RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ξένη)

Ελφρίντε Γέλινεκ, Λαγνεία

 

Αυτό που βλέπει κανείς από το παράθυρο είναι συχνά πολύ καλοαναπτυγμένο, όπως αυτή η θηλυκή φύση. Ο άντρας, που ακόμη και στις επιθυμίες του είναι ανώτερος υπάλληλος, υπακούει σε μια ανθρώπινη ανάγκη, κάτι που δεν πρέπει να συγχέεται με τη δυσάρεστη ανάγκη για έναν άνθρωπο! O διευθυντής είναι ξαπλωμένος σαν ένα τοπίο που το διακατέχει όμως ένα πνεύμα ανησυχίας. Έχει απλώσει ομοιόμορφα το βούτυρό του, αλλά τι βλέπει τώρα στην όψη της γυναίκας; To ανθρώπινο πρόσωπο της δικτατορίας; Σαν να έχει απαλειφθεί αυτή η γυναίκα μέσα από καινούργια σέξυ εσώρουχα. Μοιάζει σαν να της παράγγειλε ο άντρας της να κινείται βάσει ενός νέου κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Το χρήμα παίζει με τους ανθρώπους δικά του παιχνίδια. Μερικές φορές ο διευθυντής έχει μια αναλαμπή και δείχνει μεταμέλεια. Κρύβει τότε το πλατύ πρόσωπό του μέσα στην ποδιά της γυναίκας. Δεν αργεί όμως να της ξανασπρώξει το κεφάλι στο βρώμικο χείλος της μπανιέρας. Κοιτάζει τότε αν ο φρεσκοστωμένος δρόμος φθάνει μέχρι τη σκοτεινή πόρτα, πίσω από την οποία κάθεται και λικνίζεται η ίδια, αυτή η καλομαθημένη γυναίκα που μπορεί κανείς άνετα να την ξεφυλλίσει ως το καλό τέλος. Πώς να ζήσουν οι άνεργοι σ’ αυτόν τον κόσμο αν δεν έχουν τέτοια φθηνά μυθιστορήματα ως πρότυπό τους;
Αυτός ο διευθυντής που μιλάει ήρεμα στο προσωπικό του και για αντάλλαγμα το βάζει να του λέει τραγούδια, μέρα μεσημέρι προτιμά να εμβολιάζει τη γυναίκα με το έμβολό του. Του αρέσει να βλέπει την υγεία του να φουντώνει. Η γυναίκα τον παρακαλεί να είναι προσεκτικός τουλάχιστον απέναντι στο παιδί, που θα μπορούσε κάθε στιγμή να ξεπεταχτεί από την παλαίστρα του. Στη σωστή στιγμή εμφανίζεται το παιδί, ο κανακάρης του, παρατηρεί λίγο τους γονείς (που πιασμένοι από τα πιάτα κυλιούνται στο κυλικείο τους) και εξαφανίζεται πάλι. Πηγαίνει να ταλαιπωρήσει με το γλωσσικό και το νέο αθλητικό του όργανο τα παιδιά της γειτονιάς, που μεγαλώνουν χωρίς τεχνητούς και καλλιτεχνικούς παραδείσους. Το παιδί έχει ωριμάσει κάτω από τον ήλιο σαν καρπός. Ο πατέρας του, ακριβώς από τη δική σας σκοπιά, κάνει μια υγιεινή βουτιά με το κεφάλι κι εξαφανίζεται μέσα στη μητέρα. Εδώ δεν αρκούν τα λόγια. Θέλουμε να δούμε πράξεις, έργα, γι’ αυτό πληρώνουμε εισιτήριο για να μπούμε στις τουαλέτες∙ μας πιέζει η ανάγκη του νερού μας.
Joel-Peter Witkin Witkin_Web6Τα μικρά σπίτια παραδίδονται νωρίς στον ύπνο, αλλά τα μεγάλα σφύζουν από ζωή και ηλεκτρισμό ανάμεσα στα δύο φύλα. Και μιας και μιλούμε για νερό και υγρά, τρέχουν τα σάλια τους σε όλο το σώμα. Είμαστε πια μεταξύ μας, αφού δεν ντρεπόμαστε ούτε το φως της δημοσιότητας. Αφού οι αγαπημένοι βρήκαν ο ένας τον άλλον, μπορούν τώρα να λικνίζονται μακάριοι πάνω στα ποτά τους, που αναβλύζουν από τις φιάλες με τις χρυσές ετικέτες, και να νοιώθουν σαν το σπίτι τους ο ένας μες στον άλλον. Εκεί μέσα βρίσκουν την ησυχία τους, αφού πρώτα αναστάτωσαν τα γεννητικά τους όργανα, και ο ένας είναι για τον άλλον ένας και μοναδικός. Πλασμένοι με χώμα, και ενώ οι φτωχοί γύρω τους επιστρέψουν στο χώμα, αυτοί εδώ που βρίσκονται σε καλύτερη μοίρα δημιουργούν σιωπηρά το δικαίωμα της αμοιβαίας απόλαυσης καθημερινά. Έχουν μαζέψει αρκετή δύναμη στα μπατζάκια τους, στα νεφρά τους και στις καρδιές τους, για να μπορούν να δαγκώνουν το ροδάκινο που μόλις τώρα ξεπρόβαλε από τον ανθό του. Όλα είναι δικά τους.


