RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Image

Γιώργος Χειμωνάς, Ο εχθρός του ποιητή

Γιώργος Χειμωνάς, Ο εχθρός του ποιητή

.

Αφηγήθηκα στην Κυβέλη τον εφιάλτη που με ξύπνησε. Πολλές φορές τον έχω ξαναδεί αυτόν τον απλοϊκό κοινό εφιάλτη. Ότι κοιμόμουν με το πρόσωπο στον τοίχο. Μέσα στο άδειο άγνωστο δωμάτιο ενός χωριάτικου σπιτιού όπου με είχε πάει ο ύπνος. Όλα μου τα όνειρα συμβαίνουν σε άγνωστα ελληνικά χωριά. Κάνει πολύ κρύο κι έξω οι δρόμοι είναι ποτάμια λάσπης. Σημαδεμένοι από ρόδες κάρων και λάστιχα τρακτέρ. Ένας άνθρωπος ήταν στο δωμάτιο με πλησίαζε αργά και αθόρυβα. Παράλυτος δεν μπορούσα να γυρίσω να τον δω. Αλλά ήξερα ότι με πλησίαζε το πιο τρομαχτικό πλάσμα του κόσμου.

Το πιο τρομαχτικό πράγμα είναι μαζί και γελοίο. Το γελοίο είναι η φοβερότερη ιδιότητα του τρομαχτικού.Έπρεπε να γυρίσω να δω και με προσπάθεια υπεράνθρωπη γύρισα το κεφάλι. Ένιωσα να τρίζουν και να σπαν οι σπόνδυλοι του τραχήλου μου και τον είδα. Αλλά είχε σκεπασμένο το κεφάλι του κι έκρυβε το πρόσωπό του. Φορούσε μια μεγάλη χαρτοσακούλα από χοντρό πρόστυχο χαρτί που τυλίγουν τα κρέατα και δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του. Αλλά φαντάστηκα ότι το πρόσωπό του θα ήταν ένα κομμάτι κρέας ζωντανό κι εκεί που με ρουφούσε η κινούμενη άμμος ενός ανυπόφορου κινδύνου ο νους μου πάλι με τράβηξε έξω στην επιφάνεια. Ξύπνησα χωρίς ν’ αναγνωρίσω αυτόν που θέλει χυδαία και γελοία να με τρομάξει.

Γιώργος Χειμωνάς, Ο εχθρός του ποιητή, Eκδόσεις Κέδρος 1990

Φωτογραφία: Ellen O’ Conell

==========

 

Tags: ,

Video

Γ. Χειμωνάς

Γ. Χειμωνάς: Tομή στη σύγχρονη ελληνική γραμματεία!

 

Tags: ,

Image

Πάνος Σταθόγιαννης

canto 578477_151450048330601_448969490_n

Ο άνθρωπος ζητάει απ’ τους θεούς μόνο τη γεύση από υγρά οργανικά να δοκιμάζει. Αυτά τα γενετήσια της τραγωδίας. Να ’ναι στυφά, να υπονοούνε απογόνους ασυνείδητους που μόνο το πελέκι της σκληρότητας να εγκολπώνονται. Τίποτα, τίποτα να μην τους γεφυρώνει με τη μνήμη και μόνο η βία του κυνόδοντα να τους κανοναρχεί. Οίνος τερπνός στον ουρανίσκο ούτε στάλα.

Ο άνθρωπος ζητάει απ’ τους θεούς αφή σαν των σαλιγκαριών που εφάπτονται και σαλιαρίζουν. Να γίνεται το χώμα ωραίο ένδυμα που, ακόμα και με άλλον αγκαλιά, στο τίποτα και στο μηδέν να τον τεκμηριώνει. Κι αν τύχει η ύπουλη βροχή ανάσταση να υπονοήσει, να είναι ετούτη τόσο στυγερή που εύκολα να την αποποιείται η ψυχή του. Ποτέ μετάξι.

 

Tags:

Image

Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς, Φυλακισμένος

.

Φυλακισμένος μες στο γυαλί, δεν έβλεπα παρά τα παχουλά χέρια της μητέρας μου, που ξαναβούλωνε σφιχτά το καπάκι. Ύστερα κόλλησε μια ετικέτα στο μπουκάλι, και μ’ απόθεσε ψηλά, σ’ ένα ράφι της κουζίνας ανάμεσα στα άλλα βάζα με τις μαρμελάδες της.

 

Tags: ,

Image

Πάνος Σταθόγιαννης, Όνειρο με περίλυπο άγγελο (απόσπασμα)

.

« Η προδοσία είναι πιοτό πιο δυνατό κι απ’ τη ρακή. Βαράει αμέσως κατακούτελα, μα δε μεθάει. Ή, μάλλον, τη μέθη που προσφέρει θα τήνε πω «ψευδαίσθηση εγρήγορσης». Κι έχω υπόψη μου τη φούρια εκείνη –και την ευφυία– να βρίσκουμε εύκολα άλλοθι, να επινοούμε, με σοφιστείες να θωρακιζόμαστε. Τις τρύπες να καλύπτουμε με στόκο, απ’ όπου μπαίνει ψύχος μέσα μας. Και μας παγώνει τις παλάμες και το διάφραγμα από μέσα.

