RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Image

Maurice Blanchot, Ο χώρος της λογοτεχνίας

Maurice Blancot, Ο χώρος της λογοτεχνίας

Κάθε φορά που η σκέψη προσκρούει σ΄ έναν κύκλο αυτό σημαίνει πως αγγίζει κάτι το αρχέγονο από το οποίο ξεκινά και το οποίο δεν μπορεί να ξεπεράσει παρά μόνο για να ξαναγυρίσει σ΄ αυτό. Ίσως μπορέσουμε να προσεγγίσουμε αυτή την αρχέγονη κίνηση εάν αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο φωτίζονται αυτές οι διατυπώσεις σβήνοντας τις λέξεις “ειρηνικά” και “ευχαριστημένος”. Με την αλλαγή αυτή ο συγγραφέας γίνεται αυτός που γράφει για να μπορεί να πεθάνει και είναι αυτός  που αντλεί τη δύναμή του για το γράψιμο από μια προειλημμένη σχέση με το θάνατο. Η αντίφαση παραμένει, φωτίζεται όμως διαφορετικά. Όπως ο ποιητής δεν υπάρχει παρά μόνον ενώπιον του ποιήματος και σαν να έπεται του ποιήματος, μολονότι είναι απαραίτητο να υπάρχει πρώτα ένας ποιητής για να υπάρξει το ποίημα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μπορούμε να προαισθανθούμε ότι, όταν ο Κάφκα κατευθύνεται προς τη δύναμή του να πεθάνει μέσα από το έργο που γράφει, αυτό σημαίνει πως το έργο είναι αυτό καθεαυτό μια εμπειρία του θανάτου την οποία φαίνεται πως πρέπει να διαθέτει εκ των προτέρων για να καταφέρει να φτάσει στο έργο και, με το έργο, στο θάνατο.

.

Edite Grinberga (20)

.

Μπορούμε όμως επίσης να προαισθανθούμε και πως η κίνηση που, μέσα στο έργο, είναι προσέγγιση, χώρος και χρήση του θανάτου, δεν είναι τελείως η ίδια εκείνη κίνηση η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει το συγγραφέα στη δυνατότητα του να πεθάνει. Μπορούμε μάλιστα να υποθέσουμε πως οι τόσο παράξενες σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στο συγγραφέα και στο έργο, αυτές οι σχέσεις που κάνουν το έργο να εξαρτάται απ’ αυτόν που δεν είναι δυνατός (posssible) παρά μόνο μέσα στους κόλπους του έργου, πως μια τέτοια ανωμαλία προέρχεται απ’ αυτή την εμπειρία η οποία συνταράσσει τα δεδομένα σχήματα του χρόνου, ξεκινά όμως από κάτι πολύ βαθύτερο, από το διφορούμενο χαρακτήρα της, από τη διπλή της όψη, πράγμα το οποίο ο Κάφκα διατυπώνει με υπερβολική απλότητα στις φράσεις που του αποδίδουμε Να γράφω για να μπορώ να πεθάνω —Να πεθάνω για να μπορώ να γράφω. Πρόκειται για λέξεις που μας κλείνουν μέσα στην κυκλική απαίτησή τους, που μας υποχρεώνουν, ξεκινώντας απ’ αυτό που θέλουμε να βρούμε, να μην αναζητούμε παρά μόνο το σημείο εκκίνησης, να μετατρέπουμε έτσι αυτό το σημείο σε κάτι το οποίο δεν προσεγγίζουμε παρά μόνο απομακρυνόμενοι απ’ αυτό, αλλά πρόκειται και για λέξεις που επιτρέπουν και την ελπίδα τούτη: εκεί όπου εξαγγέλλεται το ατέρμονο, εκεί υπάρχει η ελπίδα να συλλάβουμε, να κάνουμε να αναβλύσει το τέρμα.

Maurice Blanchot, Ο χώρος της λογοτεχνίας, σελ. 126-127,

μτφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, Εκδόσεις Εξάντας, 1994

Πίνακες: Εdite Grinberga

.

.

.

 

 
Image

Γιώργος Θεοτοκάς, Οι καμπάνες

Γιώργος Θεοτοκάς, Οι καμπάνες

—Σμαράγδα, φώναζα μέσα μου χωρίς να βγαίνει ήχος από το στόμα μου, τα περίμενες αυτά, τα φανταζόσουν; Παρίσι! τι είναι αυτό που σου συμβαίνει, πώς το έπαθες, έτσι να σβήνεις μονομιάς, να εξαφανιστείς, να γίνεις βυθισμένη πολιτεία, σπαράζεται η καρδιά μου που το λέω, πολιτεία νεκρή. Είναι δυνατό, είναι νοητό τέτοιο πράγμα; Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα ικανό να αντέξει στη φθορά και τον αφανισμό; Κι όλη η συζήτηση που κάνουμε για αιώνια έργα και αθάνατες μνήμες είναι λοιπόν γράμμα κενό, ματαιότητα, αυταπάτη ή, πιο απλά, απάτη;  Ώστε εδώ έμελλε να καταλήξει ο μόχθος, η θέληση, η σοφία, η μεγαλοφυΐα, η ανταρσία, το αίμα τόσων γενεών, τόσων αιώνων; Σμαράγδα, έλεγα και ξανάλεγα, καλή μου Σμαράγδα, παλιά μου αγάπη, μήπως πνιγόμαστε κι εμείς και δεν το πήραμε είδηση ακόμα; Πώς θα ζήσουμε, πού θα στηρίξουμε πια τα πόδια μας, μες σ’ έναν τέτοιο κόσμο που εξαφανίζεται εμπρός στα μάτια μας; PARIS - EXPOSITION UNIVERSELLEΠαρίσι, γλυκό, αγαπημένο μου Παρίσι, πάνε λοιπόν όλα; οι αστείρευτοι θησαυροί σου, η πατίνα του χρόνου που σε σκέπαζε, η χάρη σου, η τρυφερότητά σου, η ζεστή θύμηση των ερώτων σου, η φλόγα των παθών σου, τελείωσαν όλα για πάντα; Tόσο τάχα ήτανε το θαύμα του Παρισιού, τόσο το λουλούδισμα του πολιτισμού μας, ως εδώ και τίποτε άλλο; Κι αυτό που είτανε δε θα ξαναγίνει πια ποτέ;  Όπως όταν αφήνει τη ζωή ένα πλάσμα πολυαγαπημένο, όταν σβήνει, μια θερμή, μοναδική στον κόσμο παρουσία, μία έκφραση προσώπου, ένα βλέμμα, μια φωνή που δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν άλλη φορά, και δεν μπορούμε να το πιστέψουμε, δεν το χωρεί ο νους μας, κι ύστερα, όταν το δούμε καθαρά και το πάρουμε απόφαση και μας συντρίψει ο πόνος, έτσι αισθάνθηκα κι εγώ. Μια τέλεια συντριβή, μια εξουθένωση, μια απόγνωση χωρίς γιατριά. Δε θυμούμαι πια άλλο τίποτα από τα γεγονότα εκείνης της ημέρας παρά μια απέραντη, σκοτεινή λίμνη μες στην ομίχλη, τα νερά σταματημένα στο παραπέτο της ταράτσας, όπου είχα ακουμπήσει, κι εμένα, με το κεφάλι μες στα χέρια, να κλαίω, να κλαίω με λυγμούς.

Θεοτοκάς

.

Γιώργος Θεοτοκάς, Οι καμπάνες, σελ. 60-61, Εκδόσεις της Εστίας

.

.

.

