RSS

Category Archives: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (ελληνική)

Ιφιγένεια Σιαφάκα: κριτική, Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη (e-περιοδικό Στάχτες)

beksinski

http://staxtes.com/2003/?p=1927

Στην Τελευταία πόλη του Διονύση Μαρίνου, νουβέλα, παρακολουθούμε την πορεία μιας οικογένειας (πατέρα, μητέρας και ενός μικρού γιου) στο εφιαλτικό σκηνικό του εμφύλιου σπαραγμού, που διέγραψε από το χάρτη την παλιά Γιουγκοσλαβία. Τρεις νέοι άνθρωποι, πρόσφυγες,  «φαντάσματα ντυμένα με ξανθές προβιές», «τρία κεφάλια που προχωρούν σκυφτά και αλλοπαρμένα δίχως κανένα προορισμό μέσα σ’ αυτόν τον παρανοϊκό χαμό της ημέρας»  γίνονται οι ήρωες του σύντομου αφηγήματος. Ο Μαρίνος τους παρακολουθεί, αλλά δεν τους περιγράφει εγκεφαλικά και από απόσταση, αντίθετα τους ζωντανεύει. Με τη χειρουργική ακρίβεια του συγγραφέα, ο οποίος ακυρώνει τον «χρονολογικό» χρόνο της γραφής, φέρνοντας στην επιφάνεια τον προσωπικό χρόνο του γράφοντος, προσεγγίζει εκ των έσω με λεπτούς και ακριβείς χειρισμούς τα πρόσωπα, καθιστώντας μας κοινωνούς και συμπάσχοντες του ανθρώπινου μαρτυρίου. Στην προμετωπίδα άλλωστε του βιβλίου, δηλώνεται εξαρχής η πρόθεσή του –αποστολή μου είναι η διά της γραφής σταυρική ομιλία του ανθρώπου–,  με ένα απόσπασμα από την A´ Επιστολή προς Κορινθίους:  « (…) εάν το έργον τινός κατακαή, θέλει ζημιωθή, αυτός όμως θέλη σωθή, πλήν ούτως διά πυρός».

BeksinsiΤο βιβλίο δεν ενδιαφέρεται να κάνει ούτε πολιτικοοικονομικές προσεγγίσεις της σύρραξης ούτε να αποδώσει ευθύνες και απέχει πολύ από το να ενταχθεί στην κατηγορία του οποιουδήποτε είδους που ασχολείται με την Ιστορία, ανιχνεύοντας τις αιτίες, τις αφορμές και τα αποτελέσματα στην πολιτική σκηνή. Κέντρο είναι ο άνθρωπος ως θύμα των πολιτικών χειρισμών, ενώ ο πόλεμος συνιστά αφορμή για να ειδωθεί το ανθρώπινο τοπίο συνδιαλεγόμενο με το τοπίο της φρίκης και της βίας – ένα τοπίο που θα μπορούσε κάλλιστα είτε να μην ταυτοποιείται, διασχίζοντας έθνη και εποχές μέσα στο χρόνο, είτε να μεταλλάσσεται παίρνοντας μία διαφορετική μορφή σύγχρονης πολεμικής βίας,  όπως αυτής του οικονομικού πολέμου, που ζούμε όλοι μας σήμερα.

Η πλοκή είναι στοιχειώδης, όπως θα ανέμενε κανείς, σε ένα βιβλίο που ενδιαφέρεται να προσεγγίσει το χωρόχρονο, διαγράφοντας την πορεία των εσωτερικών τοπίων και των χρόνων των ηρώων ενταγμένων σε ένα εξωτερικό χωροχρονικό πλαίσιο παγιωμένο και αναλλοίωτο από την επαναληπτικότητα στιγμιοτύπων της ίδιας ακριβώς τάξεως, τα οποία μας επιτρέπουν να περάσουμε από το ένα πλάνο στο επόμενο, κρατώντας όμως αδιάρρηκτα τα δομικά στοιχεία που τα συγκροτούν σε ολότητα. 

Ο τόπος της μυθοπλασίας είναι κλειστός και συμπαγής, ο χρόνος εσωτερικά ακυρωμένος. Είτε μιλούμε για τους ήρωες είτε για το περιβάλλον τους. «Ο χρόνος δεν είχε πια κανένα νόημα γι’ αυτούς. Ήταν σαν παγωμένο φίδι που είχε ξαπλώσει για να κοιμηθεί σε μία απάνεμη γωνιά αδιαφορώντας για τις μέρες που περνούσαν και για τις νύχτες που γεννιόνταν από το δέρμα του ουρανού. Όλη αυτή η μονόδρομη αλληλουχία των λεπτών και των ωρών που κάποτε όριζε τη ζωή τους, τώρα ήταν απλώς ένα στοιχείο του δρόμου ανάμεσα στα πολλά που όφειλαν να προσέχουν».

beksinski imagesΑυτοί ακριβώς είναι οι δύο άξονες της μυθοπλασίας, που μπαινοβγαίνουν διαρκώς ο ένας μες στον άλλον: o άνθρωπος και η φύση, η φύση του ανθρώπου, η φύση ως αντανάκλαση του ανθρώπου: «κόλλησαν πάνω στον ισχνό κορμό του σαν ντροπαλές παραφυάδες/ όλος ο τόπος είχε γεμίσει από ροζιασμένες ρυτίδες που αναδύονταν από τη βάση τους καπνιά και όξος/Oι σκιές τους πλέον δεν ήταν σκιές ανθρώπων. Ήταν ρωγμές που ορθώνονταν ξέχωρες πάνω στο ερεθισμένο σώμα», και ο αναγνώστης δεν έχει παρά να παρακολουθήσει τη σκληρή ψυχική πορεία των ηρώων, ταυτιζόμενος, μέσα σ’ ένα τοπίο δαντικής κόλασης που δεν υπόσχεται διέξοδο.

