RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Image

Franz Kafka, Το κτίσμα

Franz Kafka, Το κτίσμα

Ένα από αυτά τα αγαπημένα μου σχέδια ήταν να αποσπάσω την κεντρική πλατεία από το χώμα που την περιβάλλει, δηλαδή να αφήσω τα τοιχώματά της σε ένα πάχος όσο περίπου το ύψος μου και να δημιουργήσω ολόγυρά της, εκτός  από μια αναπόσπαστη από το έδαφος μικρή βάση, ένα κενό στο μέγεθος του τοιχώματος. Σε αυτό το κενό φανταζόμουν πάντοτε, και μάλλον δεν είχα άδικο, τον ωραιότερο τόπο παραμονής που θα μπορούσε να υπάρξει για μένα. Να κρέμομαι πάνω σε αυτήν την καμπύλη, να σέρνομαι να γλιστρώ απάνω της να κάνω τούμπες και να πέφτω και πάλι με τα πόδια στο έδαφος και να παίζω όλα  αυτά τα παιχνίδια κυριολεκτικά απάνω στο σώμα της κεντρικής πλατείας χωρίς όμως να βρίσκομαι μέσα στον ίδιο της το χώρο· να μπορώ να αποφεύγω την κεντρική πλατεία, να μπορώ να ξεκουράζω τα μάτια μου από την εικόνα της, να αναβάλλω γι’ αργότερα τη χαρά να την αντικρίσω και παρ’ όλα αυτά να μην πρέπει να τη στερηθώ, αλλά να την κρατώ κυριολεκτικά γραπωμένη με τα νύχια μου, κάτι που είναι αδύνατον αν υπάρχει μονάχα η μία συνηθισμένη ανοιχτή πρόσβαση. Προπάντων, όμως, να μπορώ να τη φυλάω, να είναι δηλαδή τέτοιας τάξης η αποζημίωση από τη στέρηση της όψης της, ώστε, αν θα έπρεπε να διαλέξει κανείς ανάμεσα στην παραμονή στην πλατεία ή στο κενό τριγύρω της, να επέλεγε σαφώς τον κενό χώρο, για όλη του τη ζωή, μονάχα να βηματίζει εκεί, πάνω-κάτω, και να προφυλάσσει την κεντρική πλατεία. Δεν θα υπήρχαν τότε τοίχοι στα τοιχώματα, θρασύτατα σκαψίματα ως την κεντρική πλατεία θα ήταν εξασφαλισμένη η γαλήνη και εγώ θα ήμουν ο φρουρός της, δεν θα είχα να στήνω αηδιασμένος αυτί στα σκαψίματα των μικρών ζώων, αλλά θα απολάμβανα κάτι άλλο, που τώρα το έχω χάσει εντελώς: το βούισμα της σιωπής στην κεντρική πλατεία.

Μτφρ.: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη, σελ. 42-44, Εκδόσεις Άγρα, 2001

Φωτογραφία: Μisha Gordin

.

 
Image

E.T.A. Hoffman, Κρέσπελ και Αντωνία

E.T.A. Hoffman, Κρέσπελ και Αντωνία

.

