.
Στο άγγιγμά σου
ανοίγουν παράθυρα.
Οθόνη αφής.
Δήμητρα Καραφύλλη (από ανέκδοτη συλλογή)
Πίνακας: Eduard Hopper
H νύφη
Χτες τα μεσάνυχτα
στο θάλαμο του τρίτου
είδα το θάνατο
να στέκεται μπροστά μου.
Ψιλόλιγνη φιγούρα στα λευκά
δεν έμοιαζε φονιάς ή μακελάρης.
Δεν ήρθε η σειρά σου
μου ψιθύρισε
θα παντρευτώ την άγνωστη
στο διπλανό κρεβάτι.
Και ο δικός μας γάμος;τον σταμάτησα
κουράστηκα αιχμάλωτη
στο νυφικό σεντόνι.
Δεν πρόλαβα ν’ ακούσω την απάντηση
με το που άνοιξα τα μάτια, είχε φύγει.
Χτες τα μεσάνυχτα
στο θάλαμο του τρίτου
είδα τον θάνατο
να στέκεται μπροστά μου.
Κι ήταν ωραίος, γελαστός, ευγενικός
δεν έφερνε καθόλου στη ζωή μου.
Δήμητρα Καραφύλλη (από ανέκδοτη συλλογή)
Επίπεδη
στον Χάρη Μελιτά
Επίπεδη.
Ροζ πέταλο κρυμμένο στις σελίδες πολύτιμου βιβλίου
του βιβλίου μας
που προδίνεται από ελαφρότατο άρωμα
το άρωμά μας.
Ροζ πινελιά στο μάγουλο, στο στήθος, στο λαιμό σου.
Διακριτικό τατού στο αριστερό σου μπράτσο
από τη μέσα μεριά
ξυπνώ τις Κυριακές στο πλάι σου
και βρίσκομαι.
Επίπεδη.
Μωβ πέταλο φυλαγμένο στις σελίδες του βιβλίου μας.
Όταν το άρωμα θα έχει ξεθυμάνει
όταν η ροζ πινελιά θα έχει σχεδόν σβήσει
όταν το μικρό τατού θα έχει ξεθωριάσει
όταν πια δεν θα βρίσκομαι στο πλάι σου
θα με θυμάσαι.
Από τη συλλογή «Στο βάθος κήπος», Eκδόσεις Αρκαδικός Κήρυκας 2011
.
Ο νεκρός
Στη Δήμητρα Καραφύλλη
Μην προσποιείσαι
ότι έχεις πεθάνει.
Πώς δεν σε βλέπω;
Χάρης Μελιτάς
Θερμά συλλυπητήρια στον ποιητή Χάρη Μελιτά για την απώλεια της συντρόφου του και ποιήτριας Δήμητρας Καραφύλλη. Ας σταθεί, τουλάχιστον, η γΡαΦη ένα ελάχιστο ράμμα εγγεγραμμένης μνήμης για τη Δήμητρα και τρυφερής παραμυθίας για τον Χάρη.
Πίνακες: Elvira Amrhein
Εις το εύοσμον μπαλκόνιον η θεία η Αμερσούδα απλώνει μετά μουσικής τα λευκά της είδη τα οποία σπαρταρούν στο ευχάριστο εωθινό αεράκι. Γείτων τις διάβαζε απορροφημένος, εις τον απέναντι προμαχώνα, ώσπου χτύπησε την ακοή του το πλατάγιασμα των αεριζομένων ρούχων. Έστρεψε το βλέμμα, απόμεινε λίγο ενεός και κατόπιν έβαλε τις φωνές.
─ Τι κάνετε εκεί, αγαπητή ;
─ Τι κάνω εδώ, αγαπητέ; κελάηδησε η θεία με θαυμαστή αμεριμνησία.
─ Πώς αποτολμάτε να απλώνετε αυτά τα βρακιά σε κοινή θέα;
─ Δεν αντελήφθην, αγαπητέ. Τι έχουν αι κυλόται μου; Αι σφεντόναι που απλώνει η κυρία σας είναι καλύτεραι;
─ Μα ακριβώς! Τα βρακιά σας είναι σαν σημαίες που μπορούν να σκεπάσουν ένα ολόκληρο τάγμα νεοσυλλέκτων.
─ Και γιατί νεοσυλλέκτων παρακαλώ; απόρησε η θεία
─ Και Βετεράνων, ΜΑΖΙ, θα μπορούσαν, μα δεν είναι αυτό το θέμα μας!
─ Και ποιο είναι το θέμα μας, αγαπητέ ; Δεν σας εννοώ.
─ Μα είναι ένα ενοχλητικό θέαμα, κυρία μου, δεν το αντιλαμβάνεσθε; Να κάθομαι εδώ αμέριμνος , να πίνω τον καφέ μου διαβάζοντας και αίφνης να καλύπτεται το οπτικό μου πεδίο απ’ το πεδίο των καλυμμάτων των οπισθίων σας; Τα οποία , επιπλέον, όταν ανεμίζουν προς το μέρος μου, νομίζω πως έρχεται το τέλος μου!
─ Αγαπητέ μου, θρασομανάτε ανεπίτρεπτα και θα σας πω μόνον τούτο: Στις λευκές ωσάν περιστέρες κυλότες μου, εδρεύει η παλόμα μπλάνκα της τιμής μου, θρασύτατε! Ακούτε, το τονίζω, Μ-π-λ-ά-ν-κ-α!
