Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)
William Faulkner, Φως τον Αύγουστο
Κατόπιν φάνηκε η πυροσβεστική, ζυγώνοντας καμαρωτά, μες σ’ ένα πανδαιμόνιο από σειρήνες και κουδουνίσματα. Ήταν καινούργια, βαμμένη κόκκινη, με χρυσαφιά πλουμίσματα, μια χειροκίνητη σειρήνα κι ένα καμπανάκι –χρυσαφί κι αυτό– με ήχο γαλήνιο, αγέρωχο και περήφανο. Άντρες ξεσκούφωτοι και νέα παλικάρια κρέμονταν από το όχημα, αψηφώντας τους νόμους της φύσης μ’ έναν τρόπο εκπληκτικό, όπως οι μύγες μόνο ξέρουν να τους αψηφούν. Η πυροσβεστική είχε μηχανικές σκάλες που πετιούνταν σε ύψη θεόρατα μ’ ένα απλό άγγιγμα· αλλά τούτη τη φορά δεν είχαν πού να υψωθούν. Κι η καλοκουλουριασμένη, παρθένα ακόμη μάνικα, η οποία θύμιζε διαφημίσεις της τηλεφωνικής εταιρείας στα λαϊκά περιοδικά, δεν είχε επίσης από πού να πάρει νερό. Έτσι, οι ξεσκούφωτοι άντρες, που είχαν εγκαταλείψει πάγκους και γραφεία για να ’ρθουν εδώ, πήδηξαν από το όχημα και μπλέχτηκαν με τον κόσμο – όλοι, ακόμα και ο χειριστής της σειρήνας. Και το πλήθος άρχισε να τους δείχνει διάφορα σημεία για το πού ήταν ακουμπισμένο το σεντόνι, κι ορισμένοι, με τα πιστόλια κιόλας στην τσέπη, άρχισαν να γυρεύουν κάποιον για να σταυρώσουν. Όμως δεν υπήρχε κανείς. Τούτη η γυναίκα είχε ζήσει μια ζωή τόσο ήσυχη, τόσο αποτραβηγμένη, ώστε στην πόλη που είχε γεννηθεί κι είχε περάσει όλα της τα χρόνια σαν ξένη, σαν αλλοφερμένη, άφηνε για κληρονομιά σάστισμα κι οργή, πράγμα που ποτέ δεν θα της συγχωρούσαν, για να την αφήσουν πια ήσυχη στον τάφο της, μολονότι τους είχε προσφέρει με το τέλος της τουλάχιστον μια τέτοια έντονη συγκίνηση, μια συγκίνηση σχεδόν γιορτινή. Μα παρ’ όλα αυτά, όχι, δεν θα την άφηναν έτσι εύκολα στην ησυχία της. Κανέναν δεν θ’ άφηναν έτσι εύκολα στην ησυχία του.
Γι’ αυτό στριμώχνονταν και σπρώχνονταν εκεί δα, πιστεύοντας πως οι φλόγες, το αίμα, το κορμί που είχε πεθάνει τρία χρόνια πριν κι είχε μόλις αρχίσει να ζει ξανά, φώναζαν όλα γυρεύοντας εκδίκηση, και δεν τους περνούσε απ’ το μυαλό ότι η εκστατική λύσσα της φωτιάς κι η ακινησία του πτώματος αποτελούσαν και τα δυο τη μαρτυρία πως η ύπαρξη τούτη είχε περάσει σε κάποιον τελικό προορισμό πέρα από τη δυνατότητα των ανθρώπων να τη βλάψουν ή να την αγγίξουν. Αυτό δεν τους περνούσε διόλου απ’ το μυαλό. Γιατί το άλλο ήταν πιο ωραίο να το πιστεύουν. Ομορφότερο και από τα ράφια και τους πάγκους τους, που έστεκαν μπρος τους φορτωμένα με γνώριμα από πολύ καιρό αντικείμενα, αγορασμένα όχι επειδή τα είχαν ζηλέψει ή τα είχαν λιμπιστεί, όχι γιατί τους έδινε καμιά χαρά το να τα έχουν δικά τους, μα για να τα πουλήσουν σε κάποιον άλλον, βγάζοντας παραπανίσιο κέρδος μ’ απατεωνιές και λοβιτούρες· και κάθε τόσο να κοιτάνε τα απούλητα ακόμη αντικείμενα κι εκείνα τα άτομα που θα μπορούσαν να τ’ αγοράσουν, μα δεν το είχαν κάνει ακόμη, με θυμό, ίσως κι οργή, μπορεί και μ’ απόγνωση. Ομορφότερο απ’ τα σκονισμένα γραφεία όπου περίμεναν οι δικηγόροι παραμονεύοντας ανάμεσα σε φαντάσματα παλιών πόθων και ψεμάτων, ή τα ιατρεία όπου περίμεναν οι γιατροί με κοφτερά μαχαίρια και καταστροφικά χαπάκια, λέγοντάς σου, απαιτώντας να τους πιστέψεις, δίχως ν’ ανατρέξεις σε τυπωμένα φυλλάδια, πως πάσκιζαν για το σκοπό εκείνο που η πραγμάτωσή του θα τους άφηνε δίχως δουλειά. Κι έρχονταν και οι γυναίκες, οι αργόσχολες γυναίκες με τα λουλουδάτα και κάποιες φορές τα βιαστικά ριγμένα πάνω τους ρούχα, τα μάτια τους παθιασμένα ν’ αστράφτουν, γεμάτα μυστικές σκέψεις και στήθια απογοητευμένα, εξίσου γεμάτα μυστικά (στήθια που πάντοτε αγάπησαν το θάνατο παραπάνω από τη γαλήνη), για να προσθέσουν με τα μυριάδες σκληρά, αδύναμα τακ τακ των τακουνιών τους μες στο αδιάκοπο μουρμουρητό. Ποιος το ’κανε; Ποιος το ’κανε; ερωτήματα ένθετα όπως ίσως Δεν τον έχουνε πιάσει ακόμα; Α, ναι Λεύτερος είναι; Λεύτερος;