beksinski1985_002276

Ο Μαρίνος, έχοντας φέρει στο προσκήνιο το μηχανισμό της ακύρωσης του άλλου ως υποκειμένου, μας καλεί να παρακολουθήσουμε και να ενθυμηθούμε το χρόνο της δικής μας ύπαρξης, το χρόνο όπου η Ανάγκη και η ζωώδης ανθρώπινη φύση είχαν την πρωτοκαθεδρία, προτού ο «πολιτισμός» μάς ονοματίσει επιθυμούντα υποκείμενα. Μήπως το απωθημένο επιστρέφει πάλι σήμερα, μήπως ο Άλλος εκπίπτει και επανέρχεται χωρίς κανένα όριο και με άλλη πλέον μορφή στο παγκόσμιο σκηνικό;  «O στρατιώτης τούς είπε αντίο σηκώνοντας ψηλά στον ουρανό το όπλο του και βγάζοντας μια πένθιμη κραυγή πληγωμένου θηρίου». Μήπως ο πολιτισμός είναι η μεγαλύτερη φενάκη που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα;  Kαι τι θέση έχει μέσα στη νουβέλα το όνειρο του πατέρα με την κανιβαλική θέση του απέναντι στο τσουκάλι όπου βράζουν τα κεφάλια της γυναίκας και του γιου του; «Kαι εκείνος όλο να ανακατεύει και να δοκιμάζει με την άκρη της γλώσσας του το νερό αν θέλει αλάτι ή λίγο παραπάνω λάδι. Όταν πλέον είναι σίγουρος πως το πράγμα βαίνει καλώς, χαιρετάει τα κεφάλια, κλείνει το καπάκι και… ξυπνάει». Ο  Μαρίνος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. 

Beksinski-x42Το τελικό αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου τεχνικού ξεδιπλώματος της αφήγησης, με την εναλλαγή και τη συνομιλία της εξωτερικής και της εσωτερικής πραγματικότητας,  που τηρείται από την αρχή έως το τέλος της νουβέλας, είναι η μοναδική ατμόσφαιρα που δημιουργείται και παίζει με όλες τις αισθήσεις: μουντά χρώματα, συριγμοί, υπόκωφοι κρότοι κι οσμές ενός ακινητοποιημένου χρόνου στον οποίο οι ήρωες ίσα που ανασαίνουν θάνατο σε μιαν ήδη πνιγηρή ατμόσφαιρα, στην πορεία τους να συναντήσουνε τη θάλασσα, μια μήτρα που θα τους προστατεύσει αλλά και που θα τους ακυρώσει την ίδια ακριβώς στιγμή.

beksinskiOΜε αυτόν τον τρόπο ο Μαρίνος δεν γράφει απλώς, αλλά δημιουργεί έναν τεράστιο πίνακα, που συνειρμικά με οδήγησε στους πίνακες του Beksinski. Το εξωτερικό τοπίο έχει γραμμές για να εντάξει όχι απλώς ανθρώπους αλλά όγκους σωμάτων. Το σώμα του ανθρώπου στο σώμα του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο ότι περιγράφονται με ακρίβεια οι βιολογικές λειτουργίες σε σχέση με την ψυχική κατάσταση των ηρώων και σε συνδιαλλαγή με το φυσικό τοπίο.  Το τοπίο και το σώμα των ηρώων βρίσκεται σε διαρκή συνομιλία,  μπαινοβγαίνοντας το ένα μέσα στο άλλο διά μέσου της γλώσσας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η καλή πεζογραφία και η ποίηση γράφονται με το σώμα επίσης ή καλύτερα από τον τόπο όπου το σώμα εγγράφεται μέσα στο κενό.

Ο Μαρίνος έχει το χάρισμα της γραφής, γνωρίζει τη μαγική λειτουργία των λέξεων και δεν διστάζει να τις χρησιμοποιεί, για να αναδείξει τους όγκους  που κάθε λέξη εγκιβωτίζει αποκλειστικά και μόνον όταν βρεθεί στο κατάλληλο γλωσσικό περιβάλλον. Βρισκόμαστε στη λογοτεχνία. Το κείμενο του Μαρίνου, κατά την άποψή μου, δεν είναι ποιητικό (όπως θα μπορούσε να ειπωθεί): είναι απλώς άκρως λογοτεχνικό κι εντάσσεται σε μία μακρά παράδοση λογοτεχνικής παραγωγής, που αφενός γνώριζε και αφετέρου σεβόταν τη λειτουργία της τέχνης του λόγου.

beksinski_obraz_wroclaw [data nieznana]H ακριβής περιγραφή, που αποφλοιώνει το «πράγμα» για να το επαναπροσδιορίσει με διαφορετικά μέσα, επιτρέποντάς του να μιλήσει μετουσιωμένο την πραγματικότητα που το όρισε ως τέτοιο, δεν είναι χαρακτηριστικό της ποίησης, είναι χαρακτηριστικό του ταλαντούχου γραφιά, είτε αυτός ονομάζεται πεζογράφος είτε ποιητής και ο οποίος  αγκιστρώνεται με την ευθύνη και τη συνείδηση, που το ταλέντο του χαρίζει, στο τέλος, στο σκοπό της λέξης του: «Ύστερα, καμπουριαστός και απόκοσμος, μια γιγάντια λερωμένη νυχτερίδα που ξελεπιάστηκε απ’ το κουκούλι της μέρας, χώθηκε σε μια σκουριασμένη τρύπα στην άκρη του λιμανιού και εκεί έμεινε στο βαθύ σκοτάδι μέχρι να έρθει να τον βρει το τέλος του». 

                                  Πίνακες: Beksinski

Τελευταία πόλη

Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία Πόλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

.

.