 

Tags: ,

Image

Nίκος Καχτίτσης, Ο εξώστης

Nίκος Καχτίτσης, Ο εξώστης

Tου εξήγησα πως αισθανόμουνα σαν να μην υπήρχε τίποτα απ’ ό, τι έβλεπα, σαν να δημιουργούσα όλες τις καταστάσεις, και την παραμικρή ακόμα —την ατμόσφαιρα του γραφείου μου, αυτόν τον ίδιον, τα φύλλα, τη σκόνη πάνω στα φύλλα, τον άνεμο που τα φυσούσε, το δροσερό θρόισμα που έκαναν κι έφτανε, πνιχτό κάπως, μέχρι τ’ αυτιά μου— για να εξυπηρετώ δικά μου συμφέροντα. Θυμάμαι μάλιστα που τον είχα ρωτήσει αν έβλεπε κι αυτός τα ίδια πράγματα, που έβλεπα κι εγώ. Γέλια που κάναμε.

Περιττό να πω ότι τα ίδια αισθάνομαι και τώρα πως όλα τα τελευταία συμβάντα τα δημιούργησα εγώ, με τη φαντασία μου, για να πιστέψω πως αρκετά τιμωρήθηκε ο εαυτός μου. Αν συμβαίνει αυτό, τότε έχω να τραβήξω πολλά ακόμα. Γιατί θα πρέπει να φέρθηκα με επιείκεια στον εαυτό μου. Μόνο αν τον υπέβαλλα συνεχώς σε σωματικά μαρτύρια, που να τα αισθάνομαι και να τα βλέπω, εν ανάγκη μπροστά στον καθρέφτη, θα έπειθα τον εαυτό μου ότι πλήρωσα για τις πράξεις μου.

Αλλά τι λέω;  Όλα είναι αληθινά —ευτυχώς ή δυστυχώς. Δεν ξέρω πια τι να διαλέξω— όλα όσα μου έχουν συμβεί τώρα τελευταία. Μ’ αυτά δεν πάω να παρηγορήσω τον εαυτό μου ούτε να δημιουργήσω άλλα μαρτύρια∙ απλώς έτσι είναι. Πώς ήταν δυνατό να δημιουργήσω εγώ όλες αυτές τις λεπτομέρειες;  Θα έπρεπε να ήμουνα τρελλός. Αυτά που θ’ αντιγράψω απ’ το ημερολόγιό μου παρακάτω, για τον τελευταίο τσακωμό μου με τον συνταγματάρχη, θα δείξουν πως έχω δίκιο να μιλάω έτσι. Θα παραθέσω όλες τις λεπτομέρειες, όχι για τίποτ’ άλλο, αλλά για να πείσω τον εαυτό μου γι’ αυτά που έγραψα. Άλλωστε δεν έχω τίποτε πλέον να κρύψω. Είθε να μπορούσα να μιλήσω και πιο ανοιχτά ακόμα. Αυτός που θα βρει ποτέ αυτά τα χαρτιά ας κρίνει…

Nίκος Καχτίτσης, Ο εξώστης, σελ. 77-79,  Εκδόσεις Στιγμή, 1988

Φωτό: Jerry Uelesmann

.

.

 

Tags:

Image

Γιώργος Χειμωνάς

Γιώργος Χειμωνάς

.

.

Εάν το αίτημα των φυσικών και φιλοσοφικών αναζητήσεων του ανθρώπου είναι να εννοήσει ο άνθρωπος τον κόσμο,  η τέχνη αντιστρέφει αυτό το αίτημα. Το τρομακτικό αίτημα που θέτει η τέχνη είναι να εννοηθεί  ο άνθρωπος από τον κόσμο

Γιώργος Χειμώνας

Πίνακας: Lori Nelson

.

.

 

Tags:

Image

Oλβία Παπαηλίου, Οι Αγάπες

Oλβία Παπαηλίου, Οι Αγάπες

.

Υπάρχουνε κάτι μεγάλες σφήκες που κάνουνε φωλιά μέσα στις στέγες, που τρέφονται με τους χυμούς του γύψου και λιχουδιάζουν με το μπετόν αρμέ. Έχουνε τελευταίως επιδράμει στον τόπο εργασίας μου —αλλά εκτός από το μέγεθός τους, το χρώμα το στυγνά πολεμικό—  και μία φρικτή σαγήνη τρόμου, που φαίνεται ως έχει επικαθίσει εξ αφορμής της παρουσίας τους, θα έλεγα πως είναι αβλαβείς. Είναι σα να επιθυμούν να μου θυμίσουν το καταδικασμένο και το ανούσιο που πάει χέρι-χεράκι με την ύπαρξη, ενώ γιατροί και δικαστές κι ερωτευμένοι – θα θέλανε να ήτανε αλλιώς: Η ανθρωπότητα ολόκληρη συνωμοτεί ενάντια στη θλίψη και στη σοφία που κρύβει μες στο κουκούτσι του το φρούτο κάθε υπαρξιακού μας άγχους και τη βαθέως ριζωμένη την άγκυρα που λένε μοναξιά. Κάποιοι (κι εσείς που είσαστε ανάμεσα σ’ εκείνους, εξ ων ουκ έστιν αριθμός, μια πλημμυρίδα) θα καταλάβουν στο μεδούλι τους τι λέω, σε ποιο ταμπού ίσως να αναφέρομαι. Και όσο για τους άλλους, αυτό το σχέδιο δεν είναι για εσάς, και μη λυπάστε: όλοι στον κόσμο έχουμε και κάποιους περιορισμούς, η ευτυχία κι η ασφάλεια κι η πίστη στο πρώτο το καθρέφτισμα, ε τι να πούμε πια, δεν επιτρέπει να φιλοξενηθείτε στα τραπέζια του παρία. Ακόμα και αν έχουμε σερβιριστεί τα αποφάγια της στοργής και μάθαμε κάθε σπυρί ρυζιού να μνημονεύουμε σα φίλο πεθαμένο, δεν ηδυνάμεθα εσάς να προσκαλέσουμε στο γλέντι μας.ANDREA 2 Ή μάλλον, άντε και τυπώσαμε την πρόσκληση με γράμματα χρυσά κι ίσως ανάγλυφα, ζωγραφισμένη σαν τις βίβλους του μεσαίωνα με απαρτία κεφαλών των χερουβείμ στο σχήμα παιδικής χαλκομανίας (ίσως να τα θυμάστε, άλλοτε μπούκλες χρυσές γαλάζιο φτέρωμα, άλλοτε με τα ροζ φτερά, καστανομάλλικα). Και νά ’χει αποκάτω και την τετράδα μουγκών συμφώνων RSVP (τουτέστιν και γαλλομαθώς πως απαντήσατε, πολύ παρακαλούμε)  και να την και η διεύθυνση κι όλα κανονισμένα, στρωμένο το τραπέζι της Αγάπης, τελετουργία που υπάρχει απ’ την πρώιμη πρωτοχριστιανική και άγουρη περίοδο. Και άντε και να πούμε ότι θα θέλατε στο μετρημένο το τραπέζωμα να ρθείτε: Δε θα ’χατε κατάλληλα ενδύματα ούτε το σώμα τσακισμένο απ’ την έλλειψη, οι τρόποι σας θα ήταν ίσως κι ενδεχομένως σαν προσβλητικοί, είτε δυνάμει ευπροσήγοροι και με ροπή στη συμβουλή και την παρηγοριά  είτε με την απόσταση που είναι η αδελφή της λάθος κατανόησης, ακατανόητη σας φαίνεται η πείνα και η ένδεια, σας λείπει η ανάγκη, η παιδεία του γευσιγνώστη. Γλύκα, στυφάδα, πίκρα και η αλμύρα των ζωντανών δακρύων, μια κλίμακα για να συνθέτουμε πυκνά κονσέρτα και ρεσιτάλ ασυμφωνίας. Έτσι το ήθελ’ ο Θεός, έτσι κι εγίνει: πως οι αμνοί με τους αμνούς, και τα ερίφια παρέα εριφίων το λάγιο αρνί και το κροκοδειλόπουλο που εθρήνα τρύπιο κλάμα: ας κάτσουνε στις λόχμες μοναχά τους, να γοεύονται.