William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ. : Bικτωρία Τραπάλη, σ. 296-298, εκδόσεις Εξάντας, 1987
Φωτογραφία:Jamie Heiden
William Faulkner, Φως τον Αύγουστο
Καθόταν ανακούρκουδα καταμεσής στ’ απαλά, μυρωδάτα γυναικεία φουστάνια και τα παπούτσια. Είδε με το πασπάτεμα μονάχα το κάποτε κυλινδρικό σωληνάριο να ’χει ζουλιχτεί απ’ όλες τις μεριές. Με τη γεύση μονάχα, δίχως να το βλέπει, παρακολουθούσε το δροσερό, αόρατο σκουλήκι να κουλουριάζεται στο δάχτυλό του και να πασαλείβεται μετά, γλυκερό, με μια κίνηση αυτοματική, στη γλώσσα και το στόμα του. Κανονικά θα είχε φάει μια και μοναδική μπουκιά κι έπειτα θ’ άφηνε το σωληνάριο στη θέση του και θα έφευγε από το δωμάτιο. Μολονότι πέντε μόλις χρονών, ήξερε πως δεν έπρεπε να τρώει παραπάνω. Ίσως ήταν το ζώο που του έλεγε πως το περισσότερο θα τον αρρώσταινε· ίσως ο άνθρωπος, που τον προειδοποιούσε πως πάνω από μια μπουκίτσα τη φορά θα φαινόταν, και θα το έπαιρνε είδηση η διαιτολόγος. Τούτη ήταν η πρώτη μέρα που είχε φάει πιο πολύ. Πολύ πιο πολύ, εκεί που καθόταν κρυμμένος, περιμένοντας. Ψηλαφώντας το με τα δάχτυλα, ένιωθε το σωληνάριο να κοντεύει ν’ αδειάσει. Άρχισε να ιδρώνει. Κι έπειτα κατάλαβε πως ίδρωνε από κάμποση ώρα, ότι εδώ και κάμποση ώρα δεν έκανε άλλο από το να ιδρώνει. Δεν άκουγε το παραμικρό τώρα πια. Το πιο απίθανο ήταν πως και ντουφεκιά να έπεφτε πίσω από την κουρτίνα, εκείνος δεν θα την άκουγε. Ήταν θαρρείς κι είχε στραφεί ολόκληρος προς τα μέσα, προς τον εαυτό του, και κοιτούσε τον εαυτό του να ιδρώνει, να χώνει στο στόμα ακόμη ένα σκουλήκι οδοντόκρεμας που το στομάχι του αρνιόταν να δεχτεί. Σίγουρα πράματα, αρνιόταν να το κατεβάσει κάτω.
Ασάλευτος τώρα, εντελώς προσηλωμένος, έμοιαζε να σκύβει πάνω από τον εαυτό του σαν χημικός στο εργαστήρι του, περιμένοντας. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Μεμιάς η οδοντόκρεμα που είχε κιόλας καταπιεί πετάχτηκε ξανά επάνω, πασχίζοντας να ’βγει έξω, στην ατμόσφαιρα όπου είχε δροσιά. Δεν ήταν πια γλυκερή η γεύση της. Στη φορτωμένη πράγματα κρυψώνα, πίσω από την κουρτίνα, στη γεμάτη ροδαλές, γυναικείες μυρωδιές κρυψώνα όπου κούρνιαζε έπιασε ν’ αφουγκράζεται τα σωθικά του, προσμένοντας με το στόμα πλημμυρισμένο ροδόχρωμους αφρούς και την καρδιά σφιγμένη αυτό που ήταν να συμβεί. Και που τελικά συνέβη. Μουρμούρισε μόνος του, παραδομένος, απόλυτα υποταγμένος, με μια μοιρολατρική, μολονότι σαστισμένη, καρτερικότητα: «Nα ’το!» Όταν άνοιξε η κουρτίνα δεν σήκωσε τα μάτια να κοιτάξει. Όταν τον έσυραν κάποια χέρια από τον εμετό του, δεν έφερε αντίσταση. Αφέθηκε σ’ αυτά, άψυχος, κοιτώντας, με το στόμα ορθάνοιχτο και μια ηλίθια απλανή έκφραση στο βλέμμα, το πρόσωπο τούτο αντίκρυ του που δεν ήταν πια βελούδινο και ροδαλό παρά τριγυρισμένο από ανάκατα μαλλιά, τα ίδια μαλλιά που οι όμορφες κορδέλες τους του έφερναν άλλοτε ζαχαρωτά στο νου. «Σκατόπαιδο!» σφύριξε στ’ αυτί του η στριγκή, οργισμένη φωνή. «Σκατόπαιδο! Να κάθεσαι να με κατασκοπεύεις! Παλιομπάσταρδο, σκατοαράπη!»
