RSS

Category Archives: Σκέψεις περί Αισθητικής και Λογοτεχνίας

Tζίνα Πολίτη, Να μην επιστρέψει η λογοτεχνία στη μίμηση του παρελθόντος (Περιοδικό ο Αναγνώστης)

 1. Αρχίζω παραθέτοντας από δύο αγγλικά μυθιστορήματα του 18ου αιώνα: στο πρώτο, συναντάμε την ακόλουθη αποστροφή: «Ω εσείς φτωχοί γραφιάδες που γράφετε για να τρώτε!»[1] Στο δεύτερο συναντάμε την εξής διαπίστωση: «για κάθε συγγραφέα που πετυχαίνει, εκατό άλλοι αποτυγχάνουν. Δεν μπορούν να ζήσουν από το επάγγελμά τους. Είναι λοιπόν αδιάφορο το πόσο γρήγορα πεθαίνει το έργο τους, αρκεί να μπορούν αυτοί οι ίδιοι να ζήσουν».[2] Τα παραθέματα αυτά οδηγούν στη σκέψη πως είναι αδύνατον να μιλήσουμε για τον συγγραφέα «σε περιβάλλον κρίσης» χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τις υλικές συνθήκες παραγωγής και κατανάλωσης του έργου του. Κι από την άποψη αυτή, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ο «συγγραφέας»,ο οποίος δεν διέθετε ίδιους πόρους, λειτουργούσε ανέκαθεν σε «συνθήκες κρίσης». Σε προηγούμενους αιώνες, οι συνθήκες λογοτεχνικής γραφής αλλά και παραγωγής του έργου εξαρτιόταν από κάποιο Πάτρωνα, η δε κατανάλωση από μια λίγο πολύ γνωστή κοινότητα αναγνωστών.Εξ ου και οι κολακευτικές αφιερώσεις στον Πάτρωνα στο περικείμενο του βιβλίου, στο δε εσωτερικό του κειμένου οι κολακευτικές αποστροφές του αφηγητή προς στους αναγνώστες του. Αργότερα, με την άνοδο της αστικής τάξης, όταν άρχισε να λειτουργεί η εκδοτική «αγορά» και η «εμπορευματοποίηση» του ελεύθερου χρόνου, η απόσταση ανάμεσα στο συγγραφέα και τους αναγνώστες του άρχισε να διευρύνεται.

Νέες συνθήκες καθόριζαν τώρα την υλική παραγωγή και κατανάλωση του έργου: οι εκδότες που επέλεγαν το συγγραφέα και το έργο, οι βιβλιοπώλες που το διαφήμιζαν, καθώς και η νεόκοπη εμφάνιση της δημοσιογραφικής κριτικής στον τότε ημερήσιο και περιοδικό τύπο, η οποία διαμόρφωνε την «κοινή γνώμη» και επηρέαζε τις πωλήσεις. Οι νέες αυτές συνθήκες, που συνδέονταν άμεσα με την αγορά, διαμόρφωναν σε μεγάλο βαθμό και τον ορίζοντα των λογοτεχνικών προσδοκιών του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού. Ας αναφέρω εδώ και την ασυστολή πειρατεία του έργου τους, πριν καθιερωθεί το copyright (1707), το οποίο και σπάνια τους προστάτευε! Οι «επαναστάσεις» στην παραγωγή και την εμπορευματική προώθηση του λογοτεχνικού προϊόντος, συνδέονται, όπως ξέρουμε, με ευρύτερες οικονομικές και εργασιακές αλλαγές. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ τα όσα παραθέτει ο Μαρξ το 1866 για τις συνθήκες της υλικής παραγωγής του συγγραφικού προϊόντος, βασιζόμενος στις επίσημες αναφορές κρατικών επιτροπών : «Η υπερβολική εργασία των ενηλίκων και ανηλίκων σε διάφορα τυπογραφεία…του Λονδίνου εξασφάλισε σε αυτή την εργασία το όνομα «σφαγεία». Η ίδια υπερβολική εργασία γίνεται και στη βιβλιοδεσία όπου τα θύματα σφαγής είναι ιδίως γυναίκες, κορίτσια και παιδιά. Δουλεύουν 14, 15 και 16 ώρες συνέχεια … με δύο ώρες μονάχα ανάπαυσης για το φαγητό και τον ύπνο!»[3]. Αλλά και οι ίδιοι οι φτωχοί συγγραφείς τελούσαν σε καθεστώς «δουλείας»! Έτσι, όπως διαβάζουμε στο εξαίρετο μυθιστόρημα του George Gissing New Grub Street (1891) – δρόμος όπου οι εκδότες είχαν τις επιχειρήσεις τους, δεν ήταν μόνο οι εξευτελιστικές αμοιβές που λάβαιναν οι συγγραφείς. Ήταν και το γεγονός ότι οι νέες συνθήκες παραγωγής και κατανάλωσης δεν άφηναν ανεπηρέαστη ακόμα και τη μορφή και ποιότητα του έργου τους: τα μυθιστορήματα έπρεπε αναγκαστικά να αποτελούνται από τρεις ογκώδεις τόμους, και να ικανοποιούν το γούστο της μαζικής κουλτούρας. Στο μυθιστόρημα αυτό του Gissing, βλέπουμε επίσης τη λειτουργία αυτού που ο Pierre Bourdieu ονομάζει το «μικρόκοσμο του λογοτεχνικού πεδίου». Το πεδίο αυτό, επισημαίνει ο Bourdieu, είναι ένας σχετικά αυτόνομος χώρος που δημιουργείται από μια ομάδα δρώντων, έργων και φαινομένων που συνιστούν τη λογοτεχνική πράξη. Είναι ένας χώρος οι δομές του οποίου ορίζονται από το σύστημα δυνάμεων που ενεργούν εντός του στη βάση της αντιπαλότητας και του ανταγωνισμού. Στο σημείο αυτό, υπεισέρχεται και η σχέση του κοινωνικού μικρόκοσμου του λογοτεχνικού πεδίου με τις δυνάμεις παραγωγής.[4]

Κι ας έρθουμε στο σήμερα, και δεν αναφέρομαι στην Ελλάδα όπου η εκδοτική βιομηχανία, ευτυχώς, δεν έχει ακόμα «εκσυγχρονιστεί»! Τεράστιοι, απρόσωποι εκδοτικοί οίκοι έχουν δημιουργηθεί όπου ο συγγραφέας δεν έχει πλέον καμιά προσωπική πρόσβαση σε αυτούς παρά μόνο μέσω μιας νέας κατηγορίας εργαζομένων των «μεσαζόντων» ( agents)∙ λίστες των «ευπόλητων» βιβλίων (best sellers), οι οποίες δεν αντανακλούν αναγκαστικά την ποιότητα του έργου αλλά συνηθέστερα τη χειραγώγηση του «γούστου», δημοσιεύονται στον τύπο, ενώ η σειρά κατάταξης μεταβάλλεται καθημερινά, δημιουργώντας έτσι στη συνείδηση των αναγνωστών την αίσθηση του εφήμερου και της «θνησιμότητας» των έργων∙ η καθιέρωση του θεσμού των ετήσιων βραβείων και το γεγονός ότι στην Αγγλία, π.χ., πριν την τελική κρίση των επιτροπών, τα κείμενα μετατρέπονται σε κερδοσκοπικά αντικείμενα αφού τα «φαβορί» παίζονται σε εταιρείες στοιχημάτων !Αν σε αυτά προσθέσει κανείς και την τρομακτική, οικονομική κρίση, θα διαπιστώσει ότι εντείνει τον ανταγωνισμό, εξοντώνει τους βιβλιοπώλες και τις μικρές εκδοτικές επιχειρήσεις και επηρεάζει όχι μόνο την έκδοση ή μη ενός λογοτεχνικού έργου, αλλά και τη μορφή και το περιεχόμενό του! Μέσα σε αυτές τις δύσκολες, αγοραίες συνθήκες παραγωγής και κατανάλωσης, βρίσκεται παγιδευμένος σήμερα ο μοναχικός συγγραφέας! 2. Ας έρθουμε, όμως τώρα στο δεύτερο θέμα μας, που αφορά τη μοναχικότητα του συγγραφέα, πριν το έργο του εμπλακεί στις υλικές συνθήκες παραγωγής του. Τι επιπτώσεις μπορεί να έχει σε αυτό η οικονομική κρίση; Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του, ο περουβιανός συγγραφέας Mario Vargas Liossa, υποστήριξε ότι τα «μεγάλα τραύματα» όπως η τρέχουσα οικονομική κρίση, είναι πολύ «διεγερτικά» γιατί «κεντρίζουν» και «γονιμοποιούν» τη λογοτεχνία. Προέβλεψε δε την αρχή μιας «καλής εποχής» για τη λογοτεχνική δημιουργία![5] Επιτρέψτε μου να έχω ορισμένες αμφιβολίες. Γιατί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τα «μεγάλα τραύματα», όπως οι πόλεμοι και οι οικονομικές και κοινωνικές καταστροφές παίρνουν πολύ χρόνο πριν ωριμάσουν, πριν βρουν την αντίστοιχη έκφραση και μορφή σε αυτό που ονομάζουμε μεγάλη λογοτεχνία. Αποτυπώσεις του «συρμού», επιδερμικές, περιγραφικές αναπαραστάσεις της «κρίσης», στερεότυπα χαρακτήρων, πλοκής και προβλέψιμων, μελοδραματικών συμβάντων μπορεί να παράγονται και να μοσχοπουλούν! Αλλά ως έκφραση και ως δομή με κανένα τρόπο δεν αντιστοιχούν στο βάθος και το πολύμορφο κοινωνικό φαινόμενο της κρίσης. 3. Κι εδώ, επιστρέφει το θεωρητικό ερώτημα που απασχόλησε τον μεγάλο Αμερικανό κριτικό της λογοτεχνίας Edmund Wilson, ο οποίος, το 1932, δημοσίευσε μια σειρά από βινιέτες με τίτλο: Οι Αμερικανικοί Σπασμοί: τα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κατάρρευσης (The American Jitters: the years of the great slump). Οι βινιέτες αυτές αποτυπώνουν τις συνθήκες της ανεργίας, της πείνας, των αυτοκτονιών, των χαμένων καταθέσεων, την εξαθλίωση των αστέγων, τις εξεγέρσεις και την αστυνομική βία, και μαζί, το απρόσωπο σύστημα των τραπεζών, των ανώνυμων εταιριών, του χρηματιστηρίου, δυνάμεις η ευθύνη των οποίων δεν εντοπίζεται πουθενά, παρά έμμεσα στην ιδεολογική «ηθικοποίηση» της κρίσης, την οποία το Σύστημα αποδίδει στην οκνηρία και την καταναλωτική έξη των πολιτών, καλλιεργώντας έτσι το αίσθημα της συλλογικής ενοχής και ευθύνης! Αν δεν ήταν η απόσταση του χρόνου, θα νόμιζε κανείς πως ο Wilson περιγράφει την πραγματικότητα που ζούμε σήμερα! Αναστοχαζόμενος την ανέμελη εποχή της επιβεβλημένης ξέφρενης κατανάλωσης των «Gay Twenties», που βρήκε την τέλεια έκφραση στο μυθιστόρημα του Scott Fitzgerald Ο Μεγάλος Gatsby(1925), ο Wilson αναρωτήθηκε αν μπορούν πλέον οι συγγραφείς να ασχολούνται με τους λογοτεχνικούς «πειραματισμούς» του όψιμουμοντερνισμού, όταν εκατομμύρια ανθρώπων αντιμετώπιζαν την εξαθλίωση και το έθνος ήταν στο χείλος της καταστροφής. Το θεωρητικό αυτό ερώτημα, μαζί με τη διαμάχη μεταξύ του Georg Lucacs και του Bertold Breht, σχετικά με το αν η ιδεολογία του Μοντερνισμού και της φορμαλιστικής πρωτοπορίας, σε αντίθεση με εκείνη του κριτικού ρεαλισμού, υπηρετεί, σε τελευταία ανάλυση, το σύστημα του Καπιταλισμού, καθώς και εκείνη ανάμεσα στον J.P. Sartre και τον Roland Barthes, σχετικά με το αν το «κείμενο της ανάγνωσης» (texte lisible) ή το «κείμενο της γραφής» (texte scriptible) είναι εκείνο που απελευθερώνει και επαναστατικοποιεί την κριτική συνείδηση του αναγνώστη, επανέρχεται στην εποχή μας.

Τι πρέπει λοιπόν να κάνουν οι συγγραφείς; Να αναστήσουν παλαιότερες μορφές της τέχνης τους; Το Ρεαλισμό, το Νατουραλισμό, την Ηθογραφία και τη «Στρατευμένη» λογοτεχνία; Να διαγράψουν την κληρονομιά του «Μοντερνισμού» και τους μεταμοντέρνους «πειραματισμούς» ως μορφές έκφρασης η δομή των οποίων κρίνεται εξ ορισμού ανίκανη να διαχειριστεί το τεράστιο, ανθρωπιστικό πρόβλημα της οικονομικής και όχι μόνο κρίσης; Επιτρέψτε μου να δηλώσω πως θεωρώ ότι ο προβληματισμός αυτός είναι έωλος και εκ των προτέρων καταδικασμένος. Γιατί, κανείς δεν κατέχει την θεωρητική ή τη θεσμική «εξουσία» ώστε να υποδείξει στους συγγραφείς (οι οποίοι με κανένα τρόπο δεν συνιστούν ένα ομοιογενές σώμα) ποιο είναι το κοινωνικό καθήκον τους και πως πρέπει να γράφουν! Αυτή είναι μια θέση η οποία όχι μόνο έρχεται σε αντίθεση, αλλά συμβάλει στην ακύρωση της μελλοντικής διάστασης του ιστορικού χρόνου. Ζούμε σε μια εποχή όπου οι Κυρίαρχες Δυνάμεις επιστρέφουν την κοινωνία πίσω στις βάναυσες εργασιακές, κοινωνικές και πολιτισμικές μορφές σχέσεων του 19ου αιώνα, με στόχο να διαγράψουν όλα όσα κατέκτησαν με τους αγώνες τους οι λαοί της Ευρώπης. Ας μην συμβάλουμε λοιπόν άθελά μας ώστε να επιστρέψει και η λογοτεχνία στο καθεστώς μιας ακόμα άθλιας μίμησης του παρελθόντος! Η μεγάλη Λογοτεχνία, ως μορφή συμβολικής αντίστασης στις κατεστημένες καταστάσεις, τα στερεότυπα και τις κοινότοπες μορφές, συναισθανόμενη τα σημεία των καιρών, χάραζε πάντοτε νέους δρόμους έκφρασης. Αυτό, και όχι το χρηματιστηριακό, ήταν και είναι το μεγάλο, ανεκτίμητο συμβολικό κεφάλαιο της Ευρώπης. Το οποίο, αν δεν καταστρέφεται, συστηματικά υποβιβάζεται σήμερα από τις οικονομικές και «πνευματικές» ελίτ. Ας το προστατέψουμε. «Συγγραφείς όλης της Ευρώπης, ενωθείτε!»

Ευχαριστώ

[1] Εdward Kimber, The youthful adventures 0f David Leare, London, 1757.[2] Richard Griffith,Triumverate, London, 1764.[3] Τάκης Μαστρογιαννόπουλος, Η Ανοδος και Πτώση των Εργατικών Διεθνών, Αθήνα: Τόπος, 2013, σς.367-8.[4] Οι κανόνες της τέχνης: Γένεση και Δομή του Λογοτεχνικού Πεδίου. Μετ. Έφη Γιαννοπούλου, Αθήνα: Πατάκης, 2006.[5] Latin American Herald Tribune, Feb. 15, 2014.

Να μην επιστρέψει η λογοτεχνία στη μίμηση του παρελθόντος

.

.

 

E. Γιαννοπούλου, Θ. Τραμπούλης: Οι συγγραφείς ως οργανικοί διανοούμενοι: οι διαταραγμένες σχέσεις της λογοτεχνίας με τα εικαστικά (3o μέρος)

Εγγονόπουλος 3

Εικαστικοί και λογοτέχνες, ενώ για δεκαετίες συμπορεύτηκαν με κοινά προτάγματα και αισθητικές αναζητήσεις, απομακρύνθηκαν την τελευταία 40ετία και το ένα πεδίο μοιάζει να αγνοεί το άλλο. Δύο διαφορετικοί τρόποι ανταπόκρισης στις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της περιόδου του ελληνικού εκσυγχρονισμού.

