RSS

Στέφαν Τσβάιχ, Το γράμμα μιας άγνωστης

Όλα τα είχα περάσει, αν μπορώ να το θέσω έτσι, καθώς όλα τα είχα ονειρευτεί: τις κακές στιγμές μου φανταζόμουν ότι με απέρριπτες, ότι με περιφρονούσες, γιατί ήμουν πολύ λίγη, πολύ άσχημη, πολύ φορτική. Κάθε μορφή δυσμένειας, ψυχρότητας, αδιαφορίας από τη μεριά σου, την είχα μετατρέψει σε παθιασμένο όραμα – αλλά αυτό, αυτό ούτε στις σκοτεινότερες στιγμές της επίγνωσης της μειονεκτικότητάς μου δεν τόλμησα να το σκεφτώ, αυτό το φρικτό: ότι δεν είχες αντιληφθεί την ύπαρξή μου. Σήμερα βέβαια το καταλαβαίνω –αχ, εσύ μου έμαθες να το καταλαβαίνω!– ότι το πρόσωπο ενός κοριτσιού, μιας γυναίκας, είναι κάτι συνεχώς μεταβλητό για έναν άντρα, επειδή συνήθως είναι απλά ένας καθρέφτης, τη μια ενός πάθους, την άλλη μιας παιδικότητας, την τρίτη μιας κούρασης, και σβήνει τόσο εύκολα όσο η εικόνα στον καθρέφτη· έτσι, ένας άντρας μπορεί να χάσει ευκολότερα το πρόσωπο μιας γυναίκας, επειδή η ηλικία του αλλάζει ανάλογα με τη σκιά και το φως, επειδή τα ρούχα το πλαισιώνουν αλλιώς τη μια φορά κι αλλιώς την άλλην άλλη. Οι παραιτημένες, μόνον αυτές ξέρουν πραγματικά. Αλλά εγώ, το κορίτσι εκείνης της εποχής, δεν μπορούσα ακόμη να διανοηθώ την αδύνατή σου μνήμη, γιατί από την υπέρμετρη, αδιάκοπη ενασχόλησή μου με σένα, μου είχε γεννηθεί με κάποιον τρόπο η παράλογη σκέψη ότι κι εσύ με σκεφτόσουν συχνά και με περίμενες· πως θα μπορούσα να συνεχίσω ν’ αναπνέω γνωρίζοντας ότι δεν ήμουν τίποτα για σένα, ότι ποτέ δεν σε άγγιξε απαλά μια ανάμνησή μου!  Kι αυτό το ξύπνημα στο βλέμμα σου,  που μου ’δειξε ότι τίποτα δικό σου δεν με γνώριζε πια, κανένα νήμα θύμησης δεν ένωνε τη ζωή σου με τη δική μου, αυτό ήταν μία πρώτη απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα, μία πρώτη προαίσθηση της μοίρας μου.

Στέφαν Τσβάιχ, Το γράμμα μιας άγνωστης, σελ. 58-60, μτφρ. : Tατιάνα Λιάνη, Εκδόσεις Ροές 2003

.

 

Bασίλης Καραβίτης, Απόψεις όχι μόνο εκλεκτικού βιβλιοφάγου

Κάποιος μιλάει βροντερά
κι ούτε που ακούγεται η φωνή.
Κάποιος πιάνει ήχους ανάκουστους
κι ούτε που σκέφτεται μουσική.
Κάποιος οσμίζεται αόρατο καπνό
κι ούτε που υποπτεύεται φωτιά.
Κάποιος βλέπει επιτέλους τον ουρανό
κι αποφασίζει: θάλασσα ήρεμη.

Βιβλία αμέτρητα, σελίδες άπειρες
γράφονται έτσι αβασάνιστα
για εκατομμύρια αθώους αναγνώστες.
Στο τέλος κι αυτοί συναυτουργοί ατιμώρητοι
μαζί με τους αναίσθητους γραφοφονιάδες
μέσα στη μόνιμη αμνηστία που ανέκαθεν
κλώθει παθητικά για θύτες και για θύματα
η μικρόχαρη, ανεκτική μας ιστορία.

Bασίλης Καραβίτης, Απόψεις όχι μόνο εκλεκτικού βιβλιοφάγου, από τη συλλογή Το αγαθό σκοτάδι, Κέδρος 1997

Πίνακας: Gian Paolo Dulbecco

 