Πίνακες: Andrea Kowch

.

.

 

Tags:

Image

E. X. Γονατάς, Ο φιλόξενος καρδινάλιος

E. X. Γονατάς, Ο φιλόξενος καρδινάλιος

Ένα μεσημέρι, πριν από πέντ’-έξι χρόνια, στην πόλη που μένω, συνεδρίαζε εκτάκτως το δημοτικό συμβούλιο, στο οποίο, μαζί με άλλους ευυπόληπτους πολίτες, συμμετείχα τότε κι εγώ. Είχαμε, λοιπόν, συγκεντρωθεί γύρω από το μεγάλο στρογγυλό τραπέζι για να εξετάσουμε ένα σοβαρό θέμα, του οποίου η επίλυση απαιτούσε περίσκεψη και λεπτούς, επιδέξιους χειρισμούς. Κάποια ατασθαλία είχε ανακαλυφθεί στη διάθεση και διακίνηση του άνθρακος του εργοστασίου και παραγωγής φωταερίου, που η εκμετάλλευση του ανήκε στο Δήμο. Το δίλημμα ήταν αν έπρεπε να ξεσκεπαστεί ή να καλυφθεί η κατάχρηση και ν’ αποπεμφθεί αθορύβως ο ένοχος, δίχως την ανάμιξη της δικαιοσύνης. Απόφασις δεν ήταν εύκολο να ληφθεί. Ana Elisa Egreja  (24)Εγώ, που από την πολύωρη και θορυβώδη συζήτηση είχα αρχίσει να γίνομαι πτώμα, έχωσα, ασυναισθήτως και από αμηχανία, στο στόμα μου ένα μεταλλικό συνδετήρα, που έπαιζα από ώρα νευρικά στο χέρι μου, και άρχισα να τον μασουλίζω· κάποια στιγμή τον νιώθω να ξεφεύγει από τα δόντια μου, να πέφτει κάτω και τον χάνω. Επρόκειτο σε λίγο να τεθεί το θέμα σε ψηφοφορία και η προσοχή μου έπρεπε να είναι τεταμένη. Αλλά πες μου, πώς να συγκεντρωθώ, που μου πέρασε ξαφνικά η ιδέα, ότι ίσως ο συνδετήρας να μην είχε πέσει στο χαλί, που ήταν το πιο φυσικό να συμβεί, αλλά μπορούσε κάλλιστα να τον είχα καταπιεί, δεδομένου ότι είχε προηγηθεί της εξαφανίσεώς του, ξέχασα να σ’ το πω, ένα ισχυρό, θορυβώδες φτάρνισμά μου. Πανικός με κυρίεψε, που οι περιστάσεις όμως δεν μου επέτρεπαν να τον εξωτερικεύσω. Κι αρχίζει τότε το μεγάλο μαρτύριό μου! Από τη μια προσπαθούσα να παρακολουθώ τι έλεγαν οι άλλοι σύμβουλοι, υποχρεωμένος ν’ απαντώ κάθε φορά στις ερωτήσεις τους, κι από την άλλη δεν ξεκολλούσε από το μυαλό μου η πένθιμη σκέψη ότι ως εδώ ήταν, πάει πια, είμαι καταδικασμένος, καθώς φανταζόμουν τις μυτερές άκριες του συνδετήρα, που μάλιστα απ’ το πολύ τράβηγμα και μάσημα τον είχα ανοίξει, ν’ αγκιστρώνονται στο στομάχι μου· κι αν κατάφερναν, σκεπτόμουν, έστω να ξεγλιστρήσουν από κει, σίγουρα πάλι θα γαντζώνονταν πιο κάτω στα έντερά μου, οπότε καλά κόλλυβα, Αγάθη! Θα ’πρεπε επίσης να προσθέσω ότι κάποιοι μικροί αλλά σουβλεροί πόνοι που είχα αρχίσει να αισθάνομαι στο στομάχι συνηγορούσαν υπέρ της πιθανότητος αυτής, μετατρέποντας τους φόβους μου σχεδόν σε βεβαιότητα.

Ana Elisa Egreja  (4)

«Πουρέ, Αγάθη·  πρέπει να φας αμέσως ένα βαθύ πιάτο πουρέ ή έστω και σκέτες πατάτες βραστές, αν θέλεις να σωθείς, έλεγα από μέσα μου, είναι η μόνη σου ελπίδα!» καθώς αυτομάτως θυμήθηκα πως είχα διαβάσει κάπου ότι, σε παρόμοια με το δικό μου ατυχήματα, ο πουρές ήταν το μόνο ενδεδειγμένο αντίδοτο. Αλλά πώς μπορούσα, πες μου, να τολμήσω να ζητήσω ένα τέτοιο πράγμα, υπό τις συνθήκες που σου περιέγραψα; Στην απελπισία μου, λοιπόν, αφήνω να πέσει το μολύβι μου στο πάτωμα, και σκύβω ευθύς να το μαζέψω, παριστάνοντας ότι επανορθώνω δήθεν την απροσεξία μου, ενώ, στην πραγματικότητα, είχα γουρλώσει τα μάτια, ψάχνοντας με απόγνωση για τον χαμένο συνδετήρα! Μα ο καταραμένος συνδετήρας δεν εμφανιζόταν πουθενά στο πεδίο της ορατότητάς μου συνεργούσε, βέβαια, σ’ αυτό και το χαλί ένα είδος παρδαλόχρωμης βελέντζας, που η μαλλιαρή υφή του μπορούσε να προσφέρει άπειρους κρυψώνες στο αντικείμενο της έρευνάς μου, οπότε στο αποκορύφωμα της απογνώσεώς μου, αναπηδώ με δύναμη στην όχι και τόσο σταθερή καρέκλα μου που, όπως σωστά είχα υπολογίσει, δεν άντεξε στην απότομη πίεση του σώματός μου· τρίζοντας, ξεκόλλησε το ένα της ποδάρι, διαλύθηκε, και γκρεμίστηκα χάμω.

Ana Elisa Egreja  (9)

Επωφελούμενος του γενικού σάλου και της συγχύσεως που δημιούργησε η πτώση μου, άρχισα να μπουσουλίζω με τα τέσσερα κάτω απ’ το τραπέζι. Περιττό να σου πω ότι ο συνδετήρας δε βρέθηκε ποτέ, ότι έζησα στη συνέχεια δύο εφιαλτικές μέρες, με την αμφιβολία τον κατάπια ή δεν τον κατάπια, κι ότι η αβουλία μου —όπως και η δική σου στην περίπτωση της κουτσουλιάς— εξαιτίας του φόβου ν’ αντιμετωπίσω την αλήθεια, νίκησε το άγχος μου, αφού τελικά δεν μου επέτρεψε —όπως θα ήταν επιβεβλημένο— ν’ ακτινογραφηθώ.

E. X. Γονατάς, Ο φιλόξενος καρδινάλιος, σελ.: 37-41, Eκδόσεις Στιγμή, 1997

Πίνακες: Ana Elisa Egreja

.

.