Στα δύο πρώτα κείμενα της σειράς αυτής (τχ. 12 και 13), προσπαθήσαμε να περιγράψουμε κάποια από τα γνωρίσματα μιας πεζογραφίας που κυριάρχησε την τελευταία εικοσαετία: ηθογραφική, περιπτωσιολογική, γραμμική, καχύποπτη απέναντι στις επιστήμες του ανθρώπου και το αρχείο ως προς τη μορφή της, ετερονομική και συνδεδεμένη με εξωλογοτεχνικούς παράγοντες. Προτείνουμε να ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση και να συζητήσουμε εν συντομία και σε αδρές γραμμές το χώρο των εικαστικών και πιο συγκεκριμένα το πεδίο εκείνο που διεκδικεί το πρόσημο της σύγχρονης τέχνης. Πιστεύουμε πως μια τέτοια συγκριτική μελέτη θα μπορούσε να φωτίσει πλευρές που πολύ συχνά η μελέτη του κάθε πεδίου χωριστά αδυνατεί να κατανοήσει και να αποτιμήσει.Εγγονόπουλος Πράγματι, η σύγχρονη τέχνη εισήλθε στο προσκήνιο του δημόσιου λόγου ως αυτόνομο πεδίο, ξέχωρο από το πολύ ευρύτερο πεδίο των εικαστικών, κατά την τελευταία εικοσαετία και ιδίως μετά το 2000. Πρόκειται για μια τέχνη ρευστή, διακριτή τόσο ως προς το πλαίσιο έκθεσής της, εκτός του τυπικού χώρου των μουσείων και των παραδοσιακών γκαλερί, όσο και ως προς το είδος των μορφών της, αντιαφηγηματικές, συχνά παιγνιώδεις και ανάλαφρες, άλλοτε σωματικές και επιτελεστικές και άλλοτε αποσπασματικές και αρχειακές, με εγγενείς διακειμενικότητες και αναστοχασμό γύρω από το μηχανισμό παραγωγής της. Για την ενίσχυσή της αυτή έπαιξαν ρόλο πολλοί παράγοντες. Οπωσδήποτε η θρυλική σύγκρουση τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 του Νίκου Κεσσανλή, πρύτανη τότε της Σχολής Καλών Τεχνών, με τη διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα είχε από θεσμική άποψη ιδιαίτερη σημασία: διέκρινε σε επίπεδο ιδρύματος τη σύγχρονη τέχνη από τον παραδοσιακό ελληνοκεντρικό μοντερνισμό και τη γενιά του ’30, συσπείρωσε έναν πυρήνα νέων καλλιτεχνών και ανήγαγε σε κυρίαρχο λόγο μια κατηγορία μορφών που μέχρι τότε ήταν σχετικά περιθωριακή ως προς το συμβολικό της κύρος. Έτσι, η Εθνική Πινακοθήκη τράβηξε πάνω της εκθέσεις όπως την εμβληματική «Από τον Θεοτοκόπουλο στον Σεζάν» (1992), η οποία επιβεβαίωνε με την πρωτοφανή της προσέλευση μια κυρίαρχη εθνική αφήγηση για την αρχαιότητα, την τέχνη και το μοντερνισμό· ενώ, αντίθετα, η Σχολή Καλών Τεχνών φιλοξένησε το 1996 το «Everything that is interesting is new», μια έκθεση η οποία παρουσίασε σε μεγάλη κλίμακα έργα από τη συλλογή του Δάκη Ιωάννου και συνέστησε στο ευρύ κοινό μια συγχρονική και διεθνώς δημοφιλή νέα κατηγορία μορφών. Ό,τι μέχρι εκείνη την εποχή λογιζόταν από την κάπως επαρχιακή υπεροψία της διανόησης ως κιτς (πρβ. τον τόμο Κάτι το «ωραίον», εκδ. Αντί) μπόρεσε με το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ, το φορέα διαχείρισης της συλλογής Ιωάννου, να αποκτήσει τη λόγια καταξίωση του ποπ υψηλού. Οπωσδήποτε επίσης έπαιξε ρόλο η δημιουργία του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στην αρχή της δεκαετίας του 2000. Το ΕΜΣΤ όρισε στο αστικό συνεχές μια τομή υπό εκκρεμότητα με το αενάως κατασκευαζόμενο κέλυφός του στο παλιό εργοστάσιο του Φιξ· κατονόμασε επισήμως μια ειδολογική κατηγορία, τη «Σύγχρονη Τέχνη»· απορρόφησε έστω και φειδωλά ένα κομμάτι του προϋπολογισμού του Υπουργείου Πολιτισμού· χάραξε το δρόμο για τη δημιουργία αντίστοιχων θεσμών στη Θεσσαλονίκη και αλλού. Οπωσδήποτε είχαν τη δική τους συμβολή οι νέες γκαλερί, που φιλοξενούσαν προγραμματικά και αυτοπροσδιοριστικά σύγχρονη τέχνη, η προβολή των εκθέσεων από τα περιοδικά lifestyle και αργότερα από τα freepress, η όψιμη και προς το τέλος αυτής της περιόδου διοργάνωση μεγάλων διεθνών εκθέσεων, όπως η Μπιενάλε της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Όλα αυτά είναι όμως τα επιφαινόμενα.

.

Πεντζίκης

.

Η αυτονόμηση του πεδίου της σύγχρονης τέχνης σχετίζεται δομικά με τη διεύρυνση και την κυριαρχία της μεσαίας τάξης μετά τη δεκαετία του ’80 και μάλιστα σε δύο αλληλένδετα επίπεδα. Οι νέες εύρωστες οικονομικά ομάδες είχαν, από τη μία, τη δυνατότητα να επενδύσουν στην παιδεία, να υποστηρίξουν μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, κατά κύριο λόγο στην Αγγλία, και να διατυπώσουν ένα ρητό αίτημα πολιτικού και πολιτιστικού εξευρωπαϊσμού· από την άλλη, με την καινούργια αυτή ευρωπαϊκή παιδεία, χρειάζονταν νέες μορφές γύρω από τις οποίες θα δομούσαν το συμβολικό τους κεφάλαιο. Ο Α. Φασιανός, ο Γ. Σταθόπουλος, έστω ο Γ. Ψυχοπαίδης, δεν θα ήταν πλέον οι μόνοι που θα αντιστοιχούσαν το όποιο καλλιτεχνικό τους κύρος με οικονομικά ανταλλάγματα. Μια γενιά νέων με κοσμοπολιτική και σχετικά στιβαρή ακαδημαϊκή παιδεία, με καινούργια αιτήματα, αναζήτησε στις εικαστικές μορφές αυτό που ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 είχε βρει στη μουσική και στον κινηματογράφο. Ένα δυτικό μορφικό πρόταγμα απαλλαγμένο από τις υπνοβατικές σχέσεις με την Αριστερά, την υποτιθέμενη λαϊκή παράδοση, την αρχαία ιστορία. Τη δεκαετία του 2000 η ελληνική σύγχρονη τέχνη καταφέρνει πια να ενταχθεί στο παράδειγμα το οποίο κυριαρχεί στον δυτικό κόσμο: η τέχνη λογίζεται πια ως μέρος της κουλτούρας του ελεύθερου χρόνου. Πεντζίκης 2Εάν όμως τόσο το πεδίο των εικαστικών όσο και το πεδίο της λογοτεχνίας αναδιατάχθηκαν μετά τη δεκαετία του ’80 ακολουθώντας το μετασχηματισμό της μεσαίας τάξης, πώς εξηγείται αυτή η θεμελιώδης μεταξύ τους ρήξη; Πράγματι, μέχρι την περίοδο αυτή, οι δύο κόσμοι βρίσκονταν σε καταστατική συνάφεια. Δεν είναι μόνο οι προσωπικές σχέσεις που συνέδεαν ζωγράφους και συγγραφείς. Ή η συστράτευσή τους σε κοινά εγχειρήματα, από το καθοριστικό για τον ελληνικό μοντερνισμό περιοδικό Τρίτο Μάτι έως το Τραμ του ’70. Δεν είναι ούτε το γεγονός πως εικαστικοί, όπως ο Γ. Μόραλης ή ο Γ. Τσαρούχης, συνδέθηκαν αξεδιάλυτα με τους μείζονες ποιητές της γενιάς του ’30. Ούτε καν ότι τρεις από τους σημαντικότερους μοντερνιστές δημιουργούς του 20ού αιώνα (Κόντογλου, Πεντζίκης, Εγγονόπουλος) μοιράζονται μεταξύ λογοτεχνίας και ζωγραφικής. Είναι κυρίως πως, ενώ μέχρι τότε ένας διαρκής διάλογος φαίνεται να διατρέχει το λογοτεχνικό και το εικαστικό έργο του ελληνικού μοντερνισμού, από τη συνάφεια της σχολής του Μονάχου με τη γενιά του 1880 έως τις κοινές μορφολογικές αναζητήσεις της γενιάς του ’70 και εικαστικών όπως ο Γ. Λαζόγκας και ο Ν. Χουλιαράς, μετά το 1980 η συμπόρευση αυτή διακόπτεται. Η ελληνική πεζογραφία, αυτή τουλάχιστον για την οποία συζητάμε, δεν φαίνεται να συνομιλεί με τη σύγχρονη τέχνη: ένα από τα ελάχιστα μυθιστορήματα της εποχής αυτής που καταπιάνεται με τη ζωγραφική αναπαράσταση, το Αδιανόητο τοπίο του Τ. Θεοδωρόπουλου (1991), περιγράφει ένα καλλιτεχνικό υποκείμενο θλιβερά παρωχημένο, για όποιον τουλάχιστον έχει ενδιαφερθεί έστω και επιφανειακά για τις εξελίξεις στην τέχνη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και παρόλο που ένα από τα αντινομικά γνωρίσματα της σύγχρονης τέχνης είναι ότι παράγει και πλαισιώνεται από έναν δύσκολα αξιοποιήσιμο όγκο κειμένων, είναι ενδεικτικό πως σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, όταν η σύγχρονη τέχνη γνωρίζει στην Ελλάδα τη μεγάλη της άνθηση, κανείς από τους δημοφιλείς και προβεβλημένους συγγραφείς δεν ασχολείται μαζί της. Για να κατανοήσουμε την ασυνέχεια αυτή, ας αναλογιστούμε τα δομικά χαρακτηριστικά τόσο της σύγχρονης τέχνης όσο και της νέας ελληνικής πεζογραφίας. Κοντογλου 2Εγγενώς ακαδημαϊκή, αποσπασματική και ρευστή η πρώτη, γραμμική, εχθρική προς τον στοχαστικό λόγο η δεύτερη, συγκροτούνται φαινομενικά σε δύο αντίθετους πόλους της κυρίαρχης κουλτούρας. Στην πραγματικότητα, αποτυπώνουν ένα σχιζοειδές χαρακτηριστικό της, έναν διαρκή και άλυτο διάλογο ανάμεσα σε ένα αίτημα διεθνικότητας, ευρωπαϊκού, δυτικού προσανατολισμού, λογιοσύνης από τη μια, και σε ένα αίτημα εθνικής αναδίπλωσης, ομφαλοσκόπησης, εγγενούς ηθογραφίας από την άλλη. Αποτυπώνουν όμως και τα δομικά χαρακτηριστικά της εισβολής της αγοράς στο χώρο του πολιτισμού. Η πεζογραφία, προορισμένη να καταναλωθεί από ένα ευρύτερο και λιγότερο απαιτητικό κοινό, υιοθετεί συντηρητικότερες, πιο καθησυχαστικές μορφές, παρά την ενίοτε «τολμηρή» θεματολογία της. Η σύγχρονη τέχνη, απευθυνόμενη αναγκαστικά σε λίγους και ειδικούς, ενστερνίζεται πιο ρηξικέλευθες μορφές, αλλά μαζί τους και όλες τις «στρεβλώσεις» της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Υπό αυτό το πρίσμα φαίνονται όμως ευκρινέστερα και οι αναπηρίες της πόλωσης: εάν η πεζογραφία στην οποία αναφερόμαστε δεν κατορθώνει να υπερβεί τα όρια μιας αποπνικτικής μερικότητας, εξίσου η σύγχρονη τέχνη δεν κατορθώνει να ελέγξει την αλαζονική της γενικότητα: τις περισσότερες φορές ασκεί εύστοχες κριτικές σε ένα ασαφές και θεωρητικά τεκμηριωμένο πολιτικό, χωρίς να ενδιαφέρεται για αυτό που συμβαίνει έξω από την πόρτα της. Με αποτέλεσμα, φυσικά, να χάνει το κοινό της. Επανερχόμαστε έτσι σε μια αντίφαση που υπαινικτικά διατυπώσαμε στο πρώτο μας κείμενο: η ενασχόληση με το πολιτικό γίνεται ένα από τα κατεξοχήν εμπορεύσιμα χαρακτηριστικά της σύγχρονης τέχνης, αλλά οι εικαστικοί καλλιτέχνες, στην εποχή της ακραίας κρίσης που το διαπερνά, τηρούν συνήθως αιδήμονα σιγή. Σήμερα, ωστόσο, η ανάδυση μιας νέας γενιάς λογοτεχνών και καλλιτεχνών μοιάζει να υπερβαίνει την πόλωση και να ανοίγει εκ νέου το διάλογο μεταξύ των δύο πεδίων. Αυτό θα μας απασχολήσει στο τελευταίο μας κείμενο.

Κοντογλου

Πίνακες: N. Εγγονόπουλος, Ν. Γ. Πεντζίκης, Φ. Κόντογλου

http://artfullyonsaturday.wordpress.com/author/efyan/

1ο  μέρος  http://wp.me/p2VUjZ-2Qn

2ο μέρος http://wp.me/p2VUjZ-2ZO

.

.

 

 
Image

Έφη Γιαννοπούλου, Θεόφιλος Τραμπούλης: Οι συγγραφείς ως οργανικοί διανοούμενοι: H ανάδειξη μιας λογοτεχνικής «φουρνιάς» (2o μέρος)

Έφη Γιαννοπούλου, Θεόφιλος Τραμπούλης: Οι συγγραφείς ως οργανικοί διανοούμενοι: H ανάδειξη μιας λογοτεχνικής «φουρνιάς» (2o μέρος)

Στη δεκαετία του 1990 αλλά και του 2000 νέα λογοτεχνικά περιοδικά αναδεικνύουν και καθιερώνουν μια γενιά πεζογράφων δίνοντας έμφαση σε κριτήρια όπως η νεότητα, η εμπορική επιτυχία και η αδιαμεσολάβητη αφήγηση της σύγχρονης πραγματικότητας. Οι εκπρόσωποί της κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο μέχρι σήμερα υπό την ιδιότητα του συγγραφέα.