Mπαίνοντας εκεί, σε μιαν αλέα, που σε πήγαινε σ’ έναν δημόσιο χώρο, κάτι σαν πλατεία αντίκρισα με τα μάτια μου τα ίδια το πιο αλλόκοτο θέαμα που έτυχε να δω, εγώ τουλάχιστον, στη ζωή μου. Δυο άντρες μαυροντυμένοι υποβάσταζαν τον δημοτικό σύμβουλο Κρέσπελ ο οποίος πάλευε να τους ξεφύγει  με κάτι περίεργα αλματάκια. Φορούσε —κατά το συνήθειό του— τα γνωστά παράξενα γκρίζα του ρούχα, ραμμένα πάνω σε δικής του επινοήσεως φασόν, μόνο που, κείνη την ώρα, απ’ το μικρό τρίκωχο καπελάκι του, που το είχε κατεβασμένο αρειμανίως ίσαμε τ΄ αφτιά, έμοιαζε να κρέμεται ένα στενόμακρο κρέπι, σημάδι πένθους, που ο άνεμος το ’παιρνε και το επήγαινε μια πέρα και μια δώθε. Είχε ζωστεί μια μαύρη ζώνη πολεμική, μα αντί για ξίφος είχε περασμένο ένα —βιολιού— μακρύ δοξάρι. Ρίγος τρομερό με διέτρεξε από πάνω μέχρι κάτω: Kαλά αυτός είναι εντελώς για δέσιμο, σκέφτηκα, και τους επήρα σιγά σιγά στο κατόπι. (…)  O Kρέσπελ, με τα χέρια του σταυρωμένα, στεκόταν ασάλευτος δίπλα μου και με κοιτούσε. Του ’δειξα το στεφάνι : «Όταν πέθανε η Αντωνία», μου είπε με τόνο, χαμηλό, μεγαλόπρεπο, «το δοξάρι του βιολιού έσπασε μ’ έναν κρότο φοβερό, και η τράπεζα της αρμονίας έγινε κομμάτια. Το πιστό μου το βιολί δεν μπορούσε, βλέπετε, παρά να ζει γι’ αυτή, και μόνο γι’ αυτή… Το ’θαψα μαζί της… είναι θαμμένο στον τάφο της κι αυτό…» 

E.T.A. Hoffman, Κρέσπελ και Αντωνία, σελ. 51-53, μτφρ.: Γιώργος Κεντρωτής, Εκδόσεις Μαΐστρος 2004

Πίνακας: Jacques-Samuel Bernard

 

Tags:

Image

Tea time and James Joyce

Tea time and James Joyce

.

Hold to the now, the here, through which all future plunges to the past.

A man of genius makes no mistakes. His errors are volitional and are the portals of discovery.

I‘ve put in so many enigmas and puzzles that it will keep the professors busy for centuries arguing over what I meant, and that’s the only way of insuring one’s immortality.

.

This slideshow requires JavaScript.

.

Poetry, even when apparently most fantastic, is always a revolt against artifice, a revolt, in a sense, against actuality.

Welcome, O life! I go to encounter for the millionth time the reality of experience and to forge in the smithy of my soul the uncreated conscience of my race.

Your battles inspired me – not the obvious material battles but those that were fought and won behind your forehead.

.

 

 
Image

Lydia Davis

Lydia Davis

http://dimartblog.wordpress.com/2013/05/23/lydia-davis-booker-prize/

(…)

Το Βραβείο, που συνοδεύεται από έπαθλο εξήντα χιλιάδων λιρών, απονέμεται για επιτεύγματα στην παγκόσμια λογοτεχνία και τα επιτεύγματα της Davis είναι γραμμένα με μεγάλα γράμματα παρά την προτίμηση της ίδιας στις υπερβολικά λίγες λέξεις (κάποιες από τις πιο μεγάλες ιστορίες της εκτυλίσσονται σε δύο ή τρεις μόλις σελίδες). Η δουλειά της έχει τη συντομία και την ακρίβεια της ποίησης. Ο σερ Christopher Ricks, πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, είπε ότι

«τα γραψίματά της ανοίγουν διάπλατα τα ευκίνητα χέρια τους και αγκαλιάζουν πολλά είδη. Πώς να τα εντάξει κανείς σε μία κατηγορία; Τα έχουν αποκαλέσει ιστορίες, αλλά θα μπορούσαν εξίσου να είναι μινιατούρες, ανέκδοτα, δοκίμια, αστεία, παραβολές, παραμύθια, κείμενα, αφορισμοί ή ακόμα και αποφθέγματα, προσευχές ή απλές παρατηρήσεις».

Η Davis λοιπόν δε μοιάζει με κανέναν άλλο συγγραφέα και ακολουθεί, αλλά και έρχεται σε αντίθεση με, τους τέσσερις συγγραφείς που κέρδισαν το βραβείο πριν από εκείνην – τους Ιsmail Kadare, Chinua Achebe, Alice Munro και Philip Roth.

