RSS

Χριστίνα Καραντώνη, Στο επείγον της χρείας

.

Βίαια μεγεθύνθηκαν

στιγμή, φωτογραφία

οι που δεν ξέσπασαν κάποτε λυγμοί

γιατί χρειαζόταν επειγόντως αιτία

σχεδία για τον απόπλου

εκ του προχείρου σκαρί

γερό όμως

Χαρτί τουλάχιστον εκατό γραμμαρίων

να προσαράζει

Όταν ταχύπλοος η φωνή

Χριστίνα Καραντώνη, Στο επείγον της χρείας, από τη συλλογή, Παρακειμένων Εκείνων, Εκδόσεις του Φοίνικα, 2019

Πίνακας: Jan sluijters

 

Μένη Πουρνή, Ο άνδρας από τη Μοτύη

.

Χόρευε ή στροβιλιζόταν;

Όπως και να ’χει, έφτασε στο σήμερα

ντυμένος  κι  ακίνητος στην αιωνιότητα.

Μάλλον δε ελληνοπρεπής παρά Έλλην.

Χαμένος σ’ έναν άχρονο ρυθμό.

Άχειρ, σαν άνθρωπος μπροστά στο πεπρωμένο.

Μένη Πουρνή, Ο άνδρας από τη Μοτύη από την υπό έκδοση συλλογή Οι άκανθες των αιώνων

Πίνακας: Andrew Wyeth

 

Πασχάλης Κατσίκας, Αυτοαπομόνωση


.

Ρωγμές παντού
Πρόχειρα μπαλώματα
Εξουθενωτικά μερεμέτια
Μυστρί η κατανόηση
Φουλτάκες στην ψυχή
Σώμα αποδυναμωμένο
Στρόβιλοι λόγια
Ροζιασμένο μυαλό


Χωρίς ἐδῶ
Ἄγαμοι θύται!

Πασχάλης Κατσίκας, Αυτοαπομόνωση, από τη συλλογή Το κοιμώμενο τσίρκο, Αθήνα 2021

Πίνακας: Andrei Zadorine

 

Θοδωρής Σαρηγκιόλης, ΧΑΪΚΟΥ

.

Ψηλά ο αητός

μικρό τον κόσμο βλέπει,

τον περιφρονεί.

*

Μικρό πουλάκι

έχασε τη φωνή του.

Βαλσαμώθηκε.

*

Το δίχτυ πλέκει

στη γωνιά η αράχνη.

Φυλακίζεται.

*

Μικρές ψηφίδες

θαμμένης ιστορίας

πως ευωδιάζουν.

*

Σε ράγες πάνω

κύλισε η ζωή του,

δίχως εκτροπή.

Πίνακας: Abraham Manievich

 

Χριστίνα Καραντώνη, Σε κλοιό σώματος

.

Νοσούσης της ημέρας

—την πότισε, δεν ήπιε υπομονή—

μετοχή απόλυτος εντελώς στην ηδονή

και κατηγορηματική παρά τον κανόνα

να κατασταλεί δυνατόν δεν κατέστη

Να περισταλεί ούτε

Στις δώδεκα έτσι

μεσάνυχτα εξέπνευσε ακριβώς

μεταδούσα στην επιούσα

να επωάσει συν βροχή

τον αυτόν

απαράλλακτον

αμετάλλακτον

εμπυρέτου επιθυμίας

βάσανον ιόν

Χριστίνα Καραντώνη, Βάσανος ιός, Εκδόσεις του Φοίνικα 2016

Πίνακας: Jan Sluijters

 

Χριστίνα Καραντώνη, Παρωχημένα

.

Παρωχημένοι γιακάδες

πέτα ριγμένα

(όπως φτερά)

Η κάθετη ρίγα σε τέμνει

σε μέρη ασύμμετρα δύο

Φθαρμένο σαρκίο

γυρισμένο ανάποδα

όπου διπλά – προς ενίσχυση

χειρός σ’ αγγίζουνε

σε γδέρνουν

γαζιά

Χριστίνα Καραντώνη, Παρωχημένα, από τη συλλογή, Παρακειμένων Εκείνων, Εκδόσεις του Φοίνικα, 2019

Αrtwork: Marcos Guinoza

 

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Απαγχονισμοί

.