Ελφρίντε Γέλινεκ, Λαγνεία, σελ. 48-49, μτφρ.: Λευτέρης Αναγνώστου, Εκδόσεις Εκκρεμές, β’ έκδοση, 2000.

Photos: Joel-Peter Witkin

.

.

 

 

Χένρυ Μίλλερ, Τροπικός του Καρκίνου

Joel-Peter_Witkin_089

 «Της είπα ν’ ανοίξει τα πόδια της και πλησίασα το φακό. Έπρεπε να μ’ έβλεπες. Ήταν για γέλια. Η εξέταση με τράβηξε τόσο που ξέχασα το καθετί. Δεν θυμάμαι να ’χω ξαναδεί μουνί τόσο προσεχτικά στη ζωή μου. Αν μ’ έβλεπε κανείς, θα νόμιζε πως έβλεπα για πρώτη φορά. Κι όσο το κοίταζα τόσο πιο ενδιαφέρον μου φαινόταν. Και ξέρεις κάτι; Ξυρισμένο δε λέει τίποτα. Κείνο που το κάνει μυστηριώδες είναι οι τρίχες του. Γι’ αυτό ακριβώς δεν μπορούν να με συγκινήσουν τ’ αγάλματα. Μια μόνο φορά είδα άγαλμα με αληθινό μουνί – κάποιο από τα έργα του Ροντέν. Θα ’πρεπε να το δεις και συ κάποτε. Είναι πλαγιασμένο με τα πόδια ανοιγμένα διάπλατα. Δεν νομίζω πως είχε κεφάλι. Θα μπορούσες να πεις ότι δεν ήταν πάρα παρά ένα μουνί, ένα σκέτο μουνί και τίποτ’ άλλο. Χριστούλη μου, πώς φαινόταν. Joel-Peter_Witkin_203Το ζήτημα είναι ένα: ότι όλα μοιάζουν μεταξύ τους. Όταν τα φαντάζεσαι κάτω από τα ρούχα, περνούν απ’ το μυαλό σου ένα σωρό πράγματα και τα πλουτίζεις με προσόντα μοναδικότητας, που φυσικά δεν έχουν. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται παρά για μια ρωγμή ανάμεσα στα σκέλια, μια ρωγμή όπου ζεσταίνεται και που δεν την κοιτάς σχεδόν ποτέ. Ξέρεις απλώς πως βρίσκεται κει δα και το μόνο που σε νοιάζει είναι να χώσεις μέσα το αποτέτοιο σου, λες και το πουλί σου σκέφτεται για λογαριασμό σου. Απάτη, ψευδαίσθηση. Αυτό είν’ όλο. Φλέγεσαι ολόκληρος από πόθο εξαιτίας μιας ρωγμής, μιας ρωγμής με τρίχες ή καμιά φορά και χωρίς, που είναι τόσο, μα τόσο ασήμαντη, ώστε με γοητεύει να την κοιτώ από κοντά. Θα πρέπει να το παρατηρούσα πάνω από πέντε λεπτά. Και ξέρεις κάτι; Κοιτώντας το έτσι αδιάφορα, ανακαλύπτεις ένα σωρό πράγματα κι ένα σωρό αστείες ιδέες περνούν απ’ το κεφάλι σου. Θεωρείς το σεξ κάτι το μυστηριώδες και ξαφνικά ανακαλύπτεις πως δεν πρόκειται για τίποτα σπουδαίο. Φαντάσου τι αστείο να βρίσκεις μέσα της μια φυσαρμόνικα, ας πούμε, ή ένα ημερολόγιο. Κι όμως δεν υπάρχει τίποτα, τίποτα απολύτως. Είναι αηδιαστικό και με κάνει να εξοργίζομαι σχεδόν. Και μετά, ξέρεις τι έκανα μετά; Την πήδηξα στα γρήγορα και της γύρισα την πλάτη. Μάλιστα, κύριε. Πήρα ένα βιβλίο κι άρχισα να διαβάζω. Θα μου πεις γιατί; Ε! Από ένα βιβλίο, έστω κι ένα κακό βιβλίο, όλο και κάτι μπορείς να μάθεις. Ένα μουνί όμως είναι απλώς απώλεια χρόνου…»

Χένρυ Μίλλερ, Τροπικός του Καρκίνου, σελ. 162-164, μτφρ.: Bαγγέλης Κατσάνης, Εκδόσεις Ι. Σ. Ζαχαρόπουλος, 1994

Photos: Joel -Peter Witkin

.

.

 

Ιβάν Τουργκιένιεφ, Ανοιξιάτικα νερά

Jean-François Segura

H ορχήστρα έπαιξε την ουβερτούρα από τους «Γάμους του Φίγκαρο»… Η αυλαία σηκώθηκε, το έργο άρχισε.