 

 

Tags:

Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα : Πάνος Σταθόγιαννης, Ο Γραφιάς ή homo scriptor, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013 (e-περιοδικό Στάχτες)

Ιφιγένεια Σιαφάκα : Πάνος Σταθόγιαννης, Ο Γραφιάς ή homo scriptor, Εκδόσεις Γαβριηλίδης (e-περιοδικό Στάχτες)

http://www.staxtes.com/2013/09/homo-scriptor.html?spref=fb

 

Ο Γραφιάς ή homo criptor του Πάνου Σταθόγιαννη, αρχής γενομένης από τον τίτλο και τον υπότιτλο του βιβλίου, μας γνωστοποιεί άμεσα, ήδη από το εξώφυλλο, τον ορισμό του γράφοντος υποκειμένου, που θα εναγκαλιστεί συνειδητά και με συνέπεια εν συνεχεία (και στα 22 κείμενα που θα ακολουθήσουν) τόσο με τις συγγραφικές προθέσεις όσο και με τους δρόμους που αυτές θα επιλέξουν για να πραγματωθούν, έχοντας αφενός ως αποκλειστικό άξονα το ομιλούν υποκείμενο —ένα υποκείμενο που ορίζει αλλά και αυτοορίζεται ευνουχισμένο διά μέσου της γραφής

(η μάνα μου φοβότανε που άσπρισε η γαστέρα της σαν λερωμένο γένι. Μ’ έστειλε πάλι πίσω. Ν’ αναδυθώ ως νήπιο, με νόμισμα στο στόμα. Να μη χρωστάω στο θάνατο – της Μιχαλούς μονάχα)

— και αφετέρου ως αποκλειστικό εργαλείο τον μοναδικό ενδιάμεσο όσον αφορά στην απώλεια και στην περι/γραφή της: τη γλώσσα της Τέχνης του, της λογοτεχνίας δηλαδή

(Ιδού, λοιπόν, που ενσαρκώθηκα στο άνθος. Την κόψη ωραίας κόσας θα γλυκάνει ο οπός μου. Διάγω βίο ανερμήνευτο. Στο στήθος μου εγκαθίσταται σαν νοικοκύρης ένας ξένος. Τρατάρει δικούς του γνωστούς, αλλάζει τα σιντί, κάνει προπόσεις. Κι ως έρχεται ένας άνεμος να πυρπολήσει τις χειρονομίες μου, μία πρόθεσή μου, ευτυχώς, διαιωνίζεται. Εξέρχεται της Ιστορίας. Θωπεύει το Αμείλικτο Ζώο).

.

Charles le Brun

.

Ο τίτλος του βιβλίου «λαϊκός», σύντομος, κοφτός και τραχύς στον ήχο του, μας προϊδεάζει για την ανθρώπινη ρίζα του Γραφιά και για τις περιπέτειές του στο συγχρονικό άξονα του κοινωνικού γίγνεσθαι. Ο Γραφιάς, από τη μια, ζει στο εδώ και τώρα, προσπαθεί να ανακαλύψει την ταυτότητά του, συνάπτει κοινωνικές σχέσεις, αναδύεται μέσα από τους οικογενειακούς του μύθους, ανήκει στον κύκλο των ομοτέχνων του, καυτηριάζει τις πολιτικές επιλογές, ερωτεύεται, κρίνει και κρίνεται, φοβάται, συνειδητοποιεί. Από την άλλη, ο υπότιτλος homo scriptor, πιο εκτενής «λόγιος», λατινικός, εισάγει, αρχής γενομένης από τον homo habilis της εποχής του λίθου, μία νέα κατηγορία στην «ανθρώπινη εξέλιξη»

(Εμένα που με βλέπετε είμαι αυταπόδεικτος, γι’ αυτό και θα επιστρέφω πάντα. Ακόμα και τις μέρες που οι αλιφασκιές θα χαχανίζουν στον ερειπιώνα του κόσμου σας, καθάρματα. Στα βραχάκια απέναντι, θα κόβουν οι θεοί τις ανηφόρες. Με σπαθιές κατακόρυφες. Πιο ψηλά – απαρέμφατα. Κατσικοπόδαρα όλα τους. Θα τους δίνω αλάτι, θα μου γλείφουν τα δάχτυλα. Θα τα αρμέγω. Τότε το φως, α, το φως, θα μπεκρουλιάζει μονάχο του. Και στ’ αρχίδια του, ναι, στ’ αρχίδια του, που από σας – ούτε τέφρα)

.

και υπονοεί πως τούτος ο «αυταπόδεικτος απόγονος της ράτσας» θα διατρέξει διά της γραφής το χρόνο, για να συναντήσει και να συνομιλήσει με το «αρχέγονο» και τις συμβολικές του απεικονίσεις (Πόσους αιώνες πια εξόριστος από τις πτήσεις; Να με τεμαχίζουν μαινάδες και κατόπιν να σμίγουν το αίμα τους με τα γαλάζια υγρά μου. Μέσα σε σπήλαια πλατωνικά να συναρμολογώ το σώμα μου απ’ την αρχή. Μόνο στις τέφρες να προσεύχομαι, μόνο σ’ αυτές το πουθενά μου να αποθέτω. Να παραμένει αίνιγμα το πώς επέζησα – θέλημα μάλλον των θεών κι ανάγκη τους, όχι δική μου).

Ήδη στις πρώτες σειρές

(Η μάνα μου φοβότανε μην απολέσει διά παντός της παρθενιάς της τα λειριά. Νοίκιασε ξένη μήτρα κι εδέησα να γεννηθώ πάνω σε κάτι βράχια. Γύρω, τριγύρω —‘‘φου’’ πολλά σαν χλοερά καυσαέρια. Όπου τσαλακωνόταν ο θεός, κατέρχονταν μηδίζουσες πολίχνες. Στο παρακάτω το σκαλί— να σου κι ο Πολυδεύκης. «Πού σε πετάξαν, άμοιρε;» γυρνάει και μου λέει)

συνειρμικά οδηγούμαστε στη Γένεσιν: «Κα επεν Θεός· γενηθήτω στερέωμα ν μέσ τοδατος καστω διαχωρίζον ν μέσον δατος καδατος. καγένετο οτως»… και «ξεπετάγιεται» Ο Γραφιάς στα βράχια από παρθένα μάνα και ανύπαρκτο πατέρα, για να συνομιλήσει με τον Πολυδεύκη, το γιο της Λήδας και του κύκνου-Δία, του Διόσκουρου, ο οποίος λατρεύτηκε και αγαπήθηκε ως δεύτερος Απόλλων. Κι αργότερα, πάλι, μιλώντας για τους ποιητές: Λένε ότι τους αγαπούν, αλλά δεν λένε αλήθεια. Πώς ν’ αγαπήσεις κάποιον που φοβάται τις σπηλιές, μα όλο σε σπηλιές πηγαίνει; Και επιστρέφει τρέμοντας. Και το σπαθί του στάζει αίμα. Πετάει τον μίτο σε μιαν άκρη και πάει υπνωτισμένος κατά τη θάλασσα. Συχνά παραμερίζοντάς σε, Αριάδνη. Αφήνοντας σε μόνη σου. Με τον ρόγχο του μισοσφαγμένου Μινώταυρου. Θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλά ακόμη παραδείγματα, που δίνουν το στίγμα της διπλής κατεύθυνσης και των περασμάτων από τη μια στην άλλη, με κύριο πάντα πρωταγωνιστή την ελληνική του γλώσσα: μια γλώσσα με νεύρο, τολμηρή, ανατρεπτική, ευαίσθητη, σκληρή, σαρκαστική και συνάμα αιμορροούσα, που δεν ερωτοτροπεί με τις γνωστές εμπορευματοποιημένες συμβάσεις και με κανένα από τα φορεμένα κοκτέιλ της αφασικής και αφελούς αφήγησης, που παρακάμπτουν βίαια τη λαϊκή και ανθρώπινη λαλιά, για να αναδείξουν απρόσκοπτα, χωρίς φραγμό και αιδώ, τη λαϊκίστικη και αλλοτριωμένη της πλευρά.

.

