Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ (Ελληνική)
Στέλλα Δούμου, Εκατό χιλιάδες λέξεις μακριά
.
Στην αίθουσα με τις μεγάλες αποστάσεις κατανόησης
Κάτω ακριβώς από τις κυλιόμενες σκάλες
Που οδηγούσαν στα οκλαδόν σημεία των εικόνων
–οι λαμπτήρες καταύγαζαν τον αιθέρα χωρίς παρεξηγήσεις
και όλα διατηρούνταν καρφωμένα σε κατάσταση προοπτικής–
Εκεί ακριβώς
Οι ανοιχτοχέρηδες της κυριολεξίας
Ονειρεύονταν συχνά το ρήμα φαντάζομαι
Να σκάζει σαν άστρο μέσα απ’ τα βλέφαρά τους
Και κάποτε συνέβη να σπάσει ο κώδωνας των περίκλειστων ματιών
Και να βρεθούν σύψυχοι μ’ ένα μπαστούνι στο χέρι
Να αναμοχλεύουν το υγρό χώμα των λέξεων μην τυχόν πήξει
Και ξαναγίνε η φρουτιέρα
Φρουτιέρα
Κι όχι ένας Κήπος που στίλβει φωτόνια
Έτοιμα να τα καταπιείς ολόγιομα και να κελαηδήσεις.
Στέλλα Δούμου, Εκατό χιλιάδες μακριά, από τη συλλογή το Άλογο που έγραφε, εκδόσεις Σμίλη, 2020
Artwork: Ronny Engelmann
Στέλλα Δούμου, Καρδιές αλόγων
.
Κι εκεί που η νύχτα αρέσκεται στη σωστή ώρα
–σ’ εκείνη δηλαδή που χώνει στα σχήματα το δόντι της–
Φυτρώνει στον τοίχο ένα χερούλι
Και τότε η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς
Περνούν ζωηρά ασθενοφόρα
Μαζεύουν αυτούς με τα κάρβουνα στα χέρια
Και τα ληγμένα κόκαλα
Τρένα ψυχρόαιμα δειπνούν ομίχλες
Κι ένα χιόνι άνευρο κυοφορεί μαύρους νάρκισσους
Εκεί και τότε είναι η στιγμή
Που λύνονται όλες μου οι απορίες
Ένα παιδί, σας λέω, με μάτια ιστορίας
Κάθεται οκλαδόν επάνω στο κεφάλι μου
Με διαβάζει ανυπεράσπιστη
Μου σπάει το σαγόνι από έρωτα
Έχοντας με τέχνη επινοήσει
Σε κάθε φράση σε κάθε ανάσα
Καρδιές αλόγων να βροντούν
Κι ευάλωτα λευκά μεσονυχτίου.
Στέλλα Δούμου, Καρδιές αλόγων, από τη συλλογή Το άλογο που έγραφε, εκδόσεις Σμίλη, 2020
Πίνακας: Philip Evergood
Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο μονόλογος του κλέφτη
Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται
πίσω απ’ την απουσία
τα βράδια ωστόσο κατοικώ
σ’ ένα χρυσωρυχείο.
Φοβάμαι το αιφνίδιο
τρέμω τα καλοκαίρια
μα πιότερο απ’ την ερημιά
η ασθένεια με πονά
των συμπτωμάτων.
Κλέβω χαρτονομίσματα
βιβλία διαβασμένα
κι από τα ρούχα ειδικά
αυτά που έχουν τσέπες.
Η απελπισία των χεριών
συχνά μ’ εξαναγκάζει
να μετατρέπομαι σε ηχώ
των άηχων βημάτων.
Των μεγαφώνων η σιγή
και η μελαγχολία
είναι απλώς η αφορμή
για τη λαθροχειρία.
Κυρίως νομίζω ευθύνεται
η σκοτεινή αγκαλιά μου.