Ήταν ένα από τ’ αμέτρητα πρωτόγονα έργα, όπου πολυμαθείς συγγραφείς, και σε νεκρή γλώσσα, προσεκτικά αλλά αδέξια, αναπτύσσανε μια «βαθιά» ή «επίκαιρη» ιδέα, παρουσίαζαν τη λεγόμενη τραγική σύγκρουση και προκαλούσαν μια πλήξη… ασιατική, όπως είναι η ασιατική χολέρα. Η Μαρία Νικολάγιεβνα άκουσε, χάνοντας την υπομονή της, τη μισή πράξη, μόλις ο πρώτος εραστής, ο ζεν πρεμιέ, μαθαίνοντας την προδοσία της αγαπημένης του (φορούσε κανελιά ρεντιγκότα με μανίκια «μπουφάν» και πλισέ γιακά, ριγωτό γιλέκο με σεντεφένια κουμπιά, πράσινο παντελόνι με λουστρινένιες στόφες και καστόρινα γάντια), τη στιγμή που αυτός ο εραστής, με τις δυο γροθιές του στο στήθος και στους αγκώνες μπροστά, σε οξεία γωνία, άρχισε να ουρλιάζει σαν κανένα μαντρόσκυλο – η Μαρία Νικολάγιεβνα δεν κρατήθηκε: O τελευταίος γάλλος ηθοποιός, στην τελευταία επαρχιακή πόλη, παίζει πιο φυσικά και πιο καλά από την πρώτη γερμανική αυθεντία, φώναξε αγανακτισμένη, και πέρασε στο σαλονάκι. Ελάτε από δω, είπε στον Σάνιν, χτυπώντας με το χέρι στον καναπέ πλάι της. Καλύτερα να φλυαρήσουμε. Jean-François SEGURA

Η Μαρία Νικολάγιεβνα τού ’ριξε μια ματιά.

– Είστε, βλέπω, αρνάκι! Με τη γυναίκα σας θα τα πάτε μια χαρά. Αυτός ο γελοίος, συνέχισε δείχνοντας με τη βεντάγια της τον ηθοποιό που ούρλιαζε (έκανε τον οικοδιδάσκαλο), μου θύμισε τη νεανική μου ηλικία: ήμουν κι εγώ ερωτευμένη με το δάσκαλό μου. Ήταν το πρώτο μου… όχι, το δεύτερο πάθος μου. Την πρώτη φορά είχα ερωτευτεί έναν υπηρέτη του μοναστηριού Ντοσκόι. Ήμουν τότε δώδεκα χρονών. Τον έβλεπα μόνον κάθε Κυριακή. Φορούσε ένα βελούδινο φελόνι, μύριζε λεβάντα, περνούσε με το θυμιατό μεσ’ απ’ το πλήθος, κι έλεγε στα γαλλικά «παρντόν, εξκιουζέ» – και ποτέ δεν σήκωνε τα μάτια∙ και οι βλεφαρίδες του ήταν να: τόσες! κι έδειξε στον Σάνιν το μισό μεσαίο δάχτυλο «κόβοντάς» το με το νύχι του μεγάλου. Το δάσκαλό μου τον έλεγαν monsieur Gaston. Πρέπει να σας πω ότι ήταν ένας πολύ μορφωμένος και πολύ αυστηρός άνθρωπος, Ελβετός – και πολύ δραστήριος. Φαβορίτες μαύρες σαν πίσσα, ελληνικό προφίλ – και χείλη από χυμένο σίδερο! Τον φοβόμουν! Σ’ όλη μου τη ζωή μόνον αυτόν τον άνθρωπο φοβόμουν. Ήταν οικοδιδάσκαλος του αδερφού μου και αργότερα πέθανε… πνίγηκε. Μια τσιγγάνα μού είπε πως η μοίρα μου είναι να πεθάνω από βίαιο θάνατο – μα αυτό είναι ανοησία. Εγώ αυτό δεν το πιστεύω.

.

Jean-François Segura .

Για φανταστείτε τον Ιπόλιτ Σιντόριτς να κρατεί στιλέτο, ε; – Μπορεί να πεθάνει κανείς όχι μόνο από στιλέτο. – Αυτά όλα είναι ανοησίες! Εσείς είστε προληπτικός; Eγώ – καθόλου! Ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει. Ο monsieur Ganston έμενε στο σπίτι μας, σ’ ένα δωμάτιο ακριβώς πάνω από το δικό μου. Ξυπνούσα τη νύχτα και άκουγα τα βήματά του –γύριζε πολύ αργά στο σπίτι–, και η καρδιά μου να παγώνει από σεβασμό… ή από κάτι άλλο. Ο πατέρας μου ίσια που ήξερε να διαβάζει, αλλά εμείς είχαμε καλή ανατροφή. Το ξέρετε πως τα καταφέρνω και στα λατινικά; Jean-François SEGURA 802

Eσείς, στα λατινικά;