William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ. : Bικτωρία Τραπάλη, σ. 126-127, εκδόσεις Εξάντας, 1987
Αrtwork: Richard Morin
.
DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός
Το δικαστήριο μυρίζει σαν την τάξη σου στην πρώτη δημοτικού· κοιτάς αυτομάτως τριγύρω για παιδικές ζωγραφιές. Δεν ξέρω αν το κάνουν επίτηδες, για να σε πισωγυρίσουν και να σε φρικάρουν. Για να πω την αλήθεια, δεν αποκλείεται να υπάρχει κάποιο αποσμητικό χώρου για δικαστήρια και τάξεις της πρώτης δημοτικού, μόνο και μόνο για να σε ψαρώνουν. Ενοχέξ ή κάπως έτσι, ώστε στο σχολείο να αισθάνεσαι σαν να είσαι ήδη στο δικαστήριο και, όταν καταλήξεις στο δικαστήριο, να αισθάνεσαι σαν να ξαναβρίσκεσαι στο σχολείο. Προετοιμάζεσαι για παιδικές ζωγραφιές, αλλά αυτό που βλέπεις είναι μια κυράτσα πίσω από κείνες τις μπασμένες γραφομηχανές. Δικαστήριο, δικέ μου. Γάμησέ τα. Κοιτάζω τριγύρω, ενώ όλοι ανακατεύουν χαρτιά. Η μαμά δεν μπορούσε να έρθει, πράγμα που δεν είναι και τόσο άσχημο. Έμαθα ότι οι αρχές δεν αναγνωρίζουν το μαχαίρι. Το μαχαίρι σου είναι αόρατο και γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο βολική η χρήση του. Βλέπετε πώς λειτουργούν τα πράγματα; Αυτό εξωθεί τον κόσμο στα πιο φριχτά εγκλήματα και σε αρρωστημένες συμπεριφορές, το ξέρω· το γεγονός ότι όλοι στρίβουν το μαχαίρι, λέγοντας απλώς ένα γεια ή κάτι που ακούγεται εξίσου αθώο. Τα δικαστήρια θα χέζονταν απ’ τα γέλια, αν επιχειρούσες να πεις ότι κάποιος στρίβει το μαχαίρι, μονάχα με το να κλαψουρίζει σαν εκείνα τα λυπημένα σκυλάκια που βάζουν στα ημερολόγια. Αλλά να γιατί θα γελούσαν: όχι επειδή δεν θα μπορούσαν να δουν το μαχαίρι, αλλά επειδή θα ήξεραν ότι κανείς άλλος δεν θα το έθαβε. Θα στεκόσουν μπροστά σε δώδεκα καλούς ανθρώπους, όλοι τους με κάποιο ψυχομάχαιρο μπηγμένο μέσα τους, που οι αγαπημένοι τους θα το έστριβαν όποτε τους κάπνιζε, και δεν θα το παραδέχονταν. Θα ξεχνούσαν πώς είναι στ’ αλήθεια τα πράγματα και θα άρχιζαν να συμπεριφέρονται σαν να έπαιζαν σε τηλεταινία, όπου όλα πρέπει να είναι φανερά. Σας το υπογράφω.
DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός, σελ. 69-70, μτφρ.: Bίκυ Τόμπρου, Εκδόσεις Ελληνικά γράμματα, 2004.