» Όμως, το ψύχος μέσα μας –εκείνο το παμμέγιστο, που κάνει τις παλάμες να παγώνουν και το διάφραγμα να πάλλεται σαν φλάντζα– δεν το νικά ποτέ. Διότι το ψύχος τούτο το παμμέγιστο δεν έρχεται απ’ έξω. Μέσα μας το κυοφορούμε ατοί μας και το γεννοβολάμε ακαταπαύστως. Και κλείνοντας με στόκο ή– άλλα εύκαιρα υλικά– τις τρύπες, του αποκλείουμε κάθε βαλβίδα διαφυγής κι εκτόνωσης. Έτσι, με κρύα σπλάχνα, η σκέψη μας γίνεται ταχύτερη και κοφτερή, συνδιαλέγεται επιτυχώς με κάθε πονηρία, θριαμβεύει ».

Πίνακας: Santiago Ydanez

.

.

 
Image

Α. Εμπειρίκος, Όχθη (από την Eνδοχώρα)

Α. Εμπειρίκος, Όχθη (από την Eνδοχώρα)

.

Είμεθα στην όχθη σαν προβλήτες
Τα χέρια μας απλώνονται στον ουρανό
Και κατεβάζουν τα πουλιά
Και τα κελεύσματα των οδοιπόρων.

Μία γυναίκα κάποτε μας σταματά
Αν δεν γελάσει πρόκειται να βρέξει.

Α. Εμπειρίκος,  Όχθη (από την Eνδοχώρα)

Φωτό: Lyse Marion

 

Tags: ,

Image

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα

Επικράτησε το δίκαιο των μελαγχολικών. Άρχισαν να νομοθετούν οι σιωπηλοί και οι μελαγχολικοί. Όλοι άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια τη γνώμη εκείνων που πριν τους είχαν κατατάξει στην κατηγορία των ανωμάλως διακειμένων (…)… Νομιμοποιήθηκε το έγκλημα αποτελώντας πια τον άξονα κάθε δημόσιας και πάνδηλης εκδήλωσης (…) Πολλαπλασιάστηκαν τα κρούσματα των παράφορων ερώτων και των απροκάλυπτων ερωτικών εξομολογήσεων και προσφορών (…)

Fatima Ronquillo20120034

(…)… Eγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θα ’θελα να μπορούσα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή. Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα’ χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θα έτρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ’χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απ’ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή (…)

Fatima Ronquillo20120006 (…)Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δε θα ζήσουμε… Όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης δε θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη την κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή… Έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μ’ έχεις αφήσει χωρίς ζωή… Κι εσύ δεν μπορείς. Μ’ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει… δε θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας… Το παλιογύναικο. Ένα θα ’θελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, Θε μου, να μπορούσα να τη σκοτώσω.

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα, σελ. 41, 49, 50, 51, Εκδόσεις Άγρα, 1991

Πίνακες: Fatima Ronquillo

 

Tags: ,

Image

Ανδρέας Στάικος, Βηθσαβέ

—Kύριε Επαμεινώνδα, είστε πολύ καλός άνθρωπος, είπε η Βηθσαβέ γλείφοντας στα χείλη της το ζεστό και λευκόχρυσο μέλι που τα είχε πλημμυρίσει. Στις τελευταίες συναντήσεις, προς χάριν ποικιλίας, όπως η ίδια έλεγε, καθοδηγούσε το γλυκό αφανισμό του ιατρού, πότε στον ουρανίσκο της και πότε κατάμουτρα, εκθειάζοντας τη γεύση του μέλιτος που της θύμιζε κάτι μεταξύ θάλασσας και ακακίας. Έπειτα, πάντα με το τσιγάρο στα χείλη, καθρεφτιζόταν στον καθρέφτη και θαύμαζε κάθε φορά τη νέα ζωγραφική σύνθεση που προέκυπτε στο πασαλειμμένο από τις μπογιές και το σπέρμα πρόσωπό της.
 
Ellen von Unwerth ellen-von-unwerth-above-magazine05_large
 
 
—Κοιτάξτε, κύριε Επαμεινώνδα, κοιτάξτε ένα καραβάκι με πανιά, δείχνοντας με το δάχτυλό της μία μουτζούρα στο πιγούνι της, η οποία βεβαίως μόνο σε καραβάκι δεν παρέπεμπε
 
—Ναι, ναι, το βλέπω, το βλέπω. Είναι καταπληκτικό. Βλέπεις και δυο γλάρους που πετάνε πάνω από το κατάρτι; είπε ο Επαμεινώνδας, έκθαμβος και αποχαυνωμένος, δείχνοντας δύο υπολείμματα μαύρης μπογιάς, που βεβαίως δεν παρέπεμπαν ούτε σε γλάρο ούτε σε σπουργίτι ούτε σε τίποτα.
 