Julien Green, Μεσάνυχτα

Πού και πού η αδελφή της έστρεφε προς το μέρος της το μακρύ και άχαρο προφίλ που ’χε κληρονομήσει από τη μητέρα της, και το ρουθούνι της, που ανοιγόκλεινε περιφρονητικά, έμοιαζε να οσφραίνεται μια άσχημη μυρωδιά. Ξερακιανή και μαύρη σαν πελώρια μύγα, περιεργαζόταν την Ελέν μ’ ένα βαθύ και συνάμα παγερό βλέμμα που, αν ήταν δυνατόν, θα ’χε μεταμορφώσει την αδελφή της σε στήλη άλατος. Ένας φαρδύς δαντελένιος γιακάς, που είχε πλέξει με τα ίδια της τα χέρια, έπεφτε στους ώμους της τονίζοντας την ισχνάδα  τους και κολάκευε τη ματαιοδοξία της σε σημείο που να τον φορά μ’ όλα της τα φορέματα. Της πήρε τρεις ολόκληρους χειμώνες για να φέρει σε αίσιο τέλος αυτή την εξαντλητικά δύσκολη δουλειά. Σ’ αντάλλαγμα, ο κ. Λερά τη φίλεψε μ’ ένα χαρτονόμισμα των εκατό φράγκων (που εκείνη κατέθεσε στο ταμιευτήριο) και την οδήγησε στον καλύτερο οφθαλμίατρο της πόλης, γεγονός που στάθηκε το μοιραίο τέλος αυτής της ιστορίας. Ένα ζευγάρι με ατσάλινο σκελετό συμπλήρωσαν, αν μπορεί να το πει κανείς, τη φυσική ασχήμια της κοπέλας, η οποία έχυσε πικρά δάκρυα, στα κρυφά, καθώς είχε στηρίξει σ’ αυτόν το δαντελένιο γιακά όλες τις ελπίδες της να φτάσει την Ελιζαμπέτ στην ομορφιά, αν όχι να την επισκιάσει. Αυτή η δοκιμασία την έκανε κακιά, κι όπως συμβαίνει συνήθως, αυτή η κακία την ωρίμασε, την ξύπνησε, όξυνε το πνεύμα της και τη μεταμόρφωσε σε μια μικρή γυναίκα που η γλώσσα της, ανά πάσα στιγμή, είχε τον τρόπο να δηλητηριάσει μια ολόκληρη μέρα.

Julien Green, Μεσάνυχτα, σελ. 112-113, μτφρ.: Αγνή Ν. Μεταφτσή, Εξάντας 1989

Artwork: ingrid dee magidson

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ποίηση με τέσσερα πόδια [παίγνια και φάρσες]

Ι. Περί συνομιλίας

13. H επιδίωξη της ποίησης δεν είναι συνομιλία άνευ όρων.

 14. Η καλύτερη συμπεριφορά του αναγνώστη προς τους στίχους εκείνους που ο Μαλλαρμέ θα ονόμαζε «στολίδια ηχηρής μηδαμινότητας» είναι να πετάξει στα σκουπίδια ολόκληρο το βιβλίο.

98. Αν κάποια μέρα θα μπορέσει να πει (όπως ακριβώς ο Χάιντεγκερ) Μίλησε γλώσσα, καλό είναι να γίνει αυτό επειδή έχει έρθει βιωματικά σε επαφή με την πρωταρχική πηγή του Λόγου και όχι επειδή διαβάζει Χάιντεγκερ.

 109.  Για να γραφεί καλή ποίηση χρειάζεται η ψυχική αδεξιότητα;

110. Το τραύμα του καλλιτέχνη, ως γνωστόν, γεννά γλώσσα· αλλά αυτή πώς να εκφραστεί ολοκληρωμένα χωρίς έναν οργανωμένο νου; H αδεξιότητα περιπλανιέται απλώς στο τυχαίο, αναλώνεται (σχεδόν με αυταρέσκεια) στην περιγραφή του τραύματός της.

125. O τροβαδούρος συνομιλούσε με ένα ιδεατό θήλυ που καθησύχαζε τον φόβο του για την πραγματική γυναίκα. Έτσι, η εξιδανίκευση γινόταν για εκείνον μέθοδος παρεμπόδισης της αληθινής ζωής, αλλά και σταθερή τήρηση απόστασης απ’ όσα ονομάζουμε αληθινή σχέση με τον εαυτό.

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ποίηση με τέσσερα πόδια [παίγνια και φάρσες], Οι εκδόσεις των φίλων, 2017

 

 