Αrtwork:Jeane Myers
Χουάν Χαθίντο Μούνιοθ Ρένχελ, Το μάτι στο χέρι
Άρχισα να ονειρεύομαι τα πράγματα με πολλή σύνεση. Ακολουθώντας τη συμβουλή του Χάακον, άρχισα από τα μικρά και συγκεκριμένα όνειρα· αυτά που δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από τον έλεγχό μου. «Nα φοβάσαι τα ίδια σου τα όνειρα σαν να ’ταν ορκισμένοι εχθροί σου», μου επαναλάμβανε ακούραστα. Πρώτα ονειρεύτηκα ένα μήλο. Το ονειρεύτηκα κόκκινο και γυαλιστερό πάνω στο κομοδίνο μου. Το αποτέλεσμα ήταν να έρθει στα χέρια μου ένα μήλο τέλειο, ολοστρόγγυλο, αστραφτερό: ένα γυάλινο μήλο βαμμένο με κόκκινο βερνίκι. Βρέθηκα μ’ ένα γυάλινο μήλο κι ένα δεύτερο κομοδίνο. Χωρίς να χάνω το θάρρος μου, την επόμενη φορά φρόντισα να ονειρευτώ την άσπρη και ζουμερή του σάρκα· μέχρι και τα μαύρα κουκούτσια στο εσωτερικό του φαντάστηκα. Το ονειρεύτηκα τόσο έντονο από μέσα, που δημιούργησα ένα φρούτο εξαιρετικό, φαγώσιμο πράγματι, γυρισμένο τα μέσα-έξω, άσπρο και με πέντε καρδιές. Με πολλή εξάσκηση κατάφερα επιτέλους να ολοκληρώσω ένα δυο μήλα, αν και ποτέ δεν κατάφερα να τα απαλλάξω από κάποια γεύση ώριμου μάνγκο και μια υπερβολική γυαλάδα, στην οποία καθρεφτίζονταν με ακρίβεια τα πάντα.
Σιγά σιγά έγινα επιδέξιος στην τέχνη της δημιουργίας μέσω ονείρου, και τόλμησα στόχους πιο φιλόδοξους. Κατάφερα να γεμίσω την ντουλάπα μου μ’ ένα χρυσό μήλο, ένα τσουβάλι νομίσματα με ανύπαρκτη σφραγίδα κοπής, ένα παγκόσμιο αντικλείδι, πολύτιμους λίθους χωρίς όμοιο μεταξύ των γήινων πετρωμάτων, δύο ρολόγια με περίπλοκο μηχανισμό και άχρηστο χρονόμετρο, ένα παλιό κι αστείρευτο φλασκί ουίσκι, μαχαιροπίρουνα περίπου ομοιόμορφα, το σετ αγωνιστικά αυτοκινητάκια που ποτέ δεν μου δώρισαν όταν ήμουν μικρός, κι ένα κοστούμι με τέλεια εφαρμογή που προσαρμόζεται σε κάθε σωματότυπο. Έκανα και λάθη: άδεια και κλειστά κουτάκια κονσέρβες, παπούτσια χωρίς σόλα, ένα τραπέζι χωρίς πόδια, ένα ψαλίδι που έκοβε κι απ’ τις δύο μεριές, μια πόρτα που δεν άνοιγε, ένα δωμάτιο χωρίς πόρτα, έναν καθρέφτη που καθρέφτιζε επιλεκτικά, ένα κλειδί του οποίου δεν βρήκα ποτέ την κλειδαριά, μια γενειάδα χωρίς πρόσωπο κι έναν σκύλο χωρίς στόμα. Αλλά κανένα απ’ αυτά τα σφάλματα δεν μου φάνηκε ιδιαίτερα σημαντικό, και με βρήκα πολύ ικανό στη νέα μου καταπληκτική δύναμη. Ούτε κι ο σκύλος, ο Νταμπ, με προβλημάτισε, γιατί εκτός απ’ το στόμα τού έλειπε και το πεπτικό σύστημα, κι έτσι κατάφερνε σαν από θαύμα να επιζεί χωρίς τροφή. Το πρώτο ασυγχώρητο λάθος μου ήταν που ονειρεύτηκα κι έφτιαξα την κοιλιά και τον αφαλό μιας γυναίκας. Νομίζω πως αυτή ήταν η αρχή της κατάρρευσής μου.
Χουάν Χαθίντο Μούνιοθ Ρένχελ, Το μάτι στο χέρι από τη συλλογή διηγημάτων Η μυστική εταιρεία του ονείρου, σ. 85-87, μτφρ.: Μαρία Μπεζαντάκου, Εκδόσεις opera, 2017
Artwork: Catherine Chaloux
Bιρτζίνια Γουλφ, Τα κύματα
.