   –Ναι, εγώ. Μου τα  ’μαθε ο monsieur Ganston. Έχω διαβάσει μαζί του όλη την «Αινειάδα». Βαρετό κείμενο, μα έχει και καλά σημεία. Θυμόμαστε τη Διδώ με τον Αινεία στο δάσος… – Ναι, ναι, θυμάμαι, βιάστηκε να πει ο Σάνιν. Είχε ξεχάσει από πολύ καιρό τα λατινικά του, και στην «Αινειάδα» ήταν πολύ κουμπούρας. Mαρία Νικολάγιεβνα τον κοίταξε λοξά και από χαμηλά, όπως συνήθιζε. – Μα μη νομίσετε πως είμαι καμιά πολύ μορφωμένη. Αχ, Θε μου, όχι δεν είμαι μορφωμένη και δεν έχω κανένα ταλέντο. Μόλις και τα καταφέρνω να γράφω… σωστά∙ να διαβάζω δυνατά δεν μπορώ∙ ούτε στο πιάνο να παίζω, ούτε να ζωγραφίζω, ούτε να κεντώ – τίποτα! Nα – αυτή είμαι!

Eδώ άνοιξε τα χέρια.

.

Ιβάν Τουργκιένιεφ, Ανοιξιάτικα νερά, σελ. 145-147, Μτφρ.: Αντρέας Σαραντόπουλος,  Eκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 1990

.

Πίνακες: JeanFrançois Segura

.

 

 

Ίμρε Κέρτες, To μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο

BEKSINSKI tumblr_kprahowBjQ1qz7x7zo1_500

Και στη στυφή μυρωδιά του αέρα αναγνώρισα από μακριά,δεν υπήρχε αμφιβολία, την ευωδιά της σούπας από γογγύλια. Ήταν κρίμα, γιατί αυτή η στιγμή, αυτή η ευωδιά προκάλεσαν στο κατά τ’ άλλα απαθές στήθος μου ένα συναίσθημα που, έτσι καθώς με πλημμύριζε κατά κύματα, ανάγκασε τα κατάστεγνα μάτια μου να στάξουν μερικές ζεστές σταγόνες πάνω στην παγωμένη μύτη μου. Και όσο και να προσπαθούσα να ζυγίσω τα πράγματα, όση λογική, όση σύνεση, όση νηφαλιότητα κι αν προσπαθούσα να επιδείξω, δεν βοηθούσε σε τίποτα – δεν ήταν δυνατό να κλείσω τ αυτιά μου σ εκείνη τη  μυστική φωνή, σ’ εκείνη τη φωνή που κατά κάποιον τρόπο ντρεπόταν κι η ίδια για τον παραλογισμό της κι ωστόσο γινόταν όλο και πιο επίμονη, σ εκείνη τη φωνή μιας αμυδρής λαχτάρας: θα ήθελα να ζήσω λίγο ακόμα σε τούτο το ωραίο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

.

Ίμρε Κέρτες, Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου δίχως πεπρωμένο, μτφρ.: Γιώτα Λαγουδάκου, σελ. 151, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010

.

Πίνακας: Beksinski

.

KERTES

.

Η Ψυχαναλυτική Βιβλιοθήκη της Αθήνας και οι εκδόσεις Καστανιώτη οργανώνουν την Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου στις 8μμ. στην αίθουσα Ιανός μια βραδιά με θέμα: «Γραφή και ολοκαύτωμα, Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση μέσα από το έργο του Ίμρε Κέρτες»

.


Ομιλήτριες:  
Daniela Fernandez, ψυχαναλύτρια, μέλος της Παγκόσμιας Εταιρείας Ψυχανάλυσης, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες, Ντόρα Περτέση, ψυχαναλύτρια, μέλος της Νέας Λακανικής Σχολής. Συντονίζει: Μαρίνα Φραγκιαδάκη, ψυχαναλύτρια, μέλος της Νέας Λακανικής Σχολής

.

Ο Ίμρε Κέρτες, νομπελίστας συγγραφέας, επιζών του Άουσβιτς, γράφει για το ολοκαύτωμα με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, που είναι αυτός της μυθοπλασίας και όχι της μαρτυρίας. «Το ολοκαύτωμα αποτελεί μια παγκόσμια εμπειρία, η οποία έχει επιπτώσεις στον πολιτισμό μας και ως τέτοια την έχουμε απωθήσει με τον ίδιο τρόπο που απωθούμε το τραύμα», υποστηρίζει ο Κέρτες καθιστώντας το έργο του εξαιρετικά επίκαιρο.

.

.

.

Πώς μελετά η ψυχανάλυση τη λειτουργία της γραϕής απέναντι στο ανείπωτο του τραυματικού; Με ποιoν τρόπο η μυθοπλασία επιχειρεί να προσεγγίσει το «πραγματικό» του ολοκαυτώματος;  Μπορεί ο λόγος της ψυχανάλυσης να αντιταχθεί σε αυτό που έρχεται ως επιστροφή του απωθημένου στην εποχή μας;

.


Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θα επιχειρήσουμε να διαπραγματευτούμε.Οι Ντόρα Περτέση και Μαρίνα Φραγκιαδάκη είναι υπεύθυνες με μια δεκαμελή ομάδα της Ψυχαναλυτικής Βιβλιοθήκης της Αθήνας. Η
Daniela Fernandez πήρε συνέντευξη από τον Κέρτες και συμμετείχε στην Γαλλία στην επιμέλεια έκδοσης μιας ψυχαναλυτικής μελέτης για το έργο του.

