Χρυσός, πορτοκαλί και μπλε, κακομαθημένο αρχοντόπουλο, ο αφέντης των Στοιχείων. Στιβαρός, έντονος, ερωτικός από επιλογή, ορθάνοιχτο παράθυρο στο πέλαγο, μαρμαρυγές και δυνατές φωτοσκιάσεις, ήχοι λύρας, μελωδίες καραϊβικής, λαιμός τανυσμένος με αυθάδεια στο μεσημεριάτικο ήλιο, σκόνη κι αγκάθια και σκονισμένα μονοπάτια πριν από τα βρεγμένα βότσαλα, μυρωδιά από θυμάρι και ρίγανη νωρίς το πρωί, έντονο άρωμα αγιόκλημα το βράδυ, γεύσεις επικούρειες, βυθοί από μπλε αχάτη και κομμένες αναπνοές, κύματα και άμμος, δεν είναι γλυκός, είναι ολόκληρος αλμύρα, στις πληγές και στα χείλη, τα σεντόνια του είναι τσαλακωμένα από ιδρώτα και έρωτα, έχει βαθιές γρατσουνιές και χτυποκάρδια, είναι παρορμητικός και πύρινος, αγρυπνά, αλλά δεν υπόσχεται, είναι καράβι και φεύγει, αύριο θα ξεχάσει….
Φθινόπωρο 2011. Σε κεντρικό καφέ της Αθήνας, ο μεταπτυχιακός φοιτητής του Πολυτεχνείου Ραφαήλ Σκαρλάτος γίνεται αυτόπτης μάρτυρας ενός τραγικού θανάτου. Ένα κιτρινισμένο ερωτικό σημείωμα κι ένα ψεύτικο facebook προφίλ θα παρασύρουν το νεαρό αυτόκλητο ντετέκτιβ στη δίνη μιας συγκλονιστικής ιστορίας, που εκτυλίσσεται παράλληλα με την έρευνά του στο διαδίκτυο. Μία μυστηριώδης εξαφάνιση κι ένας φόνος σ’ ένα απομονωμένο εξοχικό σπίτι. Την υπόθεση αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ο διοικητής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών, αστυνόμος Φαίδων Αγγέλου. Σύντομα θα λάβει ανώνυμα mail που θα υποδεικνύουν τον ένοχο. Είναι όμως πράγματι αυτός ο δολοφόνος; Και ποιος είναι ο άγνωστος πληροφοριοδότης; Πώς συνδέονται ένας φιλόδοξος δικηγόρος, μια αινιγματική γυναίκα, ένας άνθρωπος του υποκόσμου και το facebook σ’ αυτήν την παράξενη ιστορία; Οι απαντήσεις δε θα είναι εύκολες για τον ασυμβίβαστο αστυνόμο Αγγέλου. Θα χρειαστεί τη βοήθεια κάποιου, που βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά του, για να φτάσει τελικά στην αλήθεια.
Το «Έχετε 9 κοινούς φίλους» είναι ένα σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, με γρήγορο ρυθμό και κινηματογραφική πλοκή, από το ζευγάρι των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων Νίκου Βουτσινά και Έφης Λαμπρινίδου. Μια δύσκολη παρτίδα σκάκι, με φόντο την Ελλάδα της κρίσης και παίκτες το πάθος, το έγκλημα και τον απρόβλεπτο κόσμο του διαδικτύου.
Εκεί όπου όλα μπορούν να συμβούν…
«Εγώ δεν είμαι συγγραφέας, Ζαρόγλου! Γράψ’ το όπως στο διάολο θες», είπε ο Αγγέλου.