Γυναίκες που δεν υποπτεύονται

στην πρώτη τους νιότη

πως θα τις μάθουν να υποδύονται

τον ρόλο του δήμιου,

με τα χρόνια  – καθώς τους λείπουν

τα φρέσκα τομάρια

και η πρακτική εξάσκηση

είναι συχνά (κατα)ζητούμενη –

κρεμούν αποβραδίς τα πλυμένα ρούχα

στο μπαλκόνι, ιδιαίτερα τις μέρες που φυσάει.

Έτσι απαγχονισμένα κρέμονται τα ρούχα.

Καμία σωτηρία ανάνηψης.

Χαίρονται οι γυναίκες βλέποντάς τα άνευρα,

έρμαια των μεγάλων φυσικών δυνάμεων.

Αργά το πρωί, μαζεύουν τα στεγνά τομάρια

και τα φορούν βιαστικά μπροστά στον καθρέφτη

καμαρώνοντας για τα φρεσκοπλυμένα

και νεκρά ετερώνυμά τους.

Σοφία Βαρβέρη, Απαγχονισμοί, από τη συλλογή Φαγώσιμα,

προσεχώς από τις εκδόσεις Έναστρον [2022]

Πίνακας: Αndrew Wyeth

 

Καλλιόπη Αναστασάκη, Με πέδικλα

.

Τα παλιά τα χρόνια, άκουγαν παραμύθια και οι μεγάλοι. Ήταν Αύγουστος του 1932 όταν, πριν χρονίσει ακόμη, τη βούτηξαν στην κολυμπήθρα για να τη μερέψει ο Χριστός, και την είπαν Ουρανία. Δύσκολα χρόνια, αλλά η μάνα της, η Αναστασία, κέρασε λουκούμι και σπιτική λεμονάδα όλο το κάλεσμα, παρότι ήταν «κόρη» και όχι «παιδί». Η Αναστασία, κόρη της Βαγγελιώς, παπαδοπαίδι και εγγόνι παπά, έκανε συχνά του κεφαλιού της. «Βρε κοιτάξτε τη δουλειά σας, που θα μου πείτε εσείς τι θα κάνω. Τα ράσα θαρρείτε ότι κάνουν τον παπά;», έλεγε όταν τη ζόριζαν οι φαρμακόγλωσσες. Μούντζωνε προς τα πίσω, έφτυνε στον κόρφο της κι έπιανε και το βρακί της για το κακό το μάτι. Στο μωρό έδωσε το όνομα της πεθεράς της. Η Ουρανία μεγαλώνοντας έμοιαζε στη γιαγιά της και στο φέρσιμο και στην ομορφιά.  Μεγάλωνε και ομόρφαινε τόσο, που η Αναστασία κάποιες φορές σκιαζόταν κι άλλες ζήλευε το ίδιο το παιδί της. Όλο «μη» και «όχι» ήταν, και τιμωρίες και χαστούκια που έτσουζαν τη μικρή Ουρανία. Τα πισινά του παιδιού ήταν σημαδεμένα από το βαρύ μητρικό χέρι. Η Ουρανία ήταν η «ζωηρή» της οικογένειας, σε αντίθεση με την κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη αδερφή της, την Αφροδίτη. Το έβλεπες στα μάτια των αγοριών που την κρυφοκοιτάζανε από νωρίς. «Κακό πράγμα να ’σαι και όμορφη και ζωηρή. Κι αν είσαι κι έξυπνη, κούνια που σε κούναγε κακομοίρα μου», ήταν η επωδός της Αναστασίας. «Είναι δύσκολοι καιροί. Άμα σου βγει τ’ όνομα, δεν έχεις δρόμο να διαβείς», υποστήριζε η μικρομάνα της Ουρανίας. Όμως εκείνη μεγάλωνε κι έβαζε βαμβάκι στ’ αφτιά κι έκανε του κεφαλιού της. Πού την έχανες πού την έβρισκες ή να περπατά στις απόμερες αμμουδιές του νησιού και να την ψάχνουνε όταν σκοτείνιαζε ή χωνόταν στη μεγάλη βιβλιοθήκη του παπά-Χρήστου να χάνεται στις φυλλάδες και στα ιερά βιβλία του παππού της. Δεν θα ’χε περάσει τα πέντε της χρόνια κι όμως άφηνε παράμερα το παιδομάνι του σπιτιού για να κάμει τα δικά της.