.

.

 

 

Αλίνα Ρέγες, Ο χασάπης

mark rydenΜετά γύρισε προς το μέρος μου κρατώντας το βαρύ πακέτο στην παλάμη του∙ το πέταξε πάνω στη ζυγαριά.

Η δυσάρεστη μυρωδιά του ωμού κρέατος μου ανέβηκε στη μύτη. Ήταν κόκκινο, κατακόκκινο και πολύ όμορφο, έτσι όπως το έβλεπα από κοντά με το άπλετο φως του καλοκαιριάτικου πρωινού που έμπαινε από τη μεγάλη βιτρίνα. Ποιος είπε ότι η σάρκα είναι δυσάρεστη; H σάρκα δεν είναι δυσάρεστη, είναι αποτρόπαιη. Κρατιέται στο αριστερό μέρος της ψυχής μας, μας παίρνει τις πιο άχρηστες ώρες, μας μεταφέρει σε βαθιές θάλασσες, μας βουλιάζει και μας σώζει∙ η σάρκα είναι ο οδηγός μας. Το μαύρο και πυκνό φως, το πηγάδι της έλξης, όπου σαν σπιράλ γλιστρά η ζωή μας και την πιπιλίζει συνέχεια μέχρι που ζαλίζεται. Η σάρκα του βοδιού μπροστά μου, ήταν η ίδια με του βοδιού που μηρύκαζε το λιβάδι, μόνο που τώρα την είχε εγκαταλείψει το αίμα, αυτός ο ποταμός που φέρνει και μεταφέρει τη ζωή∙ εδώ μένουν μόνο λίγες σταγόνες, σαν χάντρες πάνω στο λευκό χαρτί. Κι ο χασάπης που μου μίλαγε όλη μέρα για σεξ ήταν κι αυτός φτιαγμένος από την ίδια σάρκα, μόνο που αυτή ήταν ζεστή κι αναλόγως αλλού μαλακιά κι αλλού σκληρή∙ ο χασάπης είχε κι αυτός τα καλά και τα δεύτερα κομμάτια του, απαιτητικά, άπληστα να αναλώσουν τη ζωή τους και να μετατραπούν σε κρέας. Το ίδιο ένιωθα και με τη δική μου σάρκα, που την ένιωθα να φουντώνει με τα λόγια του χασάπη.

Marc ryden 3Στο βάθος πίσω από τον πάγκο υπήρχε ένα άνοιγμα όπου τοποθετούσαν τη συλλογή από μαχαίρια για όλες τις δουλειές. Πριν να χώσει το μαχαίρι στο κρέας, ο χασάπης το ακόνιζε πηγαινοφέρνοντάς το πάνω στο ακόνι από τη μια άκρη μέχρι την άλλη κατά μήκος της χάλκινης επιφάνειας. Η μυτερή λάμα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάζω μέχρι τις ρίζες των δοντιών.

Πίσω από τη βιτρίνα ήταν κρεμασμένοι οι ροζ λαγοί, τεμαχισμένοι, με το στήθος ανοιχτό ώστε να φαίνεται το χοντρό συκώτι τους. Έμοιαζαν με σταυρωμένους επιδειξίες μάρτυρες που είχαν προσφέρει θυσία σε γαστριμαργικές επιθυμίες. Τα κοτόπουλα τα είχαν κρεμάσει από το λαιμό, αυτόν το λεπτό και κίτρινο λαιμό, απ’ όπου είχαν περάσει το μικρό τσιγκέλι, για να κρατά γυρισμένο προς τον ουρανό το μικρό τους κεφάλι. Το χοντρό σώμα των πουλερικών με το κιτρινωπό δέρμα, έπεφτε προς τα κάτω – με μόνο στολίδι το πίσω μέρος της ράχης, που ήταν τοποθετημένο πάνω από την τρύπα του πισινού τους σαν μια ψεύτικη μύτη στο πρόσωπο ενός κλόουν. (…) και τ’ αμελέτητα του τράγου, φερμένα ειδικά από τα σφαγεία πάντοτε με τη μεγαλύτερη δυνατή διακριτικότητα για έναν κάποιο κοντόχοντρο κύριο που τα απολάμβανε.

.

mark ryden-alicia

.

Αυτή η τακτική και ασυνήθιστη παραγγελία προκαλούσε τόσο στο αφεντικό, όσο και στο χασάπη μονάχα τη σιωπή – παρόλο που και οι δυο τους θεωρούσαν το καθετί σαν ένα καλό πρόσχημα για πονηρά λογοπαίγνια στα παρασκήνια.