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Κατόπιν φάνηκε η πυροσβεστική, ζυγώνοντας καμαρωτά, μες σ’ ένα πανδαιμόνιο από σειρήνες και κουδουνίσματα. Ήταν καινούργια, βαμμένη κόκκινη, με χρυσαφιά πλουμίσματα, μια χειροκίνητη σειρήνα κι ένα καμπανάκι –χρυσαφί κι αυτό– με ήχο γαλήνιο, αγέρωχο και περήφανο. Άντρες ξεσκούφωτοι και νέα παλικάρια κρέμονταν από το όχημα, αψηφώντας τους νόμους της φύσης μ’ έναν τρόπο εκπληκτικό, όπως οι μύγες μόνο ξέρουν να τους αψηφούν. Η πυροσβεστική είχε μηχανικές σκάλες που πετιούνταν σε ύψη θεόρατα μ’ ένα απλό άγγιγμα· αλλά τούτη τη φορά δεν είχαν πού να υψωθούν. Κι η καλοκουλουριασμένη, παρθένα ακόμη μάνικα, η οποία θύμιζε διαφημίσεις της τηλεφωνικής εταιρείας στα λαϊκά περιοδικά, δεν είχε επίσης από πού να πάρει νερό. Έτσι, οι ξεσκούφωτοι άντρες, που είχαν εγκαταλείψει πάγκους και γραφεία για να ’ρθουν εδώ, πήδηξαν από το όχημα και μπλέχτηκαν με τον κόσμο – όλοι, ακόμα και ο χειριστής της σειρήνας. Και το πλήθος άρχισε να τους δείχνει διάφορα σημεία για το πού ήταν ακουμπισμένο το σεντόνι, κι ορισμένοι, με τα πιστόλια κιόλας στην τσέπη, άρχισαν να γυρεύουν κάποιον για να σταυρώσουν. Όμως δεν υπήρχε κανείς. Τούτη η γυναίκα είχε ζήσει μια ζωή τόσο ήσυχη, τόσο αποτραβηγμένη, ώστε στην πόλη που είχε γεννηθεί κι είχε περάσει όλα της τα χρόνια σαν ξένη, σαν αλλοφερμένη, άφηνε για κληρονομιά σάστισμα κι οργή, πράγμα που ποτέ δεν θα της συγχωρούσαν, για να την αφήσουν πια ήσυχη στον τάφο της, μολονότι τους είχε προσφέρει με το τέλος της τουλάχιστον μια τέτοια έντονη συγκίνηση, μια συγκίνηση σχεδόν γιορτινή. Μα παρ’ όλα αυτά, όχι, δεν θα την άφηναν έτσι εύκολα στην ησυχία της. Κανέναν δεν θ’ άφηναν έτσι εύκολα στην ησυχία του. Γι’ αυτό στριμώχνονταν και σπρώχνονταν εκεί δα, πιστεύοντας πως οι φλόγες, το αίμα, το κορμί που είχε πεθάνει τρία χρόνια πριν κι είχε μόλις αρχίσει να ζει ξανά, φώναζαν όλα γυρεύοντας εκδίκηση, και δεν τους περνούσε απ’ το μυαλό ότι η εκστατική λύσσα της φωτιάς κι η ακινησία του πτώματος αποτελούσαν και τα δυο τη μαρτυρία πως η ύπαρξη τούτη είχε περάσει σε κάποιον τελικό προορισμό πέρα από τη δυνατότητα των ανθρώπων να τη βλάψουν ή να την αγγίξουν. Αυτό δεν τους περνούσε διόλου απ’ το μυαλό. Γιατί το άλλο ήταν πιο ωραίο να το πιστεύουν. Ομορφότερο και από τα ράφια και τους πάγκους τους, που έστεκαν μπρος τους φορτωμένα με γνώριμα από πολύ καιρό αντικείμενα, αγορασμένα όχι επειδή τα είχαν ζηλέψει ή τα είχαν λιμπιστεί, όχι γιατί τους έδινε καμιά χαρά το να τα έχουν δικά τους, μα για να τα πουλήσουν σε κάποιον άλλον, βγάζοντας παραπανίσιο κέρδος μ’ απατεωνιές και λοβιτούρες· και κάθε τόσο να κοιτάνε τα απούλητα ακόμη αντικείμενα κι εκείνα τα άτομα που θα μπορούσαν να τ’ αγοράσουν, μα δεν το είχαν κάνει ακόμη, με θυμό, ίσως κι οργή, μπορεί και μ’ απόγνωση. Ομορφότερο απ’ τα σκονισμένα γραφεία όπου περίμεναν οι δικηγόροι παραμονεύοντας ανάμεσα σε φαντάσματα παλιών πόθων και ψεμάτων, ή τα ιατρεία όπου περίμεναν οι γιατροί με κοφτερά μαχαίρια και καταστροφικά χαπάκια, λέγοντάς σου, απαιτώντας να τους πιστέψεις, δίχως ν’ ανατρέξεις σε τυπωμένα φυλλάδια, πως πάσκιζαν για το σκοπό εκείνο που η πραγμάτωσή του θα τους άφηνε δίχως δουλειά. Κι έρχονταν και οι γυναίκες, οι αργόσχολες γυναίκες με τα λουλουδάτα και κάποιες φορές τα βιαστικά ριγμένα πάνω τους ρούχα, τα μάτια τους παθιασμένα ν’ αστράφτουν, γεμάτα μυστικές σκέψεις και στήθια απογοητευμένα, εξίσου γεμάτα μυστικά (στήθια που πάντοτε αγάπησαν το θάνατο παραπάνω από τη γαλήνη), για να προσθέσουν με τα μυριάδες σκληρά, αδύναμα τακ τακ των τακουνιών τους μες στο αδιάκοπο μουρμουρητό. Ποιος το ’κανε; Ποιος το ’κανε; ερωτήματα ένθετα όπως ίσως Δεν τον έχουνε πιάσει ακόμα; Α, ναι Λεύτερος είναι; Λεύτερος;

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ. : Bικτωρία Τραπάλη, σ. 296-298, εκδόσεις Εξάντας, 1987

Φωτογραφία:Jamie Heiden

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, συνέντευξη στην ΕΡΤ open, με τον Σταύρο Σταυρόπουλο

 

Artwork: Kristin Vestgard

H συνέντευξη παραχωρήθηκε στις 19. 04. 2018 στον Σταύρο Σταυρόπουλο έχοντας ως επίκεντρο το μυθιστόρημα Λευκό από χθες, Εκδόσεις Σμίλη, 2017. Για ακρόαση στον επόμενο σύνδεσμο:

EΡΤ OPEN: Oλομόναχοι μαζί με τον Σταύρο Σταυρόπουλο

 

Bασίλης Καραβίτης, Η θάλασσα στην πισίνα

.