─ Το ότι η τιμή σας παρέμεινε μπλάνκα ως τα τώρα δεν περιποιεί τιμή για σας, κυρία μου, ανέκραξε καγχάζοντας ο γείτονας. Αντιθέτως, σας απέκλεισε από τον κατάλογο των ευτυχισμένων γυναικών.
─ Το πεδίον της τιμής μου, αγαπητέ, ουδέποτε υπήρξε κυτίον παραπόνων να αφήνει ο πάσα εις το κοντό του ή το μακρύ του, κατά κυριολεξίαν! Στο πεδίον τούτο έπεσαν πολλοί ένδοξοι και αλήστου μνήμης άνδρες, προκειμένου να το κατακτήσουν, μα ουδείς το κατάφερε, ούτε καν ο Ερνέστος Δρολάπης, όστις υπήρξε τιμημένος με το μετάλλιον του Χελιού.
─ Το μετάλλιο του Χελιού; Τι μετάλλιο Χελιού είναι αυτό; Δεν το έχω ξανακούσει. Και επιπλέον, ποιος είναι αυτός ο Ερνέστος Δρολάπης, δηλαδή, που θα έπρεπε να συγκινηθώ;
─ Είστε αδαής, αγαπητέ, επί πολλών θεμάτων, αυτό δα το έχω παρατηρήσει προ πολλού, το πόσον αδαής είστε. Και ουχί μόνον αδαής, μα και κορνοφόρος, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης.
Ο Ερνέστος Δρολάπης, ανόητε,
υπήρξε Ανώτατος Τελετάρχης της Αυλής και εμπνευστής της Καραλούμπας , του θρυλικού εκείνου χορού, που ξετρέλανε μέχρι και τη βασιλομήτορα… Ήτο σφόδρα ερωτευμένος μαζί μου επί μακρόν. Και δεν παρητήθη του σκοπού του να με κατακτήσει, έως ότου επαρέδωσε το πνεύμα. Ουδείς ευτύχησε να τον αντικαταστήσει!
─ Και δεν απορώ γιατί!!! γκάριξε ο γείτονας. Σηκώθηκε εκμανής και με μια ολωσδιόλου ακατανόητη κίνηση ─κάτι σαν άτεχνη πιρουέτα γύρω από το εαυτό του─ που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του, κατέληξε εντέλει σε μια φιγούρα τέτοια, που έμοιαζε να χαιρετά τρόπον τινά κάποια σημαία. Και μια που απέναντί του σημαία δεν ανέμιζε παρά μόνον αι κυλόται της θείας Αμερσούδας, η θεία θεώρησε πως για μια ακόμη φορά η αποστομωτική της ετοιμότητα έβαλε τα πάντα στη θέση τους .
Συνέχισε να απλώνει με ζηλευτή αυτοπεποίθηση τα ολόλευκα βρακιά της, ενώ το αεράκι με στροβιλισμούς και τσαχπινιές πολλαπλασίαζε το σχήμα τους επί το απειλητικότερον για τους περιοίκους.
Και ίσως -ίσως για μερικούς απορημένους γλάρους…
(Γαλάζια χάχανα στων Κυριακών τα δόντια/ Αμερσούδα μέρος Δ’)
Πίνακας: Elisabeth Baysset
.
.
Θερμές ευχαριστίες για τη φιλοξενία και την επιτυχή, παρά τις δύσκολες συνθήκες, διοργάνωση σε όσους εργάστηκαν για την 11η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, στον Θωμά Παπαστεργίου των εκδόσεων
Αrs Poetica, στους ομοτέχνους Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ιωάννα Μουσελιμίδου,
Ηλία Τσέχο και Σωτήρη Γάκο για την εξαιρετική παρουσία τους στο πάνελ, στις φίλες και στους φίλους που
μας τίμησαν με την παρουσία τους, στου συντονιστές του ραδιοφώνου της Έκθεσης, στον Στέλιο Λουκά για τη συνέντευξη, την «τηλεοπτική ψυχή του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη», και σε όλους όσους είχα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά και να μοιραστώ όμορφες και ανθρώπινες στιγμές. 
Απόμακρος
Με την αμεσότητα που τη χαρακτήριζε μου είπε:
«Μετά τον έρωτα με κέρασε καφέ.
Δεν ήταν τρυφερός μαζί μου, απόμακρος μου φάνηκε.
Περισσότερο ψυχράνθηκα όταν κάποια στιγμή
μου μιλούσε για τη γυναίκα του,
για προβλήματα υγείας και τα επαγγελματικά της.
Δεν παρέλειψε και τις φιλόδοξες εξελίξεις της καριέρας του
που τον απασχολούσαν.
Φοβόταν πως θα ήμουν απειλή
στην τακτοποιημένη του ζωή,
θα του χαλούσα τη σειρά και την ηρεμία του.
Δεν κατάλαβε πως περιστασιακά,
κι επειδή με φλέρταρε, λίγες φορές πήγα μαζί του,
και δεν είχα σκοπό ή ανάγκη να τον ξαναδώ».
Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Πεδίο Πόθου, Απόμακρος, σελ. 27, Εκδόσεις
Μεταίχμιο, 2004
Εκ των ένδον
Ήχοι και σχήματα
κολυμπούν στα σπλάχνα:
το άνυδρο γιώτα της χίμαιρας,
ο θρυμματισμένος αντίλαλος της ηδονής,
ο χλωμός κάλυκας της αυγής.
Με το συριστικό σίγμα
μοιρογνωμόνιο
της αλλόκοτης γεωμετρίας.