Σας κλέβω μόνο την αφή
το άγγιγμα που αφήσατε
πάνω στις πορσελάνες
γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή
δίχως το άλλο σώμα
και τελευταία πετάγομαι
κλαίω μέσα στον ύπνο.
Φιλάργυρος της αφαίρεσης
δανείζομαι το παρελθόν
γυρεύω οικογένεια
συλλέγω από απόγνωση
μεταξωτές αισθήσεις.
Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά
στις αμυχές της σάρκας
γίνεστε εσείς η υπογραφή
της άγραφης ζωής μου.
Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:
Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
που βλέπει με τα χέρια…
Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
να βρει δικαιολογίες
ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών
το άνοιγμα μιας πόρτας
ή μια προστακτική φωνή
να του φωνάζει
μείνε.
Artwork: Michele Durazzi
Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο μονόλογος του κλέφτη, από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα, Κέδρος, 2016
Στέλλα Δούμου, Λατρεμένο μου!
Το μαύρο ταφταδένιο φόρεμα της Λεμονίτα Μίλσαϊγ θρόισε καθώς μπήκε αργά στη μισοφωτισμένη σάλα. Κεριά διέχεαν ένα μελαγχολικά ήρεμο φως. Κοίταξε έντονα το γυάλινο λίκνο που μέσα του αναπαύονταν, με μακάρια αταραξία, αφράτα κορμάκια, ομορφοφτιαγμένα, τυλιγμένα σε ανάλαφρο, σαν ανάσα χιονιού, σκέπασμα.. Αναστέναξε. Αίφνης στα μάτια της σάλεψε κάτι απόκοσμο.
Απαλά, σήκωσε ένα. Το κοίταξε γλυκά. «Λατρεμένο μου!». Ένιωσε κόμπο στο λαιμό. Χωρίς άλλη σκέψη, το έβαλε στο στόμα, αλέθοντάς το, συνέθλιψε τα αμυγδαλένια κοκαλάκια του και γεύθηκε τη βουτυρένια σάρκα, με μια εσάνς ροδόνερου, σχεδόν σε έκσταση.
Όταν όλα τελείωσαν, υπέρκομψα τίναξε τα ίχνη άχνης απ’ το μαύρο ταφταδένιο της φόρεμα.
Στέλλα Δούμου, Ο μήνας του Αρνιού
Εκβραχισμοί
από λαιμούς που για αιώνες
δεν είχαν καθαριστεί σπάζοντας την πέτρα της αλήθειας.
Οι γητεμένοι ως το κόκαλο κρεατογενείς
ανέμιζαν προβιές και κουδουνάκια.
Στις ποδιές τους ανατρέφονταν τα σαρκοβόρα Άλεφ των φυλών.
Κρατήθηκαν ομπρέλες κωνοφόρων.
Λίμνες σχηματίστηκαν σε αυλές
και κατέβηκε ένας θεός θλίψης να πλύνει τα πόδια του
να συγυρίσει, να μαζέψει τα σπασμένα απ’ τα τραπέζια
να σφουγγίσει αριθμούς από τα μέτωπα των χορτασμένων.
Σε πεδία καθαρτηρίων λύκοι χαρμάνηδες ετόλμησαν να βήξουν.
Ανάμεσα στα μάτια είχαν τον καιρό να αιμοστάζει.
Πρόβατα με κουκούλες τούς φίλησαν στα μάγουλα στο δρόμο για τους Εμμαούς.
Πήγαιναν να μαρτυρήσουν σε πόλεμο απορίας.
Το καθένα κρατούσε ένα κιβώτιο για το καύκαλό του.
Στα αμπέλια ολόγυρα κρέμονταν άγιοι πάντα,
οι σαστισμένοι στάζοντας φρέσκια ολόφρεσκη κοπριά.
Κι έγινε πρωί, ημέρα πρώτη.
Κι ήταν ο μήνας του Αρνιού.
Πίνακας: Boyko Kolev
.
Στέλλα Δούμου, Χρονορυχείο
.