 

Ήδη με τον κλονισμό της πρώτης ανακύκλωσης
η λίγη απ’ τη θάλασσα που ξέρουμε σάμπως αμήχανη
μόλις που δειγματίζει μιαν αστραφτερή διαφάνεια
καθώς χαϊδεύεται με τον εαυτό της ηδονικά
σ’ ένα δικό της λουτρό διαρκείας.
Ξαφνικά, μακριά απ’ τα περίφοβα ρίγη
σκοτεινών υπογείων ρευμάτων και σεισμών,
τις παράφορες περιπτύξεις από νεκρόφιλα φύκια
ή τ’ απρόβλεπτα κέφια του πρωινού σιρόκου.
Κι οριστικά έξω απ’ την άνοστη συνύπαρξη
με οκνά μαλάκια, κατάπληκτα αγαθόψαρα
κι εσωστρεφή, μυστικόπαθα οστρακόδερμα.
Επιτέλους, εντοιχισμένη σ’ ένα σχήμα οβάλ καρδούλας
με μια ταυτότητα χειροπιαστή μήκους και βάθους,
αναπαύεται σ’ ένα στεγανό ιδιωτικό βυθό
στο χρώμα ποντισμένου ανέφελου ουρανού
κερδίζοντας έτσι ένα μικρό μερίδιο γαλήνης
που σκληρά τής αρνήθηκε η αρχέγονη φύση της.
Πισίνα και θάλασσα στο πλάνο τώρα
μιας έντεχνα μεταλλαγμένης επαφής
δείχνουν να σμίγουν
σ’ ένα είδος ερωτικής ύπνωσης.
Ή μήπως τα κοντόθωρα μάτια μου,
οικειωμένα από καιρό και πρόθυμα
σ’ απατηλά μοντέλα ευδαιμονίας,
δεν ξεχωρίζουν κι εδώ το κρυμμένο δράμα;
Μιας νέας θάλασσας, ντρεσαρισμένης,
πεντακάθαρης κι υπάκουης, που εξαργυρώνει
τα πλούσια δεσμά μιας ανθρώπινης διευθέτησης
με την ατίθαση αφειδώλευτη ψυχή της.
Σαν ένα άλλο μοντέρνο κατοικίδιο.

Bασίλης Καραβίτης, Η θάλασσα στην πισίνα, από τη συλλογή Το αγαθό σκοτάδι, Κέδρος 1997

Πίνακας: Duy Huynh

 

Χρύσα Φάντη, Στην επικράτεια του λευκού

Bookpress 5.1.2018

Αγαπητέ μου Φρανκ, έξω χιονίζει πάλι σαν υπόσχεση ακατάπαυστα, κι όλα θα γίνουν κρύσταλλο σε λίγο· […] Προσωπικά, δεν έχω άλλον τρόπο να συγυρίσω την αναστάτωση εδώ, κι έτσι, σας γράφω. Βλέπετε, κάνει πάνω από τρεις μήνες ένα άγριο χιόνι εδώ πέρα, γεμάτο χνούδι τρυφεράδας […]

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα στο δεύτερο, κατά χρονολογική σειρά έκδοσης, μυθιστόρημά της Λευκό από χθες (έχει προηγηθεί Το τραγούδι του λύγκα), υιοθετεί την θεατρογενή αμεσότητα της απεύθυνσης σε συνδυασμό με τη ζωντάνια της πρωτοπρόσωπης αφήγησης για να μας διηγηθεί μια ιστορία απλή και ταυτόχρονα εξαιρετικά σύνθετη και σπαραχτική.

 

Στα δεκαοχτώ κεφάλαια τού Λευκό από χθες, κεντρική αφηγήτρια είναι η τριανταοχτάχρονη σχεδιάστρια μόδας Φρίντα Νέθελ. Σε διάστημα δέκα ημερών (δύο χρόνια μετά την εξαφάνιση του μικρότερου αδερφού της Πατρίκ και εν τω μέσω μιας ακατάπαυστης χιονοθύελλας), η Φρίντα συντάσσει μια επιστολή, απευθυνόμενη προς τον κύριο Φρανκ Σλάις, διευθυντή του ταχυδρομείου:

Αχ, πώς στραμπουλίζετε τα μάτια σας, αγαπητέ μου, όταν έρχομαι στο ταχυδρομείο, για να σας παραγγείλω γραμματόσημα! Είστε απαίσιος εσείς ή, μήπως, είμαι τρελή εγώ; Προσωπικά, πιστεύω πως είστε υπέρμαχος της αναισθησίας και, διορθώστε με, αν κάνω λάθος [….] Σας έχετε δει, μήπως, ποτέ μες σε καθρέφτη, που και αυτός με τη σειρά του καθρεφτίζεται σ’ άλλον καθρέφτη; Αλίμονο, το είδωλό μας ανάγεται στο άπειρο, ώσπου χιλιάδες είδωλα τρομοκρατούν το πρότυπό τους, που μάταια ψάχνει τον χαμένο εαυτό του. Με τέτοιο βλέμμα νομίζω ότι πεθαίνουμε.