Ο Μίλτος Ζαρόγλου τον κοίταξε κλεφτά, πάνω από τα χοντρά μυωπικά του γυαλιά. O Διοικητής είχε τα νεύρα του. Ο ίδιος ήταν δέκα χρόνια στο τμήμα —τα έκλεινε το Μάρτιο— και γνώριζε καλά αυτήν τη χάλκινη χροιά στη φωνή του Αγγέλου. Γύρισε να φύγει προς την πόρτα. Εκείνος συνέχισε το μονόλογό του απτόητος. «Αν ζούσε ο αστυνόμος Μπέκας, θα ήτανε στο Σύνταγμα να διαδηλώνει ρακένδυτος, μαζί με όλα τα υπόλοιπα γερόντια με τις κομμένες συντάξεις και, πάνω απ’ το κεφάλι του στο γραφείo, θα είχε τη Μέρκελ και τον Ομπάμα, αντί για το πορτραίτο του Βασιλιά». Ο Αγγέλου ήταν ασταμάτητος. «Δώσε, λοιπόν, σ’ αυτά τα σκυλιά τους δημοσιογράφους ό,τι θες. Δε θ’ ασχολούμαι με όλα, μ’ ένα μισθό τρεις κι εξήντα», είπε ο αστυνόμος εκνευρισμένος και χώθηκε πάλι ανάμεσα στα χαρτιά του. Δεν τόλμησε να μιλήσει κανένας άλλος, ούτε ο Καρράς ούτε ο Βελόπουλος ούτε καν ο Χρηστίδης, που τον ήξερε τα περισσότερα χρόνια. «Καταλάβατε κύριοι;» ρώτησε ο Αγγέλου τους άντρες της ομάδας του, καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω από τον υπεύθυνο επικοινωνίας του τμήματος, «θέλω αποτελέσματα γρήγορα!» Έπιασε το φάκελο με τα στοιχεία για την Perrault, που βρισκόταν ανοιχτός μπροστά του και τον κούνησε απειλητικά. «Πρέπει να μάθουμε τα πάντα γι’ αυτήν την κυρία. Και απ’ ό,τι βλέπω είναι πολλά».
(…)
«Πάτησε “send”, κάνοντας έναν απροσδιόριστο μορφασμό, που έμοιαζε λίγο μ΄ ενός θλιμμένου κλόουν. Έπειτα έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα από τη μπροστινή τσέπη του μπουφάν, άναψε ένα, κι έγειρε το σώμα πίσω στον κόκκινο καναπέ του Petit Rose Café.Μέσα απ’ το μπαρ κάποιος άλλαξε το δίσκο. Σιωπή. Κι ύστερα, ο ξερός ήχος του σαξοφώνου έσκασε σαν τεράστια πυρηνική βόμβα στη μέση του ωκεανού. Betty Blue.
(…)
«Αστυνομία», είπε μέσα από το παράθυρό του ο Αγγέλου, χωρίς να κοιτάξει κανέναν. Άναψε τσιγάρο.«Μην απομακρυνθείτε, αγόρια, αργότερα θα σας χρειαστώ», πέταξε κοροϊδευτικά στους μπράβους που πλησίασαν το αυτοκίνητο.Κινήθηκαν προς το σπίτι βιαστικά. Η καταιγίδα δυνάμωνε όσο περνούσε η ώρα.
.
.
«Tα θλιμμένα καστανά της μάτια τον εκλιπαρούσαν να τη βοηθήσει, πάση θυσία».
«Οι δυο τους φαίνονταν φτιαγμένοι από το ίδιο άκαμπτο μέταλλο».
«Ήξερα ότι δεν ήταν δίκαιο γι’ αυτόν, αλλά δεν είχα περιθώρια για ηθικολογίες».
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΒΟΥΤΣΙΝΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΟΥ
«ΕΧΕΤΕ 9 ΚΟΙΝΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ», EΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013, 9:00 μμ
Βιβλιοπωλείο artbar Ποιήματα & Εγκλήματα Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι (60 μέτρα από το μετρό), τηλ.210-3228839
Ο Νίκος Βουτσινάς και η Έφη Λαμπρινίδου παρουσιάζουν αλλήλους και διηγούνται μια μικρή ιστορία για ένα φόνο…
Οι φίλοι τους διαβάζουν αποσπάσματα υπό τη συνοδεία jazz μουσικής. Η Έφη Λαμπρινίδου είναι γιατρός κι ο Νίκος Βουτσινάς μουσικός. Γεννήθηκαν 217 χιλιόμετρα μακριά, απόσταση πολύ μικρή για να μπει ανάμεσά τους. Εκείνη λατρεύει την τέχνη, το καλό κρασί και ένα φόνο στο τελευταίο βαγόνι μιας παλιάς αμαξοστοιχίας, εκείνος προτιμά τη jazz, το malt whiskey κι ένα μικρό μεσημεριάτικο ύπνο μετά το φαγητό.