Ιωάννα Μουσελιμίδου, Ανοίκειος νόστος, Εκ των ένδον, σελ. 18, Εκδόσεις Ιωλκός, 2011
Θέματα αγαλμάτων
Χαμηλώνουν νεφέλες Χαμηλώνω τον
Μπαχ Μουσικό σώμα κερδίζω Σήμε-
ρα δεν απαντώ Δεν εκτίθεμαι Ρού-
χο βροχή Μέχρι το γόνατο Μ άλμα-
τα ωραία δε βρέχεσαι
Πώς με κοιτά η Σελήνη; Έτσι που
ξημεροβραδιάζομαι σε λόχους ανα-
γνώσεις Τάγματα γραφών Συντά-
γματα Στο πρώτο σώμαμου! Στέρνες
νησιώτικες γινήκαμε Πάμε για Μάη
Ηλίας Τσέχος, Διώροφο μέλλον, Θέματα αγαλμάτων, σελ. 23, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1988
Μην αρνηθείς αυτόν το ρόλο
Μην αρνηθείς αυτόν το ρόλο.
Είναι μια ευκαιρία να ξεφύγεις όταν οι άλλοι ψάχνουνε
τη μονιμότητα.
Η ετοιμόρροπη ψυχή τους έχει ξαπλώσει στον καναπέ
και μασουλάει τα συντρίμμια της.
Εσύ μην αρνηθείς αυτόν το ρόλο.
Θα δεις πως όλα θα αλλάξουν όταν σταθείς όρθιος γυ-
μνός μπροστά τους χωρίς ανταλλάγματα.
Η δύναμη των λέξεων σε βγάζει νικητή.
Μην αρνηθείς τον εκφρασμένο εαυτό σου.
Σωτήρης Γάκος, Επί σκηνής, Μην αρνηθείς αυτόν το ρόλο, σελ. 15, Εκδόσεις Ars Poetica, 2013
Κούλα Αδαλόγλου, Ιφιγένεια Σιαφάκα, Αλεξάνδρα Μπακονίκα
Καλησπέρα, κυρία οστεοπόρωση
Καλησπέρα, κυρία οστεοπόρωση.
Πάρε καρέκλα και κάθισε.
Έτσι κι αλλιώς κρατάς κομμάτι από το σκελετό μου.
Θα επικοινωνούμε, αναγκαστικά, συχνά, κατά πώς φαίνεται.
Δεν ανάβω το φως. Δεν μου είναι ευχάριστη η όψη σου.
Μόνο την άλλη φορά, μην ξεχάσεις να φέρεις μαζί σου τη Λίζα.
Της άρεσε πολύ αυτή η βελούδινη πολυθρόνα με φωτισμό ηλιοβασιλέματος.
Δε σε ξέχασα, Λίζα, θα πω.
Το ξέρω, θα μου πει χαμογελώντας και κοιτάζοντας τη θάλασσα.
Θα με μαλώσει που δεν έβαλα φέτος φυτά.
Θα έχω ετοιμάσει ένα γεύμα με λαχανικά –
μ’ όλο που δα δεν μας ωφέλησε σπουδαία η υγιεινή διατροφή.
Σαν αεράκι θα φύγει, το πιάτο της ανέγγιχτο.
Kούλα Αδαλόγλου, «Διπλή άρθρωση», ενότητα «Θνητές», 2009
Ιωάννα Μουσελιμίδου, Θωμάς Παπαστεργίου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ηλίας Τσέχος
.
.
Καταλύομαι, λοιπόν,
στο δόγμα
της μίας
και μοναδικής
υπό –
θαλάσσας/
ασπροσέντονης
ή
πρασινομπλέ,
αποφασίστε.
Αναλύομαι, λοιπόν,
στα εξ ων συνετέθημεν
κι έπειτα;
Αναφύομαι, λοιπόν,
σε κρύπτες
ενοχών,
αβρόχοις ποσί
παιδιόθεν/
αβρόχοις ποσί/
ως ύπαρξη
αμορφοχθόνων
κυττάρων
belli? what?
σε επίπεδα σχήματα
συμμετέχοντας
ή
μη
απέχοντας
ή
μη
σε πολύπλαχθες όχθες
Πνίγομαι
ή
μη
σε νουφαρώδεις αναλαμπές
σε πρασινοφαιά ύψη
επιπλέοντας
ή
μη
σε σκοτωμένη μνήμη/
στραγγαλισμένη σε υπερπέραν.
Καταλύομαι, λοιπόν,
και δεν ξέρω
αν φταίνε
τα νερά,
οι νάρκισσοι
ή
οι αταβισμοί-.
Κατα ~ πνίγομαι, λοιπόν,
σε σεντούκια
αναμνηστικά
Ανοίγω, λοιπόν,
τα σεντούκια
της ανοχής,
σφραγίζω,
λοιπόν
τα σεντούκια της απαντοχής
τι χρώμα θέλετε
είπαμε
τη σφραγίδα;
σκουροκκόκινη
πεθαμένων/
ε,
πάρτε
μια χρυσαφί
σαν στο Παλάτσο των Δόγηδων
να θυμηθείτε
το macchiato
στην
Piazza San Marco
γαστρίτιδα/
επιτρέπει μόνο
σάλιο
και νερό
ίσαμε
τα γόνατα
/γι’ αυτό
οι μήνες
του μέλητος (μέλισμα, μέλιτος, σκατά)
γιορτάζονται
κατακαλόκαιρο/
μετά
έχει επιπτώσεις
\στους αστραγάλους
μετά/
δεν αρκούν
συγγνώμες
\ούτε γαλάζια μάτια
ούτε
Guidecca
ούτε χρόνο έχουμε πια
να χαζεύουμε
γραφικούς τουρίστες
στο Μουράνο
κάτοικοι της οδού
viale
della eternità no 755419
Από θέση σιντέφια,
κατακρήμνιση.