Charles_n

(Έχει και πράματα που σφράγισε απάνω της η μοίρα – δεν φταις εσύ γι’ αυτά, δεν σε κακίζω. Δεν δικαιούσαι όμως, διάολε, δεν δικαιούσαι να τα βγάζεις στο παζάρι. Σε ξένα χέρια θα βρωμίσουνε, θα βγάλουν πράμα. Έχουνε ήδη μυρωδιές ευάλωτες. Από σπηλιές, πουλιά αιχμάλωτα κι ετοιμοθάνατα, καμένα σπίτια. Και παρακεί, να, γι’ αυτήν εδώ την τρύπα λέω, κοίτα μέσα της. Τον βλέπεις τούτονε τον μόνο του, τούτονε με την πέτρα; Αυτός θα μαραγκιάσει πρώτος στο ανίερο. Είτε μες στις σημαίες του είτε μες στις κιλότες. Θα γίνει μπόχα). Η γλώσσα του Γραφιά είναι η γλώσσα για την οποία ο Βιτγκενστάιν μιλάει καθορίζοντας τα όρια του κόσμου του ομιλούντος υποκειμένου, μια γλώσσα που πλαταίνει και βαθαίνει αγγίζοντας με την υπερρεαλιστική διάστασή της το Πραγματικό της ανθρώπινης επιθυμίας και αναδεικνύοντας τις άγνωστες αλλά αληθείς πλευρές της. Ως εκ τούτου, Ο Γραφιάς είναι μία συλλογή κειμένων που δεν απευθύνονται στο μαθημένο και επιπόλαιο αναγνώστη να «καταβροχθίζει» τυπωμένες σκέψεις, για να τις τοποθετήσει αδιάφορα και ανεπιστρεπτί στο ράφι της βιβλιοθήκης του και, υπό την έννοια αυτή, ο οβολός του αναγνώστη συνιστά πνευματική επένδυση στο χρηματιστήριο των ιδεών και των συναισθημάτων, που κάθε δεύτερη, τρίτη ανάγνωση… του επιφυλάσσει για να τον αποζημιώσει.

.

Στον Γραφιά «δεν εξιστορούνται» ανθρώπινα συμβάντα, αλλά «αποκαλύπτονται» και σχολιάζονται ανθρώπινες πραγματικότητες, πολύ πιο πραγματικές απ’ τις «φαινομενικά πραγματικές». (Στην πραγματικότητα όμως είμαι βελούδινη. Θυμίζω κάπως την Τέχνη της Αστρολογίας, αλλά απ’ την πίσω πόρτα. Από εκεί που κάποτε θα μας εγκαταλείψει ο θεός. Γιατί υπάρχει, σου λέω. Είναι βέβαιο. Κοίτα τη στάχτη όταν υγραίνεται και θα πειστείς). Ποιος τις γνωρίζει άραγε αυτές, όταν δεν είναι αυτονόητες; (Α, εμείς, από τη Συντεχνία της Άγνοιας, συμπεριφερόμεθα ωσάν η Αλήθεια να είναι μια αίρεση της λογικής, που έτυχε να επικρατήσει. Κάτι σαν τον άνεμο έξω, που τρελαίνει τις αντένες. Τον ηλεκτρισμό, ακριβέστερα, που και όμως κινείται. Είναι, δηλαδή, μια θεότητα αυθύπαρκτη και, ως εκ τούτου, απροσπέλαστη. Έχει τη ραστώνη της στιγμής, με ένα “πάντα” καρφιτσωμένο στις επωμίδες. Πού να κάθεται τώρα να ασχολείται με τα δικά μας τα γήινα). Ο Γραφιάς, κατ’ αυτόν τον τρόπο, κατεβάζει την αυλαία του δεδομένου και μας καλεί να τον παρακολουθήσουμε στα παρασκήνια, όπου καταρρίπτονται οι νόρμες (Κάκιστος χορευτής εκείνος, όμως θα το χαιρόταν να κυματίζεις μπροστά του με κινήσεις γυναίκας βαθύτατης, να του χαμογελάς κάθε τόσο, έτσι αστραφτερά που το κάνεις. Ξέρεις, του έχουμε πει ψέματα ότι είναι πεθαμένος, και οι πεθαμένοι από τον Απάνω Κόσμο μονάχα τα χαμόγελα έχουνε νοσταλγήσει).

.

Με τα 22 κείμενα του Γραφιά ο αναγνώστης ξαφνιάζεται και πλουτίζει κάθε φορά που επανέρχεται, όχι μόνον για να απολαύσει τη ελληνική γλώσσα αλλά και, εάν είναι υποψιασμένος, να του επιτρέψει να του αποκαλυφθεί η τεχνική τού δια/γράφειν και μετα/γράφειν το ομιλούν υποκείμενο εν τη απώλειά του, δημιουργώντας Τέχνη.

(Η πέτρα μόνο σε πέτρα μπορεί να μεταμορφωθεί. Βέβαια, το κάνει ανορθόγραφα, με σύμφωνα συριστικά και παροξύτονους τριγμούς, αλλά στη γλώσσα τη δική της τα πάντα επιτρέπονται. Κρατάει, πάντως, ένα βυζί μητρικότατο, για όποιον θέλει να θηλάσει παρελθόν που φτάνει ως τη λάβα).

Η γλώσσα του Γραφιά πενθεί βουβά, για να διατρέξει και να ενσαρκώσει το ανθρώπινο σε όλες τις εκφάνσεις του. (Γιατί εκείνοι διέκριναν εγκαίρως κάτι άχρηστο – ότι η μάσκα, άμα δεν κρύβει πίσω της ψυχή, δεν κάνει ούτε για μάσκα. Τώρα ο μπακάλης δεν τους δίνει βερεσέ. Ο κόνδωρ ο καλός δεν τους ταΐζει. Τους βρίσκουν ύστερα από δέκα μέρες οι γειτόνοι. Απ’ τη βρώμα. «Εκείνος ο κωλόγερος τα τίναξε», λένε τα λόγια τα δικά σας. Με το στόμα σας. Ύστερα σπεύδετε μαζί να απολυμάνετε τους διαδρόμους. Γι’ αυτό, λοιπόν, ουαί υμίν, παλιάνθρωποι, ουαί υμίν, κωθώνια). Αυτός όμως ο τόπος του βουβού πένθους, αν και υπαρκτός, είναι, από την άλλη, σχεδόν αδύνατον να προσεγγισθεί διά μέσου της γλώσσας (Τότε ακριβώς είναι η στιγμή που εγκαθιδρύεται στο στέρνο μου η πιο βαθιά μου φύση – πεινώ και τρώγω αίματα, διψώ και πίνω δάκρυα. «Βάκχε», ολολύζω και σαλτάρω στη σκηνή, κρατώντας θύρσο. Άλλο δεν θα σου πω – θα δεις μονάχη σου το επέκεινα, θα με διαβάσεις, θα με λυπηθείς κι εσύ…). Και η γλώσσα, όσο κι αν την κανακεύει Ο Γραφιάς, εκείνη τον εξαπατά, για να της παίξει ένα παιχνίδι και να παραδοθεί τάχα αιχμάλωτος στην «αλαλία» των χρωμάτων — θα σε τιμωρήσω αλλιώς, της λέει, να τι θα πάθεις τώρα στραγγαλίστρια του θανάτου μου!— με Κείμενα σε πορφυρό ιλίγγου (1), σε ασημοπράσινο νεαρής, ακλάδευτης ακόμη, ελαίας (2), σε λευκό χιονιού, έτσι όπως γκριζωπά αποτυπώνεται στις παλαιές φωτογραφίες (3), σε μπλε ωραίου μαύρου κύκνου (4), σε κόκκινο και μαύρο αποσάρκωσης (5) σε γιασεμένιο χαμόγελου (8), σε οσμηρό σάπιου καρπού (11), σε ρόδινο ψυχρού νερού που έπλυνε αίμα από λευκό πουκάμισο (15)…

.