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, κριτική: Γιώργος Δουατζής, Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη (e-περιοδικό Φρέαρ)

frear.gr/?p=4424

Το απόσπασμα του βιβλίου που συνοδεύει την κριτική

http://wp.me/p2VUjZ-3hm

Ένα ιδιαίτερο βιβλίο, γραμμένο υπό μορφή διαλόγου, ανάμεσα σ’ έναν δημοσιογράφο και έναν ποιητή – θα λέγαμε ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός μοντέρνου πλατωνικού διαλόγου.

Η γραφή, απλή και ρέουσα,  έχει τα χαρακτηριστικά της καθημερινής συνομιλίας, και δη της συνομιλίας που θα μπορούσαμε να έχουμε ως αποτέλεσμα μίας απομαγνητοφωνημένης συνέντευξης. Στο ενδιάμεσο, ωστόσο, παρεμβάλλονται, με δύο διαφορετικές γραμματοσειρές κάθε φορά, οι σκέψεις των συνομιλητών από τη μία και η ποιητική γραφή από την άλλη, η οποία βρίσκεται ουσιαστικά και στο κέντρο της αφήγησης, όπως αυτή τίθεται τοπο:λογικά μέσα στο βιβλίο, καθώς η ποίηση επαναδιαπραγματεύεται με διαφορετικούς πλέον όρους το εκάστοτε αντικείμενο της συζήτησης. Ο αναγνώστης θα συναντήσει επιπλέον κομμάτια που θα μπορούσαν να αποτελούν και μέρη ενός πεζογραφήματος.

 Από αφηγηματολογικής, συνεπώς, απόψεως ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που ο Γιώργος Δουατζής χειρίζεται τον αφηγητή: το βιβλίο ξεκινά με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του δημοσιογράφου, περνάει στα διαλογικά μέρη, υιοθετεί τον εσωτερικό μονόλογο των δύο συνομιλητών στα ενδιάμεσα, διαμεσολαβεί το πρόσωπο του ομιλούντος ποιητικού υποκειμένου και εν συνεχεία προχωρεί ευρηματικά σε δύο νέα στοιχεία — στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ποιητή (ή συγγραφέα μάλλον του βιβλίου;) του απευθυνόμενου πλέον άμεσα στον αναγνώστη αλλά και στη συζήτηση μεταξύ των δύο συνομιλητών για τον αφηγητή-συγγραφέα του βιβλίου. 

Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα πρόσωπα αναγνωρίζονται ως ήρωες της μυθοπλασίας, που πιστοποιούν την αλήθεια της. Αξιόλογο στοιχείο, διά του προαναφερόμενου χειρισμού,  είναι η απόφανση για την αφηγηματική περσόνα: το μήνυμα είναι σαφές, ο συγγραφέας βρίσκεται παντού, «μετα:μορφωμένος διά της ιδέας και όχι διά της βιογραφικής σηματοδότησής του», προκειμένου να βρει τρόπους ώστε να επικοινωνήσει την ιδεολογική θέση, η οποία και στηρίζει το εκάστοτε οικοδόμημά του.   Στην ουσία ο Γιώργος Δουατζής γράφει θεωρητικά (διαλογικά μέρη) αλλά και πρακτικά (δομώντας το βιβλίο και κάνοντας επιλογές) αφενός για την πρακτική της αφήγησης πραγματικών και υπαρκτών συμβάντων/γεγονότων (δημοσιογραφία/συνέντευξη) και αφετέρου για την κατασκευή της εξιστόρησης του «μύθου» (λογοτεχνία: ποίηση και πεζογραφία). Το θέατρο, μέσα από τα διαλογικά μέρη είναι παρόν επίσης.

.

.

.

Η πραγματικότητα της δημοσιογραφίας, ωστόσο, θα μπορούσε να διαπλέκεται κάλλιστα με το «μύθο» της λογοτεχνίας καθιστώντας τη λογοτεχνία ένα αντιαισθητικό όχημα βιογραφικού υλικού, όπως επίσης και η βιογραφική χρήση της λογοτεχνίας θα μπορούσε να τέμνεται με τη μυθομανία της δημοσιογραφίας.  Εν ολίγοις, στο βιβλίο διακρίνονται προβληματισμοί που σχετίζονται με τις τεχνικές, τη δύναμη και τη λειτουργία των δύο Λόγων, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό – προβληματισμοί που φέρουν στην επιφάνεια συγκρούσεις, αυταπάτες και απομυθοποιήσεις.

Ποιος άραγε είναι ο ρόλος αυτών των δύο δημόσιων Λόγων και τι αξία μπορεί να έχουν και οι δύο όταν ο στόχος τους δεν είναι ανθρωποκεντρικός; Όταν αντιθέτως συνιστούν μία απλή κατασκευή, όχι για την αποκάλυψη και τον εξορκισμό της τραγικής ανθρώπινης μοίρας αλλά για τη συγκάλυψή της με τεχνάσματα, θέσεις και συμπεριφορές, που καθιστούν τον άνθρωπο ακόμη τραγικότερο; Ποια τελικά είναι η αξία του λόγου της ποίησης (αλλά και όλης της λογοτεχνίας), πόσο «μεγάλος» μπορεί να είναι αυτός ο λόγος, όταν ο επιτηρητής της έχει αποτύχει στο πανανθρώπινο ζητούμενο που είναι η αγάπη πρωτίστως για τον ίδιο και κατ’ επέκτασιν γι’ αυτούς που εννοείται ότι υπηρετεί;  Οι γράφοντες αναρωτιούνται για την ουσία της διαδικασίας της γραφής ή προτάσσουν ναρκισσευόμενοι το μέγεθος της εικόνας της εικόνας τους… της ομιχλώδους και ασαφούς σκιάς τους; 