    Όταν επέστρεφε από τις ερημιές, για να γλιτώσει το ξύλο από τη μάνα της, τρύπωνε σ’ εκείνο το δωμάτιο που φάνταζε, στα παιδικά της μάτια, παραμυθένιο κι ας ήταν μια σοφίτα και τίποτα παραπάνω. Αυτό το στενό, ανήλιο δωμάτιο, αυτό που περίσσευε από τις ανάγκες της οικογένειας και που φιλοξενούσε τον πατέρα του σπιτιού, που ήταν και παπάς και αγρότης και δάσκαλος, ήταν το καταφύγιο της Ουρανίας. Ακούραστα συντρόφευε τις σκέψεις και τις ατέλειωτες ερωτήσεις της. Η Ουρανία λάτρευε τα βιβλία πριν καν μάθει να διαβάζει. Ξεφύλλιζε τις σελίδες τους με ευλάβεια κι έφτιαχνε τις δικές της ιστορίες με τους χάρτινους φίλους της. Όταν έμαθε να διαβάζει, συλλάβισε τ’ όνομά της σ’ ένα απ’ αυτά τα βιβλία και κράτησε τις σημειώσεις της σε δικό της τετράδιο, παριστάνοντας τη δασκάλα, την κυρία. Τα άλλα παιδιά δεν της έδιναν και τόση σημασία, όταν παίρνοντας εκείνο το ύφος μεγάλης, προσπαθούσε να τους εντυπωσιάσει και να τους πάρει τον «αέρα» στις παιδικές συντροφιές.

 Κάποια μέρα, σε ένα από τα βιβλία του παππού της η μικρή βιβλιοφάγος διάβασε ότι η Ουρανία στη Μυθολογία ήταν κόρη του Δία και της Μνημοσύνης. Εντυπωσιάστηκε και μεγαλοπιάστηκε. Διάβασε την ιστορία, την οποία και θεώρησε από εκείνη τη στιγμή, δική της ενώ με ευκολία και χάρη συμπλήρωσε τα δικά της μυθοπλαστικά στοιχεία, παραλλάζοντάς την ελαφρά. Υποστήριξε ότι τάχα η Ουρανία ήταν και κόρη του Ουρανού και ότι αυτή η σπουδαία γυναίκα είχε δύο πατεράδες. Το γιατί η παιδική της σκέψη έφτασε εκεί, κανείς δεν το κατάλαβε. Διάβασε ότι η μυθική Ουρανία είχε δύο γιους, τον Υμέναιο, από τον άντρα της τον Διόνυσο, και τον Λίνο, από τον άλλο άντρα της, τον Απόλλωνα. Τα έμαθε απ’ έξω τα ονόματα των παιδιών και των αντρών, και της άρεσε που γνώρισε τη συνονόματή της να είναι παντρεμένη δύο φορές με δύο σπουδαίους άντρες. «Δύο φορές θα παντρευτώ κι εγώ», έλεγε σοβαρή στη μάνα της, κι η Αναστασία τη λοξοκοίταζε αυστηρά και της έδειχνε την παλάμη της ως απάντηση στα λεγόμενά της. Το σπίτι της μυθικής Ουρανίας ήτανε ολόκληρος ο Ουρανός κι ήξερε να μαντεύει το μέλλον και να ερμηνεύει το παρελθόν.   Η μικρή Ουρανία όλα αυτά τα βρήκε στο βαρύ μαύρο βιβλίο που έγραφε απ’ έξω «Οι δώδεκα Θεοί του Ολύμπου», που ο παππούς ο Χρήστος το φύλαγε στο πιο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης του. Κι όπως τα έγραφε το βιβλίο, έτσι τα έμαθε και η Ουρανία, και τα έλεγε σαν ποίημα όταν τη ρωτούσαν για το όνομά της.