Στην πραγματικότητα –το ήξερα– οι δυο άντρες πίστευαν ότι ο πελάτης μ’ αυτή την εβδομαδιαία κατανάλωση των αρχιδιών του τράγου, αποκτούσε και διατηρούσε μια ιδιαίτερη ερωτική δύναμη. Παρ’ όλες τις υποτιθέμενες αρετές αυτής της τελετουργίας, οι ίδιοι δεν είχαν μπει ποτέ στον κόπο να τη δοκιμάσουν. Αυτό το τμήμα της αρσενικής ανατομίας, που συχνά ήταν το αντικείμενο για σχόλια και αστειάκια, επέβαλλε, ωστόσο, το σεβασμό : κι ήταν αυτονόητο ότι δεν μπορούσε κανείς να ξεπεράσει κάποια όρια χωρίς να πέσει στην ιεροσυλία.  Αυτά τα τραγίσια αρχίδια ερέθιζαν και τη δική μου φαντασία. Mark ryden 10Ποτέ δεν είχα καταφέρει να τα δω – ούτε ποτέ τόλμησα να το ζητήσω. Αλλά ονειρευόμουν βλέποντας το ροζέ παχουλό πακέτο και τον κύριο που τα έπαιρνε σιωπηλός κι έφευγε, αφού πρώτα πέρναγε από το ταμείο μου σαν όλο τον κόσμο (τα αμελέτητα πουλιόνταν σε μία εξευτελιστική τιμή). Ποια θα μπορούσε να ήταν η γεύση αυτού του σαρκικού λειψάνου; Πώς να τα μαγείρευε; Kαι, κυρίως, ποια να ήταν η αποτελεσματικότητά του;  Eίχα την τάση να του αναγνωρίσω κι εγώ κάποιες ξεχωριστές ιδιότητες και δεν σταματούσα να τις φαντάζομαι.

.

.

.

Αλίνα Ρέγες, Ο χασάπης, σελ. 10-13, αποσπασματικά, μτφρ.: Γιάννης Εμίρης,

Εκδόσεις Εξάντας, 1990.

Artwork: Mark Ryden

http://www.markryden.com/

.

.

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Ανάμεσα στις πράξεις

Van GoghΑκολούθησε το μονοπάτι που, μέσ’ απ’ τα χωράφια, οδηγούσε στον Αχυρώνα. Αυτό το άνυδρο καλοκαίρι, υπήρχαν πέτρες διάσπαρτες στο μονοπάτι. Έδωσε μια κλοτσιά – σε μια κιτρινωπή τσακμακόπετρα, που λες κι ήταν στην άκρη της κομμένη από κάποιον άγριο για να βάλει βέλος. Μια πέτρα βαρβαρική∙ προϊστορική. Το να κλοτσάς πέτρες ήταν παιδικό παιχνίδι. Θυμήθηκε τους κανόνες. Σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού, πρέπει να κλοτσήσεις μία πέτρα, την ίδια πέτρα, μέχρι να φτάσει στο στόχο. Μία πύλη, ας πούμε, ή ένα δέντρο. Έπαιξε μόνος του. Στόχος του ήταν η πύλη∙ να τη φτάσει με δέκα κλοτσιές. Η πρώτη κλοτσιά ήταν η Μανρέσα (λαγνεία). Η δεύτερη, ο Ντοτζ (διαστροφή). Η τρίτη, ο ίδιος του ο εαυτός (δειλός). Η τέταρτη κι η πέμπτη κι όλες οι υπόλοιπες ήταν ίδιες.

Την έφτασε με δέκα κλοτσιές. Εκεί, ξαπλωμένο στο χορτάρι, κουλουριασμένο πράσινο δαχτυλίδι, ήταν ένα φίδι. Ψόφιο; Όχι, πνιγόταν μ’ ένα βάτραχο στο στόμα του. Το φίδι δεν μπορούσε να καταπιεί, ο βάτραχος δεν μπορούσε να πεθάνει. Σπασμός συρρίκνωνε τα πλευρά του∙ αίμα ξεχείλιζε. Γέννα, μια γέννα αντίστροφη. Σήκωσε το πόδι του και τα πάτησε. Ένιωσε τη μάζα να συνθλίβεται και να γλιστράει. Το λευκό πανί των παπουτσιών του γέμισε αίματα και κολλούσε. Αλλά είχε κάνει μια πράξη. Αυτή η πράξη τον ανακούφισε. Κατευθύνθηκε με μεγάλα βήματα προς τον Αχυρώνα, έχοντας αίμα στα παπούτσια του.

.

Βιρτζίνια Γουλφ, Ανάμεσα στις πράξεις, σελ. 107-108, μτφρ.: Kωνσταντίνα Τριανταφυλλοπούλου, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2008

.

.

Πίνακας: Vincent Van Gogh

.

.

.

 

Τα γούρια του 2014: Βιθέντε Μπλάσκο Ιμπάνιεθ, Το θαύμα του αγίου Αντωνίου (Θράκα)

.