Tι «σύμπτωμα» είναι αυτό ώστε να δημοσιοποιείται και εξ ονόματος ποιας «ελευθερίας», όταν ο ίδιος ο γράφων είναι γερά πιασμένος στο δόκανο μιας εσωτερικής ανελευθερίας που η γραφή δεν κατορθώνει να πατάξει, αλλά και της ανελευθερίας επιπλέον που τον αναγκάζει να κινείται σε κοινωνικές δομές που ο ίδιος δεν έχει επιλέξει; Είναι ο γράφων ένας δημοσιογράφος υποταγμένος στα τραστ της συγγραφικής κλίκας και πώς διαφοροποιείται από τον πολιτικό; Τι ακριβώς «πουλάει» εκδιδόμενος; Eίδηση πόνου, μεγαλείου, ανωτερότητας, αυτάρκειας ή μήπως μία απέλπιδα κραυγή αναγνώρισης, που θα μπορούσε να ονομαστεί και ματαιοδοξία;  

Kι αν έχει ανάγκη από αυτήν την «αναγνώριση», είναι άραγε το «αναγνωρίσιμο» δημιούργημα που λειτουργεί ως μία εν δυνάμει «υπόσχεση» για τo αίτημα αυτό ή συνιστά εντέλει ο ίδιος τη χρυσή τομή μιας a priori αυτοαναγνώρισης ως δημιουργού ενός κόσμου που ανασυντίθεται εκ του μηδενός; Ποια θέση, άραγε, οικειοποιείται έναντι της πράξης της γραφής, αυτήν του «μικρού θεού» έναντι του εαυτού του ή αυτήν του «θεού» έναντι του κόσμου; Ποια η σχέση του με τον θάνατο εντέλει;

Το μόνον που θα μπορούμε να πούμε είναι:  Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη…  Απαντήστε! Ή μάλλον μείνετε μαζί μας, κύριε Ευχέτη, γιατί απαντήσατε σεμνά και με πάσα ειλικρίνεια, και σας έχουμε ανάγκη…

.

.

 www.douatzis.gr

.

.

 

Γιώργος Δουατζής, Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη

εχνάς ότι είμαι ποιητής. Για τα πεζογραφήματα το πρόβλημά μου δεν είναι πώς θα χειριστώ τη μυθοπλασία, πώς θα στήσω δηλαδή ένα παραμύθι, στο οποίο θα χωρέσουν κάποια πράγματα. Είναι πολύ απλό κάτι τέτοιο. Γιατί όμως να μεταφέρω κομμάτια προσωπικής ζωής για να έχω κάτι τέτοιο;

εν είναι για όλους εύκολο αυτό.

ια μένα είναι πολύ εύκολο. Το ξέρεις κι εσύ πόσο εύκολο είναι, γράφοντας καθημερινά το ρεπορτάζ σου. Το θέμα είναι πόσο γεννάει το μυαλό παραγωγικές σκέψεις, πόσο καλλιεργείς το πνεύμα σου και πόσο μπορείς να κεντρίσεις τον αναγνώστη να προχωρήσει παραπέρα. Πέρα από σένα. Όσο σε ξεπερνάει ο αναγνώστης, τόσο πιο επιτυχημένο είναι το έργο σου. Όπως ο μαθητής το δάσκαλο. Αν δεν τον ξεπεράσει, έχει αποτύχει ο δάσκαλος.

ηλαδή, υποτιμάτε την αναγκαιότητα του μύθου σε ένα βιβλίο;

χι. Βρίσκω άκρως ενδιαφέροντα το μύθο. Όμως για μένα είναι πρόσχημα, όχημα επικοινωνίας, για να μπορέσω να πω στον αναγνώστη όσα σκέφτομαι. Εκτός αν λειτουργήσω ως ένας διασκεδαστής, που δεν έχει απολύτως τίποτε να πει. Βιβλία που τα διαβάζει κάποιος απλώς για να περνάει η ώρα για μένα δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

μυθιστοριογράφος έχει όχημα επικοινωνίας τα βιβλία του, για να επικοινωνεί με τον κόσμο.

– Δε διαφωνώ, Τέρπανδρε. Απλώς, εμένα ως αναγνώστη με κερδίζει η ουσία του υλικού και όχι το φέρον όχημα.

****

.

Ήταν κάτι τεράστια δωμάτια ψηλά, χωρίς παράθυρα αλλά με φως και δεν ξέρω από πού ερχόταν τόσο φως στα ολόχτιστα ψηλά δωμάτια κι ένιωσα να εισπνέω, το στήθος μου φούσκωνε, φούσκωνε και, μόλις ακούμπησα στον τοίχο που με έπνιγε, αυτός έγινε κομμάτια, λες και ήταν από λεπτό γυαλί, έγινε κομμάτια, αυτός ο τεράστιος πέτρινος ψηλοτάβανος χώρος κι εγώ περπατούσα αργά, ήρεμα με πολλή δύναμη ως φαίνεται και έπεφταν οι τοίχοι κι εγώ περπατούσα ανάμεσα στα συντρίμμια κι έλεγα «δεν είναι δυνατόν να υποχωρούν σαν θρύψαλα τέτοιοι τοίχοι», κι όμως βάδιζα συνέχεια, από τοίχο σε τοίχο, διασχίζοντας πολλά δωμάτια πολλά, ώσπου είδα από πού ερχόταν το φως με τις τρεις πηγές, αφού ήταν τρεις ήλιοι –ίδιο σχήμα, μέγεθος, ένταση φωτός– και πηγαινοέρχονταν σαν εκκρεμή φωτιστικά στο θόλο του ουρανού, που τον φανταζόμουν, δεν τον έβλεπα, γιατί πού να δεις ουράνιο θόλο, κι έπειτα με μια πολύ μικρή ώθηση στα πόδια βρέθηκα να ίπταμαι, σε μια ήρεμη, σταθερή σε τροχιά πτήση και πλησίαζα, πλησίαζα τους τρεις ήλιους κι έβλεπα πόσα συντρίμμια άφησα πίσω μου εκεί κάτω και πλησίαζα στους ήλιους και δεν τυφλώθηκα καθόλου όταν βρέθηκα στα έγκατα του φωτός κι εκεί πλημμύρισα αγαλλίαση, ναι, αγαλλίαση ήταν και τώρα που σου μιλάω είμαι μπουκωμένος υπέροχο φως. Πανυψίστη, υπέροχο, γιατί δεν σου είπα πως οι τοίχοι έμοιαζαν με μάσκες, με προσωπεία πανάρχαια που τα φέρουν αιώνες οι άνθρωποι κι αιώνες προσπαθούν να τα συντρίψουν, γι’ αυτό κι εγώ νιώθω τόση αγαλλίαση τώρα, με τόσο φως να με έχει αγκαλιασμένο.