Αποφασίζω, λοιπόν,
το τίποτα,
ομνύω, λοιπόν,
σε υποθαλάσσιους πειρασμούς
διαχρονικώς διασκορπισμένους/
κι ας μην έχουν
χρώμα του χιονιού
Καταλελειμμένοι
στον τόπο
ειλημμένοι στον χρόνο
απολελειμμένοι στον χώρο
καταλελειμμένοι/

Και λοιπόν;
Και λοιπόν,
εδώ.
τίποτα
Και λοιπόν;
ένα κενοτάφιο
ουρλιάζει
σαν τον Νανάκο
«στη ζωή μπήκα ουρλιάζοντας»
Θυμηθείτε
το
ουρλιαχτό
της Μακάσυ
πάνω
από
τρίχρονο μωρό
πάνε χρόνια\
λέμε
να πηγαίνουμε
κατά
τις πικροδάφνες
για
να δω;
υπάρχουν ακόμα;
Αμαλία Ρούβαλη, To whom it may concern, 2013-2014
.
.
Δεν είναι ψεύτης, είναι μπαλαντέρ. Ο Απρίλης είναι διάφανος και απρόβλεπτος. Λείος σαν κρύσταλλο, κοφτερός σαν γυαλί. Ακροβατεί μετέωρος στην άκρη του γκρεμού και γελά ανέμελα στο φόβο. Μοιάζει σκληρός, επειδή έχει μόνον παρορμήσεις. Δεν αγαπά, δρα. Ένα παιδί. Μυρίζει φρέσκα αγριολούλουδα και ανθισμένες λεμονιές. Απαλός αλλά μεθυστικός. Παίζει μουσική με τα κουδουνάκια του καπέλου του. Έχει γεύση από φράουλες και πίνει νερό από βουνίσιες πηγές. Τον αποκαλούν τρελό. Εκείνος ψάχνει την αλήθεια, χωρίς να λογαριάζει το κόστος. Μέσα του ξέρει πως αν κάνει αυτό το βήμα στο κενό, θα πετάξει…
…γνώριμες μυρωδιές, μακρινές αλλά καθόλου ξεχασμένες, μακρινές αλλά έντονες σαν πάρα πολύ κοντινές, θα έρθουν να γκρεμίσουν με συνοπτικές διαδικασίες και τοίχους και όρια και φράγματα και σύρματα και πασσάλους και φόβους και φαντάσματα και πόνους και ταραχές και ακινησίες και τύψεις και ενοχές, μπουμπούκια που ανοίγουν, εισπνέεις, ιαματικές οσμές, σε εισπνέουν κι αυτά, ανοίγουν σαν ελπίδες, άνθη, άνθη, άνθη, σε καλημερίζουν, μόνο μια λέξη ξέρουνε να λένε, καλημέρα, καλημέρα, καλημέρα, όχι πως χρειάζεται κι άλλη, ευχή, διαπίστωση, υπόσχεση, δικαίωση, εξαργύρωση, κατάκτηση, κορύφωση, νόημα, κυρίως νόημα, τα λέει όλα η λέξη αυτή, αρκεί, μια λέξη, αρκεί, καλημέρα, πως αλλιώς να το πεις, καλημέρα, καλημέρα, κι άλλη επωδός στο ίδιο ευοίωνο τραγούδι, κλείνεις τα μάτια κοιτάς ψηλά, όσο πιο ψηλά μπορείς, φτάνεις εκεί που θέλεις, στον Θεό, μην ντρέπεσαι, στον Κύριο όλων των ανθρώπων, στον Θεό όλων των θρησκειών, στο χρώμα όλων των χρωμάτων, τα καταφέρνεις, παρόλο που η κούραση είναι μεγάλη,
ευγνωμοσύνη, στο πρόσωπο σου, αρώματα της Άνοιξης, μέθη, κάθε γεύση, κάθε απειλή θανάτου φεύγει μακριά, απομακρύνεται, σκορπάει σαν αραιός καπνός στο πρώτο φύσημα κάποιου μικρού ανέμου, άτρωτος τώρα, άφοβος, αγέρωχος, γενναίος, ανέμελος, επιτέλους ανέμελος ξανά, ένας μεγάλος περίπατος αρχινά, λαμπερός, καθαρός από σκόνες, καθαρός σαν τον ουρανό της πόλης που την διαπέρασαν μανιασμένοι βοριάδες και έκαναν το γαλάζιο του πάμφωτο και γιορτινό, πεντακάθαρος, δεν βιάζεσαι καθόλου και πράττεις πολύ καλά που δεν πράττεις βιαστικά, δεν σε κυνηγά τίποτα τώρα, δεν μπορεί να σε κυνηγήσει, εδώ μόνο ό,τι μπορεί να ενταχθεί στους ρυθμούς σου επιβιώνει, δρόμοι που μυρίζουνε βρεγμένο χώμα, αυλές που μυρίζουνε φροντίδα, μικρές κι ασήμαντες γωνιές που μοσχοβολούν από την γενναιοδωρία της φύσης, ηδονές της όσφρησης, σε στολίζουνε μυρωδιές πλουσιοπάροχες, κρέμονται πάνω σου, χτυπούν σαν μέταλλα αναμεταξύ τους, σαν καμπανούλες της