Δεν διαφωνούν ποτέ ή, τέλος πάντων, σχεδόν ποτέ, εκτός αν διαφωνούν με τρόπο. Όσο για το ποιος είναι ο δολοφόνος, αυτό είναι μια εύκολη υπόθεση.
Αν σκεφτούμε πόσα μεγαλειώδη πράγματα έχουμε κάνει για χάρη ανάξιων ανθρώπων, θα δημιουργηθεί μια σκοτεινή πυραμίδα την οποία πρέπει να υπερβούμε για να συνεχίσουμε τη ζωή μας.
Και που λες… ήταν γυναίκα χάρμα, όνειρο! σου λέω, από αυτές που τις λες «κυρία», και κολλάει ο στόμας σου μέλι πηχτό, αγουρίδα. Άλλο να σου λέω κι άλλο να τη βλέπεις! Την είχα αγαπήσει χρόνια πριν, αλλά αυτή «κυρία»!«κύριος» όμως κι εγώ! Τη θαύμαζα από μακριά, υπομένοντας την ανεκπλήρωτη γνώση και ξέροντας την κατάληξη. Ποια είναι αυτή; σιγά μη σου πω! Μήπως ξέρω; Ο «Ένας» ίσως, αλλά σιγά μην ασχοληθεί Αυτός με τα παρακατιανά ! Και που λες… ξαφνικά μπήκαν στη μέση κάτι σού-ξου μού-ξού, κάτι αδελφίστικα και κιλοτάκια αχρησιμοποίητα, και η κατάσταση πέρασε σε υψίπεδα υστερίας. Και αρχίσανε οι ρουφιάνες κουβέντες, που ξερνούν κρίσεις εμπιστοσύνης. Όχι με μένα, καλέ !!! Εμείς «κύριοι» — σου ’πα… σεβασμός!
Τα κακά προέκυψαν από την εκεί πλευρά, αυτή της άγραφης υποψίας (ψύλλοι στ’ αυτιά μου μπήκανε, που λέει και το λαϊκό άσμα), και τα πράγματα μπήκαν σε ατραπούς με περίεργες λακκούβες και βράχια. Δύσκολο να σου εξηγήσω, αλλά έκοψε η μαγιονέζα λάσπη — κοινώς, επλήγησαν τα δεδομένα και οι προσδοκίες έγιναν σκισμένη σελίδα στο περιοδικό της προϊστορίας και όλα, δι’ ανεξήγητον λόγον και αιτίαν, πήραν χρώμα απόνερα-πλυντηρίου. Είναι αυτά τα περίεργα κλικ της ακίνητης κλεψύδρας, αν… έχεις ακούσει. Λες και μετράει κανείς τους κόκκους της άμμου.
Αχ, πόσες φορές θα σ’ το πω ότι η ιστορία δεν εκτίμησε ποτέ τον Θώμα, αγαπημένη! Ήτο άπιστος και χαμερπής τύπος, σου λέω και, εν ολίγοις, ολίγος. Πώς να σ’ το εξηγήσω; Κάποια στιγμή, μια μοιραία στιγμή, χτυπάνε τα ήθη με πάταγο στο πάτωμα της βλακείας και η μικρόνοια γλιστράει στην άσφαλτο σαν ετοιμοθάνατος αυτόχειρας. Είναι να μην μπεις σε αμφισβήτηση εαυτού. Μετά αναλαμβάνει η έσω ένδεια και χτυπάει στο μάτι σαν παλτό μέρα καλοκαίρι στην οδό Συγγρού. Α ! και το σ υ μ π έ ρ α σ μ α, γιατί σ’ τα ’πρηξα: ο μαλάκας μαλάκας, η κυρία κυρία και εγώ! κ ύ ρ ι ο ς ! Με μικρό το Κ φυσικά, γιατί με μεγάλο γράφεται μόνο ο «Ένας». Ο πιο γνωστός μου άγνωστος.