..

Γιώργος Δουατζής,  Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη, σελ. 220 και σελ. 269-270, Εκδόσεις Λιβάνη, 2008

.

Πίνακες: René Magritte, Salvador Dalí 

.

.

.

.

 

 

 

Ρέα Γαλανάκη, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Spina nel cuore

Kansuke Yamamoto, 1956 premonition-of-genocide-1940Δεν ήξερα αν έζησε εδώ κανείς μετά τη μάνα μου, εφόσον δεχόμουν την εκδοχή πως έζησε και τέλειωσε εδώ μόνη της. Δεν μπόρεσα να βρω κανένα τεκμήριο, γιατί το σπίτι ήταν άδειο από κάθε αντικείμενο, μολονότι συνέβαινε να τα θυμάμαι όλα με απίστευτη διαύγεια, τα λίγα όσα αποτελούσαν το νοικοκυριό ενός αγροτικού σπιτιού και την ανάπαυση των καταπονημένων μας σωμάτων. Παρά τις ενθυμήσεις μου, το σπίτι βρισκόταν άδειο, δείχνοντας πως δεν είχε κατοικηθεί για χρόνια. Μια σχεδόν ανεπαίσθητη ομολογία των οριζόντιων, των κάθετων και της καμπύλης, πως απουσίασαν τα αισθήματα. Κάτι σαν σκόνη ή σαν ιστός αράχνης στις γωνίες. Με το ίδιο χεράκι όφειλα να παραμερίσω τα πέπλα τους.

Ρέα Γαλανάκη, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Spina nel cuore, σελ. 171, Εκδόσεις  Άγρα, 1989

Φωτό: kansuke Yamamoto

.

.

 

Αντώνης Σανουδάκης, Αγορά πλήθουσα

VISITATION Robert-and-Shana-ParkeHarrison_362

.

.

Τον είδα χθες βράδυ, μεσάνυχτα, να κατεβαίνει πετώντας από την κορυφή της πύλης Voltone, αφού προηγουμένως είχε αποκολληθεί απ’ το ανάγλυφο του υπέρθυρου. Φορούσε φτερά του λιονταριού του Αγίου Μάρκου, ενδεδυμένος λευκή εσθήτα, ενώ στο δεξί του χέρι κρατούσε, όπως συνήθιζε, ένα μπουκάλι κρασί Μαλζαβίας. Με μια ανάλαφρη κίνηση, ο Αντρέας, που τον θεωρούσαν τρελό και μπεκρή, προσγειώθηκε στην οικεία του θέση, μεταξύ Μπαλαμούτσου και Μεϊντάνι γωνία.

Είχα την αίσθηση ότι όλα τριγύρω, εκτός από το δικό του φτερούγισμα, ήταν ακίνητα. Ο τροχονόμος στο σταυροδρόμι με το κυκλικό κατασκεύασμα είχε υψωμένα τα χέρια. Το ένα σε ημιανάταση, το αριστερό, σταματούσε την κίνηση των οχημάτων που έρχονταν από το λιμάνι, ενώ με το δεξί έδειχνε τη σταματημένη πορεία από την Πλαθεία Στράτα προς το Καμαράκι. Τα βήματα των πεζών είχαν μείνει μετέωρα, τα πρόσωπα ήταν σε διάφορες πόζες με γκριμάτσες χαράς, λύπης, απελπισίας, αφηρημάδας, βιασύνης. Τα αυτοκίνητα ακινητοποιημένα με αναμμένες μηχανές, ο καπνός απ’ τις εξατμίσεις του κολλημένος στον αέρα σαν χαλκομανία, οι θέσεις των οδηγών άδειες. Όλα και όλοι είχαν ένα χρώμα λευκό, τα σπίτια, τα καταστήματα, η πλατεία των Τριών Καμαρών, η Νομαρχία, ο κινηματογράφος «Απόλλων», όπως το αρνητικό ενσταντανέ φωτογραφίας, σελίδα βγαλμένη απ’ το βιβλίο της ιστορίας.  Συνειδητοποίησα, επίσης, ότι την ίδια ακινησία θανάτου είχα κι εγώ. Τα πόδια μου είχαν αναπτύξει ρίζες, εκεί στη γωνία Μεϊντάνι, διαπερνούσαν το πεζοδρόμιο, την υπόγεια δεξαμενή, χώνονταν στο χώμα βαθιά. Στην απέναντι τζαμαρία με τα κοσμήματα είδα, όπως συνήθιζα από έφηβος, το χρώμα του προσώπου μου ωχρό, ως νεκρική σινδόνη, και ομολογουμένως ταράχθηκα. Διερωτήθηκα μήπως είχα πεθάνει, γιατί, ενώ σκεφτόμουν, δεν μπορούσα να βγάλω έστω μία άναρθρη κραυγή, όταν αντιλήφθηκα τον Αντρέα τη στιγμή που προσγειώθηκε πλάι μου, από την κορυφή της πύλης Voltone. 

