μηχανής. «Kρίμα», λέει στη γυναίκα μου, «που δεν έχω μαζί μου τη μηχανή, είστε για φωτογραφία». Δεν το θυμόμουν καθόλου, αλλά ο τυπάκος, γνωστός γνωστών, ένα χειμωνιάτικο βράδυ, πριν λίγους μήνες μάς είχε φωτογραφίσει, εμένα, τη γυναίκα μου και την παρέα μας, σε ένα άλλο γνωστό μπαρ της Λάρισας, στο Μαντάτο. Δεν αμφιβάλλω πως το δικό μου κενό θα το καλύψουν κάποια στιγμή οι φωτογραφίες του τυπάκου και ποιος ξέρει ποιες άλλες φωτογραφίες σε άλλα μπαρ θα βγουν κάποια στιγμή στη φόρα. (…) 

Η Μνημοσύνη, κόρη της Γαίας και του Ουρανού, κοιμήθηκε με τον Δία για εννέα συνεχόμενες μέρες και έτσι δημιουργήθηκαν οι εννέα Μούσες. Όσοι ήθελαν να συμβουλευτούν το μαντείο του Τροφωνίου, στη Βοιωτία, έπρεπε να πιουν εναλλάξ από δυο πηγές, που αποκαλούνταν «Λήθη» και «Μνημοσύνη» (προκειμένου να λησμονείται το παρελθόν και η μνήμη να ξεκινά απ’ το παρόν). Είναι υγιές να ξεχνάμε, γιατί είναι σαν να σβήνουμε τον σκληρό δίσκο και να τους προσδίδουμε νέες δυνατότητες εγγραφής. Μνήμη, ψευδής μνήμη, λανθάνουσα μνήμη, επιλεκτική λήθη, μυθοπλασίες, παραμυθίες, αλληλοεπικάλυψη προσώπων και γεγονότων και ο παππούς αγαπημένου φίλου που αναρωτιόταν: «Έκανα ανήθικες προτάσεις σ’ αυτήν ψες το βράδυ, δεν ήταν η κόρη μου, έτσι;» κι έδειχνε ντροπαλά ντροπαλά τη γυναίκα του. «Στη Θεογονία του Ησιόδου οι βασιλείς και οι ποιητές λαμβάνουν τις δυνάμεις του εξουσιαστικού τους λόγου από την κατοχή τους επί της Μνημοσύνης και των ειδικών σχέσεών τους με τις Μούσες» διαβάζω στη Μυθολογία που ξεφύλλισα έντρομος αμέσως μετά το περιστατικό στο Αρχαίο Θέατρο της Λάρισας. Ποια σχέση έχουν οι δικοί μας ποιητές και πολιτικοί με τη Μνημοσύνη δεν νομίζω πως χρειάζεται κάποια επιστημονική εξήγηση:  έχουν παραδώσει τα κλειδιά προ πολλού σε όλους μας.

Σωτήρης Παστάκας, Ο δόκτωρ Ψ και οι ασθενείς του, H μνήμη, ένα σπίτι χωρίς κλειδιά, σελ. 105-107, αποσπασματικά, Εκδόσεις Μελάνι, 2015

Artwork: Tim Walker

.

.

 

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Βαβέλ (απόσπασμα)

 

.

Ήσουνα- λέει- γυμνός ξαπλωμένος σε στρώμα
άλλων γυμνών σωμάτων
και κρατούσες στο χέρι σου τριαντάφυλλο.
Τα αγκάθια του λουλουδιού σύρματα πλεγμένα
γύρω απ’ τις πληγές σου
κι ένας εσταυρωμένος Έρωτας από πάνω
να δαγκώνει τα στήθη του ουρανού.

Ήθελα να σε φιλήσω.
Μέσα σε κείνη την θάλασσα των στεναγμών
εγώ ήθελα να σου δώσω
μια πληγή ακόμα

να κυριεύσω επάνω σου
στα μη στα όχι στο φόβο
στο κρυμμένο πάθος σου.

Δεν ξέρω αν σε πόνεσε ή τι σε πόνεσε περισσότερο
το φιλί μου ή η συρμάτινη υπόσχεση του λουλουδιού.
Δεν ξέρω αν μπόρεσες να με δεις
μέσα στους βόγκους και τον ορυμαγδό του συσσωρευμένου
πόθου.