(…)

Λύντια Ντέιβις, Η κάλτσα

http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2011/09/20/lydia-davis-%CE%B9-kaltsa/

LEGS 784e8dd1

(…)

  Πρὶν βγοῦ­με γιὰ φα­γη­τό, ὁ ἄν­τρας μου ἀ­νέ­βα­σε τὸ βι­βλί­ο στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ἀλ­λὰ ἀ­συ­ναί­σθη­τα ἔ­χω­σε τὴν κάλ­τσα στὴν πί­σω τσέ­πη του καὶ τὴν ἄ­φη­σε ἐ­κεῖ στὴ διά­ρκεια τοῦ δεί­πνου, ὅ­που ἡ μη­τέ­ρα του ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ μιὰ ἄ­δεια κα­ρέ­κλα· κά­ποι­ες στιγ­μὲς ἔ­παι­ζε μὲ τὸν γιό μου, μὲ τ’ αὐ­το­κι­νη­τά­κια του, καὶ ἄλ­λο­τε ρω­τοῦ­σε τὸν ἄν­τρα μου καὶ με­τὰ ἐ­μέ­να καὶ με­τὰ τὴ γυ­ναί­κα του σχε­τι­κὰ μὲ κόκ­κους μαύ­ρου πι­πε­ριοῦ καὶ ἄλ­λα δυ­να­τὰ μπα­χα­ρι­κὰ ποὺ ὑ­πῆρ­χε πι­θα­νό­τη­τα νὰ εἶ­χαν βά­λει στὸ φα­γη­τό της. Με­τά, ἀ­φοῦ φύ­γα­με ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­π’ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ στε­κό­μα­σταν στὸ πάρ­κινκ, ἐ­κεῖ­νος ἔ­βγα­λε τὴν κάλ­τσα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του καὶ τὴν κοί­τα­ξε, κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς εἶ­χε βρε­θεῖ ἐ­κεῖ.

       Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­σή­μαν­το ζή­τη­μα, ἀλ­λὰ ἀρ­γό­τε­ρα δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ξε­χά­σω τὴν κάλ­τσα, αὐ­τὴ τὴ μί­α κάλ­τσα στὴν πί­σω τσέ­πη του σὲ μιὰ ἄ­γνω­στη, μα­κρι­νὴ γει­το­νιὰ στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς πό­λης σ’ ἕ­να βι­ετ­να­μέ­ζι­κο γκέ­το, δί­πλα σὲ αἴ­θου­σες μα­σάζ, καὶ κα­νείς μας δὲν ἤ­ξε­ρε πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὴ τὴν πό­λη, ἀλ­λὰ ἤ­μα­σταν ὅ­λοι ἐ­δῶ μα­ζὶ καὶ ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νο, για­τί ἀ­κό­μα ἔ­νι­ω­θα ὅ­τι ἐ­γὼ κι αὐ­τὸς ἤ­μα­σταν σύν­τρο­φοι, εἴ­χα­με ὑ­πάρ­ξει σύν­τρο­φοι γιὰ πο­λὺ και­ρό, καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα πα­ρὰ νὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­λες τὶς ὑ­πό­λοι­πες κάλ­τσες του ποὺ εἶ­χα μα­ζέ­ψει, βρώ­μι­κες ἀ­π’ τὸν ἱ­δρώ­τα του καὶ ξε­φτι­σμέ­νες στὴν πα­τού­σα, σὲ ὅ­λη μας τὴν κοι­νὴ ζω­ὴ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο, καὶ με­τὰ σκέ­φτη­κα τὰ πό­δια του σ’ ἐ­κεῖ­νες τὶς κάλ­τσες, πῶς τὸ δέρ­μα ἦ­ταν δι­α­φα­νὲς στὸν ἀ­στρά­γα­λο καὶ ἡ φτέρ­να μὲ τὴ φθαρ­μέ­νη ὕ­φαν­ση· σκε­φτό­μουν πῶς δι­ά­βα­ζε ξα­πλω­μέ­νος στὸ κρε­βά­τι μὲ τὰ πό­δια σταυ­ρω­μέ­να στοὺς ἀ­στρα­γά­λους ἔ­τσι ὥ­στε τὰ δά­χτυ­λα νὰ δεί­χνουν σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς με­ρι­ὲς τοῦ δω­μα­τί­ου· πῶς με­τὰ γυρ­νοῦ­σε στὸ πλά­ι μὲ τὰ πό­δια ἑ­νω­μέ­να σὰν δυ­ὸ μι­σὰ φρού­του· πῶς, συ­νε­χί­ζον­τας τὸ δι­ά­βα­σμα, ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι κι ἔ­φτα­νε τὰ πό­δια του καὶ ἔ­βγα­ζε τὶς κάλ­τσες καὶ τὶς πέ­τα­γε στὸ πά­τω­μα δι­πλω­μέ­νες σὲ μι­κρὲς μπά­λες κι ἔ­πια­νε ξα­νὰ κι ἔ­τρι­βε τὰ δά­χτυ­λά του ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζε· με­ρι­κὲς φο­ρὲς μοι­ρα­ζό­ταν μα­ζί μου αὐ­τὸ ποὺ δι­ά­βα­ζε καὶ αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­ταν, καὶ ἄλ­λο­τε δὲν ἤ­ξε­ρε κὰν ποῦ ἤ­μουν: στὸ δω­μά­τιο ἢ κά­που ἀλ­λοῦ.