Tο Μάιο του 2004, το περιοδικό να ένα μήλο, το οποίο διηύθυνε η δημοσιογράφος Λώρη Κέζα, διοργάνωσε στην Πάρο, σε συνεργασία με τις εκδόσεις Διήγηση, μια διήμερη συνάντηση συγγραφέων με θέμα συζήτησης την Ελίζαμπεθ Κοστέλο, το μυθιστόρημα του Τζ. Κούτσι, βραβευμένου την προηγούμενη χρονιά με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στη συζήτηση, η οποία έγινε στο «Σπίτι της λογοτεχνίας», τον ξενώνα φιλοξενίας μεταφραστών και λογοτεχνών που ίδρυσαν από κοινού το ΕΚΕΜΕΛ και ο τότε δήμαρχος Πάρου Γιάννης Ραγκούσης, συμμετείχε «ο ανθός της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας», σύμφωνα με τον Πέτρο Τατσόπουλο, που είχε καλύψει το θέμα για λογαριασμό των Νέων. Η συζήτηση εκείνη και το άρθρο του Τατσόπουλου είναι από πολλές απόψεις αξιομνημόνευτα. Η Ελίζαμπεθ Κοστέλο είχε κυκλοφορήσει λίγους μήνες νωρίτερα από τις εκδόσεις Διήγηση σε μετάφραση του ίδιου του εκδότη. Ήταν μια από τις πιο κωμικά κακές μεταφράσεις των τελευταίων ετώνapple («ο κύβος του Ρουβίκωνα» έγραφε ο μεταφραστής, αποδίδοντας τον κύβο του Ρούμπικ, σε ένα από τα δεκάδες παραδείγματα μεταφραστικής αστοχίας) και αργότερα αναθεωρήθηκε ριζικά. Η Ελίζαμπεθ Κοστέλο είναι ένα λόγιο και δύσκολο μυθιστόρημα, γεμάτο ενδολογοτεχνικές αναφορές και παραπομπές στην ιστορία της φιλοσοφίας. Το λογοτεχνικό επίτευγμα του Κούτσι είναι ο τρόπος με τον οποίο κατορθώνει να συγκροτήσει μυθοπλασία μέσα από έναν απόλυτα επιστημονικό δοκιμιακό λόγο για το κακό, την ενοχή, το χρόνο, το γήρας, την ίδια τη γραφή. Με το λογοτεχνικό αυτό σχέδιο ωστόσο δεν συμφώνησαν οι περισσότεροι από τους λογοτέχνες της Πάρου. «Είναι ένα βιβλίο αυτοαναφορικό, ένα παιχνίδι του Κούτσι με τη δική του περσόνα. Είναι εχθρικός προς τον αναγνώστη ο χωρισμός σε τόσο μεγάλα κεφάλαια» επισήμαινε ο Αύγουστος Κορτώ. «Στο βιβλίο επικρατούν συντριπτικά οι σελίδες στοχασμού επί των αφηγηματικών, των σελίδων δράσης», τόνιζε ο Χρήστος Χωμενίδης. Η Ελένη Ζαχαριάδου πάλι πίστευε, επικρίνοντας τον Κούτσι, πως «εάν ήταν όλοι οι ήρωές μου κακοί, μπορεί όντως να ασκούσα ολέθρια επίδραση στον αναγνώστη». Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία πως η αντιπαραβολή των λογοτεχνικών μεθόδων των ελλήνων πεζογράφων από τη μια και του Κούτσι από την άλλη είναι σχετικά ασύμμετρη. Εντούτοις, οι απόψεις τους για την Ελίζαμπεθ Κοστέλο, όπως τις μετέφερε και τις σχολίασε ο Π. Τατσόπουλος, είναι ενδεικτικές μιας λογοτεχνικής στάσης, την οποία στο προηγούμενο τεύχος του UNFOLLOW αποκαλέσαμε ηθογραφική, ισχυριζόμενοι πως συνδέεται δομικά με την οξύτητα και την ηθικολογία που χαρακτηρίζει τον σημερινό δημόσιο πολιτικό λόγο των ίδιων λογοτεχνών. Πρόκειται για μια αδυναμία επαναπλαισίωσης, ένα συστατικό αντιδιανοουμενισμό, που αρνείται στο έργο τέχνης τη δυνατότητα να ορίσει εκείνο τους όρους πρόσληψης και αξιολόγησής του. Υπάρχει μόνο στο βαθμό που μπορεί να είναι επιτυχημένο, ευανάγνωστο από το ευρύτερο δυνατό κοινό, καταξιωμένο από συστήματα πολιτικής, οικονομικής, ηθικής κυριαρχίας. apples-

Παραδόξως, η συνάντηση δεν άφησε κανένα ίχνος στο περιοδικό που τη διοργάνωσε ή μάλλον άφησε ένα ελάχιστο: ο Κώστας Κατσουλάρης, συνεργάτης τόσο του μήλου όσο και των εκδόσεων Διήγηση, σε ένα κείμενο με τίτλο «Πατροκτόνοι χωρίς πατέρα» κατηγόρησε τη νέα λογοτεχνική γενιά για απουσία θεωρητικής συγκρότησης και επισήμανε τον κίνδυνο να μείνει ορφανή χωρίς να αναζητήσει ποτέ τον πατέρα της, παραθέτοντας μάλιστα τέτοιους δυνητικούς αλλά και ματαιωμένους λογοτεχνικούς Λαΐους, από τον Σαίξπηρ ως τον Προυστ και βέβαια τον ίδιο τον Κούτσι. Προφανώς η συνάντηση είχε διαψεύσει τις προσδοκίες των διοργανωτών της και το γεγονός ότι οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες ήταν ήδη συνεργάτες του περιοδικού δεν άφηνε περιθώρια για σαφέστερες αναφορές. Σε κάθε περίπτωση το να ένα μήλο ήταν ένα περιοδικό που αποτύπωσε και συνόψισε τα χαρακτηριστικά της αστικής αυτής ηθογραφίας, αν και βέβαια στις σελίδες του φιλοξενήθηκαν και συγγραφείς εντελώς διαφορετικής πνοής και προσανατολισμού όπως ο Χ. Χρυσόπουλος, ο Β. Χατζηγιαννίδης, ο Χ. Αστερίου ή ο Ν. Βλαντής: απουσία κριτικού και δοκιμιακού λόγου, προσήλωση σε μια κατά το μάλλον ή ήττον γραμμική εξιστόρηση με έμφαση στην περιπέτεια, την παραδοξολογία και την ανατροπή, υποτυπώδης ιστορικός και πολιτικός στοχασμός. Τα σημειώματα εξάλλου της εκδότριας δείχνουν με διάφορους τρόπους τη γενική αυτή ιδέα για τη λογοτεχνία που υπηρετούσε το περιοδικό. Ένα κείμενο π.χ. της Άντζελας Δημητρακάκη για το βραζιλιάνικο μοντερνιστικό «μανιφέστο της ανθρωποφαγίας» δημοσιεύεται με την έμμεση προειδοποίηση στο εκδοτικό σημείωμα: «Αν κάποιο μελέτημα με τις [4!] υποσημειώσεις του φαίνεται βαρύ…». Σε επίπεδο ορολογίας, το περιοδικό εγκαταλείπει (και μάλλον σωστά) τον όρο «γενιά» για να τον αντικαταστήσει με τη «φουρνιά», η «κριτική» γίνεται «άποψη» ή «εντυπώσεις», τα κείμενα δηλώνονται συχνά με όρους όπως «ιστορία», «περιπέτεια», «αληθογράφημα». Η απουσία κριτικών σημειωμάτων σε κάποιο τεύχος προαναγγέλλεται από τη Λώρη Κέζα με τη φράση «τα ξίφη μπήκαν στις θήκες». apples 4Νόμιμη, προφανώς, η ρήξη με την παραδοσιακή ορολογία της θεωρίας της λογοτεχνίας ενισχύει την άποψη ωστόσο ότι η ομάδα του περιοδικού θεωρεί τη λογοτεχνία κατά κύριο λόγο ως αδιαμεσολάβητη αφήγηση της πραγματικότητας και την κριτική ως προσωπική αντιπαράθεση. Το να ένα μήλο στην ουσία θέλησε να γίνει το λογοτεχνικό περιοδικό μιας ιδεολογικής και γραμματολογικής θέσης που αρνήθηκε τη λογοτεχνικότητα στη λογοτεχνία. Ίσως γι’ αυτό η έκδοσή του να μην άφησε κάποιο ανεξίτηλο στίγμα. Μια δεκαετία ωστόσο νωρίτερα, ένα άλλο περιοδικό, τα Ρεύματα, επιτελεί μια λειτουργία αντίστοιχη με το να ένα μήλο. Στο τεύχος Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1996, δημοσιεύει το αποτέλεσμα μιας έρευνας για τους «καλύτερους νέους έλληνες συγγραφείς». Στο εξώφυλλο ο χάρτης της Ελλάδας, η ελληνική σημαία και μια νεαρή κραδαίνουσα πένα αντί λόγχης. Οι επτά καλύτεροι νέοι συγγραφείς αναδεικνύονται με ψηφοφορία μεταξύ 50 ομοτέχνων τους που έχουν εκδώσει τουλάχιστον ένα βιβλίο και που το 1996 δεν έχουν ξεπεράσει το 40ό έτος της ηλικίας τους. Ευτράπελη συνέπεια, ο Σωτήρης Δημητρίου, συγγραφέας μιας ποιητικής συλλογής και μιας συλλογής διηγημάτων, καλείται ως μέλος της κριτικής επιτροπής να αξιολογήσει συγγραφείς μόλις ένα ως τρία χρόνια νεότερούς του και με πολύ μεγαλύτερο συγγραφικό έργο. Οι επτά νικητές είναι οι: Α. Ασωνίτης, Θ. Γρηγοριάδης, Β. Ραπτόπουλος, Π. Τατσόπουλος, Σ. Τριανταφύλλου, Μ. Φάις και Χ. Χωμενίδης.

Ο Ντίνος Σιώτης, εκδότης του περιοδικού, προτείνει στον αναγνώστη να κρατήσει το τεύχος και να το ανοίξει το 2011 για να διαπιστώσει κατά πόσον δικαιώθηκε η εν λόγω έρευνα. Τα σημειώματά μας, με ένα χρόνο καθυστέρηση, επιχειρούν να απαντήσουν κατά κάποιον τρόπο σ’ αυτό το ερώτημα. Όχι εάν οι εν λόγω συγγραφείς δικαίωσαν την έρευνα, αλλά ποια λογοτεχνία κυριάρχησε κατά κύριο λόγο από τη δεκαετία του ’90 μέχρι σήμερα.apple 6 Γιατί στην πραγματικότητα, εάν εξαιρέσουμε ορισμένους θύλακες, ορισμένες μεμονωμένες περιπτώσεις λογοτεχνών ή παρέες γύρω από έντυπα και άλλους πόλους συγκρότησης, η λογοτεχνία που κυριάρχησε, η λογοτεχνία που «εκπροσώπησε» τη λογοτεχνία σε πεδία εκτός του λογοτεχνικού, στις τηλεοπτικές συζητήσεις αίφνης, στις στήλες των freepress, στα καλοκαιρινά αφιερώματα των εντύπων και στις δεξιώσεις της Προεδρίας της Δημοκρατίας, υπηρέτησε έναν συγκεκριμένο αναπαραστατικό τρόπο: γραμμικό, εχθρικό προς τον αναστοχασμό για τη γραφή, καχύποπτο προς τις ανθρωπιστικές και τις μεταστρουκτουραλιστικές σπουδές, αδύναμο να αρθρώσει μια αφηγηματική ή κοινωνική πολυφωνία. Κατορθώνοντας ωστόσο να διεκδικήσει και να κατοχυρώσει μια προνομιακή θέση στον δημόσιο λόγο: δεν είναι συμπτωματικό βέβαια που οι συγγραφείς οι οποίοι σήμερα μιλούν από την αναγνωρίσιμη θέση του συγγραφέα είναι όσοι ανήκουν σε αυτό τον αναπαραστατικό τρόπο. Οι υπόλοιποι είναι εγκλωβισμένοι σε μια αμήχανη απεύθυνση εντός ενός οικείου και ασφαλούς πεδίου. Είναι από την άλλη σαφές πλέον πως μια νέα γενιά λογοτεχνών έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της, μια γενιά που βρίσκεται από πολλές απόψεις στον αντίποδα της προηγούμενης. Με δεδηλωμένη πρόθεση ανάμιξης των ειδών, με κλίση προς την αφαίρεση παρά προς την αφήγηση, με οξύ πολιτικό και υπαρξιακό λόγο, με αναζήτηση της αναγνώρισης εντός του καλλιτεχνικού πεδίου και απαξίωσης των παραδοσιακών μέσων φαίνεται να διαθέτει εργαλεία καταλληλότερα για τη διαχείριση και τη διατύπωση της σημερινής συγκυρίας.

To κείμενο δημοσιεύτηκε στο Unfollow 13

http://unfollow.com.gr/index.php/home/item/160-unfollow-13.html

http://rednotebook.gr/details.php?id=8597

Το 1ο μέρος εδώ

Έφη Γιαννοπούλου, Θεόφιλος Τραμπούλης, (1o άρθρο) Οι συγγραφείς ως οργανικοί διανοούμενοι: από την ηθογραφία στην ηθικολογία (Περιοδικό Unfollow)

.

.

 

 

 
Image

Maurice Blanchot, Ο χώρος της λογοτεχνίας

Maurice Blancot, Ο χώρος της λογοτεχνίας

Κάθε φορά που η σκέψη προσκρούει σ΄ έναν κύκλο αυτό σημαίνει πως αγγίζει κάτι το αρχέγονο από το οποίο ξεκινά και το οποίο δεν μπορεί να ξεπεράσει παρά μόνο για να ξαναγυρίσει σ΄ αυτό. Ίσως μπορέσουμε να προσεγγίσουμε αυτή την αρχέγονη κίνηση εάν αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο φωτίζονται αυτές οι διατυπώσεις σβήνοντας τις λέξεις “ειρηνικά” και “ευχαριστημένος”. Με την αλλαγή αυτή ο συγγραφέας γίνεται αυτός που γράφει για να μπορεί να πεθάνει και είναι αυτός  που αντλεί τη δύναμή του για το γράψιμο από μια προειλημμένη σχέση με το θάνατο. Η αντίφαση παραμένει, φωτίζεται όμως διαφορετικά. Όπως ο ποιητής δεν υπάρχει παρά μόνον ενώπιον του ποιήματος και σαν να έπεται του ποιήματος, μολονότι είναι απαραίτητο να υπάρχει πρώτα ένας ποιητής για να υπάρξει το ποίημα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μπορούμε να προαισθανθούμε ότι, όταν ο Κάφκα κατευθύνεται προς τη δύναμή του να πεθάνει μέσα από το έργο που γράφει, αυτό σημαίνει πως το έργο είναι αυτό καθεαυτό μια εμπειρία του θανάτου την οποία φαίνεται πως πρέπει να διαθέτει εκ των προτέρων για να καταφέρει να φτάσει στο έργο και, με το έργο, στο θάνατο.

.

Edite Grinberga (20)

.

Μπορούμε όμως επίσης να προαισθανθούμε και πως η κίνηση που, μέσα στο έργο, είναι προσέγγιση, χώρος και χρήση του θανάτου, δεν είναι τελείως η ίδια εκείνη κίνηση η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει το συγγραφέα στη δυνατότητα του να πεθάνει. Μπορούμε μάλιστα να υποθέσουμε πως οι τόσο παράξενες σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στο συγγραφέα και στο έργο, αυτές οι σχέσεις που κάνουν το έργο να εξαρτάται απ’ αυτόν που δεν είναι δυνατός (posssible) παρά μόνο μέσα στους κόλπους του έργου, πως μια τέτοια ανωμαλία προέρχεται απ’ αυτή την εμπειρία η οποία συνταράσσει τα δεδομένα σχήματα του χρόνου, ξεκινά όμως από κάτι πολύ βαθύτερο, από το διφορούμενο χαρακτήρα της, από τη διπλή της όψη, πράγμα το οποίο ο Κάφκα διατυπώνει με υπερβολική απλότητα στις φράσεις που του αποδίδουμε Να γράφω για να μπορώ να πεθάνω —Να πεθάνω για να μπορώ να γράφω. Πρόκειται για λέξεις που μας κλείνουν μέσα στην κυκλική απαίτησή τους, που μας υποχρεώνουν, ξεκινώντας απ’ αυτό που θέλουμε να βρούμε, να μην αναζητούμε παρά μόνο το σημείο εκκίνησης, να μετατρέπουμε έτσι αυτό το σημείο σε κάτι το οποίο δεν προσεγγίζουμε παρά μόνο απομακρυνόμενοι απ’ αυτό, αλλά πρόκειται και για λέξεις που επιτρέπουν και την ελπίδα τούτη: εκεί όπου εξαγγέλλεται το ατέρμονο, εκεί υπάρχει η ελπίδα να συλλάβουμε, να κάνουμε να αναβλύσει το τέρμα.

Maurice Blanchot, Ο χώρος της λογοτεχνίας, σελ. 126-127,

μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, Εκδόσεις Εξάντας, 1994

Πίνακες: Εdite Grinberga

.

.

.