Ποιες οι σχέσεις της επιστολογράφου με τον άνθρωπο προς τον οποίο απευθύνει την επιστολή της; Με ποιον τρόπο ο τελευταίος εξουσιάζει τη τύχη της ίδιας, της οικογένειάς της και ολόκληρης της τοπικής κοινωνίας; Ποια δύναμη του δίνει το δικαίωμα να αυθαιρετεί και ποιες αρρωστημένες ορέξεις τον εξωθούν στο να παρακολουθεί και να επεμβαίνει στις ζωές τους; Στο Λευκό από χθες, η Σιαφάκα δανείζεται τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Φρίντας για να ρίξει φως στον μικρόκοσμο μιας κοινωνίας αδιάφορης, ευθυνόφοβης, θρησκόληπτης και κατακερματισμένης:

Σφουγγίζουν, Φρίντα, τα υπολείμματα στ’ αξύριστα σαγόνια τους, αγγίζουν τα φορέματα των γυναικών και ονειρεύονται φτηνά ποτά στο μπαρ του Ιερεμία […] Εκεί ξεχνούν, Φρανκ, ό,τι δεν τόλμησαν ποτέ να θυμηθούν […]

Ο τόπος στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία είναι το Λαβίλ, μια μικρή επαρχιακή πόλη που θα μπορούσε να βρίσκεται σχεδόν οπουδήποτε: σε μια χώρα του ευρωπαϊκού βορρά ή ακόμη και σε κάποια περιοχή του νότου που πλήττεται από κακοκαιρία. Τα ονόματα ποικίλα (π.χ. Αμαλία, Βιργίλιος, Φρίντα και Πατρίκ Νέθελ, Φρανκ Σλάις, Αμφιλόχιος Ρατάνοβ, Ευγένιος Χαρέρας, Ιωακείμ Αλίανθος, Φεργκεσία, Δαμοφίλη, Φρειδερίκος Κέρτανσον, Λυδία Πάτερσεν και πλείστα ακόμη ονόματα κομπάρσων) συνηγορούν σ’ έναν χώρο γεωγραφικά ασαφή, σε μια εσκεμμένη απροσδιοριστία που κλείνει το μάτι στον αναγνώστη σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις της συγγραφέως, οι οποίες και υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες μιας επίπεδης εξιστόρησης (οικογενειακή σάγκα) ή μια αμιγώς ψυχαναλυτική περιγραφή.

Αλλά και σε ό,τι αφορά τους πραγματικούς χρόνους, παρά τις συγκεκριμένες αναφορές (η επιστολή γράφεται εντός 10 ημερών, από τις 21 έως τις 31 Ιανουαρίου, ημέρες εξαιρετικά σημαντικές για την αφήγηση), υπερισχύουν οι συνειρμοί, αφού από την πρώτη κιόλας σελίδα έχουμε μια χρονολογική αναστροφή, καθιστώντας έτσι δυνατό και το συγγραφικό τέχνασμα της έμφασης μέσω της επανάληψης. Επιπρόσθετα, σε όλα τα κεφάλαια, η ροή της αφήγησης συχνά διακόπτεται από αναδρομές στο παρελθόν και αντίστοιχες εστιάσεις σε περιστατικά της πρώτης παιδικής ηλικίας ή άλλα που συνέβησαν λίγο πριν ή μετά την εξαφάνιση του Πατρίκ, με την όλη επιστολή να παίρνει το σχήμα του κύκλου σε σχέση με τον χρόνο, καθώς η μυθιστορηματική καταγραφή της ξεκινάει και τελειώνει την 31η Ιανουαρίου – επιπλέον ενδιαμέσως υπάρχουν επιστολικές καταγραφές της ίδιας ημέρας. Να σημειώσουμε εδώ ότι η επιστολογράφος δεν παραλείπει να εξηγήσει στον αποδέκτη της επιστολής όχι μόνον τον λόγο άλλα και τον τρόπο σύνταξής της.

Ωστόσο, τόσο στην ημερολογιακή αναφορά της διετίας 1967-1969 όσο και στην τελική αναφορά του 1974, ενδεχομένως να υποκρύπτεται και κάποια αναγωγή σε καθεστώτα αυταρχικά και ολοκληρωτικά (δες: χούντα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, δικτατορίες σε Ισπανία, Πορτογαλία και χώρες της Λατινικής Αμερικής) με τους γνωστούς σπιούνους της αστυνομίας και τους εγκάθετους καθεστωτικούς λακέδες ή παρακρατικούς δολοφόνους να δρουν το ίδιο ασύδοτα με τον Φρανκ, ενώ οι πολίτες του Λαβίλ μοιάζει να αποτελούν αντανάκλαση των θυμάτων τους, πολίτες που, για να τους αποφύγουν, καταφεύγουν στη δουλικότητα και τη σιωπή.