«Όλα τα πλοία μου είναι άσπρα», είπε η Ρόντα. «Δεν θέλω κόκκινα πέταλα από γεράνια ή δεντρομολόχες. Θέλω άσπρα πέταλα που πλέουν όταν γέρνω τη λεκάνη. Έχω έναν στόλο που ταξιδεύει από τη μιαν ακτή στην άλλη. Θα βάλω κι ένα κλαδί, σχεδία για τον καραβοτσακισμένο θαλασσινό. Θα ρίξω μια πέτρα και θα δω φυσαλίδες ν’ ανεβαίνουν απ’ τα βάθη της θάλασσας. Ο Νέβιλ έφυγε κι η Σούζαν έφυγε· η Τζίννυ είναι στο περιβόλι, μαζεύει φραγκοστάφυλα, μπορεί με τον Λούις. Έχω λίγη ώρα να μείνω μόνη, τώρα που η μις Χάντσον απλώνει τα τετράδιά μας στο τραπέζι, στην αίθουσα διδασκαλίας. Έχω ένα μικρό διάλειμμα ελευθερίας. Μάζεψα όλα τα πεσμένα πέταλα και τα ’βαλα να κολυμπήσουν. Σε μερικά έβαλα σταγόνες βροχής. Θα βάλω κι ένα φάρο εδώ, το κεφαλάκι μιας μαργαρίτας. Και τώρα θα κουνήσω την καφετιά λεκάνη πέρα-δώθε, έτσι που τα πλοία μου να καβαλήσουν τα κύματα. Μερικά θα βουλιάξουν. Μερικά θα τσακιστούν στα βράχια. Ένα μονάχα αρμενίζει. Είναι το πλοίο μου. Μπαίνει σε παγωμένα σπήλαια, όπου η πολική άρκτος μουγκρίζει και οι σταλακτίτες κραδαίνουν πράσινες αλυσίδες. Τα κύματα σηκώνονται· η κορφή τους κουλουριάζεται· κοίτα τα φώτα στα κατάρτια. Σκόρπισαν, βούλιαξαν όλα, μόνο το καράβι μου καβαλικεύει τα κύματα κι ανοίγεται με το μελτέμι και φτάνει στα νησιά όπου οι παπαγάλοι φλυαρούν και τ’ αναρριχητικά…»
Bιρτζίνια Γουλφ, Τα κύματα, σελ. 15, μτφρ.: Άρης Μπερλής, Εκδόσεις Ύψιλον, 1994.
Πίνακας: Vincent Van Gogh
Ε. L. Doctorow, Ραγκτάιμ
Σύντομα ο Χουντίνι, μ’ όλες του αυτές τις δραστηριότητες, άρχισε να ξαναμπαίνει στο κλίμα της δουλειάς του. Νιώθω πιο δυνατός, είπε στον μάνατζερ. Αρχίζω ξανά να αισθάνομαι ο παλιός μου εαυτός. Δεν άργησε να κλείσει μερικά συμβόλαια. Όσοι παρακολούθησαν παραστάσεις του αυτήν την περίοδο της σταδιοδρομίας του λένε πως ξεπέρασαν καθετί που είχε κάνει στο παρελθόν. Έφερε στη σκηνή οικοδόμους που έχτισαν έναν τούβλινο τοίχο τρία μέτρα ψηλό, και πέρασε από μέσα του. Εξαφάνισε έναν ολόκληρο ελέφαντα μ’ ένα χτύπημα των χεριών. Από τα δάχτυλά του κυλούσαν άφθονα τα νομίσματα. Μέσα από τ’ αυτιά του πετάγονταν περιστέρια. Μπήκε σ’ ένα κιβώτιο που προηγουμένως πέρασε από τον έλεγχο των θεατών. Το σφράγισαν με καρφιά και το ’δεσαν με χοντρό σκοινί. Δεν μπήκε κουρτίνα μπροστά από το κιβώτιο. Το άνοιξαν με λοστό. Ήταν άδειο. Όλοι οι θεατές έβγαλαν μια κραυγή βλέποντας τον Χουντίνι να μπαίνει μέσα στο θέατρο από το φουαγέ. Πήδηξε πάνω στη σκηνή. Τα μάτια του έλαμπαν σαν γαλάζιες διαμαντόπετρες. Σήκωσε αργά αργά τα χέρια. Τα πόδια του ανυψώθηκαν από το έδαφος. Στάθηκε δέκα εκατοστά πάνω από το πάτωμα. Οι γυναίκες κοντανάσαιναν. Ξαφνικά σωριάστηκε κάτω. Ακούστηκαν κραυγές ανθρώπων που δεν πίστευαν στα μάτια τους και μετά, παρατεταμένα χειροκροτήματα. Οι βοηθοί του του ’δωσαν μια καρέκλα να καθίσει. Ο Χουντίνι ζήτησε ένα ποτήρι κρασί, να πάρει λίγη δύναμη. Κράτησε το κρασί ψηλά στο φως του προβολέα. Το κρασί έγινε άχρωμο. Το ήπιε. Το ποτήρι εξαφανίστηκε από το χέρι του. Oι παραστάσεις του έβγαζαν τέτοιαν ένταση κι είχαν μια τόσο περίεργη και ανησυχητική επίδραση στο κοινό, που μερικές φορές τα παιδιά τα ’βγαζαν έξω πριν τελειώσει ένα νούμερο. Ο Χουντίνι δεν το πρόσεξε ποτέ αυτό. Έσπρωχνε τον εαυτό του πέρα από τις φυσικές του ικανότητες κει έκανε οκτώ ή δώδεκα από τα σπουδαιότερα νούμερα σε μια και μόνο παράσταση, που υποτίθεται πως δεν σήκωνε πάνω από τρία. Με τα νούμερα αυτά αψηφούσε τον θάνατο, έτσι έγραφε στις αφίσες και στα προγράμματα των παραστάσεων, και αυτήν τη φορά οι δημοσιογράφοι των νεοϋορκέζικων εφημερίδων, με την προσδοκία ότι θα ξεπερνούσε τον εαυτό του, τον ακολούθησαν στις παραστάσεις που έδωσε σε τρεις συνεχόμενες νύχτες, από το Μπρούκλιν στο Φοξ Γιούνιον Σίτυ, κι από κει στο Νιου Ροσέλ, στο Θέατρο της Κεντρικής Οδού. […]