Ανάστασης, σήμαντρα που αναγγέλλουν την έξοδο από το βαρύ πένθος κάποιας Μεγάλης Εβδομάδας, Μεγάλης Μέρας, Μεγάλης Χρονιάς, Μεγάλης Ζωής, που άγνωστο πόσους αιώνες κράτησε, γλωσσίδια ακατάπαυστα, χαρωπά, γλυκύτατη φλυαρία, ντλιν, ντλιν, ντλιν, ντλιν, σε στολίζουνε ήχοι, ηδονή της ακοής, λιβάδια ξεδιπλώνονται στα μάτια, ηδονές όλων των αισθήσεων, τριφύλλια, σιτάρια, ηλιοκαμένα κορμιά που δουλεύουν μέσα τους αγόγγυστα, χαμόγελα που ακτινοβολούν από καλή διάθεση, χέρια σκληρά, ακάματα, μυώδη, απτόητα,
σε χαιρετούν με τους καπνούς των αναμμένων τσιγάρων να γράφουν στους αιθέρες συντροφικά μηνύματα, σε καλούνε, κερνάνε ρακές και τσίπουρα, τσοπάνηδες με βλέμμα καθαρό, βελάζουν απολωλότα πρόβατα στην αγκαλιά τους, ερίφια χοροπηδάνε από δω κι από κει, ανεβοκατεβαίνουν γκρεμούς, ατέλειωτα κοπάδια απλώνονται, ελαιοπερίβολα με φυλλωσιές που αντανακλούν πανηγυρικά την Άνοιξη, την Άνοιξη που έψαξες, την Άνοιξη που έπλεξες με τις βελονιές μουντών Γενάρηδων, το χέρι, ουρανός έναστρος, προσωρινός σαν ευτυχία, παντοτινός σαν σπινθηροβόλας θλίψης νεφέλωμα, ισόβια σκεπή των ποιητών, η ψυχή σου ανοίγει, μπουμπούκι που γίνεται άνθος, πίνει ουρανό, τον ουρανό που εσύ πέτυχες, κατόρθωμα, άθλος, καλά κάνεις και νιώθεις υπερήφανος, συνέχισε να νιώθεις υπερήφανος, της το είχες υποσχεθεί, με στίχους που χάθηκαν προσωρινά εδώ για να βρεθούν οριστικά παντού, γι’ αυτό δεν τους κλαις, θα συναντηθείτε πάλι, το έχετε υποσχεθεί, εσύ σε αυτούς, αυτοί σ’ εσένα, όποιο ταξίδι κι αν σε διεκδικήσει από δω και πέρα θα τους βρεις να ανοίγουν και να φωτίζουν τις διαδρομές σου, μικρές ή μεγάλες, ουρανός, γίνεσαι ίδιος μ’ αυτόν, αυτός ίδιος με σένα, ποιος καθρεφτίζει ποιον, το χέρι, σπορά φωτός στα σκληρά πετρώματα της μοίρας, σπορά υπομονής, φτάνει
ο καιρός του πλούσιου θερισμού, θα γεμίσουν οι αποθήκες, θα πεθάνει η ασιτία, γενιές αμέτρητες θα αναχαιτίσουνε τους λιμούς που φαντάζουνε μοιραίοι κι αναγκαστικοί, δικαιώνονται τα παράδοξα όνειρα, τα ανεξήγητα όνειρα, εξηγούνται απόψε, όπου νερά και άλογα, άλογα μαύρα, στιλπνά, ρωμαλέα, βαρβάτα, περήφανα, αχαλίνωτα, νερά γάργαρα, κρυστάλλινα νερά, γάργαρα νερά, ποιητικά νερά, όπου νερά και άλογα, λοιπόν, ερχόντουσαν στα χέρια σου χωρίς να τα περιμένεις κι ενώ γύρω απλωνόταν μια ησυχία σαν φρεσκοπλυμένο σκέπασμα, ησυχία βαθιά όπως τα ζεστά μεσημέρια του καλοκαιριού που έμελλε να ταραχτούν συθέμελα από την έλευση του Απρόσμενου, κεντημένη με τραγούδια τζιτζικιών, δώρα που κάποια στιγμή θα έβρισκες πως τα αξιοποιήσεις, ωστόσο αναρωτιόσουν, απορούσες, μονολογούσες, σαν να μην επέτρεπες στον εαυτό σου να δεχτεί πως είναι άξιος για τέτοιες εύνοιες, όνειρα είπαμε, ανέβα στο μαύρο άλογο και φύγετε μαζί σαν σαϊτιές στα σιτοχώραφα, ψάξτε τον Δράκοντα τώρα που κρυμμένος τρώει την ουρά του, χτύπα τον, τώρα που είναι υπνωτισμένος από την πολύ σιγουριά, από την ξέχειλη αυτοπεποίθηση, ανέβα στα νερά και φύγε, απλώσου σε κόλπους ειρηνικούς, ειρηνικούς κόλπους, σε βάθη ναυαγίων που μετατράπηκαν σε μαγευτικές πολιτείες που περιμένουν να κατοικηθούν, που προσμένουν τους κατοίκους και τους ταξιδιώτες των ονείρων τους, δώσε
.
.