 

 
Image

Έφη Γιαννοπούλου, Θεόφιλος Τραμπούλης, (1o άρθρο) Οι συγγραφείς ως οργανικοί διανοούμενοι: από την ηθογραφία στην ηθικολογία (Περιοδικό Unfollow)

COURBET 1

http://www.rednotebook.gr/details.php?id=8345

Mια γενιά πεζογράφων που αναδείχθηκαν την εποχή της «πλαστής ευημερίας» και της άνθησης των ιδιωτικών ΜΜΕ εκφράζονται σήμερα με οξύτητα και μένος, ανεξάρτητα από τις θέσεις τις οποίες υποστηρίζουν. Πώς συνδέεται όμως η πολιτική τους ηθικολογία με τη λογοτεχνική τους ηθογραφία;

Έχουν περάσει πια τρία χρόνια συνεχούς πολιτικής όξυνσης και επικίνδυνης, ενίοτε και νοσηρής, πόλωσης και θα είχε ενδιαφέρον να δούμε τι εργαλεία έχουν χρησιμοποιήσει για να μιλήσουν για την κρίση οι άνθρωποι του πολιτισμού, ποιες θέσεις έχουν υιοθετήσει κι εάν οι απόψεις τους συνδέονται συστηματικά με τα γνωρίσματα του πεδίου στο οποίο ανήκουν. Και να εξετάσουμε τα δομικά αυτά χαρακτηριστικά ως σταθερές που διατρέχουν το κοινωνικό σώμα για πολύ περισσότερο καιρό από το τελευταίο διάστημα και σε μεγαλύτερο εύρος από τις συγκυριακές και μάλλον εφήμερες συγκλίσεις ή αποκλίσεις των προσώπων που τα εκφράζουν. Για παράδειγμα, υπάρχει κάποιου είδους οργανική σχέση ανάμεσα στη γεμάτη στερεότυπα και μεγαλοστομίες «αντιμνημονιακή» αγωνιστικότητα των περισσοτέρων μουσικών του «εντέχνου» και τις μουσικές ή στιχουργικές μορφές τις οποίες τόσα χρόνια διακονούσαν; La spiaggia a Palavas, 1868Ή τι σημαίνει για την πραγματική πολιτική και καλλιτεχνική οξύτητα του Μάνου Χατζιδάκι το γεγονός πως τον επικαλούνται ως την κορυφαία τάχα απούσα φωνή κάθε λογιών άνθρωποι για να υποστηρίξουν τις πιο αντίθετες απόψεις; Ή, σε άλλο πλαίσιο, τι προδίδει το γεγονός πως, εκτός από κάποιους πανταχού παρόντες ζωγράφους (και έναν ή δύο γλύπτες) παλαιότερης γενιάς, οι παράγοντες του πεδίου των εικαστικών, το οποίο διακηρύσσει την επίμονή του ενασχόληση με την πολιτική και το πολιτικό, τηρούν ως επί το πλείστον αιδήμονα σιγή; Μια τέτοια έρευνα δεν θα φώτιζε μόνο καλύτερα τις σημερινές θέσεις αλλά και θα βοηθούσε στην επαναπλαισίωση των πολιτικών και ορισμένων καλλιτεχνικών επιλογών της τελευταίας εικοσαετίας. Και ίσως έδειχνε πως απόψεις που μοιάζουν σε πρώτο επίπεδο αντίθετες ή και συγκρουόμενες έχουν στην πραγματικότητα βαθιά δομική συγγένεια. Από τα καλλιτεχνικά πεδία το λογοτεχνικό είναι εξαιρετικά πρόσφορο για συστηματικότερη ανάλυση. Μεταξύ άλλων γιατί ο τρόπος με τον οποίον πολλοί συγγραφείς είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να αναλάβουν κάποιο ρόλο οργανικού διανοούμενου –ο Τ. Θεοδωρόπουλος, ο Χ. Χωμενίδης, ο Π. Τατσόπουλος, η Σ. Τριανταφύλλου κ.ά– προδίδει θεμελιώδη γνωρίσματα τόσο του λογοτεχνικού πεδίου όσο και της μηχανικής του καθεστωτικού λόγου. Είναι έτσι ιδιαίτερα ενδεικτική η επιθετική αμηχανία με την οποία οι πεζογράφοι αυτοί βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή στις επάλξεις ενός λόγου ηθικολογικού απόλυτα ταιριαστού με την ηθογραφία που χαρακτηρίζει τον αφηγηματικό τους τρόπο.

COURBET 8

Αυτό που έχει εν προκειμένω ενδιαφέρον δεν είναι οι θέσεις καθαυτές που υποστηρίζουν, αλλά το είδος της επιχειρηματολογίας τους και η οξύτητα των αποφάνσεών τους στον παραδοσιακό τύπο, τα freepress ή τα κοινωνικά δίκτυα. Για να καταλάβουμε την ένταση αυτή και, δευτερευόντως, τη διάτρητη διαλεκτική τους, θα πρέπει να αναλογιστούμε ορισμένα σημαίνοντα κοινωνιολογικά τους γνωρίσματα.

Πράγματι, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 εμφανίζεται στο χώρο της νεοελληνικής πεζογραφίας μια νέα γενιά συγγραφέων με συγκεκριμένα κοινά χαρακτηριστικά. Για την ακρίβεια τότε καταξιώνεται και αποκτά κεντρική θέση στο λογοτεχνικό πεδίο. Οι αλλαγές ωστόσο προοικονομούνται από την προηγούμενη δεκαετία και τις οικονομικές, συμβολικές, κοινωνικές ανακατατάξεις στην ελληνική κοινωνία μετά το 1981. Ήδη το 1986, φερειπείν, οι εκδόσεις Υάκινθος εκδίδουν μια συλλογή νέων πεζογράφων και ποιητών, σε ανθολόγηση Πέτρου Ρεζή, στην οποία συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, λογοτέχνες όπως ο Π. Τατσόπουλος, ο Τ. Θεοδωρόπουλος, ο Β. Ραπτόπουλος ή ο Α. Σφακιανάκης, προτείνοντας έτσι μια συγκρότηση στη βάση της νεότητας, όπως επιτάσσουν οι νέες κοινωνικές διαστρωματώσεις και το τότε αναδυόμενο lifestyle.

Courbet 3

Στην πρώτη πενταετία της δεκαετίας του ’90, η νέα αυτή πεζογραφία θα αποκτήσει πιο συγκεκριμένη μορφή, μεγαλύτερη απήχηση και κάποια ουσιαστικά εξωλογοτεχνικά χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν ριζικά από τις προηγούμενες γενιές• κατ’ αρχάς φαίνεται να απελευθερώνεται από ιστορικές και πολιτικές θεματικές που στοίχειωναν μέχρι τότε τη νεοελληνική πεζογραφία, στρέφεται προς τη σύγχρονη αστική ζωή, κυρίως την ελληνική και δη την αθηναϊκή, αν και συχνά η πλοκή μεταφέρεται στην Ευρώπη ή και στις ΗΠΑ. Σε επίπεδο λογοτεχνικής μορφής και μέσων, θα έλεγε κανείς ότι η αστική αυτή ηθογραφία υπηρετεί, παρά τη νέα θεματολογία της, έναν συμβατικό τρόπο αφήγησης: έμφαση στην «καλή» ιστορία, φόβος ή απώθηση για τις κατακτήσεις επιστημών του ανθρώπου όπως η ψυχανάλυση, η κοινωνιολογία, οι μεταστρουκτουραλιστικές σπουδές (ή, το πολύ, εντελώς εκλαϊκευμένη χρήση τους), ελάχιστος ή καθόλου αναστοχασμός πάνω στην ίδια τη διαδικασία της γραφής.

Η εμφάνιση της λογοτεχνίας αυτής δεν αντικατοπτρίζει απλώς τις αλλαγές της ελληνικής κοινωνίας, η εδραίωσή της οφείλεται κατεξοχήν και πολλαπλά σ’ αυτές ακριβώς τις αλλαγές. Την περίοδο εκείνη η οικονομία ανθεί, η εκδοτική παραγωγή και το κοινό αυξάνονται. Δεν είναι ανεξάρτητη η παράλληλη κυκλοφορία από μεγάλους εκδοτικούς οίκους ερωτικών ή αστυνομικών μυθιστορημάτων που παλαιότερα κυκλοφορούσαν σχεδόν αποκλειστικά σε ευτελή βιβλία τσέπης.

Αν και οι συγγραφείς αυτοί αρχικά αντιμετωπίζονται με δυσπιστία από αρκετούς κριτικούς και ομοτέχνους, γρήγορα καταξιώνονται, χάρη στην εμπορικότητά τους αλλά και στα παράλληλα πεδία στα οποία συμμετέχουν. Είναι η εποχή της άνθησης του περιοδικού Τύπου, της ιδιωτικής τηλεόρασης και των εκπομπών λόγου στις οποίες φιλοξενούνται, των ένθετων στις εφημερίδες όπου συνηθίζεται η δημοσίευση διηγημάτων σε περιστάσεις όπως γιορτές, καλοκαίρι κτλ. Έτσι, ένα νέο λογοτεχνικό ρεύμα εισάγεται σχεδόν απευθείας στον εμπορικό πόλο του λογοτεχνικού πεδίου, και θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε, κατά τον μπουρντιεϊκό ορισμό, ετερόνομο, με την έννοια πως η καταξίωσή του δεν αντιστοιχεί τόσο στην αποδοχή των ειδικών, που παραμένουν για καιρό επιφυλακτικοί, αλλά στη διασύνδεσή του με άλλα υποπεδία (πολιτικό, οικονομικό, δημοσιογραφικό κτλ.) του ευρύτερου κοινωνικού πεδίου. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου που ελάχιστοι από τους συγγραφείς αυτούς έχουν ασχοληθεί με τη λογοτεχνική κριτική, με άλλα λόγια, με τη δευτερογενή συγκρότηση ενός ρητού συστήματος μορφών και αξιών που θα υποστήριζε ρήξεις τόσο λογοτεχνικές όσο και πολιτικές. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για συγγραφείς που εξαρχής εντάχθηκαν στον κυρίαρχο πολιτικό, δημοσιογραφικό, εμπορικό λόγο. Τους υιοθέτησε και τον υιοθέτησαν.

Θα πρέπει λοιπόν κρίνοντας τις θέσεις, τους αφορισμούς και τις εκρήξεις τους, τόσο εκείνων, όπως της Σώτης Τριανταφύλλου ή του Χρήστου Χωμενίδη, που υποστηρίζουν, με όλες τις ενστάσεις τους, την κυβερνητική πολιτική και στρέφονται εναντίον των αριστερών πολιτικών σχηματισμών, ιδίως του ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίον θεωρούν ανάχωμα τάχα στις μεταρρυθμίσεις, όσο και εκείνων, όπως του Πέτρου Τατσόπουλου, που εκπροσωπεί εντός και εκτός Βουλής μια μάλλον ιδιοσυγκρασιακή και ανορθόδοξη αριστεροφανή ρητορική, να έχουμε υπόψη μας τα εξής: πως ο αναπαραστατικός, αφηγηματικός τους τρόπος –ηθογραφικός και συμβατικός– ανήκει σε ένα λογοτεχνικό πεδίο άμεσα συνυφασμένο με τις κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις της δεκαετίας του ’80• πως συνδέονται άρρηκτα με την άνθηση της εκδοτικής παραγωγής και της οικονομίας των Μέσων• πως ένα μεγάλο μέρος της καταξίωσής τους είναι ετερονομικό, προέρχεται δηλαδή από τη διασύνδεσή τους με εξωλογοτεχνικούς φορείς κυριαρχίας. 

courbet_001f

Γι΄ αυτό και η οξύτητα με την οποία εκφράζονται σήμερα δεν είναι ανεξάρτητη από την κατάρρευση του συστήματος οικονομίας και λόγου μέσα στο οποίο ανδρώθηκαν• είτε το θέλουν είτε όχι απέκτησαν τη θέση και το κύρος τους από τους ίδιους φορείς που διατύπωσαν την ίδια εποχή το όραμα της ευδαιμονίας των δανείων, που έθεσαν τα σύμβολα κύρους της, που ανακήρυξαν τους καινούργιους οικονομικούς, πολιτικούς, καλλιτεχνικούς παράγοντες, που καλλιέργησαν τη δυστοπία του χρηματιστηρίου και των Ολυμπιακών Αγώνων, που παρακολούθησαν αδρανείς την κατάρρευση. Μολονότι οι ίδιοι θεωρούν πως οι απόψεις τους ήταν αιρετικές, πως αποτελούσαν την κάρφο στο μάτι της επίπλαστης ευημερίας, στην ουσία προσέφεραν το άλλοθι, την εκτόνωση, την υπερταύτιση στους αναγνώστες τους που δύο σελίδες παρακάτω στην εφημερίδα και δύο λεπτά αργότερα στην τηλεόραση θα συναντούσαν το αποχαυνωτικό αξιακό σύστημα και την απεικόνιση του αντικειμένου της επιθυμίας που ο συγγραφέας τάχα στηλίτευε. Η υποτιθέμενα κριτική και προσανατολισμένη στην κοινωνία λογοτεχνία τους δεν ήταν γενικά κι αόριστα συνδεδεμένη με το κοινωνικό. Αφορούσε την κοινωνία έτσι όπως την αντιλαμβάνονταν και την περιέγραφαν τα μέσα τα οποία τους φιλοξενούσαν• και τώρα, που τα μέσα αυτά και το αξιακό τους σύστημα καταρρέουν, απειλούν να συμπαρασύρουν και όλους όσους ανέδειξαν. Η οξύτητα λοιπόν με την οποία εκφράζονται δεν σχετίζεται, όπως είπαμε, τόσο με τις θέσεις, όσο με την προσπάθεια, είτε ακολουθώντας το σύστημα που τους ανέθρεψε στις μεταμορφώσεις του είτε αντιπαρατιθέμενοι σ’ αυτό, να επαναπροσδιοριστούν στη νέα πολιτική και κοινωνική οικονομία.

Και εδώ συναντούμε τη βασική δυναμική αλλά και τα όρια του λόγου της συγκεκριμένης ηθογραφίας. Διότι, ανήκοντας εγγενώς στο σύστημα οικονομίας και διανομής που τη γέννησε, κινδυνεύει να χάσει τη θέση της ως λογοτεχνία της κυριαρχίας. Μη προσφέροντας παρά μια γραμμική και εντέλει κολακευτική σχηματοποίηση ακόμη και για όσους βάζει στο επίκεντρο της κριτικής της, αποδεικνύεται ανίκανη να συλλάβει τις περίπλοκες αντιφάσεις, συγκρούσεις, μετατοπίσεις, συγχωνεύσεις ενός κόσμου σε βαθιά και θεμελιώδη κρίση. Βέβαια, δεν είναι όλοι οι συγγραφείς το ίδιο. Θα επανέλθουμε.

Πίνακες: Gustave Courbet

.

 

 

 
Image

[Κώστας Βούλγαρης: Εστέτ; Σήμερα;] e-περιοδικό bibliothèque

[Κώστας Βούλγαρης: Εστέτ; Σήμερα;] e-περιοδικό bibliothèque

http://bibliotheque.gr/?p=26353

Όλοι έχουμε ψιθυρίσει το τραγούδι του Δημήτρη Ζερβουδάκη, «Γράμμα σ’ έναν ποιητή», πάνω στο ποίημα του Νίκου Καββαδία «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ». Έστω κι αν το ποίημα απευθύνεται στον Εμμανουήλ στον πληθυντικό, όπως ακριβώς αρμόζει στην περίσταση, ενώ στο τραγούδι οι στίχοι έχουν παραλλαχθεί στον ενικό, όπως έχει παραλλαχθεί και ο τίτλος κ.λπ. κ.λπ. Ας είναι. Μένει βέβαια η μοναδική εικόνα, του Εμμανουήλ να μεταφράζει το Κοράκι, «που του γραφείου [τ]ου πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά», και η αυτοεικόνα του Καββαδία, «κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουΐσκυ». voulgaris 72Ναι, ο Καββαδίας, ο «ναΐφ» ναυτικός, της «φυγής» και του «εξωτισμού», ο «παραδοσιακός» για τους χωροφύλακες του «μοντερνισμού», ο «Κόλιας» για τους αγραμμάτους που τον περιφέρουν ακόμα ως γραφική φιγούρα, είχε πλήρη επίγνωση της σημασίας τής λογοτεχνικής στάσης του Καίσαρος Εμμανουήλ, και μ’ αυτή συνομίλησε στο ποίημά του. Όπως και με τους υπόλοιπους, στους οποίους αφιερώνει άλλα ποιήματα της συλλογής (Μαραμπού, 1933), δηλαδή τους Νικήτα Ράντο, Απόστολο Μελαχρινό, Θανάση Καραβία, Κώστα Ουράνη… Εμβληματικό βέβαια το ποίημα-απεύθυνση στον Καίσαρα Εμμανουήλ, όμως όλη η «συντροφία» δημιουργεί ένα πλαίσιο ένταξης, του τόσο λαϊκού (και ουχί λαϊκότροπου…) Καββαδία στη χορεία των αριστοκρατικά αποστασιοποιημένων από την τρέχουσα αντίληψη της ποίησης. Φωτίζει τη δικιά του στάση και σχέση με το ποιητικό γεγονός, με την ποιητική λειτουργία. Περιλαμβάνοντας και τον μόνο ουσιωδώς και αρτιμελώς πρωτοπόρο του Μεσοπολέμου Νικήτα Ράντο (τον Νικόλαο Κάλας, που μπαϊλντισμένος από την καθ’ ημάς μιζέρια –της αστικής, άμα και της αριστερής λογοτεχνικής διανόησης- πήρε των ομματιών του κι έφυγε για Ευρώπη και, μέσα στον Μεγάλο Πόλεμο, για Αμερική, να μεγαλουργήσει και να ζήσει…). Τι ο μύθος δηλοί; Τώρα που η κρίση μάς επαναφέρει βιαίως στα ουσιώδη, τώρα που όλες οι ανέμελες εκδρομές στο μέλλον (από εκείνες στα χρόνια του ’30, που οι ποιητές κατέφθαναν στον Πειραιά «ατσαλάκωτοι με τα καράβια του εξωτερικού», μέχρι ετούτες με τα ταγάρια και τις ινδικές φούστες της Μεταπολίτευσης, που κατέκλυαν το κέντρο της Αθήνας, τα βιβλιοπωλεία και τις ανθολογίες) φαντάζουν όλο και πιο α-νόητες, είναι καιρός να αναρωτηθεί ο καθείς για τη σχέση του με τη λογοτεχνία. Πολλά τα ερωτήματα που θα πρέπει να απαντήσει, όμως σε ένα από αυτά ο Καίσαρ Εμμανουήλ, προλογίζοντας μια ισχνή σε όγκο συλλογή του, έχει δώσει μια απάντηση απαράμιλλη, την οποία θαυμάζω. Συνοψίζει το «πιστεύω» του, το οποίο καθημερινά πασχίζω να υιοθετώ:

voulgaris 72Ευθύς εξ αρχής μου επιβάλλεται να δηλώσω, ότι η ποίησις αυτή απευθύνεται πρώτα στον εαυτό μου –απόλυτο και ιδεώδη αναγνώστη- κατά δεύτερον λόγον σε δυο-τρεις ευφυείς και γυμνασμένους κριτικούς μου και τρίτον σε πέντε έως δέκα μεμυημένους συναδέλφους μου. Το λεγόμενο κοινόν, δεν διστάζω να ομολογήσω, ότι εξ ιδιοσυγκρασίας και αισθητικής αγωγής με αφήνει συνήθως εντελώς αδιάφορο και απαθή, κι άλλοτε πάλι μου αφυπνίζει μιαν ευάρεστη σκωπτική διάθεση, όσες φορές συμβαίνει να αναμιγνύεται ενεργώς σε πνευματικά ζητήματα, με την αθεράπευτη νοησιοκρατική του ψύχωση που το χαρακτηρίζει, την απειρία του, την ηχηρή σύγχυση και τις ογκώδεις παρανοήσεις, τις οποίες εισάγει εκεί όπου τα πάντα είναι αισθητική εμπειρία, απόλυτη ευρυθμία και γεωμετρική συναισθηματική τάξις. Διατηρώ ανέκαθεν βαθύτατα ριζωμένη την πεποίθηση, ότι η αίσθησις του κοινού, εγκοχλιωμένη πάντοτε σ’ ένα κατώτερο λογοκρατικό πνεύμα, προσηρτημένη τυραννικά στο φλοιό του φαινομένου, είναι δυσχερέστατο, αν όχι απολύτως αδύνατο, να θραύσει τα χαλύβδινα δεσμά τού αισθητικού εμπειρισμού και να τοποθετηθεί σε μιαν ευτυχή αντιστοιχία με την πολύπλοκη λειτουργία της ποιητικής αισθήσεως […] Είναι γνωστόν ότι η δημοφιλία υπήρξε πάντοτε η Κίρκη των ποιητών. Και την λεπτήν ηδονή αυτής της δημοτικότητος αφήνω στους μίμους, τους πολιτικούς και τους δημοσιογράφους. Σε μιαν εποχή που αι Αθήναι αποτελούν, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων στον πεζό και ποιητικό λόγο, κέντρο συμπαγούς ανοησίας και πνευματικής σκαιότητος, νομίζω ότι επιβάλλεται σε όσους σέβονται την οικονομία της ποιήσεως και επιθυμούν συνάμα να διατηρήσουν αδιάφθορο τον πυρήνα τής καλλιτεχνικής τους οντότητος, να απομακρυνθούν από το forum […] Εν συνόψει, η ποίησις δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί, τόσον από λεκτικής όσο και διαθεσιακής απόψεως, παρά σα μια υπέρτατη αναγωγή στις πηγές της μουσικής και εντός των ορίων πάντοτε μιας απαράβατης προσωδιακής πειθαρχίας.[…] Ιδού η πρόζα! Ιδού η πτώσις της!

Όποιος νομίζει ότι αυτά είναι «παλιά» πράγματα, ας συνεχίσει να κάνει βόλτες πάνω-κάτω στη Σόλωνος και τις πέριξ οδούς, να συχνάζει σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις, να μετέχει λογοτεχνικών ομίλων, μοιράζοντας τα βιβλία του σε γνωστούς και φίλους, εκλιπαρών την προσοχή και επαιτών την αναγνώριση…

Ο Κώστας Βούλγαρης(Δολιανά Αρκαδίας, 1958) είναι πεζογράφος και κριτικός λογοτεχνίας. Επιμελείται το ένθετο «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής.

.

.

.

 

 

 

 

 
Image

Πάνος Θεοδωρίδης, Συγγραφέων φάρες (Eντευκτήριο)

Πάνος Θεοδωρίδης,  Συγγραφέων φάρες

http://entefktirio.blogspot.be/2013/08/blog-post_18.html?spref=fb

.

Tο κείμενο αναδημοσιεύεται από το παραπάνω blog: είναι γραμμένο από τον Πάνο Θεοδωρίδη το 1999. Αλλά καλά κρατεί… στο χρόνο, πράγμα που αποδεικνύει το ότι οι αλήθειες “ξιφουλκούν” ενώπιον των “αρμάτων της αιωνιότητας”! Από τα πιο εύστοχα  και καλογραμμένα σατιρικά κείμενα που έχω ποτέ διαβάσει.

Καλή διασκέδαση!

.

——–

.

Ο γεραρός, ρέκτης και θαλερός Μίμης Σουλιώτης ταξινόμησε προ εβδομάδων τις ομοταξίες των αναγνωστών. Συμβάλλοντας στον νέο αριστοτελικό αιώνα, προσφέρω ήδη νέα χωροταξία για το συμπαθές γένος των συγγραφέων. Κατ΄ ουσίαν, παρέφρασα το δεύτερο βιβλίο Τύχωνος του Βριαρού (Tycho Brahe) περί παντοίων αστέρων (σήμερα θα το μεταφράζαμε οι αστέρες του Παντείου)

 

Γραφεύς ο κυνηγός

.

Έχει τυπώσει κάποτε κάποιο έργο που είχε απήχηση σε συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό. Έκτοτε, ο γραφεύς ο κυνηγός τρέχει πίσω από το κοινό του όπως ο γάτος πίσω από τη σαρδέλα και όπως ο τέντζερης κυλά προς το καπάκι. Εάν ευτύχησε να περιγράψει τον έρωτα φαντάρου προς τοπική θεά, εξελίσσει το αντικείμενό του περιγράφοντας έρωτες διόπων, λοχαγών, σμηνάρχων, ταξιάρχων, έως στρατηγού πέντε αστέρων. Εάν έγραψε για τον πόνο Παλαιστινίας κόρης και επέτυχε, συνεχίζει με αναξιοπαθούσες κόρες από το Κόσσοβο, το Κουρδιστάν, την Μπόρα-Μπόρα και το Ταγκεστάν. Αργότερα γίνεται ο επίσημος αντιπρόσωπος του είδους που έχει περιγράψει. Θεωρείται ειδήμων και πάνσοφος. Εάν κάποτε έγραψε τον στίχο «Σπάρτη, κυρά του παραδείσου», θα γίνει οπωσδήποτε επίτιμος δημότης στη Λακωνία και ίσως καλλιτεχνικός διευθυντής του σχετικού νομαρχιακού φεστιβάλ.

.

donald roller wilson 220

.

Χρονογράφος ο υπομείων

.

Αυτός περιγράφει το αυτονόητο και το τετριμμένο. Η δράση της Φατμέ στο Γενή Τζαμί είναι κυρίαρχο θέμα των βιβλίων του. Το πρώτο του τσιγάρο, ο πρώτος φίλος, η πρώτη νύχτα στη Σαμοθράκη, το πρώτο φιλί και άλλα, απολύτως ακαταμάχητα και ενδιαφέροντα ζητήματα, αποτελούν αντικείμενο προσεκτικής περιγραφής και λεπτολογίας. Αν, για παράδειγμα, βγάλει ένα βιβλίο για το πρώτο του τσιγάρο, είναι ικανός, εάν θυμηθεί αργότερα τη μάρκα, να γράψει καπάκι άλλο ένα. Ο κόσμος τον αγοράζει διότι πιστεύει όλα όσα εμφανίζονται στην τηλεόραση, όσα γράφονται σε βιβλία κι όσα ακούγονται στις συναυλίες, επομένως αισθάνεται ότι και το δικό του πρώτο τσιγάρο είναι μια πολύ σημαντική υπόθεση. Υπομείονες υπάρχουν τουλάχιστον 6.000 μόνον στην Ελλάδα, και έχει επιχειρηθεί, από αξιόλογους επιφυλλιδογράφους λογοτεχνίας, να χωριστούν σε υπομείονες καριέρας (που ασχολούνται με μικρά προσωπικά πράγματα), σε υπομείονες κοσμικού χάους (όπου μιλούν για σύμπαν, μαύρες τρύπες και κουαζάρ με την ελαφρότητα οικολόγου), και στους λοιπούς υπομείονες που δεν ασχολούνται με τίποτε.

 

Το βραβεύσιμον γένος

.

Εδώ ανήκει ο συγγραφέας που ζητά κρατική ή ιδιωτική βράβευση. Αναφέρεται στις πηγές και ως σχίζας ή διαδρομιστής. Εμφανίζει στους ομοτέχνους μια χλιαρή, ηθικότατη εικόνα απομονωμένου ανθρώπου που τον κυνηγάνε τα κυκλώματα και δεν έχει αφήσει βουλευτή, περιφερειάρχη, κομματόσκυλο ή φίλο με επιρροές που να μην του έχει υποδείξει πόσο σπουδαία διάνοια διαθέτει όποιος τον προτείνει για κάποιο βραβείο. Ενώ στην αρχή της σταδιοδρομίας του δυσφορεί για οποιονδήποτε έπαινο τρίτης ή τετάρτης διαλογής, με το πέρασμα του χρόνου είναι ικανοποιημένος και με μια τιμητική διάκριση (έγγραφη πάντως) από την θεία του που κάποτε διάβασε τον Αγαπητικό της βοσκοπούλας. Στο βραβεύσιμον γένος ανήκουν ένας Σαλονικιός, ένας Αθηναίος και ένας Κρητικός ποιητής. Τον καιρό που νόμιζαν ότι κινώ νήματα, με είχαν ταράξει γνωστοί και άγνωστοι να μεσολαβήσω σε κρατούντες και ακρατείς για να λάβουν τα όνειρα εκδίκηση.

.

Donald Roller Wilson (9)

.

Λύκος ο παραθυριστής

.

Αυτός νομίζει ότι έχει απόψεις, και μάλιστα ότι μπορεί να τις υποστηρίξει. Τον εμφανίζουν στα παράθυρα των τηλεοράσεων και μιλάει για τον ρόλο του συγγραφέα, για την ανάγκη να είμαστε ανεκτικοί και φιλάνθρωποι, για τις δικαστικές διώξεις ανθρώπων του πνεύματος και για τις διακοπές του σε ασύλητα και παρθένα νησιά. Το θέμα είναι ότι ακόμη κι όταν κάθεται σε καφενείο ή στο σπίτι του, και μιλάει στη γάτα του, νομίζει ότι γίνεται ευρύτερα αποδεκτός, γι’ αυτό και θα τον ξεχωρίσετε επειδή κυκλοφορεί με μία κενή κορνίζα μπροστά στο κεφάλι του, ώστε να τον θυμηθείτε που βγήκε στο γυαλί.

 .

Παρθενοπίπας

 .

Τα αρχαία λεξικά ερμηνεύουν το όνομα «παρθενοπίπας» ως «ο τας παρθένους τηρών ή επιτηρών». Ο δικός μας συγγραφέας χρησιμοποιεί το έργο του για να μη υπάρξουν πλέον παρθένες κόρες στην αγορά, ή έστω να συμβάλει ώστε να μειωθεί το ποσοστό τους σε μονοψήφια νούμερα. Κοντολογής, πλασάρει τα βιβλία του για να τον ερωτεύονται, να τον αγαπούν, να κοιμούνται μαζί του, να τον θαυμάζουν ως εραστή, να του φέρονται ως εραστή. Όταν δίνει διάλεξη ή καταβροχθίζει ένα καλαμαράκι, το λάγνο βλέμμα του είναι στραμμένο προς μία συγκεκριμένη κυρία. Διαδίδει ότι ο συγγραφέας είναι καταδικασμένος να έχει ασύστατη και τρελή συμπεριφορά, επομένως, όταν βάζει χέρι σε ανύποπτη γυναίκα, περιμένει το αμήχανο χαμόγελό της κι όχι σφαλιάρα ή τσαντιά όπως ο χύδην όχλος. Φοράει παντελόνι τρία νούμερα μικρότερο και μπλούζα πέντε νούμερα μεγαλύτερη, για να πληρωθεί το ρηθέν της πιάτσας ότι οι άνδρες με τρίγωνα σώματα έχουν πέραση. Συνήθως τελειώνει την καριέρα του ως θύμα κάποιας αμαθούς καπάτσας νοικοκυράς, οπότε και αρχίζει να συνθέτει φιλοσοφικά δοκίμια για να γλιτώνει την κρεβατομουρμούρα. Στην Ελλάδα υπάρχουν ίσως και 30 παρθενοπίπες.

.

.

donald roller wilson 222

 .

Η πολύφερνος τριβάς

 .

Αυτή είναι μία και μοναδική, αν και η επιτυχία της θα προκαλέσει τη δημιουργία δέκα τουλάχιστον κλώνων της κάθε χρόνο. Έγραψε ένα καημένο βιβλίο, που δεν χρειάζεται να το διαβάσεις για να καταλάβεις τι λέει, γι’ αυτό και οι νεοέλληνες φρόντισαν να το προμηθευτούν όλοι. Πάντα έχουν επιτυχία τα βιβλία που τα λένε όλα στον τίτλο τους («Μηδέ ο Μάρξ, μηδέ ο Χριστός», λ.χ.). Βασίστηκε στην αναδίφηση ενός εξαιρετικά σπανίου γεγονότος, όπως η απιστία (ως γνωστόν, πρόκειται για αμάρτημα εν ανεπαρκεία!) και, επειδή μπερδεύεται με τα επικοινωνιακά, φρόντισε να το παίξει αθυρόστομη και περιφρονητική ως προς τη συντεχνία. Είναι πολύφερνος διότι τα συγγραφικά της δικαιώματα ισοδυναμούν με τα κέρδη αξονικού τομογράφου ή υψικαμίνου. Κατέστη τριβάς, διότι εδήλωσε ότι «αυτή πλένεται», σε άκρα αντίθεση με τους ρυπαρούς, όζοντες και σμερδαλέους συναδέλφους της. Αλλά καθώς εκείνος ο παλαιός συγγραφέας που κρίνοντας έναν νεότερο τού σύστησε «επειδή τα ψάρια κάνουν καλό στο μυαλό, να φας δύο φάλαινες μετρίου μεγέθους», παρομοίως η πλήρης καθαριότητα της κυράς αυτής (που θα οδηγήσει, τρίβε τρίβε στην εξαΰλωσή της) πρέπει να περάσει από δώδεκα κοντέινερς πράσινο σαπούνι ή από πισίνα γεμάτη πάλμολιβ.

.

.

donald roller wilson 219

 .

Σχετλιόθριξ

 .

Προχωρημένης συνήθως ηλικίας (υπάρχουν και νεότατοι), γκρινιάζει για την παρακμή των γενεών και των ιδεών, πόσο ωραία ήτανε προ δύο γενεών και τι τέλειο ήθος διέθετε η χώρα και ο πατέρας του. Όχι πια. Οι έμποροι της τέχνης και του λόγου έχουν επικρατήσει ως νεομογγολική καβαλαρία. Το πρόβλημά του περιορίζεται στο ότι δεν τον διαβάζουν πια, νομίζουν ότι διευθύνει ασφαλιστική εταιρεία, οι νεότεροι τον χαιρετούν με ένα «γεια σου, μπάρμπα», αυτόν, που γοήτευσε ηγερίες και καμάκωσε υπερβόρειες. Οφείλει το όνομά του στη θρηνωδία, κατ’ αντιστοιχία με αυτούς που βλογάνε τα γένια τους. Όχι, αυτός τα κλαίει. Ομολογώ ότι ανίχνευσα μόνον 24 συγγραφείς σ’ αυτήν την κατηγορία, που αγλαΐζεται από 2.333 τραγουδιστές, 2.445 ηθοποιούς και 62.220 συνθέτες, μουσικοσυνθέτες και λοιπούς άκρως απαραίτητους στο έθνος.