Τι αθωότης ! Τι γλυκύτης ! σκεφτόταν ο Επαμεινώνδας, τη στιγμή που μια νευρικότητα διακατείχε τη Βηθσαβέ. (…)
 
 —Mίλησέ μου, μικρή μου, μίλησέ μου. Δεν με εμπιστεύεσαι;
—Μόνον εσάς εμπιστεύομαι, κύριε Επαμεινώνδα, μόνον εσάς.
—Μίλησέ μου, λοιπόν.
—Αχ, κύριε Επαμεινώνδα, αναστέναξε βαθιά η Βηθσαβέ. (…)
 
 
 
 
—Kύριε Επαμεινώνδα, η μαμά λέει, κι εγώ την πιστεύω τη μαμά, πως τα πράγματα έχουνε δύο όψεις. Την κακή και την καλή και χρησιμεύουν και για το καλό και για το κακό. Όπως η φωτιά. Με τη φωτιά μπορεί να γίνει στάχτη ένα σπίτι ή να καεί ένα όμορφο δάσος, αλλά με τη φωτιά ψήνονται οι ομελέτες, κι οι ομελέτες εμένα μου αρέσουν πολύ, κατέληξε η Βηθσαβέ κατενθουσιασμένη από τα ακατάρριπτα επιχειρήματά της.
 

Ellen von Unwerth Ashley-Smith-Ellen-von-Unwerth-Galore-Magazine-1-1-550x550

—Πολύ ωραία, της είπα με κάποια, μικρή ομολογώ, ανακούφιση. Όμως υπάρχουν κάποια πράγματα, όπως αυτό εδώ το πιστόλι, που χρησιμοποιούνται μόνο για κακό σκοπό.
—Μα, κύριε Επαμεινώνδα, πώς λέτε τέτοια πράγματα, είπε η Βηθσαβέ απογοητευμένη.
 
Marcus Ohlsson
—Ό, τι κι αν σκέφτεσαι, σ’ το υπόσχομαι, Βηθσαβέ, δεν πρόκειται να σε απογοητεύσω, της είπα απογοητευμένος από την απογοήτευσή της. Μίλησέ μου, ποια είναι η καλή χρήση του πιστολιού που κρατάς; Πες μου να το μάθω κι εγώ. Μπορεί να έχεις δίκιο, την καθησύχασα.
 
—Το ήξερα πως θα συμφωνούσατε μαζί μου, κύριε Επαμεινώνδα, το ήξερα. Είστε πολύ καλός μαζί μου. Που λέτε, αυτό το πιστόλι είναι ένα Σμιθ εντ Ουέσον. Ναι, δεν μπορώ να πω, έχει κακή φήμη, σκοτώνει τους ανθρώπους, αλλά σκοτώνει τους εχθρούς ή τους κακούς ανθρώπους. Όμως σας ορκίζομαι πως είναι και για άλλα πράγματα, πολύ ωραία πράγματα, πάρα πολύ ωραία πράγματα, είπε η Βησθαβέ, ενθαρρυνόμενη από τη συγκατάβασή μου. ( …)
 
—To πιστόλι θα σας αρέσει ακόμη περισσότερο, επέμεινε. Το πιστόλι είναι το κάτι άλλο.
 
—Πώς το ξέρεις ; ρώτησα άναυδος
 
—Το έχω δοκιμάσει. Δε θα σας πρότεινα ποτέ κάτι που δεν το έχω δοκιμάσει. Είναι το κάτι άλλο. Είναι το ρίγος. Είναι του κεραυνού η ανατριχίλα. Είναι πλημμύρα της φωτιάς, κατέληξε ενθουσιασμένη. Αυτό το πιστόλι, αντί για έξι σφαίρες, έχει μόνο μία στη θαλάμη του.
 
—Αυτό το παιχνίδι ονομάζεται ρώσικη ρουλέτα, της είπα έντρομος, ξέψυχος ( …)
 
 
37a2c748719a5fbba865625653bd673a
 

—Θα ξεκινήσω εγώ, είπε η Βησθαβέ, και με χέρι σταθερό βύθισε την κάννη του όπλου στο στενότατο άνοιγμα των εξαίσιων οπισθίων της. Με θολωμένο μάτι από την ηδονή, με κοίταζε κατάματα, εκβάλλοντας καπνούς από το στόμα της. “Κεραυνός, κεραυνός”, ψιθύριζε ασθμαίνοντα. “Πλημμυρίζω, πνίγομαι, πλημμυρίζω”, παραληρούσε. Το παγωμένο σίδερο εντός της τής προκαλούσε σπασμούς σπάνιας έντασης. Και μέσα στον αλλόφρονα σπαραγμό της ακούστηκε ο μεταλλικός ήχος της σκανδάλης. Κάτι σαν ωκεάνιο κύμα κινήθηκε, μία παλίρροια. Και σωριάστηκε στο κρεβάτι μου. Αναστέναξα από ευτυχία. Το όπλο δεν είχε εκπυρσοκροτήσει μέσα της. Η θεά μου ήταν ζωντανή.

dd0cb2a9769b1fc63f0fb9335e056ae0Σε λίγες στιγμές η Βηθσαβέ άρχισε να σαλεύει. Σηκώθηκε αργά, με δάκρυα στα μάτια και τράβηξε το πιστόλι από τη σαγηνευτική θήκη των οπισθίων της.