Τα χρώματα της σιωπής ή η σιωπή των χρωμάτων και η ανάγνωση των κειμένων του Γραφιά του Πάνου Σταθόγιαννη μού έφεραν στο νου τον Ντιντερό στα Αισθητικά του: «H σιωπή συνοδεύει τη μεγαλοπρέπεια. Η σιωπή βρίσκεται καμιά φορά μέσα στο πλήθος των θεατών, ενώ στη σκηνή συμβαίνει ο πάταγος. Μπροστά στις μάχες του Λε Μπρεν στεκόμαστε σιωπηλοί. Καμιά φορά πάλι βρίσκεται στη σκηνή• και τότε ο θεατής βάζει το δάχτυλο μπροστά στα χείλη από φόβο μην τη σπάσει». Άλλωστε, Ο Γραφιάς το παραδέχεται και μας καλεί να συμπορευτούμε —διά μέσου της αναγνωστικής απόλαυσης, που επιφυλάσσει ο έντεχνος και λεπτός χειρισμός των ιδεών—, ως κοινωνοί του αλλότριου, της φρίκης και των δικών μας φαντασμάτων, που η ίδια η γλώσσα μας πιστοποιεί, όταν δεχθούμε να την αποποιηθούμε ως συγκάλυψη και να την οικειοποιηθούμε ως βουβό αλλά και αληθή συνάμα μάρτυρα της προδοσίας που μας επιφυλάσσει:

.

Charles Le brun

.

Οι κρεμασμένοι, μας υπενθυμίζει o Πάνος Σταθόγιαννης, τινάζονται για λίγο αιωρούμενοι άτσαλα. Όμως σύντομα βρίσκουν έναν κάποιο ρυθμό στην κίνησή τους. Πάνε πέρα δώθε, όπως τα βαρίδια του εκκρεμούς στο ρολόι που κρέμεται πίσω μου. Μέσα στο σκοτάδι. Μια που το φως εκείνη τη μέρα δεν το άναψα καθόλου. Έμεινα από το πρωί κλειδαμπαρωμένος στο σπίτι. Χωρίς καν την αγάπη. Όρθιος μπροστά στο κλειστό παράθυρο. Να κοιτάζω από τις γρίλιες έντρομος την πολιτεία πάνδημη να υποδέχεται τους ολυμπιονίκες της, γκρεμίζοντας τα τείχη. Κι ύστερα βουβά να τους απαγχονίζει.

.

Πίνακες: Charles Le Brun

.

.

 

 

Tags: ,

Image

Γιώργος Σκούρτης, Ο κίλερ (Ιστορίες θηρίων)

Γιώργος Σκούρτης, Ο κίλερ (Ιστορίες θηρίων)

,

O Kίλερ

(σελίδες ημερολογίου) 13

Έπαθα ένα σοκ που κράτησε για μια βδομάδα. Εκεί που ήμουν έτοιμος να γράψω, ξαφνικά δεν μπορούσα! Το στυλό μου φαινόταν σαν φίδι, τα πλήκτρα στη γραφομηχανή σαν σκορπιοί και τα πλήκτρα στο κομπιούτερ σαν πρόκες που έπρεπε να τις καρφώσω με τις άκρες των δαχτύλων μου. Πίεζα τον εαυτό μου, του φώναζα «Έλα, ηλίθιε, δεν είναι έτσι, ψευδαίσθηση είναι, έλα, πιάσε το στυλό…»

lydia-marano-editorial-falloutΜ’ έπιανε τρόμος στη σκέψη ότι ίσως να μην μπορούσα ποτέ να ξαναγράψω. Από μικρός έγραφα. Από τότε, ήμουνα δεν ήμουνα οχτώ χρονώ. Η μάνα μου, αρχόντισσα, οικοδέσποινα, σοφή, όμως δεν ήξερε γράμματα, κι όταν λάβαινε γράμμα, έπρεπε ν’ απαντήσει. Καθόμουν κι έγραφα εγώ.

Αυτό γινόταν τ’ απογεύματα, αφού την προηγούμενη νύχτα την είχε βιάσει ο πατέρας μου και ίσως εκείνη τη στιγμή που εγώ με τη μάνα μου συντάσσαμε το γράμμα, αυτός να βίαζε μια απ’ τις αδερφές μου στον πάνω όροφο, μέναμε σε δικό μας τριώροφο. Όταν υπήρχε κάτι συγκεκριμένο ν’ απαντήσει τη ρώταγα, αν όχι το έγραφα ολόκληρο και μετά της το διάβαζα. Γινόμουν πότε η γυναίκα του πατέρα μου που έλειπε ταξίδι για δουλειές, για να ξενογαμήσει δηλαδή, πότε η μάνα του αδερφού μου που ήτανε φαντάρος, πότε η θεία της ανιψιάς της και η ξαδέρφη του θείου μου που είχε πεθάνει κι έπρεπε η μάνα μου να γράψει δυο λόγια στην ξαδέρφη χήρα του. Πάντα έγραφα. Κι έγραφα καλά. Πάντα. Και τώρα ξαφνικά να μου συμβεί αυτό; Μούδιαζαν τα χέρια μου, τα δάχτυλά μου φούσκωναν και τότε πεταγόμουν απ’ το γραφείο, έπαιρνα όπλο κι έβγαινα στους δρόμους. Ο Μπιγκ Μπράδερ δεν είναι ανίκητος. Ίσα ίσα. Ένας στόχος για μια σφαίρα είναι κι αυτός.

L’ a prise dans se mains
La belle
L’ a prise entre ses mains
La bite ( …)
Tην πήρε σταχέρια της  
Η όμορφη
Την πήρε στα χέρια της
Την ψωλάρα ( …)
 

Γαμώ τα ποιήματα, σας το ξαναείπα.  Είμαι στη στιγμή του θανάτου μου. Θα κοιταχτώ στον καθρέφτη και θα πυροβολήσω. Θέλω να τον δω. (Θα τον δω;)

Γιώργος Σκούρτης, Ο κίλερ (Ιστορίες θηρίων), σελ. 78-80, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004 

Φωτό: Lydia Marano

 

Tags:

Image

Διονύσης Μαρίνος, Η μέθοδος της ανάσας

Διονύσης Μαρίνος, Η μέθοδος της ανάσας

Της είπε για εκείνα τα παράθυρα που πάσχουν από γλαύκωμα την ώρα της μεγάλης βροχής. Της είπε για το κοκαλάκι από ταρταρούγα που σκαλώνει στις αυλακιές των μαλλιών της και τα οργώνει με ένα φύσημα. Της είπε πώς θα ήθελε να είναι το στρίφωμα στο φουστάνι της, που ποτέ δεν έφτιαξε, και όταν περπατάει φουντώνει σαν υμένας· λυγμικό υφασματάκι γεμάτο αβεβαιότητα. Της είπε για τον ήλιο, που κάθε πρωί, τον κοιτάζει με ιδιότροπη δεκτικότητα, μόνο και μόνο, γιατί κι εκείνη θα φωτίσει· δεν έχει άλλο νόημα ύπαρξης αυτό το γρομπιασμένο λεμόνι εκεί πάνω. Της είπε για το ασάλευτο παρόν, σαν παλαιωμένα λουλούδια σε βάζο, για τον κόνδυλο της αγάπης που μεγαλώνει, για το μπόλι, που πάνω στο σώμα του, μια σχισμή έχει αφήνει ανεπούλωτη.
Της είπε πως αν υπάρχει ένα φόβος, ένας φόβος ανόθευτος, σε κάθε άνθρωπο είναι αυτός: να σε ροκανίζει η σκέψη πως όλα αυτά τα λες στο είδωλό σου, γιατί άλλος δεν βρέθηκε να σε ακούσει την ώρα της παραφοράς. Η πείνα γεννάει την αφαίρεση, η μοναξιά την στεφανώνει.

Φωτό: Gilbert Garcin

 

 
Image

Άρης Μαραγκόπουλος: Επιθυμία (e-περιοδικό bibliothèque)

Άρης Μαραγκόπουλος: Επιθυμία (e-περιοδικό bibliothèque)

http://bibliotheque.gr/?p=21888

http://www.arisgrandman.com/bibliography–web.html

.