Τι δράμα να έχεις την εύνοια της τύχης και να μην ξέρεις τι να την κάνεις..!
Από την πρώτη μέρα που ο Βίτορ ντε Ολιβέϊρα έπεσε στο κρεβάτι, χτυπημένος από την κακή αρρώστια, που άρχισε να ροκανίζει την ατσάλινη ζωτικότητα του οργανισμού του με απίστευτη ταχύτητα και που το όνομα της όχι μόνο δεν θέλανε να το αναφέρουν, αλλά και να το σκεφτούν ακόμα (σαν από φόβο πως έτσι συμβιβάζονται με τον Σκοτεινό Επισκέπτη και επισημοποιούν την παρουσία του στο σπίτι), ο πίνακας με το καμένο δάσος, κάτω από τον Εσταυρωμένο και πάνω από το κεφάλι του κατάκοιτου άντρα, πήρε να ζωντανεύει. Στα απανθρακωμένα κλαδιά των πεύκων ξεμύτιζαν, δειλά δειλά, χαρωπά βελόνια με παιχνιδιάρικη, θαρρείς, διάθεση, βάφοντας με ένα αμυδρό πρασινωπό φως το βασίλεμα των ματιών του αρρώστου και το πονεμένο κορμί του. Ο αμίλητος έως τότε Βίτορ το αντιλήφθηκε αμέσως. Ένας κόμπος στον λαιμό του άνοιξε σαν μπουμπούκι τριανταφυλλιάς για να γίνει βραχνό ψιθύρισμα θριάμβου. «Ρουί… Ρουί… γιε μου, τα δέντρα ανασταίνονται. Σ’ το είχα πει, θυμάσαι;» είπε στο γιο του, που όλες αυτές τις ωχρές μέρες καθόταν, σαν μελαγχολικός φύλακας- άγγελος, στο προσκέφαλό του, βυθισμένος σε ένα πυκνό νεφέλωμα άφατης θλίψης, θωρώντας τον πατέρα του σαν ένα δαιδαλώδες αίνιγμα, μέσα από το οποίο προσπαθούσε να λύσει το αίνιγμα της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. (…) Τον πίνακα τον είχε φέρει ο Ρουί από την Κούβα, στο τελευταίο του ταξίδι, πριν εγκαταλείψει οριστικά τη θάλασσα και τη ναυτική ζωή και επιστρέψει στα χωράφια του, δίπλα στον πατέρα του. Τον είχε αγοράσει για 3 δολάρια κι ένα μπουκάλι βότκα από έναν ζωγράφο που ’χε χαρακωμένο το δεξί του μάγουλο από μια βαθιά μαχαιριά και τα μάτια του λαμποκοπούσαν στο ήλιο ολόιδια με δυο υπερμεγέθεις σταγόνες ανοιχτόχρωμου μελιού. Για ατελιέ του είχε κάποιο μικρό κομμάτι ενός πεζόδρομου, κάπου στο κέντρο της Αβάνας. Βέβαια ένα καμένο δάσος δεν αποτελεί και τον ιδανικότερο καλλωπισμό για τον τοίχο οποιουδήποτε σπιτιού, αλλά ο πίνακας του άσκησε τέτοια έλξη, που ήταν αδύνατον να του αντισταθεί. Τον διάλεξε ανάμεσα σε δεκάδες άλλους, πολύ πιο εντυπωσιακούς και γεμάτους ζωντανά, παλλόμενα χρώματα. Θυμάται ακόμη ξεκάθαρα την ημέρα που άνοιγε έναν μεγάλο χακί λιγδιασμένο σάκο κι έβγαζε από μέσα την κυλινδρική χαρτονένια θήκη που τον περιείχε.