—Τώρα, κύριε Επαμεινώνδα, η σειρά σας, μου είπε με τρεμάμενη από την ηδονή φωνή. ( …)

Ηδονή και αγωνία σφιχταγκαλιασμένες, πριν ηχήσει το μέταλλο της σκανδάλης, λίγο πριν εκπυρσοκροτήσει το όπλο, πριν εκραγούν τα σωθικά μου! Κι εγώ  μέσα σε μια δίνη πόνου, δακρύων και έρωτα, έβλεπα όπως σε όνειρο, έβλεπα ό,τι ακόμη δεν είχε συμβεί, έβλεπα ό, τι δεν θα μπορούσα να δω αν συνέβαινε, έβλεπα πέραν του χρόνου, έβλεπα τη Βηθσαβέ, έβλεπα τη Βηθσθαβέ να σπαράζει πάνω στο άψυχο σώμα μου, έβλεπα τη Βηθσαβέ ανάμεσα σε ένα πλήθος ανδρών και γυναικών, τη Βηθσαβέ και τη Λέιλα πίσω από τα μαύρα γυαλιά τους να δακρύζουν ήρεμα και διακριτικά ανάμεσα σ’ ένα πλήθος μαυροντυμένων ανδρών και γυναικών που με συνόδευαν στην τελευταία μου κατοικία, τη Βηθσαβέ και τη Λέιλα, τη Βηθσαβέ…

Ανδρέας Στάικος, Βηθσαβέ,  σελ. 85, 86, 156, 157, 158, 159, 160, εκδόσεις Άγρα, 2012

Σημείωση: πρόκειται για ένα καλογραμμένο ερωτογράφημα του Ανδρέα Στάικου, που πέραν των άλλων (όπως πολύ εύστοχα σημείωσε ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης στην παρουσίαση του βιβλίου στον Ιανό), σε μορφολογικό επίπεδο, όσον αφορά δηλαδή τη δόμηση του βιβλίου, συναντούμε ένα ενδιαφέρον πέρασμα από την τριτοπρόσωπη αφήγηση, την αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή, στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση προς το τέλος του. Ο παντογνώστης αφηγητής ταυτίζεται στο τέλος με τον συγγραφέα της ιστορίας (όχι απαραίτητα με τον συγγραφέα του βιβλίου) και, κατ΄ αυτόν τον τρόπο, οι αποστάσεις  μηδενίζονται.

Vasile Barbu

Κατά την άποψή μου, αυτή η μετάλλαξη του προσώπου έχει ενδιαφέρον, διότι πρόκειται για τη χρονική στιγμή όπου ήρωας μέσα από τη σεξουαλική πράξη θα συναντήσει το θάνατο. Τη στιγμή επίσης του θανάτου ο ίδιος, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση πλέον, θα γίνει πάλι παρατηρητής των πραγμάτων και του εαυτού του, παίρνοντας απόσταση και παρατηρώντας το ίδιο του το σώμα και τα τεκταινόμενα. Στην ουσία πρόκειται για ένα ενδιαφέρον κυκλικό σχήμα, το οποίο δίνεται με διαφορετική μορφή. Εάν νοηματοδοτηθεί, πίσω από αυτό το συγγραφικό εύρημα, υπάρχει το εξής μήνυμα σε όλο το βιβλίο: εγώ ο ζωντανός-νεκρός, ο θεατής του θανάτου μου.

(H γραφή bold της παρούσας ανάρτησης του κειμένου του Ανδρέα Στάικου αντιστοιχεί στη γραφή italics της έκδοσης).

————————————————————————————————————————————

 

Tags: , ,

Image

Πάνος Σταθόγιαννης, Σίσυφος (AITION, 6 Φεβρουαρίου 2013, Θέατρο “Σφενδόνη”

ΣΙΣΥΦΟΣ (μονόπρακτο)

Αφηγητής (Μιλάει πίσω από αναλόγιο ή κινείται στον χώρο) Παντέρημη (Ώριμη γυναίκα, με έντονη θηλυκότητα, αλλά με ένδυμα φθαρμένο και λερό) Σίσυφος (Ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με την Πέτρα. Υφίσταται οχτώ διαδοχικές μεταμορφώσεις – του λιποτάκτη, του χωρίς ταυτότητα, του συμβιβασμένου, της γυναίκας, του κοινωνικά αναρριχόμενου, του νεκρού, του θεού και του εξόριστου) Πέτρα (Γυναίκα, πιθανότατα μπαλαρίνα, που εκτελεί διάφορες ρευστές κινήσεις ασχημάτιστης πέτρας –λάβας που πήζει–, συχνά δυσερμήνευτες για τη δική μας σημειολογία.)

***

Ένας προβολέας φωτίζει τον Αφηγητή, που βρίσκεται κάπου στην άκρη της σκηνής.

Αφηγητής: Θα φανεί και πάλι όπου να ’ναι… Αυτός και η Πέτρα του… Αν πας κοντά και τον κοιτάξεις κατάματα, θα δεις ότι δεν είναι ένας αλλά οχτώ. Οχτώ και οι Πέτρες, που άλλοτε σπρώχνουνε μπροστά κι άλλοτε τρέχουν και τους κυνηγούν στις κατηφόρες. Μα, αν τους ρωτήσεις πώς τους λένε – «Σίσυφο», θα σου πουν και οι οχτώ…

 

Christer Karlstad--Amusement Park 1

Ένας δεύτερος προβολέας έχει ήδη φωτίζει τον Σίσυφο, που βρίσκεται στη μέση της σκηνής και ασχολείται με την Πέτρα, η οποία είναι κουλουριασμένη κι ακίνητη. Την αγγίζει, την χαϊδεύει, την σπρώχνει, ίσως και λίγο να την μετακινεί. Λίγο πιο κει, στο πάτωμα, είναι αφημένα ένα μεγάλο κόκκινο ύφασμα, μια λευκή προσωπίδα, ένα καπέλο (ρεπούμπλικα), ένας χαρτοφύλακας κι ένα κινητό τηλέφωνο με ακουστικό. Ένας τρίτος προβολέας φωτίζει την Παντέρημη που βρίσκεται κάπου ψηλά –ίσως στην τελευταία σειρά των καθισμάτων–  αλλά σε θέση ώστε να διακρίνεται απ’ όλους.