Εδώ και πάρα πολύ καιρό, το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα στη γραφή και την τέχνη γενικότερα είναι πρόβλημα κατανόησης του κόσμου. Όποιος, παράδειγμα, «διαβάζει» τον κόσμο μέσα από την κουλτούρα της Μπάρμπι (ακόμα κι αν αυτή είναι localized, όπως π.χ. στα ελληνικά ευπώλητα βιβλία που μετά μανίας καταβροχθίζουν ανορεξικές και αγάμητες κυρίες) κατανοεί τη ζωή του σαν Μπάρμπι. Δηλαδή διαβάζει πρόχειρα, επιπόλαια, στον αφρό. Διαβάζει μια πλοκή, διαβάζει μια ιστορία, καταπίνει το ένα μετά το άλλο βιβλία της λογοτεχνίας και της παραλογοτεχνίας λες και είναι επεισόδια σε τηλεοπτική σειρά. Τα συζητάει εξίσου ανάλαφρα στα social media, λες και είναι ιστοριούλες από τα παρασκήνια των ειδήσεων. Κάνει zapping ανάγνωση των βιβλίων και, τελικά, του κόσμου. Ειδικά, όταν πέσει στα χέρια του ένα κείμενο με κάποιες απαιτήσεις διαφορετικής ανάγνωσης του κόσμου, πέρα από την κυρίαρχη των Μέσων, το κείμενο/έργο ακυρώνεται αυτομάτως μέσα από την à la Μπάρμπι ανάγνωσή του.

Alexej Alexejewitsch Harlamoff  tumblr_mhakufDJyo1r74hw1o1_1280Μεγάλη μερίδα αναγνωστών έχει εθιστεί να διαβάζει τη λογοτεχνία όχι ως αυτό που είναι, ως τέχνη της ζωής, μια τέχνη που θέτει ερωτήματα για τη ζωή, μια τέχνη που εμπνέει την Επιθυμία για την αλήθεια και την ομορφιά, αλλά ως φτηνό ρεπορτάζ του Πραγματικού. Είναι σχεδόν φυσιολογικό να διαβάζεις έτσι. Αφού αυτή τη γραφή κι αυτή την ανάγνωση διδάσκει η κυρίαρχη ανάγνωση του κόσμου: ένα ρεπορτάζ του Πραγματικού που δεν έχει καμία σχέση με το Πραγματικό. Ή, έχει όση σχέση έχει η Μπάρμπι με τον πραγματικό κόσμο ή τα Goodies με το πραγματικό φαΐ. Η πιο σοβαρή συνέπεια αυτής της παραμορφωτικής ανάγνωσης του κόσμου είναι μία – και τη διατυπώνω δίχως καμία περαιτέρω εξήγηση (ο καθείς θα πρέπει να την ανακαλύψει μέσα από την προσωπική του διαδρομή): σιγά, αλλά σταθερά, όπως το σαράκι που τρώει το ξύλο, χάνεται από τα μάτια της πλειονότητας του κόσμου η Επιθυμία του Αισθητικού, η Επιθυμία της όποιας ομορφιάς, αλλά και το κριτήριο που επιτρέπει να την αναγνωρίζεις όταν τη συναντάς.

CARL Detail_2Με αυτή την απώλεια της Επιθυμίας συνδέεται ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα στην Iστορία της Τέχνης: η αληθοφάνεια. H σχέση του Έργου με το Πραγματικό. Η Ιστορία διδάσκει ότι η καλύτερη λογοτεχνία κάθε καιρού και κάθε τόπου γύρισε την πλάτη στο ζήτημα της αληθοφάνειας. Aυτό πιο συγκεκριμένα υπονοεί: όχι ότι αδιαφόρησε για το Πραγματικό καθεαυτό. Tο αντίθετο μάλιστα. H καλύτερη λογοτεχνία ουδέποτε αδιαφόρησε για το Πραγματικό. Aδιαφόρησε όμως για το βαθμό αληθοφάνειας διά της οποίας θα το αποδώσει. Δείτε, π.χ., τον Δάντη, τον Στερν, τον Θερβάντες, τον Pαμπελέ, τον Γκόγκολ, τον Μπέιλι, τον Kάφκα, τον Τζόις, τον Mπέκετ, τον Μπόρχες, τον Μούζιλ, τον Μπροχ, για να αναφέρω πρόχειρα, έτσι στην τύχη, μερικά πασίγνωστα παραδείγματα αναληθοφανούς ρεαλισμού. Kι όμως όλοι αυτοί οι μεγάλοι κλασικοί στην πραγματικότητα αγωνιούσαν για την απόδοση του Πραγματικού[1].


Θα τους ονομάσουμε ρεαλιστές; Δεν νομίζω. Δεν ήταν αυτό ακριβώς που τους έκαιγε όταν έγραφαν. Η σχέση της λογοτεχνίας με το Πραγματικό δεν είναι μια σχέση μορφική με την πολύ στενή έννοια (δηλαδή μια σχέση μεγαλύτερης ή μικρότερης πιστότητας στην αληθοφανή απόδοση του Πραγματικού), είναι πρωτίστως, μια σχέση μορφική με την ευρύτατη έννοια, σχέση εμπειρική/καλλιτεχνική: είναι μια σχέση που απορρέει από τη λιγότερο ή περισσότερο γνήσια επιθυμία του καλλιτέχνη να καταβροχθίσει, να σπαράξει, να πονέσει, να χαθεί μέσα στο Πραγματικό – με την ερωτική έννοια του όρου.

Zούμε, εδώ και τριάντα και παραπάνω χρόνια, έναν πληθωρισμό λογοτεχνίας που υποκρίνεται το αληθοφανές, το Πραγματικό. Tο μεγαλύτερο μέρος αυτής της ευπώλητης, μεταμοντέρνας μυθοπλασίας, παγκοσμίως, υποκρίνεται πως αποδίδει το Πραγματικό ενώ στην ουσία παράγει ένα αθλητικό ρεπορτάζ του Πραγματικού [2].


CARL DSCN0994.-JPG
Aυτή είναι η αλήθεια κι όποιος δεν τη βλέπει ζει στα σκοτάδια. Aλλά αυτή η παραγωγή δεν οικοδομεί τέχνη του λόγου, δεν οικοδομεί καμία τέχνη. Πρόκειται για έναν διεφθαρμένο ρεαλισμό [3], έναν ρεαλισμό που στέκεται επιπόλαια στον αφρό της ζωής – όπως η ρηχή δημοσιογραφία, όπως η πόρνη Μπάρμπι. Αυτός ο ρεαλισμός δεν ταράζει τίποτε και κανέναν. Δεν ενοχλεί, δεν προσβάλλει, δεν πληγώνει, δεν αρνείται, δεν κρίνει, δεν σκέφτεται, δεν κινητοποιεί τις ψυχές, την Επιθυμία. Αναπαράγει μηρυκαστικά τη ζωή λες και αυτή η κοινωνική ζωή έχει πάψει να επιθυμεί, λες και η ζωή έχει συρρικνωθεί σε μικροσυμβάντα που αφορούν πάντα τους άλλους, αλλά ποτέ τον Άλλο. Έχοντας, επιπλέον, αποσυνδεθεί από την όποια Θεωρία που εμπνέει το όποιο Όραμα, την όποια Επιθυμία, έχει επιστρέψει εν πλήρη συγχύσει στη ρωπογραφία της ατομικής εμπειρίας ανάγοντάς την, μέσα από στερεότυπες συνταγές, σε παγκοσμιοποιημένη version του Πραγματικού.