Στη μέση της κάμαρας εκεί ακριβώς που έσταζε ο ουρανός
χτυπώντας το χέρι στο γόνατο, είπε:
ε, λοιπόν ναι, Νταγκ, ποντάρω στο σπασμένο δόντι του θεού.
Και ξέρεις γιατί, Νταγκ;
Γιατί σκάρτεψαν πολλά οχτώ, για να γίνει
το πορτοκάλι οιωνός και τα μικρά μου μάτια μέλισσες.
Και δες τι βλέπω πίσω απ’ την γκρίζα ζώνη της φωτιάς:
πέρα απ’ το παντελόνι μου, που καίγεται
ιδού το πρόσωπό μου, ένας μπάσταρδος ψίθυρος
που δεν κάνει άλλο από το να ζητάει χώμα
κι ας είναι και ξερό.
Πάλεψα, Νταγκ, με λύσσα, σου λέω,
γύρεψα με τα μάτια τη γύρη του Κόσμου
και σιγοκάηκα να μηρυκάζω το αλάτι των χειμώνων.
Με στήθος επιούσιο
κουράστηκα να αναπνέω ανάποδα, Νταγκ.
Έρεψε η μηλιά μέσα στα βροχικά των κήπων μου
κι ο θάνατος έχει διασχίσει πλήκτρα νερών
για να ’ρθει φέγγαρος ορθάνοιχτος να με πετύχει.
Μέχρι ν’ ανάψεις μια ακτίνα θα γειτονέψουμε, Νταγκ,
θα φοράμε μαζί τρύπιες κάλτσες
και τις ταμπέλες εκείνες των σπασμένων ανθρώπων
στην πατρίδα που δεν έχει όνομα.
Στέλλα Δούμου, Χρονορυχείο, εκδόσεις Θράκα, 2017
Φωτό: Rene Groebi
.
Στέλλα Δούμου, Χιονάτη στο Πικαντίλυ
Μια Χιονάτη τριγυρνά γυμνή στο Πικαντίλυ. Tο δέρμα της είναι θαμπό και γκρίζο απ’ το κρύο, τα μαλλιά της κουρτίνες από βραδινό πάγο• κάποτε κουλουριάζεται σε μια ελεεινή γωνιά, κανείς δεν την προσέχει. Κρατά στα χέρια της το μικρότερο παιδί του κόσμου. Είναι πεθαμένο. To στόμα του νιφάδα άλιωτη.
«Πέθανε το μικρότερο παιδί του κόσμου», είπε κάποιος, και το έδειξε. Κι έριξε μια πένα δίπλα στην γυναίκα. «Ήταν πολύ μικρό», είπε άλλος, «γι’ αυτό…» κι άφησε ένα ζεστό ρόφημα. «Θα έπρεπε να το φροντίζουν καλύτερα», είπε βλοσυρά ένας τρίτος, κι έριξε ένα δεμάτι εφημερίδες. Και φύγανε. Για τα ζεστά κονάκια τους. Συμβαίνουν Χριστούγεννα κι όλοι παπαγαλίζουν λέξεις που καίνε: «αγάπη, χαρά κι ευλογία στα σπίτια σας!»
Στο Πικαντίλυ μια φυσαρμόνικα ακούστηκε σε κοφτερό σι κόβοντας τα γόνατα της νύχτας. Στο μετρό κάποιος έδεσε στις ράγιες τη γυναίκα του, φεύγοντας ούρλιαξε: «μου αρέσει το φουαγκρά, διάολε!» Στην αγορά τα ξύγκια δίναν και παίρναν. Άλογα με μανσέτες επιδεικνύονταν στις γυαλισμένες λεωφόρους. Εύχυμα παράθυρα που έσταζαν λάμψεις. Πουλερικά φουσκωμένα με ζαχαρωτά, εντόσθια και γλυκάνισο, κι ασφαλώς δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς ποτά και ηδύποτα και μελωμένα χρυσαφιά βεγγαλικά τ’ ουρανίσκου κι άλλα πολλά. Και δάση από Χριστούγεννα, μήλα, μούρα, σμέουρα και φραγκοστάφυλα, καρπούς ζεστούς, ολοζώντανους, μα η Χιονάτη γυμνή στο Πικαντίλυ κρατά στα χέρια της το μικρότερο παιδί του κόσμου. Μια πεθαμένη νιφάδα.Στέλλα Δούμου,
Στέλλα Δούμου, Χιονάτη στο Πικαντίλυ, Dip Generation, Θράκα 2016
Artwork: Ray Caesar
Μανόλης Αναγνωστάκης, Κι ήθελε ακόμη…
.
Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα.
Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.
Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.
Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα π ε ρ ι μ έ ν ω.
Πίνακας: Dascha Friedlova

.
.
.
.
Το περιοδικό Ο Αναγνώστης και το περιοδικό Θράκα επέλεξαν τους ποιητές που ξεχώρισαν στον διαγωνισμό
«Με αφορμή ένα στίχο του Μ. Αναγνωστάκη».
Οι επιλεγέντες ποιητές είναι:
Δέσποινα Δίπλα, Στέλλα Δούμου, Ανδριάνα Ηλιοπούλου, Ελένη Κανάβου, Κατερίνα Καπουλέα, Αθανασία Καραγιάννη, Αντιγόνη Κατσαδήμα,Έφη Κατσούρου, Χρήστος Κατρούτσος, Θεοδόσης Κοντάκης, Χάρις Κοντού, Παναγιώτης Μηλιώτης, Γεωργία Ντεμίρη, Δημήτρης Ξυδερός, Βασίλης Παυλίδη, Ιφιγένεια Σιαφάκα.
Οι ποιητές θα διαβάσουν τα ποιήματα τους στην εκδήλωση που θα γίνει την Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου στο Black Duck Garden, πλατεία Κλαυθμώνος, ( Ι. Παπαρρηγοπούλου 5), στις 8:30 μ. μ. Στην ίδια εκδήλωση θα παρουσιαστούν video και μουσικές με αφορμή το έργο του ποιητή.
Ευχαριστώ εκ των προτέρων τους φίλους ποιητές που θα φροντίσουν, λόγω της απόστασης, για την ανάγνωση του δικού μου ποιήματος, που είναι εμπνευσμένο από το παραπάνω ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη και εμπεριέχει το στίχο “Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω”
Στέλλα Δούμου, Αρόδο αριστερά του χρόνου με χαιρετισμούς Βαρβάρα
.
IV
Πέρασες από το θαύμα ανορθόγραφος
σε ορίζει μισό γράμμα και νομίσματα
που χάθηκε η αξία τους όταν τα είδαν οι εποχές με άδειο μάτι.
Ανοίγω την πόρτα ήσυχα
–όπως ανοίγουμε ένα μικρό λακκάκι στην άμμο
να θάψουμε τη δαγκάνα ενός κάβουρα ή μια ρωγμή από ήλιο–
και γενναιόδωρη στα ψέματα φεύγω χωρίς εικόνες μάχης.
Η δυνατότητα είναι μετρήσιμη και ακριβή
και αν ακόμα βόσκω σε κείμενα χωρίς δάση αναψυχής
συχνά μπορεί κανείς
να βάλει στοίχημα σε αυτήν μ’ επιτυχία.
Για τις ζημιές, δεν σε χρεώνω, να ξέρεις.
Στα παραμύθια με κατάγματα
πάντα έδινα ασπιρίνη με ζάχαρη.
Πυριφλεγώς, Βαρβάρα
Πίνακας: Henri Manguin
Στέλλα Δούμου, Αρόδο αριστερά του χρόνου με χαιρετισμούς Βαρβάρα, από τη συλλογή Έρως Αρόδο, Εκδόσεις Κουκούτσι, 2015
.
.