(…) Η άμαξα πήρε το δρόμο προς το Ελ Πάρδο, και το αντρόγυνο, με τα κεφάλια γυρισμένα στο μπλε υφασμάτινο κάλυμμα, κρυφοκοίταζαν ο ένας τον άλλον, δίχως να διασταυρώνουν τα βλέμματά τους, μουδιασμένοι και χωρίς την πρόθεση να συζητήσουν. Εκείνη ήταν αυτή που ξεκίνησε. Η καταραμένη! Ήταν ένας άνδρας με φουστάνια. Πάντα αυτό έλεγε ο Λουίς. Γι’ αυτό την απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι. Γιατί πέρα από αξιαγάπητη και υπάκουη γατούλα, αυτό που ήθελε πάντα ήταν να γίνεται το δικό της. Θεέ και Κύριε! Tι είδους μόρφωση δίνουν αυτά τα γαλλικά σχολεία τέλος πάντων! «Κοίταξε, Λουίς, με δυο λέξεις,  σε θέλω… κι έρχομαι αποφασισμένη να κάνω τα πάντα. Είσαι ο σύζυγός μου και πρέπει να ζω μαζί σου. Φέρσου μου όπως θέλεις… χτύπα με… Θα σε θέλω όπως εκείνες οι γυναίκες που θεωρούν το ξύλο απόδειξη αγάπης». (…)

.

.

dali_tentation_de_saint_antoine

.

.

Και ενώ απαριθμούσε τα βάσανά της που κατά βάθος εκείνος δεν έδινε δεκάρα γι’ αυτά και που αποκαλούσε απιστία αυτό που στην πραγματικότητα ήταν ένα ασήμαντο φλερτ και όλα αυτά με φωνή και κινήσεις που θύμιζαν την κλίση της στην υποκριτική, ο Λουίς άρχισε να την παρατηρεί πιο προσεκτικά. Τι όμορφη που ήταν η άτιμη! Πλέον δεν ήταν μια αδύναμη και περίεργη που είχε φοβία σε καθετί μοντέρνο και δεν ήθελε να επιδεικνύει τις καμπύλες των μηρών της. Τα πέντε χρόνια του χωρισμού την έκαναν αξιαγάπητη, λαμπερή, με γωνίες στο πρόσωπό της, το χρώμα και την ωριμότητα ενός φρούτου του φθινοπώρου. Κρίμα που ήταν η γυναίκα του! Πόσο θα ήθελε να μη βρίσκεται σε αυτήν τη δύσκολη θέση. (…)

.

.

Βιθέντε Μπλάσκο Ιμπάνιεθ, Το θαύμα του αγίου Αντωνίου, μτφρ.: Στάθης Ιντζές, Ψηφιακές εκδόσεις Θράκα 

Την αναγνωστική απόλαυση ολόκληρου του εξαίρετου αυτού διηγήματος τη βρίσκουμε εδώ: στο πρωτοχρονιάτικο δώρο της Θράκας.

http://issuu.com/thraca/docs/___________________________________/19?e=9287287/6161702

Artwork : Francisco José de Goya y Lucientes, Salvador Felip Jacint Dalí Domènech

.

Τα γούρια του 2014: Επιλογή από τις αναρτήσεις της Πρωτοχρονιάς του 2014 στο διαδίκτυο

.

 

 
Image

Nτόρις Λέσινγκ, Το πέμπτο παιδί

Nτόρις Λέσινγκ, Το πέμπτο παιδί

Ντόρις Λέσινγκ: Η συγγραφέας που τόλμησε να μιλήσει για τη γυναίκα

Πλήρης ημερών έφυγε χθες από τη ζωή στα 94 η νομπελίστρια που χαρακτηρίστηκε ως επική αφηγήτρια της γυναικείας εμπειρίας

http://www.tanea.gr/news/culture/article/5054486/h-syggrafeas-poy-tolmhse-na-milhsei-gia-th-gynaika/

Alberto Macone  (16)Τώρα, μη τολμώντας να απευθυνθεί στον δρα Μπρετ, άρχισε να ζητιανεύει ηρεμιστικά από τις φίλες και τις αδελφές της. Δεν είπε στον Ντέιβιντ πόσα έπαιρνε, η πρώτη φορά που του έκρυβε κάτι. Το έμβρυο έμενε ήσυχο για καμιά ώρα μετά τη λήψη του φαρμάκου και η Χάριετ ηρεμούσε από την αδιάκοπη πάλη μέσα της. Τις νύχτες ο Ντέιβιντ άκουγε τα βογκητά και το κλαψούρισμά της, αλλά τώρα δεν προσπαθούσε να την παρηγορήσει, γιατί είχε την αίσθηση ότι η Χάριετ δεν έβρισκε μεγάλη βοήθεια στην αγκαλία του. «Θεέ μου!» έλεγε —ή μούγκριζε ή βογκούσε— κι ανακαθόταν ξαφνικά ή πεταγόταν από το κρεβάτι κι έβγαινε διπλωμένη από το δωμάτιο σαν κυνηγημένη από τον πόνο.

Ο Ντέιβιντ δεν έβαζε πια το χέρι στην κοιλιά της, γιατί τον ξεπερνούσε αυτό που ένιωθε εκεί.