(…)

http://exwtico.wordpress.com/2013/04/12/lydia-davies-%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B4%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-poetix-%CF%84%CF%87-7-2012/ .

jambes images

Επιστρέφοντας στο σπίτι, αργά το βράδυ, κοιτώ μέσα από τη βιτρίνα μιας καφετέριας. Είναι όλα πορτοκαλί, με πολλές ανακοινώσεις γύρω, ο πάγκος πωλήσεων και τα σκαμπό γυμνά, γιατί το μαγαζί είναι κλειστό και, στο βάθος, στον καθρέφτη που καλύπτει τον πίσω τοίχο, πίσω στο βάθος του μαγαζιού και στο βάθος του αντικατοπτρισμού του, στο σκοτάδι αυτού του καθρέφτη, που είναι και δεν είναι το σκοτάδι της νύχτας πίσω μου, του δρόμου που περπατώ, όπου βρίσκεται το σκοτεινιασμένο κτίριο Borough Hall με τα θολωτά στηρίγματα πίσω μου, αν και αόρατα στον καθρέφτη, βλέπω το λευκό μου σακάκι να με προσπερνά φτερουγίζοντας από το σώμα, να προχωρά με βιασύνη ώσπου είναι πλέον αργά. Δεν βλέπω το κεφάλι ή τα χέρια μου, μόνο το σακάκι μου να με προσπερνά φτερουγίζοντας, και σκέφτομαι πόσο απομακρυσμένη είμαι, αν είμαι όντως εγώ. Έπειτα σκέφτομαι πόσο απομακρυσμένο, τουλάχιστον, είναι εκείνο το φτερωτό λευκό πράγμα, επειδή είμαι εγώ.

Mετάφραση: Ε.Π.

 

Tags: ,

Image

Σκοτ Φιτζέραλντ, O μεγάλος Γκάτσμπυ

Σκοτ Φιτζέραλντ,  O μεγάλος Γκάτσμπυ

www.lifo.gr/mag/columns/5557

Ο κεντρικός μηχανισμός της αφήγησης ή, πιο σωστά, το ρομαντικό πάθος του Γκάτσμπυ για την Νταίζυ είναι ένα από τα αξεπέραστα μοτίβα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το πάθος που βρίσκει ανταπόκριση και οδηγεί στην τεκνογονία –ευλογημένο ψυχικά και κοινωνικά– μπορεί να επαληθεύει τους νόμους της ζωής, αλλά δεν μπορεί να συγκριθεί με το «άρρωστο» και ως εκ τούτου «λογοτεχνικό» πάθος του εραστή, ο οποίος δεν επιβεβαιώνεται. Ο Γκάτσμπυ εμφανίζεται περίπου ως τριτοξάδελφος του Χήθκλιφ, ως μακρινός συγγενής του Φρεντερίκ, του ήρωα της Αισθηματικής Αγωγής του Φλωμπέρ, ίσως και του κατοπινού ήρωα της Συνείδησης του Ζήνωνα. Το σκοτάδι, ο φθόνος, το πάθος για εκδίκηση συγκροτούν έναν μύχιο κόσμο που μπορεί να φτάσει μέχρι φόνου, παρά το γεγονός ότι η αρχική επιθυμία λάμπει από αθωότητα. Ο έρως, με άλλα λόγια, είναι άπειρος, ενώ ο γάμος έχει όρια τα ίδια τα παιδιά. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και το πάθος χωρίς ανταπόκριση, που είναι μεν σκοτεινό, αλλά δημιουργεί άτομα τα οποία –τελικά– ευλογούν τη λογοτεχνία και ενίοτε τον ίδιο τον θάνατο. Το εντυπωσιακό σε αυτό το καταλυτικό πάθος χωρίς ανταπόκριση είναι ότι η γυναίκα δεν δοξάζεται, απεναντίας είναι μια «όμορφη χαζούλα» με μια ναζιάρικη φωνή – «μια φωνή γεμάτη λεφτά»!