( …)
Ο Βίτορ πέθανε πολύ γρήγορα. Τις πρώτες πρωινές ώρες μιας μουχλιασμένης, από την πολλή υγρασία, Μεγάλης Τρίτης. Με μια σεμνή και λιτή τελετή οι ελάχιστοι κάτοικοι του χωριού αποχαιρέτισαν τον αξιαγάπητο άντρα και τον συνόδεψαν στην τελευταία του κατοικία, αργά το απόγευμα της ίδιας ημέρας, κι ενώ ένα απρόσμενο κι ανεξήγητο σύννεφο ομίχλης είχε ρουφήξει στα σπλάχνα του το μικρό χωριό. (…)
Μπήκε στο σπίτι κατάκοπος, ανάβοντας το φως του διαδρόμου. Γαληνεμένος. Πήγε κατευθείαν στο δωμάτιο του πατέρα του χωρίς ν’ ανάψει άλλο φως. Η απουσία του έδινε στο σκοτάδι ένα παγερό μπλε χρώμα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του. Γύρισε μπρούμυτα, πήρε το μαξιλάρι του στα χέρια του, έχωσε μέσα το πρόσωπό του. Κι άρχισε να το φιλά αδιάκοπα, ενώ πνιγόταν από σπαραξικάρδιους λυγμούς. Έτσι τον έκλαψε, για πρώτη και τελευταία φορά. Μια έντονη μυρωδιά φρέσκου πεύκου γέμιζε τα ρουθούνια του και γλύκαινε τη πικραμένη του καρδιά.
…θα καθυστερήσω λίγο σε αυτό τον ώμο, σου είπα, γύρω βουίζαν σφήκες όλα τα υδρόφιλα κύτταρα της σπάνιας νύχτας σου, μετά άλλαξες πλευρό∙ χάθηκε η αντίπαλη αίσθηση ότι το λινό και το δέρμα είναι ένα σημείο ρύθμισης του λευκού, όπου μπορείς να στηριχτείς, για να πάρεις μιαν αξιοπρεπή φωτογραφία∙ μπήκε από το χωλ ένας παγωμένος αέρας, κρυστάλλωσε το χνούδι στους γλουτούς, και το δάκρυ ρυάκι – όπως έπρεπε−, η ζωή, δηλαδή, βρήκε την ισορροπία του πάγου, και στη σερβάντα πυροδοτήθηκε η αιώρηση της σκόνης από το σχολικό λεύκωμα∙ εκεί, στο σαλόνι, κάτω απ’ το αμπαζούρ-φωλιά της σφήκας, είχε ξαπλώσει το σταχτί ελάφι, γλουτοί και δάκρυα σβούριζαν στ’ αμυγδαλωτά του μάτια, και η κοιλιά του άχνιζε καυτό αίμα από την ξυραφιά∙ μετά σηκώθηκα, πήγα στην κουζίνα, άναψα το φως, και ήταν άνοιξη του ’79, οι πάγκοι ήταν φορμάϊκα, τα τραπέζια δανέζικα, κι έμπαινε μια πασχαλιά απ’ το παράθυρο μωβ περλέ με μυρωδιά νεκροταφείου∙ έκανα δεν την είδα, κι έβαλα επιτέλους ένα ποτήρι νερό, χωρίς τον κόμπο να με πνίγει∙ αύριο πάλι, με το ξημέρωμα, θα μπω να σφουγγαρίσω…
Ο Κωνσταντίνος κούρδιζε την κιθάρα του με αργές κινήσεις των κλειδιών, δοκιμάζοντας παράλληλα τον τόνο. Χτύπησε απαλά τις χορδές με μια μικρή πένα από ταρταρούγα και, μόλις η χορδή ταλαντώθηκε, παράγοντας τη σωστή νότα, ακούστηκε μια υπέροχη αρμονική. Ένιωσε, στο στήθος του, όλο το όργανο να πάλλεται.