Μια νύχτα, στη μοναδική παράσταση που έδωσε στο Νιου Ροσέλ, η επιθυμία του θανάτου έγινε τόσο φανερή που ο κόσμος άρχισε να ουρλιάζει και ο ιερέας της περιοχής σηκώθηκε όρθιος και φώναξε, Χουντίνι, πειραματίζεσαι με τον διάβολο. Ίσως ήταν αλήθεια πως δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει τη ζωή του από τα νούμερά του. Όπως στεκόταν με τη μακριά του ρόμπα και γυάλιζε από ιδρώτα, με το βρεγμένο του μαλλί κατσαρωμένο, έμοιαζε πλάσμα από άλλον κόσμο. Κυρίες και κύριοι, είπε μ’ εξασθενημένη φωνή, σας παρακαλώ, συγχωρέστε με. Ήθελε να εξηγήσει ότι κατείχε μια πανάρχαια τεχνική αναπνοών της Ανατολής, που του επέτρεπε να αναστέλλει τις φυσιολογικές ζωτικές λειτουργίες. Ήθελε να εξηγήσει πως τα κατορθώματά του φαίνονταν πολύ πιο επικίνδυνα απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Σήκωσε τα χέρια του κάνοντας έκκληση να του δώσουν προσοχή. Τη στιγμή όμως εκείνη έγινε μια έκρηξη τόσο δυνατή που το θέατρο τραντάχτηκε συθέμελα κι από την αψίδα του προσκηνίου έπεσαν μεγάλα κομμάτια σοβάδες. Κι οι θεατές, σαστισμένοι όπως ήταν και με τεντωμένα νεύρα, νόμισαν πως η έκρηξη δεν ήταν παρά ένα ακόμα σατανικό κόλπο του Χουντίνι, και το ’βαλαν στα πόδια τρομοκρατημένοι.
Ε. L. Doctorow, Ραγκτάιμ, σελ. 226 και 227, Εκδόσεις Επιλογή, 1993
Artwork: Quint Buchholz
.
DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός
«Nτρρρ», ορμάει στον δρόμο το πούλμαν και έπειτα δεν ξέρω από πόσα χιλιόμετρα κοντεύει να με ψιλοπάρει ο ύπνος και το μυαλό μου έχει γίνει κουρκούτι. Ύστερα περνάμε από ένα χωράφι με κοπριά ή κάτι τέτοιο, μια έντονη μπόχα απ’ αυτές που οι δικοί μου προσποιούνται πως δεν τις προσέχουν όταν είσαι στο αμάξι μαζί τους, και ξαφνικά μου πλημμυρίζει τις αισθήσεις με την Τέηλορ Φιγκερόα. Μη με ρωτήσετε γιατί. Τη διαισθάνομαι σ’ ένα χωράφι δίπλα στην Εθνική. Είναι πεσμένη στα τέσσερα πίσω από έναν θάμνο, γυμνή, εκτός από το γαλάζιο συνθετικό κιλοτάκι που χώνεται καρατσιτωμένο στο τριγωνάκι ανάμεσα στα μπούτια της και εκπέμπει καύλα. Είμαι κι εγώ εκεί. Δεν κινδυνεύουμε και είμαστε άνετοι, με χρόνο στη διάθεσή μας. Σερφάρω στο περίβλημά της με τη μύτη μου, χαρτογραφώ τις κολλώδεις γεύσεις της πλάι από στριφώματα που τρεμολάμπουν μέχρι εκεί που το κιλοτάκι αγκαλιάζει τα πόδια της και η μυρωδιά γίνεται πιο αψιά, σαν σοκολάτα με γέμιση όξινης σάλτσας, γίνεται τσουχτερή και με τινάζει μακριά από τη σπιρτάδα της. Στο όνειρό μου τινάζομαι πάρα πολύ μακριά. Ύστερα βλέπω ότι βρισκόμαστε σ’ ένα χωράφι με καρπούς κώλων και ξαφνικά δεν ξέρω αν μυρίζω τη μυρωδιά της Τέιλορ ή απλώς το χωράφι. Παλεύω να γυρίσω τη σχισμή της, αλλά τα στριφώματα έχουν εξαφανιστεί. Η απαγορευμένη οσμή διαλύεται μες στην ιδρωτίλα και τα αφτερσέιβ του λεωφορείου. Εκείνη έχει χαθεί. Έρημες εκτάσεις κυλάνε έξω απ’ το παράθυρο.