———

«Η φωνή της έχει μιαν αναίδεια, είπα. Είναι γεμάτη – δίστασα. Η φωνή της είναι γεμάτη λεφτά, είπε απότομα. Ναι, αυτό ήταν. Δεν το είχα καταλάβει μέχρι τότε. Ήταν γεμάτη λεφτά – αυτή ήταν η ανεξάντλητη γοητεία της κυματιστής φωνής της, αυτό το ανεβοκατέβασμα, το κουδούνισμα… Ψηλά σε ένα λευκό παλάτι, η θυγατέρα του βασιλιά, το χρυσό κορίτσι…».

(…)

O Χέμινγουεϊ επέτυχε έναν περίτεχνο χαρακτηρισμό της λογοτεχνικής ιδιοφυΐας του Φιτζέραλντ:

«Το ταλέντο του ήταν τόσο φυσικό, όσο τα σχέδια στα φτερά μιας πεταλούδας. Στην αρχή δεν είχε μεγαλύτερη επίγνωση του ταλέντου του απ’ όση έχει η πεταλούδα για τα χρώματά της κι ούτε καταλάβαινε πότε το χνούδι των φτερών του τριβόταν και χάλαγε. Αργότερα συνειδητοποίησε τη φθορά στα φτερά του, κατάλαβε την κατασκευή τους και άρχισε να προβληματίζεται, αλλά δεν μπορούσε να πετάξει πια γιατί η λαχτάρα να πετά είχε χαθεί και θυμόταν μόνο όταν πετούσε χωρίς καμιά προσπάθεια».

Του Κωστή Παπαγιώργη (Lifo, 28/03/13)

Σχόλιο: Πέραν των άλλων, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος αυτού είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Φιτζέραλντ παίζει με το φως. Ένας προσεκτικός αναγνώστης αντιλαμβάνεται ήδη εξαρχής ότι το τέλος θα είναι τραγικό. Το φως είτε πρόκειται για κεριά, πολυελαίους, λάμπες, δύση ή ανατολή ηλίου, φανοστάτες… προοικονομεί. Είναι το καλύτερο μυθιστόρημα, απ’ όσα έχω διαβάσει έως σήμερα, όπου ένα σημαίνον προοικονομεί και κινητοποιεί με τέτοιον τρόπο τη δράση,

 

Tags: ,

Image

Γιώργος Λίλλης, «H Δίκη» του Κάφκα… επίκαιρη

Γιώργος Λίλλης, H «Δίκη» του Κάφκα… επίκαιρη

Το αμάρτημα του Γιόζεφ στο μυθιστόρημα η Δίκη του Κάφκα είναι ότι δεν παραδέχεται το έγκλημά του. Ο ήρωας δείχνει με ποιο τρόπο μπορεί να εξαρθρωθεί με σχετική ευκολία το όριο του ατομικού με του συλλογικού, αλλοίωση μέσα στα πλαίσια του κόσμου, ο οποίος όχι μόνο μας περιβάλλει, αλλά και μας διαμορφώνει. Κάποιος πρέπει να παίξει το ρόλο του κακού, για να υπάρχουν καλοί, κάποιος πρέπει να καθοδηγήσει, για να υπάρχουν καθοδηγούμενοι, κάποιος πρέπει να νομοθετήσει, για να υπάρχουν τηρητές νόμων.