Έπαιξε κάτι, τόσο γλυκόηχο, ώστε σχεδόν ταυτόχρονα χαμογέλασε, καμαρώνοντας την ομορφιά του ήχου σε ένα όργανο τόσο παλιό κι όμως τόσο καλοδιατηρημένο. Το λούστρο του ξύλου ήταν σπασμένο από τις αλλαγές θερμοκρασίας τεσσάρων δεκαετιών κι έπαιρνε πάνω στο καπάκι τη μορφή διάφανων ιστών αράχνης. Το χρώμα από την αρχικά κίτρινη χροιά, είχε μετατραπεί από την ηλικία, τους καπνούς των ξενυχτάδικων και τη χρήση σ’ ένα μαγικό πορτοκαλί με τόνους καφέ και χρυσού.
Η αγαπημένη του κιθάρα, ένα όνειρο που είχε από παιδί, μια αμερικάνικη Martin, σαράντα ετών, πανάκριβη. Δώρο από τον πατέρα του στην αποφοίτησή του από το Πολυτεχνείο. Μηχανικός γαρ, το καμάρι του εργολάβου μπαμπά, με την παχυλή τσέπη και την ελάχιστη κατανόηση. Σπούδασε για να του κάνει το χατίρι. Αυτός ονειρευόταν να γίνει μουσικός. Κιθαρίστας και τραγουδιστής των Blues. Δεν παράτησε ποτέ τη μουσική, απλώς η ενασχόληση με κάτι το τόσο ψυχρό και τεχνοκρατικό πήρε από τα χέρια του σιγά σιγά την απαλότητα και τη σβελτάδα που είχαν στην εφηβεία του. Ποτέ όμως από την καρδιά του. Εκεί, στον μικρό αυτό χώρο κρατούσε μόνο δυο πράγματα καλά φυλαγμένα και προστατευμένα απ τα πάντα. Τη μουσική και την Κλειώ.
Άρχισε να τραγουδά “ The answer my friend is blowing in the wind,the answer is blowing in the wind” αυτήν τη μαγική μπαλάντα του Μπομπ Ντύλαν.
.
.
.
.
.
Παραδοχή της ήττας στη μάχη με το χρόνο
Στα σαράντα τρία του πια, ειρωνικά συνομήλικος με την κιθάρα, ίσως γι’ αυτό τα είχαν βρει τόσο οι δυο τους και ήταν αχώριστοι, είχε αυτήν τη γοητευτική λευκή σκόνη στους κροτάφους του και ένα καλοδιατηρημένο κορμί μέσα στο ξεθωριασμένο μπλουτζίν και το μαύρο μπλουζάκι του.
Χαμογέλασε ξανά. Θυμήθηκε. Καλοκαίρια στην παραλία, παρέα με την κιθάρα του. Τα κορίτσια που ερωτεύτηκαν τη υπέροχη φωνή του, τα φιλιά που άλλαζαν κάτω από τη Φεγγαράδα και τη θαλασσινή αύρα. Τη στιγμή που ερωτεύτηκε κι εκείνος με τη σειρά του, εκείνη τη μία και μοναδική. Εκείνη που πλάστηκε γι’ αυτόν και τα πάντα λειτούργησαν σα καλολαδωμένη μηχανή, για να τη δει και να τη γνωρίσει. Θα είχαν περάσει και είκοσι χρόνια από το καλοκαίρι που τη γνώρισε, κι όμως του φαινόταν τόσο ζωντανά όλα, σα να πέρασαν μέρες, λίγες ώρες.