Αφηγητής: Κι από την άλλη τη μεριά – αυτή η άμοιρη… Ξεχνάω τ΄ όνομά της… Κοιτάζει έναν-έναν τους οχτώ και τους ορέγεται. Αιώνες τώρα μόνη της. Άγονη κι άκαρπη. Πώς να αντέξει; Όμως αυτοί μόνο την Πέτρα τους αγαπούν και ενστερνίζονται…. Ο πρώτος, ο μπροστά-μπροστά, είναι εκείνος που αρνήθηκε να πιει το κώνειο και λιποτάχτησε απ’ το χρέος του. Τώρα τον λένε όλοι “ξένο”. Δεν έχει βήμα να μιλήσει πια. Στην Αγορά κάποιος του πέταξε ένα σάπιο ψάρι…

Ο Σίσυφος κουρασμένος κάθεται πάνω στο βράχο του και κοιτάζει την Παντέρημη.

Christer%20Karlstad%20-%203%20Silver%20-%2053x37%20cm,%20olje%20p%E5%20MDF

Παντέρημη: (μιλάει στον Σίσυφο) Ποιος είσαι εσύ που με κοιτάς, και ποια απόσταση κάνει τα χέρια σου να φαίνονται με τρίχες; Γιατί, αν είσαι άντρας, έλα κοντά και κανονάρχησέ με. Ειδάλλως, πήγαινε πιο πέρα. Μη με τυραννήσεις κι εσύ με υποσχέσεις… Εδώ, απέξω, γύρω μου, είναι μια χώρα σαν κι εμένα έρημη. Μπορεί και λύσσα να ’πεσε. Αλλά μπορεί και να ξινίσαν τα κρασιά τους… Λένε διάφοροι ανυπόληπτοι ότι κι εγώ εκεί έξω κείμαι. Ώμος γυμνός, μαρμάρινος, μισοχωμένος στο ρέμα. Να γλείφει γύρω το νεράκι. Να αναδεύουν τα χόρτα… Όμως εγώ, τις Τρίτες, ζητάω χάδι αντρικό τις Τρίτες. Μια περικεφαλαία ανάμεσα στα σκέλια μου…

Ο Σίσυφος δεν της δίνει σημασία. Ασχολείται και πάλι με την Πέτρα του. Μιλάει μόνος του, αδιαφορώντας για την Παντέρημη.

 Christer_karlstad

Σίσυφος:  Η πέτρα κατοικεί όπου υπάρχω –ελεεινότατος– εγώ. Και με περιφρουρεί. Με προστατεύει απ’ την εμφύλια βούληση μου. Προτού με ενσωματώσει στη δομή της, ήμουν παγόνι. Κοίταζα μέσα μου, έσβηνα λάμψεις, έγραφα χρώματα΄ έσβηνα χρώματα, έγραφα λάμψεις, κοίταζα μέσα μου. Τώρα δοξάζομαι στην ικεσία. Άπολις…
Παντέρημη: Αχ, κακομοίρη μου. Αν θα με δεις μεσάνυχτα στο δάσος, στις νεροσυρμές – πάει η λαλιά σου, σου την πήρα…

Ο Σίσυφος αλλάζει συμπεριφορά. Γίνεται “άλλος” Σίσυφος. Παίρνει από κάτω την προσωπίδα και τη φοράει. Συνεχίζει να ασχολείται αποκλειστικά με την Πέτρα του.

Αφηγητής: Ο δεύτερος την πάτησε εκεί που την πατάνε οι περισσότεροι. Κάτω απ’ τ’ αυλάκι. Βρήκε την Πέτρα που του ταίριαζε κι όλο τον σπρώχνει δυτικά, κι όλο εκείνη τού γλιστράει και πάει κουτρουβαλώντας κατά Έφεσο… Αν τον ρωτήσεις να σου πει –  «θα τα βρούμε κάπου στη μέση, θα με θυμάται τουλάχιστον ως Πλήθωνα»…

christ Finisterre-145x125-cm-300x257Παντέρημη: Ποιος είσαι εσύ, που η Δύση σ’ απεχθάνεται και η Ανατολή σε διώχνει; Κι ούτε στη μέση να σταθείς δεν δύνασαι – στην ουτοπία… Ζύγωσε να σε ιδώ από κοντά, κι άσε με να σου γλείψω τον ιδρώτα. Εσύ, αν το μπορείς, δώσε μου έστω μία σπίθα ανέμελη. Έστω κοσμήματα χρυσά, να τα φοράω και να βροντάνε… Αλλιώς, θα τα παρατήσω όλα στη μέση. Να λένε – «πέρασε κι απ΄ τα Γιάννενα, πολύ αργότερα όμως, αλλά δεν πρόλαβε, τη χτίσαμε σ’ ένα γεφυράκι εδώ πιο έξω»…