Κι έτσι σιγά σιγά, αλλά σταθερά, ο σύγχρονος αναγνώστης, πνιγμένος στο ρεπορτάζ, πνιγμένος στη δημοσιογραφική αληθοφάνεια που περνιέται/πουλιέται για τέχνη, χάνει από τα μάτια του την Επιθυμία. Την επιθυμία για την ομορφιά του κόσμου. Την επιθυμία για την Ουτοπία ενός άλλου κόσμου. Την επιθυμία γενικώς. Συνηθίζει κανείς στην ασκήμια όπως συνηθίζει στην οικολογική καταστροφή, όπως συνηθίζει στην πολιτική διαφθορά, όπως ένα κουρασμένο ζευγάρι συνηθίζει να απέχει από τον έρωτα. Η μεταμοντέρνα συνθήκη έχει εθίσει τον αναγνώστη/θεατή του έργου τέχνης στην παραίτηση από την Επιθυμία.

CARL 6186508988_e2db6c2918_z

Ο Φρέντρικ Τζέιμσον, πολύ πριν από την έκρηξη του Μεταμοντέρνου, το 1977, διέκρινε προφητικά την ανάγκη για έναν νέο ρεαλισμό ο οποίος, αφενός θα υπερβαίνει τις διαπιστωμένες αντιφάσεις του μοντερνισμού [4] και αφετέρου θα αποκολλάται από τις γερασμένες συμβάσεις του παρεμβατικού ρεαλισμού.
Ήδη από τότε ο οξυδερκής θεωρητικός έβλεπε την πιθανή διαλεκτική σύνθεση των δύο ρευμάτων στη σύγχρονη συγκυρία: σύνθεση ενός παρεμβατικού ρεαλισμού που ανασυνθέτει, μέσα από το μεγάλο μέτωπο εναντίον της παγκοσμιοποίησης, την ενότητα του κατακερματισμένου κόσμου με έναν μοντερνισμό που ανανεώνει/επαναστατικοποιεί δραστικά τις μορφές αναπαράστασης του Πραγματικού [5].

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε έναν «Ρεαλισμό μετά τον Ρεαλισμό», κατά το όραμα του Τζέιμσον. Έναν ρεαλισμό που θα εμπνέει ξανά την Επιθυμία, έναν ρεαλισμό που θα διεγείρει από την αρχή το χαμένο κριτήριο του Αισθητικού. Έναν ρεαλισμό που θα παράγει ξανά ομορφιά (μορφή) στη θέση της ασχήμιας (α-σχήμα) και Ουτοπία στη θέση της Δυστοπίας.

 

Εγώ σ’ αυτή την κατεύθυνση δουλεύω. Κάμποσα χρόνια τώρα. Με οδηγό την Επιθυμία.


1]Bλ. ως προς τους μοντερνιστές, τη διαπίστωση του Tζωρτζ Στάινερ στο τέλος της Bαβέλ: «H Έρημη Xώρα, το Ulysses, τα Kάντο του Πάουντ, αποτελούν σκόπιμα assemblages, σοδειά από ένα πολιτισμικό παρελθόν που έδινε την αίσθηση ότι κινδύνευε να διαλυθεί. […] Όσοι έδειχναν εικονοκλάστες αποδείχτηκαν, κατά το μάλλον ή ήττον, αγχωμένοι επιστάτες που τρέχουν πάνω-κάτω μέσα στο μουσείο του πολιτισμού, αναζητώντας τάξη και καταφύγιο για τους θησαυρούς του, πριν έρθει η ώρα να κλείσει. […] Tο νέο, ακόμη και στη σκανδαλωδέστερη εκδοχή του, στήθηκε με φόντο τη γνώση και το πνεύμα της παράδοσης. O Στραβίνσκι, ο Πικάσο, ο Mπρακ, ο Έλιοτ, ο Tζόις, ο Πάουντ –οι “δημιουργοί του νέου”– υπήρξαν νεοκλασικοί, που συχνά έδειξαν τόση φροντίδα για τα προηγούμενα κανονιστικά πρότυπα όση και οι πρόγονοί τους κατά τον 17ο αιώνα» (George Steiner, AfterBabel, Aspects of languageand translation, Oxford Univiversity Press, Οξφόρδη, Νέα Υόρκη, 1998, 3η έκδ., σ. 490 – πρβλ. και την ελλ. μτφρ.: George Steiner, Mετά τη Bαβέλ, μτφρ.: Γρηγόρης N. Kονδύλης, επιμ.: Άρης Mπερλής, Scripta 2004, σ. 733 – η υπογράμμιση δική μας).

Andrey Remnev - (6)[2]Eπ’ αυτού συνηθίζω να παραπέμπω στη φράση-κλειδί από τον Kούντερα, που, σημειωτέον, έχει γραφεί το 1993 (στο Προδομένες Διαθήκες): «Tο μεγαλύτερο ποσοστό της σημερινής παραγωγής μυθιστορημάτων αποτελείται από μυθιστορήματα έξω από την ιστορία του μυθιστορήματος: εξομολογήσεις εν είδει μυθιστορήματος, ρεπορτάζ εν είδει μυθιστορήματος, διακανονισμοί λογαριασμών εν είδει μυθιστορήματος, αυτοβιογραφίες εν είδει μυθιστορήματος, αδιακρισίες εν είδει μυθιστορήματος, καταγγελίες εν είδει μυθιστορήματος, μαθήματα πολιτικής εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του συζύγου εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό του πατέρα εν είδει μυθιστορήματος, ψυχομαχητό της μάνας εν είδει μυθιστορήματος, διακορεύσεις εν είδει μυθιστορήματος, τοκετοί εν είδει μυθιστορήματος, μυθιστορήματα ad infinitum έως της συντελείας του αιώνος, που δεν λένε τίποτα καινούριο, δεν έχουν καμία αισθητική φιλοδοξία, δεν επιφέρουν καμία αλλαγή ούτε στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον άνθρωπο ούτε στη μορφή του μυθιστορήματος, μοιάζουν όλα μεταξύ τους, τα καταναλώνεις θαυμάσια το πρωί και τα πετάς θαυμάσια το βράδυ».

[3] Βλ. εκτενέστατα επί του θέματος στο δοκίμιο του γράφοντος Διαφθορείς, Eραστές, Παραβάτες, Ελληνικά Γράμματα 2006.

[4] Εκείνες που ανέλυσε θαυμάσια ο Ντάνιελ Μπελ στο βιβλίο του Οι πολιτισμικές αντιφάσεις του καπιταλισμού (Τhe cultural contradictions of capitalism, 1978).

[5] Φρέντρικ Τζέιμσον, «Afterword», στη σύμμεικτη έκδοση Aesthetics & Politics, Verso 1980.

.

Πίνακες: Alexej Alexejewitsch Harlamoff, Carl Heinrich Bloch, Andrey Remnev

.

Σημείωση: Ως εκ τούτου, η  λίστα στο παρόν μπλογκ των φιλοξενουμένων, όσον αφορά τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, θα είναι εξαιρετικά μικρή. Δεκτές οι υποδείξεις, ωστόσο, όσων έχουν κοινά κριτήρια με αυτά του Άρη Μαραγκόπουλου, τα οποία συμβαίνει να συμπίπτουν επακριβώς και με τα δικά μου. Δεν αποκλείεται να έχω χάσει κάτι αξιόλογο… Μου αρκούν και δύο καλογραμμένες παράγραφοι! Ως δείγμα… γενναιοδωρίας των κατεχόντων τα εκδοτικά. Διότι, ασφαλώς, και υπάρχουν άνθρωποι που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, μόνον που γίνονται αντιληπτοί ως… “ινδιάνοι” και πόσο μάλλον όταν απουσιάζουν… οι συστάσεις! Tα κείμενά τους δεν διαβάζονται καν. Καλώς ή κακώς αυτή είναι η αλήθεια! H εκδοτική πραγματικότητα, στο πλείστο των περιπτώσεων, ασπάζεται τα κριτήρια της μη επιθυμίας και της δημοσιογραφικής ανάπλασης του κόσμου, που κάθε άλλο πάρα κόσμο συνιστά, καθότι α:κοσμος και α:τοπος!

.

.

 

 

 

 

Tags: , ,