.

.

Είσαι τόσο ωραίος όταν δε μ’ αγγίζεις.
Μια γλυκιά μαχαιριά
που φτάνει ως τον θρόνο του Ήλιου
ως εκεί που η ίδια η φύση
αγκαλιάζει τα σύρματά της
ως εκεί που χάνεσαι κι ο ίδιος
μέσα στα δικά σου σύρματα.

Είσαι τόσο σκληρός μ’ αυτό το τριαντάφυλλο
στο ματωμένο σου χέρι.

“Άγριο παιδί της υπαίθρου
με λαξευμένο στο βλέμμα
ένα γαρύφαλλο τατουάζ
σε βραδινό τοπίο
που χάθηκε”

Πίνακας: Odilon Redon

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Βαβέλ (απόσπασμα)

 

Γιώργος Γεωργούσης, ΑRS POETICA

Vilhelm Hammershøi 19

.

Γίνεται ξαφνική ησυχία.
Για λίγο σταματάει η μουσική.
Για λίγο τα ποιήματα απωθούν τάχα τον χρόνο,
κάνουν αλλόκοτες χειρονομίες
κι ύστερα πάλι κατάκοπα ξαναπαίρνουν τη θέση τους.
Στο κέντρο του τοπίου ο γνώριμός μας άγγελος
με τις μαύρες φτερούγες,
φτυαρίζοντας ρυθμικά το χιόνι,
που το πέταγε έξω σχεδόν απ’ τις λέξεις,
σκεπάζοντας το διαυγές περίγραμμα
απ’ την πίσω μεριά του κήπου•
κι έτσι πάνω στο μέλλον
σωρεύονταν κι άλλες εικόνες που δεν είχα ζήσει
σαν να ’χε γίνει και το όραμα παρελθόν•
στο τέλος δεν παραμένει
παρά ό,τι ξαναβρίσκει τον καιρό του
μες στην λευκότητα της λήθης.
Παλαιά χιόνια! Είναι αυτή η κουρασμένη μουσική σας
που μου σκιάζει το φως
κι, ω ποίηση, δεν είναι τόσο για το όραμα που μ’ εξαντλείς,
αλλά γιατί στο τέλος πάντα σχεδόν με ξαναφέρνεις
εκεί που πριν βρισκόταν το σώμα μου.

Γιώργος Γεωργούσης, από τη συλλογή ΑRS POETICA, 1999 (Ελληνομουσείον, ανθολόγηση: Γιώργος Κ. Μύαρης)

Πίνακας: Vilhelm Hammershøi 

.

.

 

Tags:

Xρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ.

Kαι πήρε τέλος αυτή το ανοιγμένο κρανίο της Σ., να έτσι, όπως χουφτώνεις γαβάθα. Κι ο Θόδωρος έχωσε μέσα τη γλώσσα και το στράγγιξε. Κι ύστερα η Σ. ονειρεύτηκε πως βρισκόταν μέσα σε κάτι υγρό. Κάτι που ήταν και δεν ήταν λίμνη, ήταν και δεν ήταν βάλτος. Γιατί ήταν πράσινο και ζεστό. Κι είχε βατράχια, είχε όμως και χέλια. Κα τα χέρια γλιστρούσαν μες στο στομάχι της και τα βατράχια κόαζαν στ’ αυτιά της. Μέχρι που, χέλια μαζί και βατράχια, μεταμορφώθηκαν σε ψαρόνια. Κι άλλα την τσίμπαγαν κι άλλα μόνο τιτίβιζαν. Και τότε επιτέλους ξύπνησε. Κι ένιωσε σαν σε ζεστή θαλασσίτσα. Πατσαβουρίτσα το κατουρημένο βρακάκι, πατσαβουρίτσα και το βρεμένο σεντόνι.