 .

Ο Υπνόσοφος

 

Χρήσιμος, τεκμηριωμένος, ακριβής, πλήν βαρετός. Η μοίρα που τον μοίρανε ευχήθηκε να μη λέει «άρες μάρες», αλλά για «βαρεμάρες» δεν ανέφερε λέξη. Ακμάζει σε επίμονες περιοδικές στήλες, γηράσκει με τους ίδιους αναγνώστες, στους οποίους περιλαμβάνεται η αφρόκρεμα όλων των στατικών επαγγελμάτων. Καμαρώνει στα βραδινά νυχτέρια ότι έχει να βγει μήνες από το διαμέρισμά του, χρόνια από την πόλη του και ποτέ από τη χώρα. Είναι ικανός να περιγράφει κυβερνητικές φρεναπάτες, άφιξη διαστημοπλοίου στον Καταχά και τον έρωτα μιας βασίλισσας με τον χρηματιστή της και παρ’ όλα αυτά να δημιουργεί ακατάσχετο χασμουρητό. Στην Ελλάδα έχουμε 14 μόνον υπνοσόφους. Το είδος ακμάζει στη Γαλλία και όπου βλέπουν βόρειο σέλας.

.

Πίνακες: David Stoupakis, Donald Roller

.

.

____________

.

.

 O Μάνος  επίκαιρος παρά ποτέ!

.

.

.

.

.

.

.

.

.

 

 
Image

[Επιστολή προς ομοτέχνους] του Σωτήρη Παστάκα (e-περιοδικό bibliothèque)

Λάμπει ό,τι είναι χρυσός. Στη λογοτεχνία αναγνωρίζονται εύκολα τα ευγενή μέταλλα. Προσοχή, δεν λέμε πως τιμώνται, αλλά πως αναγνωρίζονται. Αδύνατον πια να περάσει απαρατήρητος, δεν λέω ο χρυσός, αλλά έστω ο ψευδάργυρος. Η μόνη ελπίδα που απομένει πλέον στις παρεξηγημένες ιδιοφυίες σαν κι εσάς, είναι να κρατήσετε ερμητικά κλεισμένα τα συρτάρια σας και τα κομπιούτερ. Να μην καλωδιωθείτε ποτέ με τα πάσης φύσεως δίκτυα, για να αποφύγετε την κλοπή, χιλιάδες χάκερ, ως γνωστόν, καραδοκούν να δρέψουν το δημιουργικό σας μόχθο. Να μην προτείνετε σε φίλους, εκδότες περιοδικών κι εκδότες, γενικώς, το κρυφό σας αριστούργημα. Αν θέλετε να κρατήσετε την μεγάλη ιδέα που τρέφετε για τον εαυτό σας, μόνον ένας δρόμος σας μένει, να δημοσιεύσετε μετά θάνατον. Δεν θα μάθετε ποτέ την αξία σας κι, ωστόσο, θα έχετε ζήσει μια ζωή τρισευτυχισμένη. Θα έχετε αποφύγει πληκτικές παρεξηγήσεις, αναπόδραστους θυμούς και θα περισώσετε το ευπαθές νευρικό σας σύστημα από κλονισμούς που μπορεί να αποβούν μοιραίοι. Στο τέλος της ζωής σας, θα ανακαλύψετε μέσα στην ολύμπια γαλήνη σας, πως δεν στενοχωρήσατε τη γυναίκα σας, δεν αμελήσατε τα παιδιά σας και πως κανένας δεν βρέθηκε να σας κατηγορήσει για “αντικοινωνικούς”. Περιστοιχισμένοι από την εκτίμηση και την αγάπη των συμπολιτών σας, θα διαπιστώσετε πόσο άγιο βίο ζήσατε, χωρίς να ξεσηκώσετε ποταπά αισθήματα όπως τα αποφύγατε κι εσείς οι ίδιοι, σαν τη ζήλια, τη μοχθηρία, και τον φθόνο. Χωρίς εχθρούς, και χωρίς σεβαστά αμαρτήματα, όπως εκείνο της υπεροψίας, θα κάνετε ευτυχή και τον παπά της ενορίας σας που θα σας προσφέρει τα άχραντα μυστήρια, αφού θα του δώσετε την ευκαιρία να ξεμπερδέψει στο πι και φι μαζί σας.

Αναλογισθείτε αγαπητοί μου φίλοι, τι χάνετε με κάποια δήθεν δημοσίευση. Γιατί λοιπόν, να δοκιμάζετε την ολύμπια αυτοπεποίθησή σας, για χάρη αμφιλεγόμενων οφελών και προσδοκιών; Αν πάλι, ο επίμονος κνησμός σας δεν υποχωρήσει με τις παραπάνω ιατρικές συνταγές, τότε θα είχα να σας προτείνω, αφού επιμένετε, την ιδιωτική έκδοση εκτός εμπορίου φυσικά, και σε τόσα αριθμημένα αντίτυπα (39 π.χ.), όσα δηλαδή υπολογίζετε πως θα καλύψουν τις άμεσες ανάγκες σας προς γνωστούς, φίλους, ερωμένες. συζύγους, προϊσταμένους και υφισταμένους. Είναι πάντως προτιμότερο να τυπώσετε και κάτι παραπάνω, γιατί κανένας δεν ξέρει τι σας επιφυλάσσει το πεπρωμένο: δεν σημαίνει πως επειδή ήσασταν μονογαμικός την τελευταία δεκαετία, θα παραμείνετε και την επόμενη!

Τη στιγμή του τυπογραφείου, φανείτε σας παρακαλώ, γαλαντόμοι: τυπώστε τουλάχιστον 199 αντίτυπα (πάντα αριθμημένα, φυσικά), κι αφήστε το μέλλον να σας καταξιώσει. Η δικαίωση, σας διαβεβαιώνω, ήταν ανέκαθεν ζήτημα χρόνου. Άσχετα, αν τις περισσότερες φορές, έρχεται με τη μορφή της λήθης. Τι πιο αξιοζήλευτο, για όποιον σχεδιάζει τη ζωή του στρογγυλή, σαν γεωμετρικό θεώρημα! Τι πιο θαυμαστό, από την ολοκλήρωση του νοήματος του βίου σας: έτσι ανώνυμα όπως ζήσατε να έχετε και την αμέριστη τύχη να σας στεφανώσει η λήθη! Αδιάσειστη απόδειξη της θείας πρόνοιας, που πάντα σας είχε υπό την σκέπη της, η θεολογία θα σας αναφέρει ως παράδειγμα, συμπόσια και φεστιβάλ θα σας εκθειάζουν-τι πειράζει αν δεν σας ονομάζουν; Μήπως, δεν το διετύπωσε καλύτερα από μένα ο Μπόρχες, όταν έγραφε-θυμηθείτε-πως η μεγαλύτερη δόξα για ένα δημιουργό είναι όταν το έργο του απολαμβάνει την παγκοσμιότητα της ανωνυμίας; Ο Όμηρος-θυμηθείτε-δεν έγραφε βιβλία, αν έγραφε κανείς δεν θα αμφισβητούσε την ύπαρξή του.

Αγαπητοί μου ομότεχνοι, σύντεχνοι και συνάδελφοι, μην πικραίνεστε μετρώντας τις αράδες που σας αφιέρωσε ο τυχάρπαστος κριτικός στη λαϊκή εφημερίδα, σε σχέση με το φίλο σας. Φανταστείτε και μόνον από πόσα δεινά γλιτώνετε, παραμένοντας ανέκδοτοι. Ανένδοτοι στον από κοινού μας αγώνα, καμιά ανθολογία δεν μας περιλαμβάνει, γιατί όπως έλεγε κι ο Βαλερύ, στον Κύριο Τεστ, τα μεγάλα πνεύματα, παραμένουν άγνωστα. Προτιμούν να σχίζουν τα αριστουργήματά τους μόλις τα ολοκληρώσουν, γιατί ότι έγινε μια φορά, έχει γίνει για πάντα. Τι την θέλετε την δημοσίευση; Για να σας ανθολογήσουν; Για να σας πάρουν συνέντευξη; Αρκεσθείτε στην αγάπη και τον θαυμασμό των οικείων σας! Να ξέρετε πως για κείνους, θα είστε πάντα το παραγνωρισμένο ταλέντο, ο αδικοχαμένος δημιουργός, ο ανανεωτής της τέχνης. Μην κάνετε ωστόσο το λάθος να τους εμπιστευθείτε τα αδημοσίευτα πονήματα: πρώτον, γιατί υπάρχουν πολλοί Μαξ Μπροντ που θα αθετήσουν τις τελευταίες σας επιθυμίες, και δεύτερον γιατί με την τυχόν δημοσίευση των γραπτών σας, όλοι θα μάθουν την πραγματική σας αξία, κι αυτό βλέπω πως συμφωνείτε, θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα επιθυμούσατε στον κόσμο!

.


Αν δεν έχετε φροντίσει να τους ξαποστείλετε, για να προετοιμάσουν την υποδοχή σας στον άλλον κόσμο, λάβετε αυστηρά μέτρα προστασίας από τους φίλους, κι όλο το οικείο σας περιβάλλον. Ποιος μπορεί να γνωρίζει, αν η ανιψιά του δεν κρατάει κάποιο ημερολόγιο όπου καταγράφει και το παραμικρό σας φτάρνισμα; Φαντασθείτε πόσο αρνητικό θα ήταν για τη φήμη σας, να γνωρίζουν οι μεταγενέστεροι ότι βάζατε το δάχτυλο στη μύτη, και τόσες άλλες ευτράπελες συνήθειές σας: πως ροφούσατε τον καφέ, πως δεν μπορέσατε ποτέ στη ζωή σας να ντυθείτε ανάλογα με την περίσταση και άλλα, και άλλα..

Λάμπει ο Μάκης Λαχανάς, με το αφήγημά του η Μετάθεση. Ο πιο νέος συγγραφέας των τελευταίων δεκαετιών, ο εσαεί νεαρός, ο τους πόθους τρυγών και τα ανείπωτα υπομένων και πάντα λέγων, εν τη σιωπή του. Πόσα χρόνια πρέπει να περιμένει κάποιος για να απολαύσει επιτέλους τον δημιουργικό του μόχθο; Πώς κατεργάζεται το κρυφό διαμάντι που κουβαλάει ο καθένας μας, μέσα του; Πώς γίνεται να αδιαφορεί για την αρτιότητά του, ο ίδιος ο δημιουργός; Από ποία απόσταση είναι πρέπον να ατενίζει κάποιος το προσωπικό του έργο, κι η μέθη πότε μπορεί να τον πλησιάσει να τον αγκαλιάσει και να του απευθυνθεί σαν ώριμο, με του καιρού τα γυρίσματα, του πένθους τις πληγές, και τις επινοήσεις του ύστερα, ως μοναδικό κι αυθεντικό της επιγραμματοποιό;
 
Επιτύμβιες επιγραφές γράφουμε όλοι μας, πάρτε το επιτέλους χαμπάρι: το πένθος μας δοξάζουμε, ακόμη κι όταν δεν το γνωρίζουμε, τους νεκρούς μας, τον μέλλοντα νεκρό και την αμφιλεγόμενη θλίψη του προσπαθούμε να αναστήσουμε, η γραφή είναι το νεκρό σώμα του σήμερα. Το αθεράπευτα και γυμνό σαρκίο της εμμονής μας, ο άφθαρτος νεκρός της αγάπης κι αν θέλετε το ακαταπόνητο κι απαρηγόρητο παιδί των ονειρώξεων και των προσδοκιών μας. Γιατί “μεταθέτουμε” συνεχώς την αγάπη των υπαρκτών στο βασίλειο της σκιάς, της υγρασίας και των δακρύων μας; Γιατί δεν μπορούμε να κλάψουμε, να θρηνήσουμε και να αποδεχθούμε την μετάθεσή μας;
.
 

Ο Εουτζένιο Μοντάλε, ας γίνει ο άγιος προστάτης σας: όπως εκείνος, δεν θέλω να γνωρίζει κανένας στην πολυκατοικία σας, τις λογοτεχνικές σας επιδόσεις. Το ξέρω, αγαπητοί μου ομότεχνοι πως σας βάζω δύσκολα θέματα. Το ξέρω, καλύτερα από σας, πως η μοίρα φάνηκε σκληρή μαζί σας, κι έχετε δίκαιο όταν κατηγορείτε τη μάνα σας: γιατί, να μην σας γεννήσει κατευθείαν αγάλματα;

.

http://bibliotheque.gr/?p=23639&fb_action_ids=154035321449847&fb_action_types=og.likes&fb_source=timeline_og&action_object_map={%22154035321449847%22%3A135995583267502}&action_type_map={%22154035321449847%22%3A%22og.likes%22}&action_ref_map=[]

writing M5Njg=

Σχόλιο: Πέρα από την παραίτηση των «ιδιοφυών», ένεκα του συνδρόμου της  μη εν ζωή αναγνώρισης και του καταθλιπτικού συνδρόμου που το συνοδεύει έτσι ώστε να αυτοεξαφανίζονται πριν καν εμφανιστούν… είναι και οι κλοπές των χάκερς στη μέση… προσωπικά έχω κι άλλο ένα θέμα, το οποίο θα το εκθέσω, διότι έχω εξηγήσει ότι είμαι μονήρης άνθρωπος.  

Από την άλλη όμως είμαι και καλοπροαίρετος άνθρωπος, καθότι επιθυμώ να συμβάλω στη δόξα όσων εν ζωή η μοίρα (και ό, τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτήν —  μπορεί να είναι και τα άστρα ή τίποτε συμπαντικό του Κοέλιο… οτιδήποτε) με γαλαντομία τους προσφέρει. Να αγοράσω το βιβλίο τους, να πω δυο καλά λόγια κι εγώ, να το κάνω δώρο τα Χριστούγεννα, να ανεβάσω ένα αποσπασματάκι στο μπλογκ μου…

writing M5Njg=Με την ελληνική πεζογραφία έχω πρόβλημα, αλλά δεν με βοηθάτε κι εσείς, μου κλείνετε τις πόρτες στα μούτρα. Στα βιβλιοπωλεία χάνεσαι… δεν είναι δυνατόν να ενημερώνεσαι για όλα τα βιβλία που κυκλοφορούν. Υπάρχει πιθανότητα να σου έχει ξεφύγει κι ένα διαμαντάκι στην ελληνική λογοτεχνία. Μικρή είναι αυτή, αλλά δεν παύει να είναι πιθανότητα.

Κι αυτό κυρίως για τους δημιουργούς, οι οποίοι δεν έχουν ούτε γνωριμίες ούτε προσβάσεις στον τύπο ούτε εκδοτικούς οίκους που έχουν τη δύναμη να τους προωθήσουν. Και συνήθως οι μικροί εκδοτικοί οίκοι είναι οι κυνηγοί των ταλέντων.  Αλλά αυτό δεν λέει τίποτε.  Όποιος θέλει να γνωστοποιήσει τη δουλειά του,  βρίσκει τρόπους να το κάνει, και ας κριθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ή και κατ’ αυτόν τον τρόπο. Τα πράγματα δεν είναι μονόδρομος. Γιατί όμως δεν τη γνωστοποιεί; Tι περιμένει; Nα κάνει κανείς εκσκαφές στα «αβαζήτητα» των βιβλιοπωλείων ή στα «άβα» των παντοπωλείων, αν και όταν θέλει να πλύνει πιάτα, ή περιμένει να το βρει στα «βάζα» με τους λαχανόκηπους της φύσης; Eίναι σοβαρά πράγματα αυτά;

writing M5Njg=Θέλω να πω ότι αυτό είναι ένα σφάλμα των πρωτοεμφανιζόμενων και συνιστά και διπλό σφάλμα όταν η κριτική τους έχει αποθεώσει. Βρε, ομότεχνε, ο κριτικός σε αποθέωσε… γιατί δεν μου δίνεις την ευκαιρία να κάνω κι εγώ μια κατάθεση στεφάνου, γιατί με αγνοείς; Με αγνοούν οι εκδότες, με αγνοείς κι εσύ, Βρούτε; Εμείς έπρεπε να είμαστε κολλητάρια, γιατί μου κρύβεσαι;

Προσπαθώ να πω ότι γενικώς οι δοξασμένοι «σνομπάρουν» τη δόξα τους. Τι σημαίνει αυτό; Σήμερα υπάρχει το διαδίκτυο, το οποίο οπωσδήποτε βοηθάει στην ενημέρωση: το να δημοσιεύσει κάποιος κριτικές ή συνεντεύξεις ή επαίνους μαζί με ένα εξώφυλλο βιβλίου είναι το λιγότερο ανόητο. Διότι το βιβλίο είναι που μιλάει, ούτε καν το οπισθόφυλλο, και οπωσδήποτε όχι ο κριτικός ούτε και οι συνεντεύξεις. O κριτικός θα πει τα δικά του, τα οποία μπορεί να συνάδουν ή να μη συνάδουν και με τις προσωπικές μας απόψεις. Ο κριτικός είναι μία άποψη, δεν είναι όλες οι απόψεις. Στις συνεντεύξεις επίσης μπορούμε να εκθέσουμε τις προθέσεις μας, αλλά επ’ ουδενί τρόπω το αποτέλεσμα. Oι προθέσεις μπορεί να είναι αγαθές, αλλά το αποτέλεσμα να αντιστέκεται σθεναρά.