και σε μας λίγη ειρήνη, στείλε κάτι, πες κάτι, γράψε κάτι, κράτα μας, σώσε μας, ράντισε την καρδιά μας με την ειρήνη που την ζητάμε χρόνια, όνειρα που σε είδανε στο όνειρο τους, σε φοβηθήκανε, τους αιφνιδίασες, περιμένανε ένα παγόνι αλαζονείας, έτοιμα να του ρίξουν, να δούνε τα πούπουλα του να σκορπάνε ματωμένα στον αέρα, αλλά έπεσαν πάνω σε έναν βράχο σοβαρότητας, ένα άγαλμα μικρό με ίσκιο απέραντο που απλώνεται σε καιρούς πέρα από τους δικούς τους, προσφέροντας άφθονη προστασία από νοσηρές ζέστες,
το χέρι ήρθε, είναι εδώ, θα απαντήσει, αργά ή γρήγορα, θα λύσει όλα τα αινίγματα, της ύπαρξης, της ζωής, του θανάτου, όταν αυτός δεν έρχεται σαν λύση και απάντηση, της ανατριχίλας των σιωπών που γίνηκε Ποίηση, Ποίηση όχι με λέξεις, με τον ιδρώτα των χεριών, ναι, με το ξεραμένο σάλιο, ναι, με μια δίχως προσδοκίες αναμονή, ναι, με την ακινησία ενός χρόνου παχύδερμου κι ανάλγητου, ναι, με την ξεριζωμένη καρδιά της ελπίδας, ναι, με τα μαστιγώματα των φόβων, ναι, όχι με μελάνι, όχι να οδηγείς εσύ τις λέξεις τραβώντας τες απ’ τα μαλλιά, να σε πηγαίνουν εκείνες, ατόφια Ποίηση, όπως τα όνειρα που κάποια στιγμή συναντιούνται με τις ερμηνείες τους, και εγένετο Φως, σκοτεινό Φως, φωτεινό Φως, Φως, γέννηση, ξεκουράσου πάρε μια ανάσα, μη βιάζεσαι, μη σπαταλάς τις όποιες δυνάμεις σου έμειναν, περίμενε μια στιγμή, θα πεις όσα θέλεις, θα προλάβεις, καμία πίεση πλέον από πουθενά, κανένα άγχος, θα ακούσεις τη μουσική, θα σε ακούσει η μουσική με μεγάλη προσοχή, τις φράσεις που ίσως νομίζεις πως δεν μπορείς να διαθέσεις, αυτές έρχονται συνήθως μόνες, εκείνες διαλέγουν ποιος τις γράφει, ποιος τις λέει, απρόσκλητες, με τέτοια κόλπα η Ποίηση μας αγαπά και μας αποσπά ισόβιους όρκους υποταγής στην ελευθερία της, η Ποίηση, χέρια
μαμής τα χέρια της, από το αιδοίο του τίποτα φέρνει μπροστά στα μάτια σου ένα κλαψιάρικο σύμπαν που θα σου κάψει τα μάτια και θα σε κηδεμονέψει, φυσικά και δεν είσαι μόνος, από τη φυγόπονη μήτρα του τίποτα ξάφνου πολύτεκνος και ζάμπλουτος, σου ’ρχεται να το βάλεις στα πόδια, όπου κι αν πας τα πλούτη, οι στίχοι σου, σκιά σου, εκείνοι οι στίχοι που κανείς δεν διάβασε, εκείνοι οι στίχοι που σε γράψανε και σε κάνανε παντοτινό, έρχονται ξοπίσω σου, κυνηγητό κυκλικό, μέχρι που είναι άγνωστο ποιος κυνηγάει ποιον, ποιος συνοδεύει ποιον, ποιος είναι ο μπροστά και ποιος ο πίσω, αποδέχεστε ο ένας τον άλλον, και η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού γίνεται σελίδα γεμάτη ανορθόγραφους στίχους και μουντζούρες από χρυσάφι, τόνοι, πνεύματα, υπογραμμίσεις από χρυσάφι, το χέρι, ησύχασε, είναι εδώ, ησύχασε, το χέρι της, εδώ, κοντά σου, για πάντα, με υπομονή που τεντώνεται και φτάνει πέρα από το χρόνο, πέρα από το θάνατο, δεν μπόρεσε να το κρατήσει τίποτα μακριά σου, ούτε σπαθιά ούτε κακές, μοχθηρές, γλωσσίτσες που κόκαλα δεν έχουν και κόκαλα τσακίζουν, πιες το νερό του και ησύχασε, ανθισμένα τοπία, μεγαλώσανε μαζί σου κι είναι έτοιμα να δεχτούνε μέσα τους τις μεγάλες σου βόλτες, χέρι καλλίφωνο, το τραγούδι, άκου, είναι για σένα, όσο κι αν δεν θέλεις να το πιστέψεις, είναι για