Καλλιόπη Αναστασάκη, Με πέδικλα, μυθιστόρημα, εκδόσεις γραφομηχανή, 2021

Artwork: Brad Kunkle

.

 

Σάμουελ  Μπέκετ, Μακριά ένα πουλί

.

Γη σπαρμένη με ερείπια, εκείνος την περπάτησε όλη τη νύχτα, εγώ τα παράτησα, να κρατιέμαι σφιχτά απ’ τους φράχτες, ανάμεσα στο δρόμο και το χαντάκι, στο λιγοστό χορτάρι, μικρά αργά βήματα, ήχος κανείς, σταματώντας ξανά και ξανά, ας πούμε κάθε δέκα βήματα, μικρά διστακτικά βήματα, για να μη λαχανιάσει, έπειτα ν’ ακούσει, γη σπαρμένη με ερείπια, εγώ τα παράτησα πριν από τη γέννηση,  δεν γίνεται αλλιώς, έπρεπε όμως να υπάρξει γέννηση,  ήταν εκείνος, εγώ ήμουν εντός, τώρα εκείνος σταματά ξανά, ας πούμε για εκατοστή φορά αυτήν τη νύχτα, τούτο δείχνει και την απόσταση που έχει διανύσει, είναι η τελευταία, σκυφτός πάνω στο μπαστούνι του, εγώ είμαι εντός, εκείνος ήταν που έκλαιγε γοερά, εκείνος που είδε το φως, εγώ δεν έκλαψα γοερά, εγώ δεν είδα το φως, το ένα πάνω στ’ άλλο τα χέρια ζυγιάζονται  στο μπαστούνι, το κεφάλι ζυγιάζεται στα χέρια,  έχει  βρει ξανά την αναπνοή του, μπορεί ν’ ακούσει τώρα, ο κορμός οριζόντιος, τα πόδια ανοιχτά, πεσμένα στα γόνατα, το ίδιο παλιό παλτό, άκαμπτες οι άκρες προβάλλουν από πίσω, η μέρα χαράζει, δεν έχει παρά να σηκώσει τα μάτια του, να ανοίξει τα μάτια του, να σηκώσει τα μάτια του, γίνεται ένα με τον φράχτη, μακριά ένα πουλί, ένα λεπτό μετά γραπώνεται και το βάζει στα πόδια, ήταν εκείνος που είχε ζωή, εγώ δεν είχα ζωή, μια ζωή που δεν άξιζε, εξαιτίας μου, αδύνατο να είχα μυαλό  κι εγώ έχω, κάποιος με μαντεύει, μας μαντεύει, εκεί κατέληξε εκείνος, κατέληξε στο τέλος, τον βλέπω με τον νου μου, εκεί να μας μαντεύει, χέρια και κεφάλι ένα μικρός σωρός, οι ώρες περνούν,