Επίσης, δεν βλέπω ή βλέπω πολύ σπάνια δημιουργούς να μιλούν για το πώς τίθενται απέναντι στο έργο τους, το τι, το γιατί και τον τρόπο της συγγραφής του. Άλλο το περιεχόμενο και άλλο η συγγραφική θέση. Άλλο το θέμα και άλλο ο τρόπος προσέγγισής του. Όλα τα θέματα είναι εξαντλημένα έτσι κι αλλιώς. Το μόνο που δεν εξαντλείται είναι το ταλέντο. Δεν θα πρέπει να μας ενημερώσει; Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες, είναι η βάση για όποιον δημιουργό σέβεται τον εαυτό του. Τι θέλει να πει ο ποιητής;  

Να μιλήσει για το άλλο σύνδρομο της «απόκρυψης» όλων αυτών των δεδομένων, όταν το έργο έχει εκδοθεί. Και πρώτα πρώτα η έλλειψη αποσπασμάτων από το βιβλίο, προκειμένου να δούμε περί τίνος πρόκειται, και μάλιστα ικανών αποσπασμάτων που να μπορούν να δώσουν εικόνα.

writing M5Njg=

Προσωπικά, δέχομαι διάφορες προσκλήσεις για παρουσιάσεις βιβλίων. Επειδή, από τη μία, επαναλαμβάνω, είμαι μονήρης άνθρωπος, αλλά από την άλλη καλοπροαίρετος και ευγενής, δε διανοούμαι να παραστώ σε παρουσίαση βιβλίου και να μην αγοράσω, εν συνεχεία, το βιβλίο. Το θεωρώ τουλάχιστον αγενές και προσβλητικό για το συγγραφέα. Είναι το μίνιμουμ ενός savoir vivre για όποιον αποφασίζει να παραστεί. Η παρουσίαση ενός βιβλίου  δεν είναι ένα κοινωνικό γεγονός, όπου ελαφρά τη καρδία θα παρευρεθούμε και εν συνεχεία θα αποσυρθούμε. Ο συγγραφέας έχει ή θεωρεί, εν πάση περιπτώσει, ότι εκεί έχει κάνει κατάθεση ψυχής. Κάθε συγγραφέας, όσο ανόητος και αν είναι. Επομένως, δεν θα πάμε για να ανακαλύψουμε εκεί την ποιότητα του βιβλίου ή την ανοησία του συγγραφέα. Η παρουσίαση λειτουργεί συμπληρωματικά. Δεν είναι επίδειξη μόδας, για να δούμε εάν το μοντελάκι μας κάνει ή όχι. Συνεπώς, η παρατήρηση που κάνω δημιουργεί και πρακτικά θέματα. Πώς θα παρευρεθώ κάπου όπου παρουσιάζεται κάτι, για το οποίο δεν έχω προσωπική άποψη; Ή θα πρέπει να τρέχω στα βιβλιοπωλεία για να σχηματίσω άποψη προηγουμένως, εάν το βιβλίο δεν μου έχει αποσταλεί ή δεν έχω ικανά δείγματα μπροστά μου κατά τη διαδικτυακή του παρουσίαση; Και, εάν έχω τη στοιχειώδη ευαισθησία, δεν θα αισθανθώ αμήχανα να παρευρεθώ και να γυρίσω την πλάτη και να φύγω ή να μου επιβάλω να πληρώσω για κάτι τελικά που μου είναι αδιάφορο; Toν αναγνώστη, σε αυτήν τη φάση, δεν θα έπρεπε οι συγγραφείς να τον λαμβάνουν υπόψη τους; Tα μικρά διαφημιστικά σποτ δεν λένε απολύτως τίποτε. Λειτουργούν μόνον εφόσον συνοδεύονται και από ικανά αποσπάσματα του βιβλίου και από τη θέση του συγγραφέα επ’ αυτού.

Tη λογική αυτή της αμέλειας ή της κρυψίνοιας ούτε την καταλαβαίνω ούτε την ασπάζομαι. Κι επομένως αγνοώ επιδεικτικά εκείνους που, ως αναγνώστρια, με αγνοούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Δεν καταδέχομαι καν να παρακολουθήσω αυτό που κάνουν. Μου είναι αδιάφοροι.

Για σκέψη τα παραπάνω.  

 

.

 

 
Image

Άρης Μαραγκόπουλος: Επιθυμία (e-περιοδικό bibliothèque)

Άρης Μαραγκόπουλος: Επιθυμία (e-περιοδικό bibliothèque)

http://bibliotheque.gr/?p=21888

http://www.arisgrandman.com/bibliography–web.html

.

Εδώ και πάρα πολύ καιρό, το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα στη γραφή και την τέχνη γενικότερα είναι πρόβλημα κατανόησης του κόσμου. Όποιος, παράδειγμα, «διαβάζει» τον κόσμο μέσα από την κουλτούρα της Μπάρμπι (ακόμα κι αν αυτή είναι localized, όπως π.χ. στα ελληνικά ευπώλητα βιβλία που μετά μανίας καταβροχθίζουν ανορεξικές και αγάμητες κυρίες) κατανοεί τη ζωή του σαν Μπάρμπι. Δηλαδή διαβάζει πρόχειρα, επιπόλαια, στον αφρό. Διαβάζει μια πλοκή, διαβάζει μια ιστορία, καταπίνει το ένα μετά το άλλο βιβλία της λογοτεχνίας και της παραλογοτεχνίας λες και είναι επεισόδια σε τηλεοπτική σειρά. Τα συζητάει εξίσου ανάλαφρα στα social media, λες και είναι ιστοριούλες από τα παρασκήνια των ειδήσεων. Κάνει zapping ανάγνωση των βιβλίων και, τελικά, του κόσμου. Ειδικά, όταν πέσει στα χέρια του ένα κείμενο με κάποιες απαιτήσεις διαφορετικής ανάγνωσης του κόσμου, πέρα από την κυρίαρχη των Μέσων, το κείμενο/έργο ακυρώνεται αυτομάτως μέσα από την à la Μπάρμπι ανάγνωσή του.

Alexej Alexejewitsch Harlamoff  tumblr_mhakufDJyo1r74hw1o1_1280Μεγάλη μερίδα αναγνωστών έχει εθιστεί να διαβάζει τη λογοτεχνία όχι ως αυτό που είναι, ως τέχνη της ζωής, μια τέχνη που θέτει ερωτήματα για τη ζωή, μια τέχνη που εμπνέει την Επιθυμία για την αλήθεια και την ομορφιά, αλλά ως φτηνό ρεπορτάζ του Πραγματικού. Είναι σχεδόν φυσιολογικό να διαβάζεις έτσι. Αφού αυτή τη γραφή κι αυτή την ανάγνωση διδάσκει η κυρίαρχη ανάγνωση του κόσμου: ένα ρεπορτάζ του Πραγματικού που δεν έχει καμία σχέση με το Πραγματικό. Ή, έχει όση σχέση έχει η Μπάρμπι με τον πραγματικό κόσμο ή τα Goodies με το πραγματικό φαΐ. Η πιο σοβαρή συνέπεια αυτής της παραμορφωτικής ανάγνωσης του κόσμου είναι μία – και τη διατυπώνω δίχως καμία περαιτέρω εξήγηση (ο καθείς θα πρέπει να την ανακαλύψει μέσα από την προσωπική του διαδρομή): σιγά, αλλά σταθερά, όπως το σαράκι που τρώει το ξύλο, χάνεται από τα μάτια της πλειονότητας του κόσμου η Επιθυμία του Αισθητικού, η Επιθυμία της όποιας ομορφιάς, αλλά και το κριτήριο που επιτρέπει να την αναγνωρίζεις όταν τη συναντάς.

CARL Detail_2Με αυτή την απώλεια της Επιθυμίας συνδέεται ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα στην Iστορία της Τέχνης: η αληθοφάνεια. H σχέση του Έργου με το Πραγματικό. Η Ιστορία διδάσκει ότι η καλύτερη λογοτεχνία κάθε καιρού και κάθε τόπου γύρισε την πλάτη στο ζήτημα της αληθοφάνειας. Aυτό πιο συγκεκριμένα υπονοεί: όχι ότι αδιαφόρησε για το Πραγματικό καθεαυτό. Tο αντίθετο μάλιστα. H καλύτερη λογοτεχνία ουδέποτε αδιαφόρησε για το Πραγματικό. Aδιαφόρησε όμως για το βαθμό αληθοφάνειας διά της οποίας θα το αποδώσει. Δείτε, π.χ., τον Δάντη, τον Στερν, τον Θερβάντες, τον Pαμπελέ, τον Γκόγκολ, τον Μπέιλι, τον Kάφκα, τον Τζόις, τον Mπέκετ, τον Μπόρχες, τον Μούζιλ, τον Μπροχ, για να αναφέρω πρόχειρα, έτσι στην τύχη, μερικά πασίγνωστα παραδείγματα αναληθοφανούς ρεαλισμού. Kι όμως όλοι αυτοί οι μεγάλοι κλασικοί στην πραγματικότητα αγωνιούσαν για την απόδοση του Πραγματικού[1].


Θα τους ονομάσουμε ρεαλιστές; Δεν νομίζω. Δεν ήταν αυτό ακριβώς που τους έκαιγε όταν έγραφαν. Η σχέση της λογοτεχνίας με το Πραγματικό δεν είναι μια σχέση μορφική με την πολύ στενή έννοια (δηλαδή μια σχέση μεγαλύτερης ή μικρότερης πιστότητας στην αληθοφανή απόδοση του Πραγματικού), είναι πρωτίστως, μια σχέση μορφική με την ευρύτατη έννοια, σχέση εμπειρική/καλλιτεχνική: είναι μια σχέση που απορρέει από τη λιγότερο ή περισσότερο γνήσια επιθυμία του καλλιτέχνη να καταβροχθίσει, να σπαράξει, να πονέσει, να χαθεί μέσα στο Πραγματικό – με την ερωτική έννοια του όρου.

Zούμε, εδώ και τριάντα και παραπάνω χρόνια, έναν πληθωρισμό λογοτεχνίας που υποκρίνεται το αληθοφανές, το Πραγματικό. Tο μεγαλύτερο μέρος αυτής της ευπώλητης, μεταμοντέρνας μυθοπλασίας, παγκοσμίως, υποκρίνεται πως αποδίδει το Πραγματικό ενώ στην ουσία παράγει ένα αθλητικό ρεπορτάζ του Πραγματικού [2].


CARL DSCN0994.-JPG
Aυτή είναι η αλήθεια κι όποιος δεν τη βλέπει ζει στα σκοτάδια. Aλλά αυτή η παραγωγή δεν οικοδομεί τέχνη του λόγου, δεν οικοδομεί καμία τέχνη. Πρόκειται για έναν διεφθαρμένο ρεαλισμό [3], έναν ρεαλισμό που στέκεται επιπόλαια στον αφρό της ζωής – όπως η ρηχή δημοσιογραφία, όπως η πόρνη Μπάρμπι. Αυτός ο ρεαλισμός δεν ταράζει τίποτε και κανέναν. Δεν ενοχλεί, δεν προσβάλλει, δεν πληγώνει, δεν αρνείται, δεν κρίνει, δεν σκέφτεται, δεν κινητοποιεί τις ψυχές, την Επιθυμία. Αναπαράγει μηρυκαστικά τη ζωή λες και αυτή η κοινωνική ζωή έχει πάψει να επιθυμεί, λες και η ζωή έχει συρρικνωθεί σε μικροσυμβάντα που αφορούν πάντα τους άλλους, αλλά ποτέ τον Άλλο. Έχοντας, επιπλέον, αποσυνδεθεί από την όποια Θεωρία που εμπνέει το όποιο Όραμα, την όποια Επιθυμία, έχει επιστρέψει εν πλήρη συγχύσει στη ρωπογραφία της ατομικής εμπειρίας ανάγοντάς την, μέσα από στερεότυπες συνταγές, σε παγκοσμιοποιημένη version του Πραγματικού.

Κι έτσι σιγά σιγά, αλλά σταθερά, ο σύγχρονος αναγνώστης, πνιγμένος στο ρεπορτάζ, πνιγμένος στη δημοσιογραφική αληθοφάνεια που περνιέται/πουλιέται για τέχνη, χάνει από τα μάτια του την Επιθυμία. Την επιθυμία για την ομορφιά του κόσμου. Την επιθυμία για την Ουτοπία ενός άλλου κόσμου. Την επιθυμία γενικώς. Συνηθίζει κανείς στην ασκήμια όπως συνηθίζει στην οικολογική καταστροφή, όπως συνηθίζει στην πολιτική διαφθορά, όπως ένα κουρασμένο ζευγάρι συνηθίζει να απέχει από τον έρωτα. Η μεταμοντέρνα συνθήκη έχει εθίσει τον αναγνώστη/θεατή του έργου τέχνης στην παραίτηση από την Επιθυμία.

CARL 6186508988_e2db6c2918_z

Ο Φρέντρικ Τζέιμσον, πολύ πριν από την έκρηξη του Μεταμοντέρνου, το 1977, διέκρινε προφητικά την ανάγκη για έναν νέο ρεαλισμό ο οποίος, αφενός θα υπερβαίνει τις διαπιστωμένες αντιφάσεις του μοντερνισμού [4] και αφετέρου θα αποκολλάται από τις γερασμένες συμβάσεις του παρεμβατικού ρεαλισμού.
Ήδη από τότε ο οξυδερκής θεωρητικός έβλεπε την πιθανή διαλεκτική σύνθεση των δύο ρευμάτων στη σύγχρονη συγκυρία: σύνθεση ενός παρεμβατικού ρεαλισμού που ανασυνθέτει, μέσα από το μεγάλο μέτωπο εναντίον της παγκοσμιοποίησης, την ενότητα του κατακερματισμένου κόσμου με έναν μοντερνισμό που ανανεώνει/επαναστατικοποιεί δραστικά τις μορφές αναπαράστασης του Πραγματικού [5].

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε έναν «Ρεαλισμό μετά τον Ρεαλισμό», κατά το όραμα του Τζέιμσον. Έναν ρεαλισμό που θα εμπνέει ξανά την Επιθυμία, έναν ρεαλισμό που θα διεγείρει από την αρχή το χαμένο κριτήριο του Αισθητικού. Έναν ρεαλισμό που θα παράγει ξανά ομορφιά (μορφή) στη θέση της ασχήμιας (α-σχήμα) και Ουτοπία στη θέση της Δυστοπίας.

 

Εγώ σ’ αυτή την κατεύθυνση δουλεύω. Κάμποσα χρόνια τώρα. Με οδηγό την Επιθυμία.