(…) Κι όταν εκείνος έμπηξε τη μασέλα στα πόδια της κι όταν της τράβηξε με τα δόντια τα νύχια κι όταν ξεράθηκε κι έπεσε τέζα με το ακροδάχτυλό της χωμένο στο στόμα του, εκείνο το στρογγυλό ακροδαχτυλάκι της που έφερνε λίγο και στο κρανίο εκείνης που τώρα όλοι έτρεχαν να το ασπαστούν; Eκείνη ούρλιαξε; Όχι. Και; Να ουρλιάξει τώρα;

Ναι. Στα γόνατά της έπεσε ο δήθεν νταής. Με το βλέμμα κολλημένο πάνω της. Η καημένη η Σ! Στη μεγάλη σάλα οι παρείσακτοι πηγαινοέρχονταν κι εκείνος «ο που δήθεν σφάδαζε», μάτια οβίδες; Πιπίλες και δαγκωματιές ο φαλακρός κοιλαράς. Οι οβίδες κατρακυλούν, οι δαγκάνες ανοίγουν. Οι χαυλιόδοντες τρίζουν, παρομοίως και τα σαγόνια. Ιδού η καλή η σάρκα. Πάρε κόσμε, όποιος προλάβει πρόλαβε. Τώρα που είναι ζεστά. Ιδού τα άγουρα τα γαμπάκια, τα τροφαντά. Πάρε, καλέ μου κύριε, πάρτε κι εσείς κυράδες. Κι εσύ, άνθρωπέ μου; Tι στέκεσαι τόση ώρα και τα κοιτάς; Δεν θα πάρεις; Ε, άντε τότε, τράβα πιο κάτω. Έχει κι αλλού! «Nερό», σκέφτηκε η Σ. «Kαι μια βούρτσα», σκέφτηκε. Και μετά έτριβε. Έτριβε με τα πόδια χωμένα στον κουβά. Το πρωί η μικρή κολυμπά μες σε ζεστή λιμνούλα.

Xρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ., σελ. 43-44, Eκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Photo:Nadine Callebaut

.

.

 

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Κατανόηση

.

Η Πραγματικότητα, αυτή η μοναδική φίλη που θροΐζει
τα φτερά της μέσα στους θάμνους.
Αυτή με εξαπάτησε, με παρασύρει συνεχώς
σε τόπους θολερούς ή υπόγειους, σε σκοτεινούς λαβυρίνθους.
Αγαπώ τα μέρη της Φαντασίας, τις μυστήριες διαβάσεις του ανέμου
πίσω απ’ το χάραμα. Αγαπώ τα βλοσυρά θηρία της ερήμου,
–τι απρόσμενη τύχη– γλείφουν τις πληγές μου. Συλλαβίζω
την άγνωστη γλώσσα.

.

.
Κάποια νύχτα πορεύομαι με το φλάουτο στο στόμα, χωρίς
καμιά προσδοκία, χωρίς πατρίδα για το Ένα.
Ακουμπώ πλάι στο ζωντανό σώμα της σεγκόγιας.
Ακούω τις φωνές από τα βάθη των αιώνων. Πώς χαράχτηκαν
στο ζωντανό ξύλο! Τα «νερά» που κυλάνε πάνω του
έχουν το χάρισμα της ενόρασης. Μέσα στο ρεύμα του καιρού,
ξεχνώ όλες τις φωνές που αγάπησα. Όλα τα σημάδια που
προβάλλουν, μου θυμίζουν το κερί που άφησα αναμμένο πριν φύγω.
Τα θηρία κάνουν κύκλο γύρω μου. Ανοιγοκλείνουν
το στόμα τους και μουρμουρίζουν λέξεις:
«Πέδρο Πάραμο, Πέδρο Πάραμο, Πέδρο Πάραμο».

.

.

Μια συστοιχία από λέξεις, ισομεγέθεις,
στοιχισμένες και απλωμένες στην εντέλεια.
Τις βλέπω να συστρέφονται πάνω από τις φωτιές,
να αλλάζουν θέση και να επαναστοιχίζονται:
«Πέδρο Πάραμο, Πέδρο Πάραμο, Πέδρο Πάραμο».
Απλώνονται τώρα και καμπυλώνουν
σαν τόξο βραχμάνου ιερέα στο λυκόφως.
«Πέδρο Πάραμο, Πέδρο Πάραμο…»
Εκείνος σημαδεύεται από το βέλος. Αχνά σαν πούσι
λευκό πίσω από τα ρεύματα, εκεί που όλα συνάζονται, διακρίνω
τη φιγούρα του. Είναι αλήθεια ή ψέμα; Είναι αλήθεια η ψέμα;
Παραμιλώ:
«Εκείνος συνέχισε να κουνά τα χείλη του σα να μου μιλά,
να μουρμουρίζει λέξεις. Έπειτα έκλεισε το στόμα και μισάνοιξε
τα μάτια, που μέσα τους καθρεφτιζόταν η ωχρή ανταύγεια
του ξημερώματος».
Το τόξο τώρα έγινε κύκλος. Εκεί συναντώνται όλες οι
λεπτές αύρες νεκρών και ζωντανών. Μα δεν μπορώ να διακρίνω
τους νεκρούς από τους ζωντανούς.