Το σύστημα, έκδηλα απορροφά και αφομοιώνει την ατομική ουσία, δεσμεύει την ελευθερία κινήσεων, καταχράται όσους αντιστέκονται.

Ο Γιόζεφ Κ δεν γνωρίζει το έγκλημα που διέπραξε. Οι υπόλοιποι όμως έχουν αποδεχθεί την άποψη ότι το διέπραξε. Από ένα σημείο και μετά δεν έχει σημασία, ούτε και για τον ίδιο ακόμα, η συγκεκριμένη εγκληματική πράξη, αλλά η αποδοχή της ενοχής, η δημόσια κατάθεση ότι είναι πράγματι ένοχος και πως εκείνος δεν ήταν έτοιμος, ώστε να συνειδητοποιήσει το ειδικό βάρος που έπαιρνε η δίκη του, η απολογία του, η ίδια του η ζωή και ο αντίκτυπός της στη κοινωνία.

Δεν είσαι λοιπόν αυτός που πίστευες ότι είσαι, δεν είσαι ούτε καν αυτό που ονειρεύτηκες ότι είσαι, αλλά είσαι αυτό που οι άλλοι έχουν προσδιορίσει ότι είσαι.

Chiharu ShiotaMP0609_ART_003

Η προσωπικότητα του Γιόζεφ, η αδιάφθορη ψυχή του έχει πίσω από τις λέξεις έναν ευγενή δημιουργό, ο οποίος καλείται να απολογηθεί στον ίδιο του τον εαυτό και κατ΄ επέκταση στον ιδιωτικό χώρο όπου δρα αυτός ο εαυτός. Σαν τυφλός ξιφομάχος που προσπαθεί απεγνωσμένα να πετύχει το στόχο του. Αν ο στόχος αυτός δεν είναι ούτε καν προσδιορισμένος τότε η κατάσταση γίνεται πιο τραγική, αφού οι αντίπαλοι μπορεί να είναι πολλοί και οπουδήποτε. Ο Γιόζεφ Κ αυτοτραυματίζεται, αγωνιά, προσπαθεί να αποβεί σε μια καίρια κίνηση για να τον οδηγήσει σε συμπεράσματα τα οποία θα του δώσουν το έναυσμα να προσδιορίσει το περιβάλλον του και τον εαυτό του μέσα στο περιβάλλον του. Η αυτογνωσία είναι μια ψευδαίσθηση ή μια ετυμηγορία; Η διορατικότητα είναι ωριμότητα; Η αντισυμβατικότητα; Ποιος από εμάς τους δυο θα παίξει τον Γιόζεφ και ποιος τον φύλακα που τον συλλαμβάνει;

«Το μόνο που μπορώ τώρα να κάνω», σκέφτεται ο Γιόζεφ, «είναι να διατηρήσω ως το τέλος το μυαλό μου νηφάλιο. Επεδίωκα πάντα να αδράξω τον κόσμο με είκοσι χέρια, και μάλιστα για ένα σκοπό όχι και τόσο αθώο. Ήταν λάθος. Θ΄ αφήσω λοιπόν να με κατηγορήσουν ότι, έναν ολόκληρο χρόνο που κράτησε η δίκη μου, δε διδάχτηκα απολύτως τίποτα;»

Chiharu Shiota adee

Τα λόγια αυτά, λίγο πριν οι δύο φύλακες τον δολοφονήσουν, αποτελούν την κορύφωση της δραματικής γλώσσας του Κάφκα. Πόσο επίκαιρα λόγια στις μέρες μας. Σήμερα ζούμε στην Ευρώπη μια παρόμοια κατάσταση. Η πολιτική και το οικονομικό λόμπι μας φόρτωσαν μια ζωή που δεν θελήσαμε να ζήσουμε. Μια ζωή από δεύτερο χέρι. Και τώρα πληρώνουμε. Σε μια κοινωνία όπου η κοινή γνώμη παίζει τον ρόλο του δημοδιδάσκαλου, ποιος θα αντισταθεί; Ποιος θα αλλάξει ρότα ψάχνοντας σε άλλους δρόμους την ουσία της πραγματικής ζωής;

Αrtwork: Chiharu Shiota

http://www.thinkfree.gr/opinions/%CE%B7-%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%AC%CF%86%CE%BA%CE%B1-%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B7

 

Tags: ,

Image

James Joyce, Ulysses (Episode 9 – Scylla And Charybdis)

James Joyce, Ulysses (Episode 9 - Scylla And Charybdis)

.