Αφηγητής: Μα, τι του λες;! Δεν σε ακούει!… Χρειάζεται παρηγοριά, και μόνο με τον μέσα του αντίλαλο παρηγοριέται. Μιας που εκεί, μονάχα η Πέτρα του ακούγεται. Το έξω του ούτε που θέλει να το δει, να το γνωρίσει… Αν και παλιά, πολύ παλιά, ερχόταν ένα αγοροκόριτσο, καθόταν στην πέτρα του και διάβαζε ποιήματα. Τρεις φορές ασπάστηκε μαζί του τη σελήνη…

Παντέρημη: Εγώ ήμουνα εκείνο το κορίτσι. Παλιά, πολύ παλιά. Τότε που ήμουνα πολύ γριά ακόμα… Τώρα έχω ξαναβρεί τον πρώτο εαυτό μου, τον πρωτόλειο, αυτόν που ξέρει τι είναι ομορφιά και τι ψιμύθια απαιτούνται για να την κάμψουν… Εμένα να φιλήσει – ποια σελήνη; Είμαι χωμάτινη, γι’ αυτό και πιο πικρή. Θα του μείνω στη γεύση για πολύν καιρό. Σχεδόν για πάντα…

(…)

To κείμενο του Πάνου Σταθόγιαννη παρουσιάζεται την Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου στο Θέατρο Σφενδόνη.
Και, φυσικά, θα είμαστε εκεί!
 
Ο πολυχώρος του ΑΙΤΙΟΝ στην Τζιραίων, ένας χώρος μοναδικής αισθητικής (θα τον ζήλευαν τα πεντάστερα ξενοδοχεία Αθηνών και συμπρωτεύουσας…), φτιαγμένος με μεράκι και όραμα από την Τούλα Μπαρνασά, είναι έτοιμος. Εκεί γίνεται στέκι πλέον για καφέ, φαγητό, πολιτιστικά δρώμενα, παρουσιάσεις και συναντήσεις ανθρώπων των Γραμμάτων και της Τέχνης.
 
Για να μην τα πολυλογώ, δεν με “χαλάει” να πατούν τα πόδια μου σε ολομέταξα χειροποίητα χαλιά, το μάτι μου να χάνεται σε εντυπωσιακά βιτρό, έργα τέχνης και αντίκες, να παρακολουθώ μία παρουσίαση βιβλίου καθισμένη σε βελούδινους καναπέδες, να κινούμαι σε έναν χώρο με φωτισμό από έργα τέχνης σε φυσητό γυαλί και ιδιαίτερους χρωματισμούς που προβάλλουν από τα εσωτερικώς φωτισμένα βιτρό του μπαρ. Καθότι γκουρμέ, η υψηλή κουζίνα, μαγειρική και ζαχαροπλαστική, δεν μου πέφτει βαριά… και μάλιστα όταν οι τιμές θα είναι άκρως δημοκρατικές. Πάμε ακομπλεξάριστα με τα τζινάκια μας, με τουαλέτες, με ξώπλατα ή με ζιβάγκο, με αγγλοσαξωνικό, γαλλικό, μπαρόκ στυλ, ακομπλεξάριστα εντελώς και κυρίως χωρίς κατινιές, ζήλειες και μνησικακίες. Η αισθητική είναι ζητούμενο και της Παιδείας και της Τέχνης, και, μάλιστα, όταν απλόχερα η Τούλα η Μπαρνασά μάς την προσφέρει με αυτόν τον τρόπο. Προσωπικά, της βγάζω το καπέλο!
 
 
christer nothingpureiseversimplei

Πρόσκληση

Το Κίνημα Τέχνης, Πολιτισμού και Επιστημών  «ΑΙΤΙΟΝ», σας προσκαλεί
την Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου και ώρα 9.00 το βράδυ, σε μια ξεχωριστή εκδήλωση στο Θέατρο «Σφενδόνη».

Πάνω σε κείμενα σύγχρονων δημιουργών, εμπνευσμένα από τις αρχαίες τραγωδίες, εξαίρετοι ηθοποιοί και καλλιτέχνες θα ζωντανέψουν μορφές από μύθους και πρόσωπα, που στο πέρας των χρόνων αναπτύχθηκαν ως αρχέτυπα στην ενδοχώρα του ανθρώπινου ψυχισμού. Στην πρώτη από τις τρεις συνολικά παραστάσεις που θα δοθούν με θέμα: «Το τραγικό πέρα απ’ το χρόνο» παρουσιάζονται:

Ι) «Ο Σίσυφος είναι οκτώ» του Πάνου Σταθόγιαννη.
Ο άνθρωπος, η μοίρα του κι ο αέανος αγώνας του προς τη λύτρωση.

ΙΙ) «Οιμωγές γυναικών» της Τούλας Μπαρνασά.
Εκάβη, Ανδρομάχη, Ελένη … Μητέρα, Σύζυγος, Ερωμένη.
Τρεις φιγούρες, τρεις πρισματικές όψεις της θηλυκής υπόστασης αντιμέτωπες με την κατάλυση των προστατευτικών τους “τειχών”.