Ήταν απίστευτο πώς μπορούσε ένα τόσο μικροσκοπικό πλάσμα να δείξει τέτοια φοβερή δύναμη. Έτσι ήταν όμως. Του ήταν αδύνατο πια να πλησιάσει τη Χάριετ, που του φαινόταν ότι είχε καταληφθεί από μία εμμονή, είχε απομακρυνθεί από κοντά του, βυθισμένη όπως ήταν σε τούτη τη μάχη με το έμβρυο, στην οποία αυτός αδυνατούσε να πάρει μέρος. Ξυπνούσε τις νύχτες κι έβλεπε τη γυναίκα του να βηματίζει στο σκοτεινό δωμάτιο ώρες ολόκληρες. Όταν ξάπλωνε επιτέλους, ξαναβρίσκοντας την ανάσα της, έμενε λίγη ώρα ακίνητη κι έπειτα τιναζόταν πάλι μ’ ένα επιφώνημα, ξέροντας ότι ο Ντέιβιντ ήταν ξύπνιος, κατέβαινε στο μεγάλο οικογενειακό δωμάτιο, όπου μπορούσε να βηματίζει πέρα δώθε, να βογκά, να βλαστημά και να κλαψουρίζει, χωρίς να τη βλέπει κανείς.

Nτόρις Λέσινγκ, Το πέμπτο παιδί, σελ. 41, μτφρ.: Αλέκος Μανωλίδης, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1988

Πίνακας: Alberto Macone

.

.

.

“I’ve won all the prizes in Europe, every bloody one, so I’m delighted to win them all. It’s a royal flush”

 

Tags:

Image

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Βέρστια

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Βέρστια

 

Φοράς, γλυκέ μου, κουρέλια

Που ’ταν κάποτε σα σάρκα τρυφερή.

Όλα τα χάλασα, τα έσκισα —

Απέμειναν μόνον δυο φτερά.

.

Με τη μεγαλοπρέπειά σου ντύσε με,

Σώσε με κι ελέησόν με.

Και τα σάπια ράκη τα φτωχά

Στο ιεροφυλάκιο πήγαινέ τα.

13 Μαΐου 1918

.

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Βέρστια, σελ. 42,

μτφρ.: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2013

.

Πίνακας: Εdite Grinberga

 

Tags:

Image

Paul Gadenne, Φάλαινα

Paul Gadenne, Φάλαινα

Κάναμε με βήμα γοργό το γύρο της θαυμαστής ύπαρξης. Πίεζε την ακτή με όλο της το βάρος, λες και το μόνο που επεδίωκε πια ήταν να εξαφανιστεί, λες και το είχε πάρει απόφαση πως από δω και πέρα θα ανήκει στη γη —  όπως αυτοί οι χαμηλοί και γωνιώδεις βράχοι, αυτά τα τόσο φτενά και άκαμπτα φυτά, που ήταν ριζωμένα στο σχιστόλιθο πίσω μας, και που ούτε η αύρα δεν τα έκανε να ριγούν. Όμως οι βράχοι ήταν σκούροι: εκείνη ήταν άσπρη, ένα άσπρο ξεπλυμένο, σαν το χυμένο γάλα. Ένα χρώμα ολότελα δικό της. Ήταν ένα άσπρο χωρίς φως, ένα άσπρο παγωμένο, εντελώς κλεισμένο στον εαυτό του, που γύριζε την πλάτη σε κάθε είδους δόξα, με μια παραίτηση ήκιστα δραματική, το λευκό μιας φάλαινας που εννοούσε να περνά απαρατήρητη, έξω και πέρα από κάθε σχήμα λόγου· μια φάλαινα από φυσικού της πολύ απλή, πολύ κοντά μας — εν ολίγοις, από τις φάλαινες εκείνες που σε κάνουν να λες: «Kαι να σκεφτεί κανείς πως θα μπορούσαμε να γίνουμε δυο τόσο καλοί φίλοι!…» (…)

Ήμασταν μόνοι — μόνοι με τη φάλαινα, με εκείνη την ανεξιχνίαστη μάζα από ζελατίνη όπου το κενό έπαιρνε χρώματα τόσο τρυφερά, και με κοινή συμφωνία, χωρίς μια λέξη, ενστερνιστήκαμε την υπόθεσή της. Αυτή η ήττα, αυτό το σιωπηλό σβήσιμο, όλα ξαναγίνονταν παρουσία. Αυτό το σάλιο, αυτό το σάπιο χνάρι που εμφανίστηκε ξαφνικά σε μιαν ακτή την οποία ήδη γνωρίζαμε και που το βλέμμα έπρεπε να ψάξει για να τη βρει, καταλαβαίναμε πως ήταν θέαμα κατανυκτικό. Δεν θα χρειαζόταν προσπάθεια να το αποτυπώσουμε μέσα μας, βρισκόταν χαραγμένο εκεί από πάντα, ήταν η πιο αρχέγονη σκέψη μας. Και τι ήμασταν εμείς, εμείς που το κοιτάζαμε, όντα τυχαία, ανυπόστατα, έρμαια των άστρων, ξεβρασμένα στις ακτές μιας Φύσης χωρίς συμβάντα;…

Paul Gadenne, Φάλαινα, Μετάφραση: Βάνα Χατζάκη, σελ.: 24 και 33-34,

Εκδόσεις Άγρα 2007

Φωτό: Tommy Ingberg

.

.

 

Tags: