
Category Archives: ΤΕΧΝΕΣ: ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
[ο αποχαιρετισμός] της Μαριάννας Ράντου (e-περιοδικό bibliothèque)

Φωτό: Brooke Shaden
http://bibliotheque.gr/?p=20643
Ωραία λουλούδια και άσπρα ως ταίριαζαν πολύ. Αυτό μόνο πήρα μαζί μου, από τα λουλουδάδικα του Συντάγματος, ένα ματσάκι, κι ένα βιβλίο τσέπης ριγμένο στο χαρτοφύλακα, ανάμεσα στα χαρτιά. Σκέφτηκα να το άφηνα δίπλα, μαζί με το ματσάκι με τα λουλούδια:
Purifiés de Sarah Kane. Purifié, ως ταίριαζε, νόμιζα, πολύ. Πήγα, νιώθοντας αμήχανα. Αλλά πιο πολύ γιατί ένιωθα πως δεν μπορούσα να μην πάω. Αλλά αμήχανα. Δεν ήθελα πολύ κόσμο, επίσημο κόσμο, επιβεβλημένο ύφος, πένθιμο ύφος, προσποιητή αποθέωση. Κι αυτόν εξάλλου, όταν τον χειροκροτούσαν, δεν φαινόταν να θέλει την επιβεβλημένη αποθέωση, αλλά μια απλή απόδειξη ότι μας άρεσε το θέατρό (του). Αμήχανη, λοιπόν, στο δρόμο, ενόψει της θεσμοθετημένης αποθέωσης. Πόσο άδικο είχα. Πόσο ήξερε εκείνος όταν το ζήτησε. Πόσο είχε δίκιο που ήθελε να κανονίσει ο ίδιος, με τους δικούς του όρους, μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας, την “τελευταία του παράσταση”. Γιατί αυτό ήταν. Ήταν η τελευταία του παράσταση, σκηνοθετημένη από αυτόν τον ίδιο. Τίποτα επιβεβλημένο, τίποτα προσποιητό. Δεν υπήρχαν ηθοποιοί εκεί μέσα, μόνο οι θεατές του. Τα ωραία άσπρα μου λουλούδια δεν χρειάστηκαν -ένα ηλιοτρόπιο, μόνο του, καθόταν πάνω στο τζάμι. Και μέσα, στα χέρια του, σφιχτά, ένα βιβλίο: “Καθαροί, Πια”. Ως ταίριαζε πολύ. Σκοτεινή σκηνή, μια δεσμίδα φωτός, ένα λιτό “σκηνικό”, μια παρέλαση χαρακτήρων για έναν σιωπηλό χαιρετισμό. Και στα καθίσματα τριγύρω, θεατές. Πολλοί θεατές, σιωπηλοί. Σηκώνονταν, έφευγαν, κάθονταν, σιωπηλοί, γεμίζοντας τα καθίσματα, κοιτώντας στο κενό, κοιτώντας τους άλλους θεατές, κοιτώντας το σκηνικό, κοιτώντας το φέρετρο, κοιτώντας το Θέατρο. Ήταν η τελευταία του παράσταση. Σκηνοθετημένη από τον ίδιο.
Ήταν η τελευταία του παράσταση, κι εμείς οι τελευταίοι θεατές. ‘Εξω στο διάδρομο, στο βιβλιαράκι του γραφείου τελετών, νόμιζα πως θα’βλεπα ”μετάφραση Τζένη Μαστοράκη , σκηνικά Χλόη Ομπολένσκι , φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος”. Έξω στο δρόμο, στο φως, συνειδητοποίησα πως δεν χρειαζόταν κάν να γράψω τα αρχικά μου.
Αρκούσε απλώς το συνοδευτικό: “Οι θεατές σας”. ————–
Αχιλλέας Κατσαρός, Les grandes personnes

.
H τέχνη να αγαπάς
είναι μεταξωτή.
Άσε τα λόγια τα μικρά
για το μεγάλο κόσμο.
Κύλα μέσα στο τετράγωνο σύρμα σου.
Πινελιά βαθιά που σε χαράζει
το κύμα φύγε σου.
Φύγε… Για να ξαναρθείς…
Κύλα στις μαύρες πεταλούδες σου
να γίνουν ποτάμια οι σταυροί σου.
Κύλα μέχρι να γίνεις αποσιωπητικό.
Προδημοσίευση από τη συλλογή
Η χειρουργική των έσω ουρανών
,
Φωτό: Robert and Shana ParkeHarrison
.
.
Μαρία Μαργαρίτη, O θανατος, το καλυτερο Photoshop