7100704_1_l

Το πρόσωπό του ολόφωτο, τα πόδια του δεν ήταν πλέον στραβά και τα χνότα του δεν μύριζαν κρασίλα. Στα χέρια κρατούσε τη λογική του, την κούρδιζε σαν το παλιό ξυπνητήρι. Με καλησπέρισε με το στόμα, όχι πλέον στραβό και μπουκωμένο, όπως το γνώριζα, έμοιαζε σαν μονοκοντυλιά αγιογραφίας του Μιχαήλ Δαμασκηνού. Το θρόισμα των φτερών του, ανεπαίσθητη κίνηση αγγέλου, απελευθέρωσε τη φωνή μου στο καλησπέρισμά του. (…) Αφού παρήλασε όλη η πόλη και χώθηκε στο φέρετρο, ο Αντρέας το σήκωσε στους ώμους, φτερούγισε πήρε μαζί και την πύλη Voltone «διά καταχώσεως»,  χάθηκε στον ορίζοντα, αφήνοντάς με μετέωρο σε ένα κενό αέρος, ελκόμενο από ισχυρό μαγνητικό πεδίο, μέσα απ’ το οποίο φύτρωναν οι ρίζες των ποδιών μου. Τρόμαξα, γιατί διαπίστωσα πως ήμουν νεκρός. Όμως ο Άρης, ο κρητομινωικός ιχνηλάτης μου, με τη σπασμένη ραχοκοκαλιά σε τροχαίο, που αναπαύεται τέσσερα χρόνια στη ρίζα πεντάχρονου δέντρου, σήκωσε το πίσω πόδι βρέχοντας τον κορμό του κορμιού μου, λίγο πιο πάνω απ’ τις ρίζες. Όπως συνήθιζε να κάνει σε όσους επισκέπτες έχουν λερωμένα παπούτσια.

Αντώνης Σανουδάκης, Σφαιριστήριον λαβυρίνθου (Αγορά πλήθουσα), σελ.  7-10, αποσπασματικά, εκδόσεις Ελληνικά γράμματα, 2001.

Φωτογραφία: Robert and Shana ParkeHarrison

.

.

 

Τα γούρια του 2014: Ολβία Παπαηλίου, Swan Song

Ένας μετασχηματισμός από δαντέλα είναι η μοναχικότητα του κύκνου:
Τη νοιώθετε με το ξεφύλλισμα των λέξεων της πένας, που έχει γράψει
σενάρια για τα παλιά μας όνειρα. Βαραίνουνε όπως τα σύννεφα μελλοντικής
βροχής, γράμματα ανεπίδοτα και αποσπάσματα από τραγούδια άλαλης γλώσσας. Ποιος να θυμάται το χρώμα του χαδιού και πώς να τρίζει, σαν τα φτερά του τζίτζικα, πριν γίνει απολίθωμα παλάτι; Θα σας θυμάμαι όταν, έλεγε,  πετάξω σε κείνον τον πορτοκαλένιο ουρανό. Θα σας θυμάμαι μετά το θάνατο και πριν από τη σήψη, ένα για πάνταπάντα, ήταν για πάντα. Με το μεγάλο ήχο της σιωπής, ανάμνηση όπως σχηματισμός κρυστάλλων, και όταν σπάνε ανάμεσα στα κόκκινα βελούδα του Όχι του κρασιού – ένας βυθός ποντίζεται η προίκα μου: γεμίζουνε τα κύματα μαχαίρια και πιρούνια του σταυρού, μια δωδεκάδα ποτηράκια για τις ημέρες μας εκείνες που δεν έρχονται, ως τακτικά και με ασφάλεια τυλιγμένες ωσάν εικόνα και ας είν’ αχειροποίητη. Η Ελίζα, με τα χέρια της γεμάτα με τσίμπημα τσουκνίδας, ήτανε κύκνος – ήτανε κερί κι ήταν βελόνα. Και ο Βασιλικός ο Κήπος, σελίδα από το λεύκωμα το προπολεμικό, που κάπου χάθηκε.

.

Τα γούρια του 2014: Επιλογή από τις αναρτήσεις της Πρωτοχρονιάς του 2014 στο διαδίκτυο

.

.

.

 

 

Λίνα Φυτιλή, Τώρα είναι αργά

Bill, Binia Μια ιστορία ανάμεσα στις άλλες. Το μάτι στην κλειδαρότρυπα. Η φωνή σου ακούγεται απαλή, σχεδόν βελούδινη. Κάτι είναι στον αέρα σαν προαίσθημα. Η καθαρότητα των διφορούμενων λέξεων. Μετά σιωπή μεταλλική.  Σ΄ακολουθώ χωρίς δισταγμό. Μην κλαις, μην κλαις… Μια παραλία κι ένας πελαργός στη στέγη του καμπαναριού. Το ξέρεις ότι το Σάββατο θα πεθάνεις; Μη βιάζεσαι, οι μέρες περνούν γρήγορα. You are always on my mind, ακούγεται το τραγούδι ενός ξεχασμένου μεσημεριού. Μην κλαις. Το αλάτι στο δέρμα σου γυαλίζει. Ένα ακόμη καλοκαίρι στη θάλασσα, ίσως το τελευταίο. Δάκρυα από αλάτι και σκουριασμένα Σαββατοκύριακα. Η φωνή σου δεν ακούγεται πλέον καθόλου. Οι ώρες περνάνε, οι μέρες φεύγουν. Το φως εισβάλλει θριαμβευτικά. Έχει ξημερώσει. Ξέρεις τι μέρα είναι;

Σάββατο.

Λίνα Φυτιλή, Τώρα είναι αργά, σελ 188, Eκδόσεις Απόπειρα, 2011

Φωτό: Bill Binia

.

 

Κούλα Αδαλόγλου, Χρυσόσκονη

Arunas Rutkus  - Tutt'Art@ (44)

Το βράδυ τη βρήκε να κολυμπάει στα πλούσια σκεπάσματα της Δωροθέας, η ευωδιά από την αγάπη της και από τη λεβάντα της σιφονιέρας της ήταν το καλύτερο χαλαρωτικό για την περίπτωση.