Ανακάθομαι στο κάθισμά μου, με την ελπίδα να κοροϊδέψω τον εαυτό μου ότι όλα είναι φυσιολογικά. Αλλά τα κύματα αρχίζουν να μπουκάρουν, παλιρροϊκά κύματα φρίκης στα νώτα αυτού του όμορφου ονείρου. Τώρα σχηματίζονται γύρω μου ζωηρές εικόνες του Ιησού. Δεν με κοιτάζει. Κοιτάζει μακριά και βάζει την κάννη στο στόμα του, γεύεται την κάψα της. Γύρω του, θολά μάτια διασχίζουν την αυλή του σχολείου σαν λουλούδια, μάτια που κινούνται σπασμωδικά, ολοένα πιο αργά και σβήνουν. Μπαμ. Ο αέρας κομματιάζεται, εκκρίνει βηξίματα και βραχνά γουργουρητά, συρίγματα από φριχτό σχηματισμό θρόμβων, από τελευταία μηνύματα ζωτικής σημασίας που δεν ακούει κανείς. Ο κύριος Νακλς , καθηγητής, είναι και αυτός εδώ, το πρόσωπό του στολισμένο με φυσαλίδες νεανικού αίματος. Οι αναμνήσεις γύρισαν. Χύνω ασυγκράτητα δάκρυα για τους σκοτωμένους, για τον Μαξ Λετσούγκα, τη Λόρι Ντόνερ και όλους, και ξέρω ότι αυτό το πράμα θα με γαμήσει και θα με καρφώσει απ’ την τρύπα του καυλιού μου στον μεγαλύτερο σταυρό. Πώς είναι δυνατόν να νομίζουν ότι το έκανα εγώ; Έκανα παρέα με τον αποτυχημένο, έφυγα απ’ το κοπάδι, να πώς, και τώρα πήρα τη θέση του, τώρα οτιδήποτε μη συμβατικό είπα ή έκανα ποτέ έχει αποκτήσει μια πιο καταχθόνια απόχρωση. Για πρώτη φορά τον καταλαβαίνω.
DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός, σελ. 194-195, μτφρ.: Bίκυ Τόμπρου, Εκδόσεις Ελληνικά γράμματα, 2004.
Artwork: Christopher Nevinson
Malcolm de Chazal, Σκέψεις
ΣΚΕΨΕΙΣ
Η τρέλα ρίχνει όλα τα χαρακτηριστικά της όψης από τη μια πλευρά του προσώπου. Όλοι οι τρελοί έχουν ύφος μονόφθαλμου.
Τα μάτια που φαρδαίνουμε με μακιγιάζ φαρδαίνουν τους ώμους. Τα χείλη που φαρδαίνουμε κατά τον ίδιον τρόπο στενεύουν τους γοφούς.
Φυσικό γεωγραφικό μήκος και πλάτος του προσώπου; Η μύτη και τ’ αυτιά.
Ψυχικό γεωγραφικό μήκος και πλάτος του προσώπου; Τα μάτια και το στόμα.
Το κίτρινο είναι ο παγκόσμιος κορσές των χρωμάτων. Όταν η φύση θέλει να εμποδίσει ένα χρώμα να «ξεχειλίσει» το περισφίγγει με κίτρινο—πράγμα που μας εξηγεί γιατί οι άνθρωποι έχουν επιλέξει το κίτρινο, προτιμώντας το απ’ οποιοδήποτε άλλο χρώμα, ως σύμβολο της καραντίνας.
Το νερό είναι το ταμπούρλο του ανέμου.
Η αυτοκτονία είναι η αιμομιξία του εγώ.
Το νερό έχει χέρια, μπράτσα, αλλ’ όχι και καρπούς.
Το σεξ είναι ένας λαβύρινθος που κανείς δεν έχει ιδεί τον Μινώταυρό του. Αυτή η μάταιη αναζήτηση της ολοκληρωτικής σαρκικής ικανοποίησης στον έρωτα εξηγεί την παρουσία στα όνειρά μας κείνων των άγριων ταύρων που μας κυνηγούν δίχως ποτέ να μας φτάνουν—αντιστροφή ρόλων τόσο οικεία στα όνειρα.
Είναι πιο εύκολο να έχεις παρθένο γέλιο παρά παρθένο χαμόγελο, αφού το γέλιο είναι διανοητικό και το χαμόγελο σεξουαλικό.
Μελάνη της κόρης του ματιού, μελανοδοχείο της ίριδος, στυπόχαρτο του ασπραδιού, γραφείο του προσώπου, καρέκλα του στόματος, δωμάτιο του κορμιού, σπίτι της ψυχής. Η γραφή είναι μια ολική αντανάκλαση του ανθρώπινου όντος.