Ψίθυροι τραγωδίας … μονόλογοι και διάλογοι ως φορείς διαχρονικών συναισθημάτων συνδιαλέγονται στο χρόνο σε μια όσμωση «περαίνουσα δι’ ἐλέου καὶ φόβου
τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».

christer images

Ερμηνεύουν κατά σειρά εμφάνισης :

Αφηγήτρια: Ιωάννα Κανελλοπούλου

Σίσυφος: Γιώργος Στάμου, Γιάννης Μυλωνάς

Πέτρα: Αλίκη Γεωργουλοπούλου

Κείμενα: Πάνος Σταθόγιαννης
Ελένη : Κατερίνα Διδασκάλου
Ανδρομάχη: Δέσποινα Ψαρροπούλου
Εκάβη: Νόρα Κατσέλη
Πάρης: Μελέτης Ηλίας

christer 1255507175_christer_karlstad_04

Κείμενα: Τούλα Μπαρνασά.
Συμμετέχουν οι ηθοποιοί:

Βασίλης Τσιγκριστάρης, Φαίη Βολόρου.
Σκηνοθετική επιμέλεια : Σταμάτης Πατρώνης.
Μουσική γράφουν και εκτελούν : Δημήτρης Τσεκούρας και Γιάννης Μουτσάκης
Υπεύθυνη φωτισμού : Ελένη Αναγνωστοπούλου

Σας περιμένουμε…

Γιατί η αισθητική εποπτεία και η κατανόηση του ωραίου
αποτελεί κεντρικό “Αίτιον” ύπαρξης και αυτογνωσίας

Είσοδος ελεύθερη…

https://www.facebook.com/events/533624393328616/

Πίνακες: Christer Karlstad

 

Tags: , ,

Image

Πάνος Τσίρος, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα

ilse-bingΣήμερα το βράδυ έδειξαν για δεύτερη φορά στην τηλεόραση την εκπομπή για το χορό Καρουάνα, που κάνει θραύση στην Αμερική. Μίλησαν χορογράφοι, κοινωνιολόγοι, δύο καθηγητές από το Χάρβαρντ, δημοσιογράφοι. Έγινε προσπάθεια να αναλυθεί το βάθος του φαινομένου, που φαίνεται ότι έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Αυτός ο χορός βρίσκει ιδιαίτερη ανταπόκριση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Από τα πάρτι γενεθλίων των έγχρωμων μαθητών του δημοτικού, στα γκέτο του Χάρλεμ, έως τα πάρτι των κοσμικών στο Λονγκ Άιλαντ. (…) Ξέρω πως ελάχιστοι από εσάς θα με πιστέψουν. Οι περισσότεροι θα με πάρουν για ανισόρροπο. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται μόνον εγώ ξέρω το μυστικό της γέννησης του φαινομένου Καραουάνα.

Piergiorgio Branzi 14Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο χορός επινοήθηκε από έναν Ιάπωνα σχεδιαστή κόμικ μάνγκα. Άλλοι λένε πως η γέννησή του πρέπει ν’ αναζητηθεί στο τελετουργικό μιας φυλής αυτοχθόνων του Αμαζονίου, για τους οποίους ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι αποτελεί παραλλαγή του tremens delirium που έπαθε ο Σαντάμ, όταν μέσα στο κελί του οι φύλακες τον υποχρέωσαν να καταπιεί μια μικροκάμερα, και έπειτα να παρακολουθήσει με μόνιτορ πώς φαίνονται οι δεκάδες γκλοπιές στην κοιλιακή του χώρα. Αναρωτιέμαι πόσες ανοησίες θα ειπωθούν ακόμα. Η αλήθεια είναι ότι ο χορός γεννήθηκε εδώ στην Ελλάδα. Και ο πρώτος διδάξας δεν ήταν χορευτής, αλλά ένας μαθητής της πρώτης γυμνασίου, ονόματι Γιωργάκης Καραουάνας.Την ιστορία μού τη διηγήθηκε ένας συνταξιούχος δάσκαλος, ο Χαράλαμπος Πασβάντης. (…)

Το 1900 δίδασκε σ’ ένα χωριό της Πάρου. Ο καιρός περνούσε δύσκολα. Μόλις και μετά βίας συγκρατούσε τα νεύρα του, τα οποία συστηματικά δοκίμαζε ο μαθητής της πέμπτης τάξης, Γιωργάκης Καραουάνας. Ο Καραουάνας ήταν ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες και αντικοινωνική συμπεριφορά. (…) Αρεσκόταν, για παράδειγμα, να σηκώνεται απροειδοποίητα, κατά τη διάρκεια του μαθήματος, και να ζωγραφίζει σκουλήκια στον πίνακα. Grete Stern 1balanceΌταν ο Πασβάντης τον ρωτούσε τι κάνει εκεί, και γιατί δεν πήρε άδεια να σηκωθεί, ο Καρουάνας τον ρωτούσε τι όνομα έπρεπε να δώσει στο σκουλήκι του. Ο Πασβάντης δεν άντεχε άλλο. Μια μέρα, μετά το διάλειμμα, πριν μπουν τ’ άλλα παιδιά, μπαίνει στην τάξη και αντικρίζει ένα θέαμα που του ανέβασε το αίμα στο κεφάλι. Ο Καραουάνας είχε ζωγραφίσει σε όλον τον πίνακα σκουλήκια, και, μάλιστα, είχε επεκτείνει τη ζωγραφιά του και στον διπλανό τοίχο. Ο Πασβάντης άφησε, τρέμοντας, την νάιλον τσάντα του στην έδρα. Μόλις είχε περάσει από τον μπακάλη και είχε ψωνίσει ενάμισι κιλό ροκφόρ. (…) Kανένα αντικείμενο δεν ήταν ικανό να τον βοηθήσει να εκτονώσει την οργή του. Και τότε κοίταξε την τσάντα με το ροκφόρ. Μια τρελή σκέψη τον συνεπήρε.