Μεγαλώνουμε ποτέ; Χόρτασε τον ύπνο, ξημέρωνε και σκεφτόταν με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι. Πάντα ψάχνουμε μια αγκαλιά να χωθούμε, όταν βρούμε τα σκούρα. Πού απαγκιάζουν οι μεγαλύτεροι; Η μάνα μου, ας πούμε. Ή η Δωροθέα. Ίσως σε μας, τα παιδιά τους, θέλουν να χαϊδευτούν. Μόνο που εμείς συνήθως τρέχουμε, κλεινόμαστε στα δικά μας και δεν έχουμε ούτε χρόνο ούτε ζεστασιά να τους δώσουμε. Δεν ήρθα σε σένα, μητέρα. Δεν θα μου νανούριζες την ανησυχία. Στη γιαγιά Δωροθέα έτρεξα. Κάτι λέει αυτό. Αναρωτήθηκα πολλές φορές τι είναι ευτυχία. Είσαι ευτυχισμένη, μητέρα, με το γάμο σου, τον φαινομενικά ισορροπημένο; Δεν θέλησες ποτέ περισσότερη ένταση από τον πατέρα, που τόσο εύκολα υποτάχτηκε στη δύναμή σου; Κι ο πατέρας; Ευτυχισμένος άραγε που φόρτωσε όλες τις πρωτοβουλίες σε άλλον, πάντα χαλαρός, ή αναγκάστηκε και πιέζεται, θα ξεσπάσει κάποια στιγμή; ποιος ξέρει. Ακυρώθηκες, πατέρα, δεν μπορώ να βασιστώ πάνω σου, μόλο που βλέπω στα μάτια σου την κατανόηση. Πάρε με μια φορά κατά μέρος και πες μου μια λέξη «τράβα το» ή «σταμάτα τις κουταμάρες», από σένα θα έχει αξία, δεν έχεις εμπλακεί στις συμβάσεις της μαμάς, γιατί δεν το κάνεις; Γιατί δε με βοηθάς;  Τι είναι αγάπη;

aaron board 810Έρωτας, λέμε στην αρχή, γίνεται ύστερα αγάπη και φιλία. Ωραία τα βολέψαμε, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, θρησκεία. Κι αν δεν είναι έτσι; Και κάποιοι έρωτες είναι αλλιώτικοι απ’ τους άλλους; Κι αν αξίζει να τους ζήσεις, έστω κι αν δεν γίνουν στη συνέχεια αγάπη; Και ποιος το ξέρει αν δεν μείνουν πάντα έρωτες. Θυμάμαι τον Κοσμά Πολίτη, όταν διάβαζα με μανία λογοτεχνία στην εφηβεία μου. Ο έρωτας, για να μη φθαρεί, πρέπει να μη γίνει ρουτίνα. Οι πραγματικά ερωτευμένοι πρέπει να χωρίζουν. Δε συμφώνησα, από τότε. Ωστόσο έχω πάντα σφοδρή την επιθυμία να επισκεφτώ το Λεμονοδάσος στον Πόρο, ένα τάμα στον έρωτα. Και τώρα μου φαίνεται θα ακολουθήσω την αντίθετη πορεία, πίσω στην πρώτη αγάπη που δεν έζησα. Μεγαλώνουμε ποτέ; Η Δωροθέα κοιμάται σαν πουλάκι, ασφαλής από την παρουσία μου στο σπίτι. Θα ετοιμάσω πρωινό και θα τη φωνάξω. Έχω μια μεγάλη αγκαλιά να της δώσω. […]

ac210424fe0dd6540430148ff36f0ac7Γυρίζοντας στο διαμέρισμά της μετά την επίσκεψη στη γιαγιά Δωροθέα και τα όσα διαδραματίστηκαν εκεί, η Ειρήνη νόμιζε πως είχε πάρει τις αποφάσεις της. Άνοιξε τον υπολογιστή της και βρήκε, ανάμεσα σε δεκάδες βλακείες και σκουπίδια για βιάγκρα, βελτίωση της ερωτικής επιθυμίας, ρολόγια και αγορές ευκαιρίας, να την περιμένουν δύο μηνύματα: ένα του Χάρη και ένα του Τέλη.

Το μέιλ του Χάρη:

Ειρήνη μου, σε φιλώ και θέλω να σου πω πως θυμάμαι με πολλή αγάπη τις ωραίες στιγμές που περάσαμε στον Αρμενιστή. Φυσικά, με ξέρεις καλά, δε θα σου έγραφα μόνο γι’ αυτό. Πιστεύω πως η απόφασή σου να χωρίσουμε ήταν βεβιασμένη. Πόσο μάλλον που τα δεδομένα άλλαξαν. Η μαμά δε ζει πια. Λυπήθηκα πολύ, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Ξέρω ότι κι εσύ θα στεναχωρηθείς, γιατί είσαι καλός άνθρωπος. Μη με πάρεις μόνο για να με συλλυπηθείς. Τηλεφώνησε ή στείλε μου μήνυμα, γιατί μπορούμε τώρα να κάνουμε μια καινούρια αρχή. Μια ζωή για τους δυο μας, όμορφη ζωή, χωρίς έγνοιες. Θα κάνουμε το καλύτερο ο ένας για τον άλλο. Τίποτα δεν υπάρχει για εμπόδιο ανάμεσά μας. Σε παρακαλώ, δες το ξανά κι ας ανταμώσουμε να τα πούμε και να σχεδιάσουμε το μέλλον μας.

Jos de Mey036-jpg

Το μέιλ του Τέλη. Είχε έναν επισυναπτόμενο φάκελο. Με ένα παραμύθι.