1]Bλ. ως προς τους μοντερνιστές, τη διαπίστωση του Tζωρτζ Στάινερ στο τέλος της Bαβέλ: «H Έρημη Xώρα, το Ulysses, τα Kάντο του Πάουντ, αποτελούν σκόπιμα assemblages, σοδειά από ένα πολιτισμικό παρελθόν που έδινε την αίσθηση ότι κινδύνευε να διαλυθεί. […] Όσοι έδειχναν εικονοκλάστες αποδείχτηκαν, κατά το μάλλον ή ήττον, αγχωμένοι επιστάτες που τρέχουν πάνω-κάτω μέσα στο μουσείο του πολιτισμού, αναζητώντας τάξη και καταφύγιο για τους θησαυρούς του, πριν έρθει η ώρα να κλείσει. […] Tο νέο, ακόμη και στη σκανδαλωδέστερη εκδοχή του, στήθηκε με φόντο τη γνώση και το πνεύμα της παράδοσης. O Στραβίνσκι, ο Πικάσο, ο Mπρακ, ο Έλιοτ, ο Tζόις, ο Πάουντ –οι “δημιουργοί του νέου”– υπήρξαν νεοκλασικοί, που συχνά έδειξαν τόση φροντίδα για τα προηγούμενα κανονιστικά πρότυπα όση και οι πρόγονοί τους κατά τον 17ο αιώνα» (George Steiner, AfterBabel, Aspects of languageand translation, Oxford Univiversity Press, Οξφόρδη, Νέα Υόρκη, 1998, 3η έκδ., σ. 490 – πρβλ. και την ελλ. μτφρ.: George Steiner, Mετά τη Bαβέλ, μτφρ.: Γρηγόρης N. Kονδύλης, επιμ.: Άρης Mπερλής, Scripta 2004, σ. 733 – η υπογράμμιση δική μας).

Andrey Remnev - (6)[2]Eπ’ αυτού συνηθίζω να παραπέμπω στη φράση-κλειδί από τον Kούντερα, που, σημειωτέον, έχει γραφεί το 1993 (στο Προδομένες Διαθήκες): «Tο μεγαλύτερο ποσοστό της σημερινής παραγωγής μυθιστορημάτων αποτελείται από μυθιστορήματα έξω από την ιστορία του μυθιστορήματος: εξομολογήσεις εν είδει μυθιστορήματος, ρεπορτάζ εν είδει μυθιστορήματος, διακανονισμοί λογαριασμών εν είδει μυθιστορήματος, αυτοβιογραφίες εν είδει μυθιστορήματος, αδιακρισίες εν είδει μυθιστορήματος, καταγγελίες εν είδει μυθιστορήματος, μαθήματα πολιτικής εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του συζύγου εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του πατέρα εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό της μάνας εν είδει μυθιστορήματος, διακορεύσεις εν είδει μυθιστορήματος, τοκετοί εν είδει μυθιστορήματος, μυθιστορήματα ad infinitum έως της συντελείας του αιώνος, που δεν λένε τίποτα καινούριο, δεν έχουν καμία αισθητική φιλοδοξία, δεν επιφέρουν καμία αλλαγή ούτε στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον άνθρωπο ούτε στη μορφή του μυθιστορήματος, μοιάζουν όλα μεταξύ τους, τα καταναλώνεις θαυμάσια το πρωί και τα πετάς θαυμάσια το βράδυ».

[3] Βλ. εκτενέστατα επί του θέματος στο δοκίμιο του γράφοντος Διαφθορείς, Eραστές, Παραβάτες, Ελληνικά Γράμματα 2006.

[4] Εκείνες που ανέλυσε θαυμάσια ο Ντάνιελ Μπελ στο βιβλίο του Οι πολιτισμικές αντιφάσεις του καπιταλισμού (Τhe cultural contradictions of capitalism, 1978).

[5] Φρέντρικ Τζέιμσον, «Afterword», στη σύμμεικτη έκδοση Aesthetics & Politics, Verso 1980.

.

Πίνακες: Alexej Alexejewitsch Harlamoff, Carl Heinrich Bloch, Andrey Remnev

.

Σημείωση: Ως εκ τούτου, η  λίστα στο παρόν μπλογκ των φιλοξενουμένων, όσον αφορά τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, θα είναι εξαιρετικά μικρή. Δεκτές οι υποδείξεις, ωστόσο, όσων έχουν κοινά κριτήρια με αυτά του Άρη Μαραγκόπουλου, τα οποία συμβαίνει να συμπίπτουν επακριβώς και με τα δικά μου. Δεν αποκλείεται να έχω χάσει κάτι αξιόλογο… Μου αρκούν και δύο καλογραμμένες παράγραφοι! Ως δείγμα… γενναιοδωρίας των κατεχόντων τα εκδοτικά. Διότι, ασφαλώς, και υπάρχουν άνθρωποι που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, μόνον που γίνονται αντιληπτοί ως… “ινδιάνοι” και πόσο μάλλον όταν απουσιάζουν… οι συστάσεις! Tα κείμενά τους δεν διαβάζονται καν. Καλώς ή κακώς αυτή είναι η αλήθεια! H εκδοτική πραγματικότητα, στο πλείστο των περιπτώσεων, ασπάζεται τα κριτήρια της μη επιθυμίας και της δημοσιογραφικής ανάπλασης του κόσμου, που κάθε άλλο πάρα κόσμο συνιστά, καθότι α:κοσμος και α:τοπος!

.

.

 

 

 

 

Tags: , ,

Image

[Όλα εύκολα και όλα όμοια;] του Σωτήρη Παστάκα (e-περιοδικό bibliothèque)… και ένα σχόλιο

http://bibliotheque.gr/?p=21988

GEWLL Le-coup-de-chapeauΣτο αγωνιώδες ερώτημα “τι να διαβάσω;” που απευθύνουμε συχνά προς εαυτόν και προς τρίτους, ο “Μετέωρος Άνθρωπος” του Σολ Μπέλοου, απαντάει: περισσότερα από όσα μπορείς. Ο ίδιος αγοράζει περισσότερα βιβλία από όσα μπορεί να διαβάσει, θεωρώντας ό,τι με αυτόν τον τρόπο βάζει κάποια υποθήκη στο χρόνο. Τα βιβλία που περιμένουν διακριτικά στα ράφια της βιβλιοθήκης τη δική του ματιά, την υπέρτατη στιγμή που εκείνος θα τα αγγίξει, τον προστατεύουν από όλες τις κακοτοπιές του μέλλοντος. Του προσφέρουν την απατηλή αλλά μη ευκαταφρόνητη σιγουριά πως εφ’ όσον θα έχω κάτι να διαβάζω, δεν πρόκειται να μου συμβεί τίποτα το κακό.

Αγοράζοντας λοιπόν, βιβλία με ένα ρυθμό που δεν προλαβαίνει να τα καταναλώσει, πιστεύει πως με τα βιβλία που παραμένουν αδιάβαστα, επιτυγχάνει μία πίστωση χρόνου. Ο χρόνος ανοίγεται πλέον μπροστά του, ασφαλής κι ακίνδυνος σαν ένας διάδρομος, που αμβλύνει το θόρυβο του κόσμου, αφού και τις δύο του πλευρές καλύπτουν πελώρια ράφια βιβλιοθήκης.

 

GEWLL AquariusΗ Λουντμίλα, αυτή η καθαρή αναγνώστρια του Ίταλο Καλβίνο στο “…Αν μια νύχτα του Χειμώνα ένας ταξιδιώτης”, καταβροχθίζει το ένα βιβλίο μετά το άλλο, αδιαφορώντας πλήρως να αποδώσει κάποια αισθητική εκτίμηση στα όσα διαβάζει. Μας προσφέρεται λοιπόν, ως το ιδανικότερο μοντέλο του σύγχρονου αναγνώστη, ο οποίος απέχοντας έτη φωτός από το φετιχισμό του βιβλιόφιλου (που αγαπάει το βιβλίο απλώς και μόνον ως αντικείμενο) και από τη νοοτροπία του συλλέκτη (που επιτελεί ένα έργο τακτοποίησης της προσωπικής του ζωής και νοιώθει άμεσα την υπεροψία της υστεροφημίας του), αγοράζει τα βιβλία του από το περίπτερο ή το σούπερ-μάρκετ της γειτονιάς του, τα διαβάζει όρθιος πολλές φορές στο αστικό ή κρυφά στις ώρες του γραφείου και τα εγκαταλείπει έπειτα ως φιάλες μίας χρήσεως σε ανύποπτα μέρη, όπως κατατρύχεται ο ευκοίλιος από την άμεση ικανοποίηση της “προσωπικής του ανάγκης”.
“Τι να διαβάσω;” Στην εύκολη εποχή μας, ένα δύσκολο ερώτημα όπως αυτό, βρίσκει τις απλούστερες απαντήσεις. Περιοδικά, εφημερίδες και έντυπα ποικίλης ύλης προτείνουν καθημερινά, πέρα από οποιαδήποτε κριτική και αισθητική αποτίμηση, καταλόγους βιβλίων για όλα τα γούστα. Βιβλία που τα διακρίνει μόλις το ένα από το άλλο, ο τυπικός τους διαχωρισμός σε “λογοτεχνία”, “αστυνομικά”, “ποίηση” και “παιδικά”, από τη στιγμή που όλα ανεξαιρέτως μοιάζουν παιδικά, γιατί είναι όλα εύκολης ανάγνωσης και τελικά όλα όμοια. Τι νόημα έχει πλέον ο υποτυπώδης διαχωρισμός τους σε είδη;

___

___

Ο Τζόρτζιο Καλκάνιο μας επισημαίνει σε ένα άρθρο του, στην εφημερίδα “LaStampa“, το όνομα του Rudolf Flesch, ο οποίος πέθανε πρόσφατα και αποτελούσε ήδη, εδώ και είκοσι χρόνια, το απωθημένο σκιάχτρο για όσους πιστεύουν ακόμη στο γραπτό λόγο. Μας πληροφορεί λοιπόν, πως ο Φλες είναι ο γλωσσολόγος που σε ένα διάσημο βιβλίο, “Η τέχνη της ευανάγνωστης γραφής”, υπολόγισε το δείκτη αναγνωσιμότητας του κάθε συγγραφέα. Σύμφωνα με τις αναλύσεις του, ένα κείμενο διαβάζεται τόσο πιο εύκολα όσο λιγότερες είναι οι λέξεις που απαρτίζουν μια πρόταση και όσο μικρότερος είναι ο αριθμός των συλλαβών της κάθε μιας λέξεως. Το παράδοξο είναι, σημειώνει ο Καλκάνιο, πως το δόγμα του Φλες δεν το ενστερνίσθηκαν οι πολιτικοί ή οι πανεπιστημιακοί, που στο κάτω-κάτω έχουν την υποχρέωση να γίνονται κατανοητοί από τους ψηφοφόρους τους ή τους μαθητές, αλλά για μεγάλη μας συμφορά, εκείνοι που φαίνεται να το ακολούθησαν πιστά είναι οι συγγραφείς. Οι συγγραφείς, γνωρίζοντας τον ελάχιστο χρόνο που τους απομένει να διεκδικήσουν από τον αναγνώστη όταν αυτός σβήσει το βίντεο, έχουν θυσιάσει τα πάντα προς τιμήν του ώστε να του προσφέρουν μια εύκολη ανάγνωση και πρέπει να πούμε ότι το έχουν καταφέρει θαυμάσια.

GEWLL Les-dieux-nont-pas-la-foi

Μήπως όμως έχουμε υπερεκτιμήσει το αξίωμα της εύκολης ανάγνωσης; διερωτάται ο Καλκάνιο. Μήπως η γραπτή σελίδα θα έπρεπε να αναχαιτίζει τον αναγνώστη αντί να του παρέχει την ελευθερία να ξεχαστεί; Μήπως η γλώσσα του συγγραφέα θα έπρεπε να ήταν μια παράβαση προς την κοινή γλώσσα και όχι η οκνηρή της υπηρέτρια;

Μπορεί το αναγνωστικό της πρώτης δημοτικού να εξυπηρετεί απόλυτα τις ανάγκες της εύκολης ανάγνωσης, αλλά ας μας επιτραπεί να διαβάζουμε ακόμη και κάτι πιο προχωρημένο. Κάτι που να ορθώνεται μπροστά μας κατακόρυφα, θα έλεγα, και απαιτεί την κοπιώδη αναρρίχησή μας. Κάτι που μπορεί να είναι τα δίχως τέλος βιβλία της Λουντμίλας ή απλώς μια ελπίδα να επιτύχουμε μια πίστωση χρόνου, ή έστω κάτι που να χρειάζεται, όπως δηλώνει και ο τίτλος αυτής της επιφυλλίδος, “πολλαπλές αναγνώσεις” επιτέλους.

Σχόλιο: πέραν του εύστοχου που διακρίνει το κείμενο του Σωτήρη Παστάκα για τη μαζική κατανάλωση πολτού άνευ κριτηρίων, θα προσέθετα και έναν άλλο παράγοντα μακροημέρευσης της αλαζονικής υπερίσχυσης της (επιεικώς) χρυσής μετριότητας στη λογοτεχνική παραγωγή: τα εν Ελλάδι εργαστήρια της δημιουργικής γραφής.

Δε θα σχολιάσω καν το ποιοι, στο πλείστο των περιπτώσεων, εμφανίζονται ως λογοτεχνικοί φωστήρες και «διδάσκαλοι» (κάποιοι από αυτούς, στους κύκλους, θεωρούνται κίβδηλοι, ατάλαντοι και «ψώνια») : θα σχολιάσω όμως τα κείμενα των «μαθητών» τους, που παρατίθενται, σε πολλές περιπτώσεις, σε διαδικτυακές σελίδες και μάλιστα με καμάρι, κάποτε, από κάποιους «διδασκάλους».

Πρόκειται περί ολοσχερούς καταστροφής: όλα είναι κομμένα και ραμμένα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Το στυλ δε, το οποίο φοριέται κατά κόρον, είναι το ακόλουθο: μικρές και κοφτές φράσεις με εισαγωγή κάθε φορά μίας καινούργιας εικόνας. Τίποτε άλλο!

Yπάρχει και η οδηγία, «κάνε και μία φρασούλα τώρα, για να δείξεις τα συναισθήματά σου». Δεν μπαίνω καν σε θέματα αισθητικής για τη χρήση της γλώσσας, η οποία δεν υφίσταται καν, ούτε στην ομφαλοσκοπική ημερολογιακή διάθεση ούτε στην έλλειψη παντελούς ατμόσφαιρας και στη, γενικότερη … ξέρα του κειμένου.

Η γραμμή αυτή είναι εμφανής και, φυσικά, μόνον ένας ατάλαντος θα μπορούσε να την ακολουθήσει αδιαμαρτύρητα. Το ταλέντο, το οποίο γεννιέται και δεν γίνεται, δεν τρέχει στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, διότι ξέρει πώς είναι το να γράφεις. Έχει το… γονίδιο! Βεβαίως, υπάρχουν και οι περιπτώσεις των ταλαντούχων ανασφαλών, αλλά αυτοί αποχωρούν γρήγορα.

Και μπορεί κανείς να αναρωτηθεί ποιος από τους μεγάλους της λογοτεχνίας είχε παρακολουθήσει εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Έχουμε επιστολές μεταξύ ομοτέχνων για ζητήματα που αφορούν θέματα της λογοτεχνίας, αλλά αυτό είναι διαφορετικό. Άλλο το να συζητήσεις, έχοντας το δικό σου δρόμο, κάποια τεχνικά θέματα και άλλο να σου υποδείξουν πώς θα γράψεις. Για έναν ταλαντούχο, για παράδειγμα, είναι αυτοματισμός ο διαχωρισμός της πρωτοπρόσωπης από την τριτοπρόσωπη αφήγηση και της αφήγησης σε δεύτερο πρόσωπο. Η θεωρία έπεται της λογοτεχνικής πράξης, που σημαίνει ότι οι λογοτέχνες  είναι εκείνοι που το «καθιέρωσαν». Είναι γελοίο, το λιγότερο, να θεωρεί κανείς εαυτόν επίδοξο συγγραφέα και να μην ανακάλυψε μέσα του και μόνος του τον «αυτοματισμό» αυτόν.  

Ο τρόπος των κειμένων αυτών συμβαδίζει με τον τρόπο, με τον οποίο στα σχολεία διδάσκουμε στους μαθητές που έχουν προβλήματα έκφρασης να οργανώνουν τις φράσεις τους (κάποτε είμαστε και αναγκασμένοι να διαχωρίζουμε και να εξηγούμε ότι είναι διαφορετική μία φράση που εκφράζει σκέψη και διαφορετική μία φράση που εκφράζει συναίσθημα), και αυτό για τον απλούστατο λόγο  ότι δεν υπάρχει διαφορετικός τρόπος σωτηρίας ούτε αυτών ούτε των κειμένων τους, και πόσο μάλλον όταν καλούνται να δώσουν εξετάσεις.

Τι είναι η λογοτεχνία, έκθεση ιδεών ή ημερολόγιο δημοτικού σχολείου; Δεν σχολιάζω καν τις υπόλοιπες οδηγίες που γνωρίζω ότι δίνονται. Ρομπότ! Διότι μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις.

 

 

 

Tags: ,