Γύρισε και κοίταξε κατάματα τον μαθητή του. Ο Καραουάνας, αφοπλιστικά αφελής, τον ρώτησε, δείχνοντάς του ένα σκουλήκι: — Πώς να το ονομάσω αυτό, κύριε; O Πασβάντης, βγάζοντας έξω το τυρί, απάντησε απειλητικά: Xλαπάκιασέ το ή, αλλιώς, χόρεψε καλά.

Andy Prokh547060_520799164619411_161764996_nΤην εναλλακτική λύση, όπως μου εκμυστηρεύτητκε, την πρόσφερε, γιατί του φάνηκε πολύ σκληρή η τιμωρία για το μαθητή του. Ο Καραουάνας στραβοκατάπιε, κοιτάζοντας το ροκφόρ. Πώς να το φάει όλο αυτό το κομμάτι στα καλά καθούμενα, και μάλιστα χωρίς ένα κομματάκι ψωμί, όπως συνήθιζε να του βάζει η μάνα του όταν έφευγε για το σχολείο. Κοίταξε το δάσκαλό του και μετά άρχισε να χορεύει.Ο Πασβάντης δεν πίστευε στα μάτια του. Βρέθηκε άφωνος να παρακολουθεί, αρχικά, ένα άτεχνο κρεσέντο κινήσεων, που απείχαν πολύ απ’ αυτό που ο κόσμος ονομάζει χορό. (…) Η κινητική δραστηριότητα του Καραουάνα μετουσιωνόταν σε κραυγή χορευτικής υπαρξιακής αγωνίας. (…) Σαστισμένος και συγκινημένος ο Πασβάντης άρχισε να χειροκροτεί. Δεν είχε προσέξει ότι, κατά τη διάρκεια αυτού του πρωτότυπου χορευτικού, τα υπόλοιπα παιδιά είχαν στριμωχτεί στην πόρτα και κοιτούσαν σιωπηλά. Όταν είδαν τον δάσκαλό τους να χειροκροτάει, άρχισαν κι αυτά να κάνουν το ίδιο. Η φασαρία που ερχόταν από τον δεύτερο όροφο, ανάγκασε το διευθυντή να βγει από το γραφείο του. Όταν μπήκε στην τάξη αντίκρισε ένα πρωτόγνωρο θέαμα.

august_sander_22

Οι τοίχοι ήταν ζωγραφισμένοι με σκουλήκια. Στην έδρα υπήρχε ένα μεγάλο κομμάτι ροκφόρ. Ο Καραουάνας χόρευε έναν τρελό νευρόσπαστο χορό, χωρίς μουσική υπόκρουση, και ο δάσκαλος μαζί με τους μαθητές χειροκροτούσαν σε έξαλλη κατάσταση. Αμέσως ο διευθυντής τον κάλεσε στο γραφείο του και του είπε ότι χρειαζόταν αναρρωτική άδεια. Τον έστειλε άρον άρον στην Αθήνα. (…)

 

Iσχυρίστηκε ότι, προφανώς, ο χορός διαδόθηκε από παιδί σε παιδί σε όλο το νησί, και έπειτα στα παιδιά των  Άγγλων και των Αμερικανών τουριστών που παραθέριζαν το καλοκαίρι στην Πάρο. Κάπως έτσι πρέπει να μεταφέρθηκε στην Αμερική. Ύστερα με κοίταξε ευχαριστημένος. Πρόσεξα τα ροζιασμένα χέρια του, που έτρεμαν από χαρά και συγκίνηση. (…)

aldo beltrame_caorle_1956Δεν ξέρω αν το πιστεύω. Μου αρέσει, όμως, μερικές φορές να φέρνω στο νου την εικόνα του ακούραστου παιδαγωγού και αγωνιστή στην κουνιστή του πολυθρόνα, να θυμάται με συγκίνηση τον μικρό Καραουάνα. Να σκέφτεται, χαϊδεύοντας τις ολάνθιστες τριανταφυλλιές, πως, κάθε παιδί, ακόμα και το πιο δύσκολο, είναι σαν άνθος που θέλει φρέσκο χώμα και νερό για ν’ ανθίσει. Και ύστερα, σέρνοντας τα βήματά του στο υπνοδωμάτιο, να πέφτει στο κρεβάτι και να φαντάζεται ότι όλος ο πλανήτης χορεύει Καραουάνα.

Πάνος Τσίρος, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα (O χορός του Καραουάνα), σελ. 27-34, αποσπασματικά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007

Φωτό: Ilse Bing, Piergiorgio Branzi, Grete Stern, August Sander, Andy Prokh

 

 

Tags: , ,