Ποια η σχέση του Φρανκ με την εξουσία και ποιες μεθόδους (ύπουλες και πιθανώς θανάσιμες) θα χρησιμοποιήσει για να κορώσει τις επιθυμίες του; Σε τι σόι δικαιολογίες και τεχνάσματα θα καταφύγει; Από τη σχετικά υψηλόβαθμη δημόσια θέση του διευθυντή του ταχυδρομείου του Λαβίλ, ο Φρανκ δρα ανεξέλεγκτα. Ύπουλος, αδίστακτος, όπως και τόσοι άλλοι που ανεβαίνουν την κοινωνική ιεραρχία με τρόπους αδιαφανείς και συχνά πατώντας επί πτωμάτων, μπορεί ακόμη και να εγκληματεί χωρίς καμιά συνέπεια, χωρίς ποτέ να καλείται να λογοδοτήσει. Τις πράξεις και την όλη ψυχοπαθολογία αυτού του κοινωνικού βαμπίρ, μαζί με όλα όσα τη χαρακτηρίζουν και τη συνοδεύουν (αναισθησία, αναλγησία, υποκρισία, ανηθικότητα, μικροπρέπεια, αχρειότητα, σαδισμός) θα καταγράψει η Φρίντα στον επιστολικό της χείμαρρο, ένα κείμενο στο οποίο η αγωνία και ο πανικός (συχνά εκφρασμένα με τρόπο σαρκαστικό, αυτοσαρκαστικό και γκροτέσκο) συνυπάρχουν με έναν λόγο αναλυτικό, φιλοσοφικό και υπαρξιακό:

Και τι ειρωνεία ν’ αποσιωπά κανείς το μέλλει γενέσθαι των πραγμάτων με τόσο εύγλωττες μετωνυμίες απονέκρωσης!

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα με στοιχεία αστυνομικού σασπένς και σκηνικά χαρακτηριστικά του νουάρ, προτάσεις και φράσεις με χαρακτήρα εικονοποιητικό έρχονται να στηρίξουν έναν λόγο σύνθετο και με έντονα τόσο τα εννοιολογικά του πρόσημα όσο και το φιλοσοφικό του υπόστρωμα. Αν και πρόσωπα και γεγονότα σκιαγραφούνται με τρόπο αληθοφανή, σύντομα αντιλαμβανόμαστε πως ολόκληρο το βιβλίο στο στήσιμό του, και παρά τα ρεαλιστικά του στοιχεία (είτε αυτά ανάγονται στη σφαίρα του κοινωνικού γίγνεσθαι –χώρο κατεξοχήν δημόσιο–, είτε αφορούν και ανατέμνουν καταστάσεις ατομικές των ηρώων – χώρο ιδιωτικό), θυμίζει μοντάζ.

Έργο κατ’ εξοχήν δομικό και μεταμοντέρνο, το Λευκό από χθες, όχι μόνο φιλοδοξεί, αλλά και επιτυχώς καταφέρνει να μπήξει το μαχαίρι στο κόκαλο, ενώ ταυτόχρονα μοιάζει να αμφισβητεί και να διακωμωδεί ακόμη και τη δική του ύπαρξη, δύναμη και γραφή. Διακριτά σε όλο το κείμενο τα μοντερνιστικά στοιχεία: σκεπτικισμός και πεσιμισμός, αμφιβολία και αμφισβήτηση, ποιητικότητα και σκόπιμες λεκτικές και συντακτικές ιδιομορφίες, πολλαπλές οπτικές και έμφαση στο παίγνιο και τη δύναμη της γλώσσας, υπερίσχυση των νοηματικών και χρονικών ετεροχρονισμών έναντι της αφηγηματικής και ρεαλιστικής απεικόνισης και κανονικότητας, στοιχεία κινηματογραφικά (φλας μπακ κλπ.), στοιχεία αυτοαναφορικότητας, κ.ά.

 

Σε ένα σύμπαν επίπονης και διαρκούς διερεύνησης γι’ αυτά που κρύβονται πίσω από τις επιφάνειες, όχι μόνο των πραγμάτων αλλά και της ίδιας της γλώσσας και της δομής της, ένα λεκτικό γαϊτανάκι που σε σημεία αγγίζει το μοντέρνο μπαρόκ, η Φρίντα θα συνεχίσει μεν να πιστεύει πως ο τρόπος που βλέπει και ερμηνεύει τα πράγματα έχει τη δύναμη να φωτίσει με τον δικό του φακό τον κόσμο της, ταυτόχρονα όμως θα συνειδητοποιήσει ότι στη δυνατότητα αυτή έρχεται να αντιπαρατεθεί η (πραγματική) αδυναμία της να επέμβει δυναμικά και να τον αλλάξει.

Στο Λευκό από χθες, ένα βιβλίο με έντονατα στοιχεία της μουσικότητας και της ποιητικής πρόζας, η Σιαφάκα αφηγείται μια μυθιστορία που, πέρα από την αναγνωστική τέρψη (ενδιαφέρουσα πλοκή, δυνατοί και πειστικοί διάλογοι) διαπραγματεύεται με πάθος θέματα ηθικά και αισθητικά (ύφος και ήθος ίσον αισθητική), σ’ έναν κόσμο όπου η ατιμωρησία των δυνατών και η επικράτηση του ψεύδους σε βάρος των αδύναμων φαίνεται να κυριαρχούν:

[…] η χειμερία νάρκη των τραυμάτων, που επαπειλούν με ανάρρωση όλους τους πεθαμένους [.…] Νομίζω ότι κανείς δεν θα περίμενε ποτέ πως ο γιατρός θα σκαρφιζόταν μια τόσο εύγλωττη ποιητική εκφορά να μεταφέρει στις λέξεις τον Πατρίκ μας.

Αξιομνημόνευτη είναι και η σπουδή με την οποία περιγράφεται ο κοινωνικός αποκλεισμός του Πατρίκ, όπως και ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνονται οι ιδιαιτερότητές του. Ο αδερφός της Φρίντας δεν είναι μια ακόμη περσόνα μέσα στο μυθιστόρημα. Ο «προβληματικός» λόγος του, δίπλα στον μεστό και εκπληκτικά δουλεμένο του διανοούμενου Τζάσμιν, βρίσκει τρόπο να εκφράσει μια αλήθεια που προηγείται του ορθολογικά συγκροτημένου προφορικού και γραπτού, δείχνοντάς μας πως υπάρχει και ένας άλλος λόγος, αποσυνάγωγος, ξενιστής, προβοκάτορας και αντίθετος στην υποκρισία των πατριαρχικών συμβόλων, λόγος ά-λογος και πιο κοντά στη μήτρα, εκεί όπου η γλώσσα καταφέρνει να υπερβεί την πραγματικότητα και όχι μόνο να κινείται γύρω από αυτήν, ματιά προ-οιδιπόδεια, που μπορεί όχι μόνο να αναπαράγει πράγματα, αλλά και να τα επανεφευρίσκει.

Πίνακες: Afred Sisley

.

 

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Καθόταν ανακούρκουδα καταμεσής στ’ απαλά, μυρωδάτα γυναικεία φουστάνια και τα παπούτσια. Είδε με το πασπάτεμα μονάχα το κάποτε κυλινδρικό σωληνάριο να ’χει ζουλιχτεί απ’ όλες τις μεριές. Με τη γεύση μονάχα, δίχως να το βλέπει, παρακολουθούσε το δροσερό, αόρατο σκουλήκι να κουλουριάζεται στο δάχτυλό του και να πασαλείβεται μετά, γλυκερό, με μια κίνηση αυτοματική, στη γλώσσα και το στόμα του. Κανονικά θα είχε φάει μια και μοναδική μπουκιά κι έπειτα θ’ άφηνε το σωληνάριο στη θέση του και θα έφευγε από το δωμάτιο. Μολονότι πέντε μόλις χρονών, ήξερε πως δεν έπρεπε να τρώει παραπάνω. Ίσως ήταν το ζώο που του έλεγε πως το περισσότερο θα τον αρρώσταινε· ίσως ο άνθρωπος, που τον προειδοποιούσε πως πάνω από μια μπουκίτσα τη φορά θα φαινόταν, και θα το έπαιρνε είδηση η διαιτολόγος. Τούτη ήταν η πρώτη μέρα που είχε φάει πιο πολύ. Πολύ πιο πολύ, εκεί που καθόταν κρυμμένος, περιμένοντας. Ψηλαφώντας το με τα δάχτυλα, ένιωθε το σωληνάριο να κοντεύει ν’ αδειάσει. Άρχισε να ιδρώνει. Κι έπειτα κατάλαβε πως ίδρωνε από κάμποση ώρα, ότι εδώ και κάμποση ώρα δεν έκανε άλλο από το να ιδρώνει. Δεν άκουγε το παραμικρό τώρα πια. Το πιο απίθανο ήταν πως και ντουφεκιά να έπεφτε πίσω από την κουρτίνα, εκείνος δεν θα την άκουγε. Ήταν θαρρείς κι είχε στραφεί ολόκληρος προς τα μέσα, προς τον εαυτό του, και κοιτούσε τον εαυτό του να ιδρώνει, να χώνει στο στόμα ακόμη ένα σκουλήκι οδοντόκρεμας που το στομάχι του αρνιόταν να δεχτεί. Σίγουρα πράματα, αρνιόταν να το κατεβάσει κάτω.