σένα, η μουσική σε αγαπάει, σε αγαπάει και σου το λέει με όλες της τις νότες, ψηλές, χαμηλές, βαθιές, βαθύτερες, βαθύτατες, όχι μόνο σε αγαπάει, σε λατρεύει, την αφήνεις να σε χαϊδέψει, να σε γιατρέψει, είναι η γιατρειά, ανέκαθεν αυτή ήταν η γιατρειά, πριν, τώρα, αύριο, πάντα, μια μουσική σε πεντάγραμμα αγάπης, κάποτε θα γίνει κοινή συνείδηση κι αυτονόητη θεραπεία, είσαι ο εκλεκτός της μουσικής, μουσική και αγάπη, θα σκεφτείς πολύ την αγάπη σήμερα, θα σε σκεφτεί πολύ η αγάπη σήμερα, απόψε, με μια φωνή που βγαίνει από βυθούς ανεξερεύνητους, κανείς δεν τόλμησε ούτε θα τολμούσε ποτέ να τα ψάξει, από ένα σπηλαιώδες παρελθόν όπου πρόγονοι αποθήκευαν τα πιο πολύτιμα αγαθά για να τραφούν και να τα διαιωνίσουν, και να θρέψουν, πεινασμένες ψυχές και στόματα, σταλαχτίτες που γίνανε αμυντικά όπλα, σπάνια διακοσμητικά, κολώνες μελλοντικών μεγάρων και κεκλιμένων οραμάτων, σταλαγμίτες που κρεμάστηκαν πάνω από διψασμένα σώματα και τα ξυπνήσανε για πάντα, τους θυμίσανε την πείνα τους, τη δίψα τους, να τρως, να πίνεις, να ντύνεσαι σωστά, να προσέχεις τον εαυτό σου, να αγαπάς, να αγαπάς πολύ, να αγαπιέσαι, να πίνεις όλη σου την αγάπη μέχρι τελευταίας σταγόνας, κάθε πρωί, κάθε μεσημέρι, κάθε βράδυ, τρεις φορές την ημέρα, χίλιες φορές το λεπτό, ν’ αφήνεις τους ύπνους μισούς και να το κάνεις, για να μεγαλώσεις, να γίνεις άντρας, για να μην είσαι εσύ αυτός που θα μείνει μισός, να ντύνεσαι, όχι μόνο σωστά αλλά και ζεστά, να προσέχεις το
κρύο, καραδοκεί, Χειμώνα, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Άνοιξη, ειδικά την Άνοιξη που μπορεί να ξεγελαστεί ο καθένας, ακόμη και ο πιο καχύποπτος, ψάχνει διόδους, το κρύο, ψάχνει ρωγμές, ψάχνει ελλείμματα αγάπης, ψάχνει άδεια βλέμματα, χρόνο πεταμένο στα σκουπίδια, ψάχνει υποχωρήσεις, ψάχνει ακούραστα, καραδοκεί, σαν κυνηγός, ψάχνει μισούς ανθρώπους, ανθρώπους κλάσματα, για να τους αποτελειώσει, να τους κλειδώσει στο μηδέν, διαιρεί, αφαιρεί, διαλύει, ισοπεδώνει, ροκανίζει, κατασπαράζει, το κρύο, μέσα στα όνειρα, έξω από αυτά, ψάχνει, περιμένει κι όταν σε βρει γυμνό από τα φυλαχτά της αγάπης, πατά τη σκανδάλη, καθοδηγεί τα σκάνδαλα, και εφορμά, να πάρει τη θέση του, να κάψει, να μην αφήσει τίποτα όρθιο, να σφάξει γυναικόπαιδα, να πιει αίμα, το κρύο, ενίοτε με προσωπίδες ομορφιάς κι αθωότητας, με «δήθεν» και «διότι», φυλάξου από τα μελίρρυτα τέρατα, το κρύο, φόρα τα μάλλινα, ζεστά λόγια, όλα τα στολίδια της αγάπης, μην τα βγάλεις στιγμή, άτιμο πράγμα, το κρύο, μελανιάσματα βαθιά, κρυοπαγήματα, που θα τα σβήσει το χέρι, θα τα διώξει αμέσως από πάνω σου…..
Το χέρι. Όταν το τραγούδι του τελειώσει, μέσα σε βροχή λυγμών- επιτέλους!- κι αφού προηγουμένως θα έχει διασχίσει πορφυρούς αιώνες, κι αφού προηγουμένως θα έχει γεμίσει με γαλάζια παράθυρα τούτη τη μέγγενη των τοίχων, κι αφού προηγουμένως θα έχει κεντήσει με φιλιά παγερούς εφιάλτες μετατρέποντας τους σε φλογερά ηλιοβασιλέματα, θα σου φέρει τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα. Τα φρεσκοπλυμένα. Τα πεντακάθαρα. Τα καινούργια. Τα επίσημα. Τα εορταστικά. Ρούχα που σε περιμένανε καιρό και μέσα από την αναμονή τους γίνανε εξ ολοκλήρου από ατόφιο μετάξι. Ρούχα που τα περίμενες καιρό και μέσα από την αναμονή σου έγινες κι εσύ από το ίδιο υλικό. Ατόφιο μετάξι. Θα πετάξει τη παλιά ενδυμασία που κρύβεται πίσω από τούτο το χρώμα που υποδύεται το λευκό-και δεν είναι. Θα σε απαλλάξει. Και θα σ’ αλλάξει. Θα σε ντύσει με την προσοχή που δίνουμε όταν ασχολούμαστε με τα ακριβά, εύθραυστα υλικά. Πειθήνια και χαρωπά θα δεχτείς τις υπηρεσίες του, όπως όλα του τα Δώρα έως τώρα. Αυτό μπορείς να το πεις και ευτυχία. Θα σε στολίσει. Ευτυχία. Θα σε σηκώσει. Ευτυχία. Θα πιάσει το χέρι σου απαλά. Ευτυχία. Το χέρι στο χέρι σου. Ευτυχία. Όχι σαν έξαρση, σαν αιφνίδιος πίδακας με συγκεκριμένο χρόνο λήξης. Αλλά σαν ατέρμονο λιβάδι που θα σε καλεί επίμονα έτοιμο να δεχτεί τον παντοτινό σου περίπατο.