.

First he tickled her
Then he patted her
Then he passed the female catheter.
For he was a medical jolly old medi.
– I feel you would need one more for Hamlet. Seven is dear to the mystic mind. The shining seven W. B. calls them.
Glittereyed, his rufous skull close to his greencapped desklamp sought the face, bearded amid darkgreener shadow, an ollav, holyeyed. He laughed low: a sizar’s laugh of Trinity: unanswered.
Orchestral Satan, weeping many a rood
Tears such as angels weep.
Ed egli avea del cul fatto trombetta.


James Joyce, Ulysses (Episode 9 – Scylla And Charybdis)
http://www.online-literature.com/james_joyce/ulysses/


Φωτογραφία: Robert Doisneau

 

Tags: ,

Image

Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ

Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ

.

 Προσπάθησα τότε να σκεφτώ τον Γκάτσμπυ για μια στιγμή, μα εκείνος ήταν ήδη πολύ μακριά, και μπόρεσα απλώς να θυμηθώ, χωρίς μνησικακία, ότι η Νταίζη δεν είχε στείλει ούτε ένα μήνυμα ούτε ένα λουλούδι. Αμυδρά άκουσα κάποιον να μουρμουρίζει για το πόσο μακάριοι είναι οι νεκροί που πέφτει πάνω τους η βροχή, κι ύστερα τον άνθρωπο με τα μάτια της κουκουβάγιας να βροντοφωνάζει «Αμήν».

Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ
Μετάφραση: Φὠντας Κονδύλης, Εκδόσεις Πατάκη

Φωτογραφία: Catrin Welz Stein

 

Tags: ,

Image

Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ

Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ

.

.

Oι επιφυλακτικές κρίσεις είναι θέμα απεριόριστης ελπίδας. Μέχρι τώρα εξακολουθώ να φοβάμαι μήπως μου διαφύγει κάτι αν ξεχάσω ότι, όπως με πολύ σνομπ στιλ μου έλεγε ο πατέρας μου κι όπως με το ίδιο σνομπ στιλ επαναλαμβάνω κι εγώ, με τη γέννησή μας προικιζόμαστε άνισα με μια αίσθηση των βασικών καλών τρόπων. Και, αφού περηφανεύτηκα μ’ αυτό τον τρόπο για την ανεκτικότητά μου, έρχομαι να παραδεχθώ ότι αυτή έχει ένα όριο. Η διαγωγή μπορεί να στηρίζεται πάνω στο σκληρό βράχο ή στον υγρό βούρκο, μα ύστερα από ένα σημείο δεν με ενδιαφέρει πού στηρίζεται.

Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ, Μετάφραση: Φώντας Κονδύλης, Εκδόσεις Πατάκη

Πίνακας: Christian Vincent

 

Tags: ,

Image

Τόνι Μόρισον, Γαλάζια μάτια

Τόνι Μόρισον, Γαλάζια μάτια

Όπως συμβαίνει με πολλούς μισανθρώπους, η περιφρόνησή του για τους άλλους τον οδήγησε σε ένα επάγγελμα προορισμένο να τους εξυπηρετεί. Αφοσιώθηκε σε μια δουλειά που βασιζόταν μόνο στην ικανότητά του να κερδίζει την εμπιστοσύνη τους. Μια δουλειά για την οποία ήταν απαραίτητες οι πιο στενές σχέσεις. Έχοντας ερωτοτροπήσει με την ιεροσύνη, την εγκατέλειψε για να γίνει δικολάβος. Όμως, χρονική συγκυρία και ατυχία συνωμότησαν εναντίον του. Τελικά επέλεξε ένα επάγγελμα που συνδύαζε και ελευθερία και προσωπική ικανοποίηση. Έγινε «Αναγνώστης, Σύμβουλος και Ερμηνευτής Ονείρων».

Τόνι Μόρισον, Γαλάζια μάτια, εκδόσεις Νεφέλη. Μετάφραση: Kατερίνα Σχινά.

 

Tags: ,