Τα μάτια τους είπαν τα περισσότερα από όσα θα χρειαζόταν να πουν οι ίδιοι και μετά από μια βραδιά με πολλές μπύρες και τραγούδι γύρω από τη φωτιά, βρέθηκαν να φιλιούνται γυμνοί κι αγκαλιασμένοι σφιχτά, με κορμιά που ’χαν ανατριχιάσει από το πάθος και την ψύχρα του βραδινού νερού. Ένα καλοκαίρι κύλισε σαν άμμος σε κλεψύδρα με τη θαλασσινή αρμύρα και το γλυκό άρωμα του Έρωτα νά ‘ναι η άλλη τους φύση. Το χειμώνα δουλειά, ο καθένας με τα απαραίτητα αξεσουάρ. Ο Κωνσταντίνος στην οικοδομή του γέρου με λευκό κράνος, η Κλειώ υπεύθυνη ασφαλείας σε ορειβατικό σύλλογο κι αυτή με κράνος, γιλέκο, σχοινιά και καραμπίνερ. Η Κλειώ και ο Κωνσταντίνος. Κ2 τους φώναζαν αστειευόμενοι οι φίλοι τους, λόγω της δουλειάς της Κλειούς και του πιο επικίνδυνου βουνού στον κόσμο, που ονειρευόταν κάποτε να ανέβει. Τους λάτρευαν και τους ζήλευαν κρυφά γι’ αυτή την τύχη που τους έφερε κοντά, για τα δυο τελευταία κομμάτια του παζλ, που χαμένα αρχικά, βρέθηκαν και ενώθηκαν.
Κάποιοι άλλοι τους έλεγαν να κάνουν και μια κόρη όταν παντρευτούν και να τη βγάλουν Έλενα, σα την μητέρα του Κωνσταντίνου, ώστε το σχήμα από Κ2 να γινόταν KKE. Έπεφτε πολύ γέλιο στην παρέα με αυτό. Λένε ότι τα ζευγάρια που είναι χρόνια μαζί αρχίζουν και μοιάζουν με τον καιρό σε σημείο κάποιοι να τους περνούν για συγγενείς, ακόμη και για αδέρφια. Και ίσχυε τόσο πολύ αυτό με τα παιδιά. Μελαχρινοί και οι δυο τους ψηλοί και όμορφοι. Το Γίνγκ και το Γιανγκ, ο τέντζερης και το καπάκι, που ’λεγε η Μακεδονίτισσα η γιαγιά του Κωνσταντίνου. Κι άλλα καλοκαίρια κι άλλοι χειμώνες εναλλάχτηκαν γλυκά και γρήγορα. Σύντομα, ήρθε η ώρα του Γάμου. Ετοιμασίες, γέλια, αγορές, παρέες, άγχος, και ξανά γέλια. Ο Γάμος έγινε και ήταν υπέροχος. Στη δεξίωση, η Κλειώ του έκανε το καλύτερο δώρο γάμου που θα μπορούσε ποτέ να ονειρευτεί. Μισομεθυσμένη απ’ τη σαμπάνια τον αγκάλιασε και τον φίλησε δυνατά ψιθυρίζοντάς του ότι το ΚΚΕ ήταν πλέον ένα πιθανό σενάριο. Ήταν δύο μηνών έγκυος. Η μοίρα όμως που δεν νοιάζεται διόλου για τα όνειρα των ανθρώπων, έβαλε στο σχήμα το δικό της γράμμα και… δεν ήταν το έψιλον. Τα δύο Κάππα τρίτωσαν. Η Κλειώ σε κάποιες τυπικές εξετάσεις μετά από λίγες εβδομάδες διαγνώστηκε με καρκίνο στο στήθος.
Παραδοχή της Ήττας στη Μάχη με τη Μοίρα
Τραγουδούσε μόνος του στο σκοτάδι. “….Dust in the wind, all we are is dust in the wind…”αυτή την υπέροχη σύνθεση των Κάνσας.
(…)
.
(…)
Έφυγε… τα παράτησε όλα και την έκανε. Είχε κι αυτός την ανάγκη της δικής του Φυγής.