Ασάλευτος τώρα, εντελώς προσηλωμένος, έμοιαζε να σκύβει πάνω από τον εαυτό του σαν χημικός στο εργαστήρι του, περιμένοντας. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Μεμιάς η οδοντόκρεμα που είχε κιόλας καταπιεί πετάχτηκε ξανά επάνω, πασχίζοντας να ’βγει έξω, στην ατμόσφαιρα όπου είχε δροσιά. Δεν ήταν πια γλυκερή η γεύση της. Στη φορτωμένη πράγματα κρυψώνα, πίσω από την κουρτίνα, στη γεμάτη ροδαλές, γυναικείες μυρωδιές κρυψώνα όπου κούρνιαζε έπιασε ν’ αφουγκράζεται τα σωθικά του, προσμένοντας με το στόμα πλημμυρισμένο ροδόχρωμους αφρούς και την καρδιά σφιγμένη αυτό που ήταν να συμβεί. Και που τελικά συνέβη. Μουρμούρισε μόνος του, παραδομένος, απόλυτα υποταγμένος, με μια μοιρολατρική, μολονότι σαστισμένη, καρτερικότητα: «Nα ’το!» Όταν άνοιξε η κουρτίνα δεν σήκωσε τα μάτια να κοιτάξει. Όταν τον έσυραν κάποια χέρια από τον εμετό του, δεν έφερε αντίσταση. Αφέθηκε σ’ αυτά, άψυχος, κοιτώντας, με το στόμα ορθάνοιχτο και μια ηλίθια απλανή έκφραση στο βλέμμα, το πρόσωπο τούτο αντίκρυ του που δεν ήταν πια βελούδινο και ροδαλό παρά τριγυρισμένο από ανάκατα μαλλιά, τα ίδια μαλλιά που οι όμορφες κορδέλες τους του έφερναν άλλοτε ζαχαρωτά στο νου. «Σκατόπαιδο!» σφύριξε στ’ αυτί του η στριγκή, οργισμένη φωνή. «Σκατόπαιδο! Να κάθεσαι να με κατασκοπεύεις! Παλιομπάσταρδο, σκατοαράπη!»

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ. : Bικτωρία Τραπάλη, σ. 126-127, εκδόσεις Εξάντας, 1987

Αrtwork: Richard Morin

 

.

 

DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός

Το δικαστήριο μυρίζει σαν την τάξη σου στην πρώτη δημοτικού· κοιτάς αυτομάτως τριγύρω για παιδικές ζωγραφιές. Δεν ξέρω αν το κάνουν επίτηδες, για να σε πισωγυρίσουν και να σε φρικάρουν. Για να πω την αλήθεια, δεν αποκλείεται να υπάρχει κάποιο αποσμητικό χώρου για δικαστήρια και τάξεις της πρώτης δημοτικού, μόνο και μόνο για να σε ψαρώνουν. Ενοχέξ ή κάπως έτσι, ώστε στο σχολείο να αισθάνεσαι σαν να είσαι ήδη στο δικαστήριο και, όταν καταλήξεις στο δικαστήριο, να αισθάνεσαι σαν να ξαναβρίσκεσαι στο σχολείο. Προετοιμάζεσαι για παιδικές ζωγραφιές, αλλά αυτό που βλέπεις είναι μια κυράτσα πίσω από κείνες τις μπασμένες γραφομηχανές. Δικαστήριο, δικέ μου. Γάμησέ τα. Κοιτάζω τριγύρω, ενώ όλοι ανακατεύουν χαρτιά. Η μαμά δεν μπορούσε να έρθει, πράγμα που δεν είναι και τόσο άσχημο. Έμαθα ότι οι αρχές δεν αναγνωρίζουν το μαχαίρι. Το μαχαίρι σου είναι αόρατο και γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο βολική η χρήση του. Βλέπετε πώς λειτουργούν τα πράγματα; Αυτό εξωθεί τον κόσμο στα πιο φριχτά εγκλήματα και σε αρρωστημένες συμπεριφορές, το ξέρω· το γεγονός ότι όλοι στρίβουν το μαχαίρι, λέγοντας απλώς ένα γεια ή κάτι που ακούγεται εξίσου αθώο. Τα δικαστήρια θα χέζονταν απ’ τα γέλια, αν επιχειρούσες να πεις ότι κάποιος στρίβει το μαχαίρι, μονάχα με το να κλαψουρίζει σαν εκείνα τα λυπημένα σκυλάκια που βάζουν στα ημερολόγια. Αλλά να γιατί θα γελούσαν: όχι επειδή δεν θα μπορούσαν να δουν το μαχαίρι, αλλά επειδή θα ήξεραν ότι κανείς άλλος δεν θα το έθαβε. Θα στεκόσουν μπροστά σε δώδεκα καλούς ανθρώπους, όλοι τους με κάποιο ψυχομάχαιρο μπηγμένο μέσα τους, που οι αγαπημένοι τους θα το έστριβαν όποτε τους κάπνιζε, και δεν θα το παραδέχονταν. Θα ξεχνούσαν πώς είναι στ’ αλήθεια τα πράγματα και θα άρχιζαν να συμπεριφέρονται σαν να έπαιζαν σε τηλεταινία, όπου όλα πρέπει να είναι φανερά. Σας το υπογράφω.

DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός, σελ. 69-70, μτφρ.: Bίκυ Τόμπρου, Εκδόσεις Ελληνικά γράμματα, 2004.

Αrtwork:Jeane Myers