εκείνος είναι ακίνητος, αναζητά μια φωνή για μένα, είναι αδύνατο να είχα φωνή, και δεν έχω καμιά, θα  βρει εκείνος  για μένα, δεν θα μου ταιριάζει, θα εξυπηρετεί την ανάγκη, τη δική του ανάγκη, αλλά αρκετά  γι’ αυτόν, εκείνη η εικόνα, ο μικρός σωρός από χέρια και κεφάλι, ο οριζόντιος κορμός, οι αγκώνες που προεξέχουν, τα μάτια κλειστά, και το πρόσωπο ανέκφραστο ν’ ακούει, τα μάτια κρυμμένα κι όλο το πρόσωπο κρυμμένο, εκείνη η εικόνα και τίποτ’ άλλο, να μην αλλάζει ποτέ, γη σπαρμένη με ερείπια, η νύχτα χάνεται, εκείνος το ’χει βάλει στα πόδια, θα οδηγηθεί στον θάνατο, εξαιτίας μου, θα τον ζήσω μαζί του, θα ζήσω τον θάνατό του, το τέλος της ζωής του κι έπειτα τον θάνατό του, βήμα βήμα, τώρα, πώς θα τα βγάλει πέρα, είναι αδύνατο να το γνωρίζω, θα το γνωρίζω, βήμα βήμα, είναι που θα πεθάνει, εγώ δεν θα πεθάνω, δεν θα απομείνει τίποτα από κείνον παρά μόνο κόκαλα, εγώ θα είμαι εντός, τίποτα παρά μόνο λίγα πετραδάκια, εγώ θα είμαι εντός, δεν γίνεται αλλιώς, γη σπαρμένη με ερείπια, εκείνος το ’βαλε στα πόδια μέσα από τον φράχτη, όχι άλλες στάσεις πια, δεν θα ξαναπεί ποτέ εγώ,

εξαιτίας μου, δεν θα μιλήσει σε κανέναν, κανείς δεν θα του μιλήσει, δεν θα μιλήσει στον εαυτό του, δεν έχει απομείνει τίποτα στο κεφάλι του, θα το γεμίζω εγώ με ό,τι χρειάζεται, ό,τι χρειάζεται για να τελειώνει, για να μη λέει πλέον εγώ, για να μην ανοίγει πλέον το στόμα, σύγχυση μνήμης και θρήνου, των αγαπημένων και της ανέφικτης νιότης, κρατώντας γερά το μπαστούνι στη μέση, σκοντάφτει σκυφτός πάνω απ’ τους αγρούς, για μια ζωή δική μου προσπάθησα, μάταια,  ποτέ καμιά παρά μόνο η δική του, χωρίς να αξίζει τίποτα, εξαιτίας μου, εκείνος είπε ότι δεν ήταν ζωή, ήταν, ακόμα είναι, η ίδια, εγώ είμαι εντός, ο ίδιος, θα βάλω πρόσωπα στο κεφάλι του, ονόματα, τόπους, θα τα ανακατέψω όλα μαζί, όλα όσα χρειάζεται για να τελειώνει, φαντάσματα για να τους ξεφύγει, τελευταία φαντάσματα για να τους ξεφύγει και να τα καταδιώκει, θα μπερδέψει τη μητέρα του με πόρνες, τον πατέρα του μ’ έναν εργάτη δρόμων ονόματι Balfe, θα του δώσω ένα γέρικο κοπρόσκυλο, ένα ψωριάρικο κοπρόσκυλο, που να μπορεί να  αγαπήσει ξανά, να χάσει ξανά, γη σπαρμένη με ερείπια, μικρά βήματα πανικού.

Τίτλος πρωτοτύπου: Samuel Beckett, «Αfar a bird» από το The complete short prose 1929-1989

Σάμουελ  Μπέκετ, Μακριά ένα πουλί, από το βιβλίο, Κρατιέμαι σφιχτά απ’ τους φράχτες, 7 διηγήματα, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Το οκτασέλιδο του μπιλιέτου,  2020

 

Tags:

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Τα ορφανεμένα

.

Γελάς, λευκός αχός που φέγγει μέσα στο σκοτάδι,

και βρίσκω τόπο να σταθώ στα σκοτεινά του Άδη.

Πτώματα που ακούν φωνές και απόκριση δεν δίνουν

από τον πάτο έρχονται στα όνειρα και στήνουν

τα βράδια τους τα φωτεινά που ήταν ερωτευμένα

κι αφήνουν λίγο να τα δω που είναι ορφανεμένα.

Σοφία Βαρβέρη, Τα ορφανεμένα, από τη συλλογή Φαγώσιμα,

προσεχώς από τις εκδόσεις Έναστρον [2022]

Πίνακας: Antrew Wyeth