Μήνες μετά γυρνούσε στο Soho στο Λονδίνο με τη βαλίτσα της κιθάρας του στα χέρια. Γκρίζα μαλλιά, συνήθως πιωμένος και πάντα στην ώρα του για το live. Το φιλοξενούσε ένας παλιός του συμφοιτητής κι αυτός το ριξε στο μεράκι του… τα blues. Έπεσε πάνω τους με τόση μανία που χάθηκε μέσα στον πόνο και στις νότες.
Κάποια μέρα, βγαίνοντας από το rudemood, έτσι το ’λεγαν το μπαράκι που έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε, βρήκε απ’ έξω ένα γέρο νέγρο… τον πέρασε για ζητιάνο. Αγόρασε κάτι να κατευνάσει την πείνα του και πρόσφερε το ίδιο και στο γέροντα. Κι άλλη βραδιά το ίδιο. Κι άλλη. Γνωρίστηκαν. Ήπιαν κάνα δυο καφεδάκια σε ένα πάρκο που ήταν κοντά στο μπαρ κι έγιναν φίλοι. Ένα χάραμα στο παγκάκι που καθόντουσαν συνήθως, ο Κωνσταντίνος έβγαλε την κιθάρα για να παίξει. Ο γέρος τού ζήτησε την κιθάρα. Την έπιασε με τρεμάμενα και ροζιασμένα δάχτυλα. Άρχισε να παίζει εκεί στο κρύο του πάρκου λίγο πριν σκάσει ο Ήλιος. Ο Κωνσταντίνος δεν μπόρεσε να κρατηθεί κι έβαλε τα κλάματα. Ο γέρος έπαιξε με τόση ψυχή και τραγούδησε με τόσο αίσθημα ένα παλιό blues. “Ιm a lonely man”. Όλη του η ζωή πέρασε σε δευτερόλεπτα από μπροστά του. Σε μερικά λεπτά για την ακρίβεια. Όσο κράτησε το τραγούδι. Τον αγκάλιασε και τον φίλησε στα χέρια. Ο γερο- νέγρος (που ’χε μάθει πια και όλα τα συμβάντα στη ζωή του Κωνσταντίνου), τον χτύπησε πατρικά στην πλάτη.“Υιέ μου, τώρα είσαι πραγματικά έτοιμος να μάθεις τα blues”
(…)
(…)
Παραδοχή της Ήττας στη Μάχη με τη Δόξα.
Ακούστηκε στους κύκλους όσων τον ήξεραν καλύτερα ότι ένα βράδυ, σε μια επετειακή συναυλία του Blues, μια ψηλή ξανθή κοπέλα τον περίμενε έξω από το καμαρίνι του μ’ ένα τριαντάφυλλο για ώρες. Μέχρι που βγήκε να φύγει. Είπαν ότι ήταν η Κλειώ, υγιής πια, αρκετά αλλαγμένη μα πάντα όμορφη. Κάποιοι είπαν ότι η Ξανθιά δεν ήταν Ελληνίδα όπως η Κλειώ, αλλά ήλθε από τον Άγιο Δομήνικο.Όποια κι αν ήταν, δε μίλησε.Ούτε για να στείλει κάποιον να τον φωνάξει από τα καμαρίνια, ούτε όταν της μίλησε εκείνος βγαίνοντας. Του έδωσε μονάχα το τριαντάφυλλο, χαμογέλασε, τον φίλησε στο μάγουλο και χάθηκε.Πάνω στο τριαντάφυλλο, είχε πιασμένη μια μικρή κάρτα. Την άνοιξε και διάβασε προσεχτικά… “Blues is easy to play, but hard to feel”.-Jimi Hendrix-You Made it…Τέλος.
ο ποιητης ξυπναει συχνα με την ανασα του παλευοντας Ερχεται και χτυπαει στα ρουθουνια του η αγρια οσμη από τις αλυκές με αυτό το ροζ το αποκοσμο οι παλιοι το ξεραν οι αλυκές πως είναι κρούστες στις ρωγμες της κολασης εκει που η μεμβρανη της ψυχης λεπτυνε πολύ κι ο κατω κοσμος συναντησε τον πανω