.

.
«Πέδρο Πάραμο», σαν αντίλαλος στυφός.
Το ακτινοβόλο φως αφήνει πάντα αποτύπωμα στα όνειρα.
Δεν είναι πάντα διακριτό. Όταν τα θηρία φεύγουν βρίσκω ένα τρόπο να
«υπάρχω». Να υπάρχω χωρίς εμένα.
Τότε κατάλαβα. Μέσα από την ιερή φωτιά που οδηγεί στον ουρανό.
Τότε κατάλαβα εκείνα τα παράξενα λόγια μέσα από τα δέντρα.
Η Πραγματικότητα έγινε Φαντασία και τούμπαλιν. Είδα αυτό
που ονομάζουμε «εαυτό» μέσα στα θεριά. Το είδα μέσα στη φωτιά.
Το είδα στα μάτια του Πέδρο, το είδα μέσα σε όλα τα όντα.
Τότε κατάλαβα. Τότε κατάλαβα τι είναι αυτό το «πράγμα που ονομάζουμε ζωή».


Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Νέα ατραπός, Εκδόσεις Δίφρος, 2014

Photo: Nadine Callebaut

.

 

 

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Αρχόντισσα του Παρισιού

Ανάμεσα σε δύο πολυθρόνες, σε καναπέδες και σακούλες πλαστικές βουνό τη μία πάνω στην άλλη στοιβαγμένες να κάθεται αγέρωχη την είδα, στητή, λες και περίμενε τους καλεσμένους. Στο βάθος ακούει την καμαριέρα να τακτοποιεί την πορσελάνη τον καφέ για να σερβίρει. Χτυπάει το κουδούνι, ήρθαν οι φίλοι μας, σε παρακαλώ άνοιξέ τους, της φωνάζει. Διαβάτες που περνούν από μπροστά της κι άλλοι με αυτοκίνητα ή στο λεωφορείο καθισμένοι, σαν ξωτικό, σαν έκθεμα βιτρίνας ζωντανό απορημένοι την κοιτάζουν. Άλλοι την προσπερνούν αδιάφορα, καθώς τους είναι γνώριμη η μορφή της. Αγέρωχη αυτή κρατά το γάτο αγκαλιά και περιμένει να έρθουν οι φίλοι και η καμαριέρα τον καφέ να τους σερβίρει, όμορφα να είναι όλα, καθώς πρέπει. Ακούει το κουδούνι να χτυπάει, φωνάζει ελαφρώς ενοχλημένη. Παρακαλώ, Μαρί, οι φίλοι στην πόρτα περιμένουν. Όχι δεν είν’ αόρατη η πόρτα, τη βλέπει εμπρός της, κι αυτός που στέκεται ορθός είναι ο πρώτος επισκέπτης, δεν είναι δικαστικός κλητήρας απόφαση έξωσης να επιδώσει, ούτε σκουπιδιάρης του δήμου τις περιττές αποσκευές της να φορτώσει στο αμάξι απορριμμάτων, αλλοτινών καιρών απομεινάρια που τώρα λοφάκια και βουνά από σκουπίδια το χώρο του μικρού πάρκου έχουν κατακλίσει… Είναι ο πρώτος επισκέπτης που στέκεται στην πόρτα, πίσω του έρχονται κι άλλοι κι άλλοι φίλοι. Σε λίγο με γελάκια, πειράγματα κι αστεία παρέα γύρω απ’ το υπαίθριο σαλόνι τον φρεσκοψημένο υπέροχο καφέ απ’ την Μπραζίλ θα απολαύσουν.

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, απόσπασμα από την ανέκδοτη συλλογή «Ξεριζωμένα δέντρα οι τόποι μας»

Photo: Lee Jeffries

.

.