Θα σε βοηθήσει να σηκωθείς. Όρθιος, σπαθένιος, κοφτερός, ακμαίος. Καινούργιος. Και έτσι πατώντας ελαφρά σε ένα δρόμο που θα αχνίζει ζεστό Φως, θα σε οδηγήσει σε ένα λαμπερό ξωκλήσι- αυτό είναι πραγματικό λευκό. Όλων των Θεών, όλων των Αγίων, όλων των δακρύων. Σε ένα ναό Αγάπης. Καθώς τα κρύα των Απρίληδων θα σβήνουν, εσύ θα ελευθερώνεσαι, όλα ζεστό Φως θα γίνονται, το χέρι θα ακουμπήσει στα φτερά της ψυχής σου το πλέον ώριμο μυστικό του. Το μυστικό που θα τ’ ανοίξει και θα τα βοηθήσει να πετάξουνε δίνοντας της τη δυνατότητα να πετάξει, χωρίς περιττούς θορύβους, προς τα κει που πάντα κοίταζε. Δικαιοσύνη, διόρθωση επίγειων αδικιών – σ’ αφήνουν αδιάφορο όλα αυτά.
Πτήση κουρασμένη, αργή. Προς ένα Φως που μόνο να την ευνοήσει μπορεί. Όπως όταν είχες τελειώσει κάποιο σου πόνημα και με μισόκλειστα από ικανοποίηση μάτια το διαβάζεις βάζοντας τις τελευταίες, ράθυμες πινελιές. Γιατρεμένος και όμορφος.
Καλή ξεκούραση.
(Απόσπασμα)
Artwork: David Martiahsvili
Στη μνήμη του Γεώργιου Βιζυηνού
Kάπως έτσι φαντάστηκε ο Στέργιος Ντέρτσας τις τελευταίες στιγμές του Γεώργιου Βιζυηνού. Τον ευχαριστώ που μου εμπιστεύτηκε το κείμενό του και μου έδωσε την άδεια να το δημοσιεύσω.
.
.
Δεν πεθαίνεις από θάνατο αλλά από το γένος, η φυλή σου χαρίζει τον θάνατο που αξιώνεσαι, τον συναντάς κάποια στιγμή της ζωής σου, ο δικός μου ήρθε νωρίς, παιδί ήμουν ακόμα όταν σμίξαμε, ένας γέρος κίναιδος ήταν ο δικός μου θάνατος, ξεδοντιάρης και λιγδερός, ένας όχλος σάρκας, που βάδιζε με μία ηδύφοβη επισημότητα και έσερνε πίσω του ένα καρότσι φορτωμένο με ματωμένες προβιές αρνιών, ήρθε ύπουλα, εκεί, στην πίσω αυλή του σχολείου, με στρίμωξε στον τοίχο, το χέρι του σκληρό ανάμεσα στα πόδια μου, έσφιξε δυνατά όχι για πόνο αλλά για φόβο, τραβήχτηκα, πίεσε ακόμα περισσότερο, πλησίασε στο αυτί μου, πονάς γλυκό μου; με γλύκανε με χνώτο σαπισμένο, πονούσα, αλλά έλαμπα, με άφησε, φύγε τώρα, έτρεξα, τρέξε τώρα, γελούσε δυνατά, κάποτε πάλι θα έρθεις, θα έρθω, θυμάμαι τον παπά στην εξομολόγηση, παραμονή του Αγίου Δημητρίου, θυμάμαι καλά τα λόγια του, να μην το ξανακάνεις μου είπε και θα συγχωρεθείς, να τον αποφεύγεις από εδώ και εμπρός, και να μην χρησιμοποιείς αυτή τη λέξη που ακούς από τους άλλους, τα Ευαγγέλια τους λένε αρσενοκοίτες, αρσενοκοίτης είναι ο ταλαίπωρος, αυτά μου έλεγε, και τα χέρια του κάτασπρα και φροντισμένα μέσα από τα μαύρα ράσα ανεβοκατέβαιναν στο εσωτερικό των μηρών μου.
Πίνακας: Jonas Burgert
.
.
Α, που να μην έσωνα το στόμα μου ν’ ανοίξω και βαθούλωσαν τα μάτια της τα κακοζορισμένα από τη μοίρα και πήρε το γκρι τους εκείνο το παράπονο τ’ ουρανού πριν το χειμωνιάτικο δείλι σε μοναχική κορυφή βουνού ξεχασμένου στο μέσο του
Α, που να μην έσωνα το στόμα μου ν’ ανοίξω και με πάγωσε η εικόνα της πιο πολύ απ’ τη φωνή της που αντάμωσε τ’ αφτιά μου γλυκόλαλη να ειρωνευτεί με ήχο παρά λέξεις την γραμματοσύνη μου που ξετσίπωτη αποθρασύνθηκε να την ορμηνέψει τ’ ανορμήνευτα στον πόνο τον ανεπίστροφο. Και σαν ο σβέρκος σηκώθηκε να στηρίξει πιο ψηλά κι απ’ το ψηλά εκείνο το κεφάλι, με το γκρι της θάλασσας του χειμώνα στο χωριό της, βλέμμα, υποκλίθηκα αμαρτωλή στη ζωή που από περηφάνια πορεύτηκε μοναχική, τόσο που κι ο θάνατος περίσσεψε φορές πολλές, τη μοναξιά να μη χαλάσει.
Artwork: Julia Geiser
30
Tόσα έξοδαthracamagazine.blogspot.gr/2014/02/blog-post_21.html
.
.