Ταραγμένα κύματα: το νερό έχει χάσει όλη τη σάρκα του, και δεν είναι πια παρά ένας σωρός από εξαγριωμένα κόκαλα, τένοντες και μύες. Καταρράχτης: τένοντες και μύες έχουν φύγει˙ το νερό εφ’ εξής δεν είναι παρά σκελετός που προσπαθεί ν’ αποδράσει μες από γυάλινο φέρετρο
Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης, δημοσιευμένο στο περιοδικό Κλήδονας
Πίνακες: Anne Moore
E. L. Doctorow, Χόμερ και Λάνγκλευ
Έλεγαν πως η ισπανική γρίπη έπαιρνε κυρίως νέους, αλλά στη δική μας περίπτωση συνέβη το αντίθετο. Εγώ γλίτωσα, αν και για ένα διάστημα δεν ένιωθα καλά. Αναγκάστηκα να αναλάβω όλα τα διαδικαστικά σχετικά με τη μητέρα μου, όπως ακριβώς τα ανέλαβε κι εκείνη για τον άνδρα της και μετά πήγε και πέθανε, λες και δεν άντεχε να μείνει μακριά του ούτε λεπτό. Πήγα στο ίδιο γραφείο κηδειών που είχε πάει κι εκείνη. Ήταν επιχείρηση με πολλά λεφτά τότε το να θάβεις τον κόσμο· μετά από τις συνήθεις γλοιώδεις τυπικότητες τα πτώματα μεταφέρθηκαν ταχύτατα στους τάφους από άνδρες που οι πνιχτές φωνές τους μου έδωσαν να καταλάβω ότι φορούσαν ιατρικές μάσκες. Είχαν ανέβει και οι τιμές: Όταν πέθανε η μητέρα μου, η ίδια ακριβώς τελετή που είχε κανονίσει για τον πατέρα μου κόστιζε πλέον τα διπλά. Είχα πολλούς φίλους, ευρύτατο κοινωνικό κύκλο, αλλά μόνο ένα δυο μακρινά ξαδέρφια εμφανίστηκαν τελικά στην κηδεία, αφού όλοι οι άλλοι έμειναν στα σπίτια τους, κλειδαμπαρωμένοι, ή είχαν να πάνε στις δικές τους κηδείες. Οι γονείς μου θα είναι μαζί εις τον αιώνα τον άπαντα στο κοιμητήριο Γούλντον, λίγο πιο πέρα από το Φόρνταμ, χωριό τότε, που σήμερα ανήκει, όπως και όλη η περιοχή στο Μπρονξ – εφόσον βέβαια δεν συμβεί κανένας σεισμός.
Τον καιρό της γρίπης ο Λάνγκλευ ήταν στον πόλεμο, στην Ευρώπη, με την ομάδα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, και κηρύχθηκε αγνοούμενος. Ήρθε στο σπίτι ένας αξιωματικός του στρατού για να αναγγείλει την είδηση. Είστε σίγουρος ; είπα. Πώς το ξέρετε; Μήπως έτσι μας λέτε με τρόπο ότι σκοτώθηκε; Όχι; Άρα το μόνο που λέτε είναι ότι δεν ξέρετε τίποτα. Συνεπώς γιατί είστε εδώ; Φυσικά και ήταν άσχημη η αντίδρασή μου. Θυμάμαι πως για να ηρεμήσω πήγα στο ντουλάπι που φύλαγε ο πατέρας μου το ουίσκι του και ήπια μια γερή γουλιά από κάτι κατευθείαν από το μπουκάλι. Αναρωτήθηκα μήπως πράγματι ολόκληρη η οικογένειά μου είχε εξολοθρευτεί μέσα σε διάστημα ενός ή δύο μηνών. Αποφάσισα πως κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό. Ο αδερφός μου δεν ήταν από εκείνους που θα με εγκατέλειπαν. Η άποψη του Λάνγκλευ για τον κόσμο είχε κάτι, κάτι που ενδεχομένως εξευγενίστηκε και αναδείχθηκε πλήρως στο Κολούμπια, κάτι που μπορούσε να μπολιάσει με θεϊκή ασυλία μια μοίρα τόσο κοινότοπη όσο ο θάνατος στο πεδίο της μάχης. Οι αθώοι πέθαιναν, όχι όσοι είχαν γεννηθεί με τη δύναμη της απουσίας ψευδαισθήσεων.Έτσι, άπαξ κι έπεισα τον εαυτό μου για όλα αυτά, όποια και να ήταν η κατάστασή μου, σίγουρα δεν ήταν κατάσταση πένθους. Δεν θρηνούσα. Περίμενα.
E. L. Doctorow, Χόμερ & Λάνγκλευ, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Εκδόσεις Πατάκη, 2013
Artwork: Christopher Nevinson