Πρωτα τη σκοτωσε.
Με μια βαθια μαχαιριά.
Επειτα την αγαπησε. Βαθια.
Ηταν νεκρη και στολισμενη μεσα του.
Και δικαιωμενη.
Αρα ομορφη.
Αναμνηση πια.
Αρα ακινδυνη.
Εμ, βεβαια.
Τα πτωματα κι οι αναμνησεις είναι πιο τρυφερα απ’ τους ανθρωπους.
Δεν διαμαρτυρονται.
Δεν αντιμιλουν.
Δεν εχουν ηλιθιες απαιτησεις.
Δεν σου χαλανε τη σειρα.
Διπλωνουν στα δυο και δεν πιανουν πολύ χωρο.
Α, ναι! και οι «εξ α π ο σ τ α σ ε ω ς» αγαπες
Αλλα πανω απ’ όλα οι ανεκπληρωτοι ερωτες.
Αυτοι κι αν είναι μεγα κελεπουρι!
Χαριζουν ένα αισθημα γλυκο
της παραλιγο πληροτητας
στην ματαιωμενη στην ανεκπληρωτη
στην «παραλιγο ζωη»
Φωτογραφία: Peter Kemp
.
.
Μαρία Μαργαρίτη, Η ΣΥΝΤΑ-ΓΗ γυριζει (ΙΙ)

Η ΣΥΝΤΑ-ΓΗ γυριζει (ΙΙ)
O Souperman δεν είναι κρετινος
Να σωζει αιωνια ξανθες
Με προεμμηνορροϊκό συνδρομο
Και τσιχλοφουσκα εκει που η σαμπρελα χανει αερααααααα(χ)
Εκανε μαθηματα διαλογισμου
Στην αλχημεια του Κοελιο
Και τωρα ξερει πως το συμπαν
Δεν δινει δεκαρα
Αλλα η «τυχη» είναι ενας ακομη τροπος
Ενας ακομη Θεος
Για να προβαλουν πανω του οι ανθρωποι την αφανερωτη —ακομη και στους ιδιους—
τη βαθια επιθυμια τους.
Αυτή που οριζει τη μοιρα τους.
Ετσι ο Souper εγινε απλος
κι εμεις;
καπως καλυτερα — μα τον Θεό…
Μαρία Μαργαρίτη
Πίνακας: Igor Morski
Ματτίας Μάρε, ΔΟΚΙΜΕΣ Α΄, Δυσώνυμες Φαρμακείες

Σε μια χούφτα σκόνη κρυβόταν ο φόβος,
με το πέτρινο τούτο κεφάλι στους τερατώδεις ώμους,
σαν να ξυπνώ από ύπνο βαθύ,
σε άλλες ζωές μυριάδες,
καμωμένον από δυσώνυμες φαρμακείες αρχαίες,
όπου η μνήμη ξεπέρασε το σύνορό της
και έγινε μάνα κόρη και μητριά,
έγινε μνήμη κύτταρο
και εξαΰλωνε σε πυρά άφιλη εξαντλητική
τους αμέτρητους προγόνους μου.
Kαι ποια ψυχή ήθελε αντέξει μια
θάλασσα λύπης που σταλάζει στον αιώνα,
« Living nor dead »,
κοιτώντας στη καρδιά του φωτός, στη σιωπή,
πυρωμένο λευκό ξεραίνει τη ψυχή.
Γερνάς κι αντί να καθαρίζει ο ορίζοντας
γεμίζει ηχώ σε δρόμους κοχλίες.
Παρόν και μέλλον μια αυταπάτη του μυαλού,
Εάν όλος ο χρόνος είναι παντοτινά παρών
Όλος ο χρόνος είναι σκλαβωμένος.
Ύλη σκεπτόμενη,
ένα αέρινο μυθολογικό κουκούλι
κρεμασμένο στο δέντρο του χωροχρόνου,
το παίγνιο της αντίληψης
με τ’ αραχνοΰφαντα δίχτυα
της ιδεολογικής πρότασης,
ιερά παράδοσις, μυθολογία και επιστήμη,
συγκρουόμενες στο χάος,
κατίσχυσαν της ύλης και δημιουργούν
έναν υπέροχο, νέο πάντα νέο κόσμο,
που κουβαλά σαν κατάρα την ομορφιά
και την τραγωδία, περίκλειστες μέσα του.
Θεός είναι αυτό, από το οποίο μεγαλύτερο δεν μπορεί να νοηθεί
και ο Θεός διαβεβαιωτικά υπάρχει τόσο αληθινά,
ώστε δεν μπορεί να γίνει νοητό ότι δεν υπάρχει.
Ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης·
ΜATTIAΣ ΜΑΡΕ, Ιούλιος 2012
[“τι θέλεις; respondebat illa: απο θανείν θέλω.” ]
Το ποίημα χρησιμοποιεί αναμνήσεις ενεργές από την Έρημη Χώρα του T.S. Eliot
από την απόδοση της από τον Γιώργο Σεφέρη,
από τον μύθο της Σίβυλλας Κυμαίας,
ενός στίχου από το Les Anges sont Blancs του Γιώργου Σεφέρη,
ενός στίχου των Περσών, που μιλά για τον πόνο,
ενός μεταφρασμένου αποσπάσματος από το Οντολογικό επιχείρημα του Αγίου Ανσέλμου,
και ως επιμύθιο, ένος στίχου από γνωστό απόσπασμα του Κατά Λουκάν Ευαγγελίου.
Φωτογραφία: Catrin Welz Stein













