Category Archives: ΤΕΧΝΕΣ: MΟΥΣΙΚΗ
To κορίτσι με τις κόκκινες γαλότσες
Είμαι το κορίτσι με τις κόκκινες γαλότσες. Ονομάζομαι Οντίν, μου αρέσουν τα γλειφιτζούρια με γεύση από καρπούζι, το ρύζι, μερικές μπαλάντες ροκ και ο Μπλου, ο σκύλος ενός κάποιου Ρόζυ Ντάι, που κοιμάται στο μετρό. Βρίσκομαι τυπωμένη στο φύλλο του χαρτιού σας γιατί, απλώς, μου αρέσει να διηγούμαι ιστορίες. Είμαι τεμπέλα, δεν βρίσκω να θέλω να μου αρέσει να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου. Όταν ήμουν οχτώ χρονών και δεν φορούσα ακόμη κόκκινες γαλότσες, ρώτησε η κ. Φ.Τ., η δασκάλα, «τι θέλετε να γίνετε, όταν μεγαλώσετε, παιδάκια;» Για παράδειγμα, η Άντζι Σου, απάντησε «δασκάλα», αλλά έγινε κομμώτρια.Η Έρμα Νι είπε χορεύτρια, αλλά έγινε καθηγήτρια Χημείας. Η Άννα Πε ψέλλισε «πιστεύω, τίποτε!» και τελικά έγινε μητέρα 8 παιδιών, σύζυγος 3 ανδρών και χήρα 2. Όλες, δηλαδή, είπαν χοντρά ψέματα την εποχή εκείνη. Καριόλες! Όλες είχαν και κάτι μακριές κοτσίδες σαν παλαμάρια πλοίου αταξίδευτου, πολλή ψαλίδα και ηλεκτρισμό στις τρίχες. Μπλιάχ! Πολύ ρεύμα και ατσάλι σε ανεγκέφαλα κρανία! Eγώ απάντησα «θέλω να γίνω ιστορία», και όλοι έσκασαν στα γέλια.
To κορίτσι με τις κόκκινες γαλότσες, απόσπασμα, ανέκδοτο
Πίνακας: Alexander Jannson
Λέξεις και μουσική: The Walkabouts, Philippe Blasband
ΙΙ. Λέα
«OI WEISE MIE! ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ;» ούρλιαξα, και η μαμή, τεράστια και χλωμή και λουσμένη στον ιδρώτα, σαν να ’ταν εκείνη που γεννούσε, η μαμή γέλασε: «Γεννάς, κοπέλα μου! Όπως εκατομμύρια γυναίκες πρωτύτερα από σένα!» Ύστερα από ώρες ουρλιαχτών, ο ξαφνικός πόνος ξεθύμανε, μια κραυγή μου ’σπασε το τύμπανο και η μαμή μού ’δειξε έναν μικρό γυρίνο κρατώντας τον σαν τρόπαιο κάτω απ’ το κεφάλι. Αυτός ο γυρίνος έβγαζε κραυγές κάνοντας τσαλακώματα στο μικρό του μούτρο. Μου είπανε πως ήτανε ο γιος μου. Δεν ήθελα να το πιστέψω: τι; αυτό; ένα παιδί; ο γιος μου; Ο γυρίνος άνοιξε τα μπλε του μάτια κι αμέσως μ’ αναγνώρισε.
Στην αρχή δεν ήξερα πώς να τον φροντίσω. Γυναίκες, οι οποιεσδήποτε, γειτόνισσες, μεγάλες αδερφές, φίλες, μου ’μαθαν να ταΐζω ένα μωρό και να το φασκιώνω και να τ’ αγαπάω. Μια μέρα ο Ελί μού χαμογέλασε. Δεν έμοιαζε πλέον με γυρίνο.
Ο άντρας μου νανούριζε το μωρό, το γαργαλούσε και μερικές φορές το πέταγε στον αέρα. Ήμουν πολύ ευτυχισμένη που τον έβλεπα να το φροντίζει τόσο. Ύστερα παρατήρησα τις λεπτομέρειες: ο Ζαλμάν επαναλάμβανε πάντα τους ίδιους ήχους για να του πει λογάκια: «μπο-μπου-μπου-μπι-γκου» (ήχους που θα χρησιμοποιούσε ασταμάτητα και για τα επόμενα μωρά). Όταν πέταγε το μωρό στον αέρα, ήταν πάντα τέσσερις φορές − ποτέ τρεις ή πέντε −, όχι: τέσσερις. Και μόλις είχε παίξει δέκα λεπτά με τον Ελί, έχανε το ενδιαφέρον του για να γυρίσει στα βιβλία του.
Ο Ζαλμάν Ραμπίνοβιτς δεν αγαπούσε τα παιδιά. Του αρκούσε απλώς να αντιγράφει τους άλλους πατεράδες.
Philippe Blasband, Le livre des Rabinovitch
Mετάφραση: Ιφιγένεια Σιαφάκα
Τάσος Λειβαδίτης, Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια
.
Γιατί οι γυναίκες έχουν προαιώνιους,
μυστικούς δεσμούς με το αίμα
αίμα της ήβης, αίμα της παρθενιάς, αίμα της γέννησης
και βλέπουν πως τα λόγια στάζουν αίμα
λογχισμένα από τη δυσπιστία
και βλέπουν πως οι πράξεις τρέχουν αίμα
απ’ τη δειλία αποκεφαλισμένες
αίμα στα χέρια, αίμα στις κούπες, αίμα στο ψωμί
αίμα για να γεννηθείς,
αίμα για να πεθάνεις
βαθύ, σα θαύμα, ανθρώπινο αίμα.
Τάσος Λειβαδίτης, Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια, Εκδόσεις Κέδρος
Πίνακας: Anke Merzbach
.
.