Η χρυσόσκονη που σκότωσε την πεταλούδα. Ζούσε μια φορά, σε έναν πολύ όμορφο κήπο μια πεταλούδα. Ήταν πολύ όμορφη με πολύχρωμα φτερά. Την είχε αγαπήσει όλη η οικογένεια που είχε το σπίτι με τον κήπο. Μα πιο πολύ την αγαπούσε το παλικάρι της οικογένειας, την είχε ερωτευτεί. Μια μέρα κατέβηκε στον κήπο κρατώντας ένα κουτάκι. Έλα, της είπε, κι εκείνη κάθισε πάνω στο χέρι του. Είσαι τόσο όμορφη, σου έφερα ένα δώρο. Άνοιξε το κουτάκι κι ο τόπος έλαμψε. Είχε φέρει χρυσόσκονη! Θα σε στολίσω να γίνεις ακόμα πιο ωραία, λαμπερή, αστραφτερή, το πιο πολύτιμο και όμορφο πλάσμα στον κόσμο. Και την πασπάλισε με χρυσόσκονη. Τα φτερά της πεταλούδας έλαμψαν κάτω από τον ήλιο. 

Όμως, αν βάλεις κάτι ξένο πάνω στα φτερά της πεταλούδας, χάνουν την ελαστικότητά τους και καταστρέφονται. Η όμορφη πεταλούδα βάρυνε, μαράθηκε και ύστερα από λίγο πέθανε.

 Στο κυρίως μήνυμα έγραφε:

Ρηνούλα, γιατί δε με πήρες τηλέφωνο και ρωτάς από δω κι από κει για μένα; Λοιπόν, σου έγραψα αυτό το παραμύθι. Συγχώρεσέ με για τα λάθη που μπορεί να έχει, τα γράμματά μου ως γνωστόν είναι μέτρια. Δεν είμαι πεταλούδα, δεν ταιριάζει μάλλον σε άντρα, δε θέλω τη χρυσόσκονη κανενός. Προτιμώ την ελευθερία μου, ας πούμε σαν το πουλί. Φεύγω στο Λίβανο, με μια μη κυβερνητική οργάνωση, την Technical Aid, για να βοηθήσω στην ανασυγκρότηση της περιοχής. Έγινε τόσο κακό εκεί, που χρειάζονται άμεση βοήθεια. Αν θελήσεις λοιπόν ξέρεις πού θα με βρεις.Εσύ ζηλεύεις τη χρυσόσκονη;

Σε φιλώ, Τ.

Maurits Cornelis (M.C.) Escher escher2-123_twon

Για δες πώς έρχονται τα πράγματα, μονολόγησε. Σαν να σε σπρώχνουν εκεί, στο βόλεμα, στο κοινωνικά αποδεκτό της μαμάς. Τι καλύτερη εκδοχή από αυτή του Χάρη; Νοικοκυρεμένη, καθαρή, ευθεία, χωρίς επικίνδυνες στροφές.

Γεια σου, βρε Τέλη. Το μήνυμά σου είναι σαφές. Θα σε σκέφτομαι. Θα’ ταν καλά να ’ρχόμουν μαζί σου, αλλά αυτή τη στιγμή δε γίνεται. Πτυχίο, ύστερα αγροτικό, ειδικότητα… Πού να τα αφήσω; Τι θα γίνω μετά; Τι μου λες για το παραμύθι; Το παραμύθι μου είσαι εσύ. Το παλικάρι που πάει να περάσει τα εμπόδια. Εδώ είμαστε, σε αυτό το σημείο. Αν θα πάρει την πριγκιποπούλα, αν θα συνεχίσει να την αγαπά, αν δε βρει κάποια άλλη στο δρόμο του, αν κι αυτή τον περιμένει, αυτό ακόμα δεν το ξέρουμε. Θα δείξει του

απάντησε στο δικό της μέιλ. Ύστερα έκανε delete στο μήνυμα του Χάρη. 

  Ένα μάθημα μού έμεινε για το πτυχίο. Έντεκα εβδομάδες καταλήψεις, αυτήν τη χρονιά, με πήγαν πίσω. Δεν τα βάζω όμως με τα παιδιά. Ξέρουν τι κάνουν. Διαδήλωσα μαζί τους, ξενύχτησα στη σχολή για την περιφρούρηση της κατάληψης. Ξύπνησε το κομμάτι αυτό του εαυτού μου που είχε γεννηθεί με το Μάριο και φαινόταν πως είχε κλείσει με το χωρισμό μας και με το, ας το πούμε, ατύχημά μου. Με καθυστέρησαν, αλλά είχα καιρό να σκεφτώ. Έβαλα πάλι στη ζυγαριά τα θέλω από τη μια και τα πρέπει από την άλλη. Οι προσδοκίες των γονιών μου και οι επιθυμίες οι δικές μου. Η παλιά μου αγάπη για τις κοινωνικές επιστήμες. Και για την έρευνα. Και πού μπορούν να συνδυαστούν. Και ο περίγυρος: η ελληνική πραγματικότητα.

Maurits Cornelis (M.C.) Escher  escher2-112_twonΤα χρόνια αναμονής για την ειδικότητα. Αβάσταχτα πολλά. Χάνεις το δημιουργικότερο κομμάτι της ζωής σου, μίζερα και υποταχτικά. Αποφάσισα να δω τι παίζει στο εξωτερικό. Περνώ άπειρες ώρες στο διαδίκτυο αναζητώντας σχολές και προοπτικές. Τα δεδομένα συγκλίνουν για Αγγλία ή Σουηδία. Στη Σουηδία, μάλιστα, μια ειδικότητα που συνδυάζει την ιατρική με την κοινωνική προσφορά, η ειδικότητα του οικογενειακού γιατρού σε νέα διάσταση, με συνεπαίρνει. Δε θέλω να μείνω σε άλλη χώρα, κάποια χρόνια μόνο, ας μην το σκέφτομαι όμως αυτό τώρα, γίνεται τροχοπέδη… Λέω να ετοιμάσω τα χαρτιά μου. Αύριο κιόλας.

(απόσπασμα)

Κούλα Αδαλόγλου, σελ. 112-113 και 117-121. Από τη συλλογή διηγημάτων Βγήκε ένας ήλιος χλωμός, εκδ. Ταξιδευτής, 2012 

Πίνακες: Arunas Rutkus, Aaron Board, Jos de May, M.C. Escher

.

.

 
Image

Kώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι

Kώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι

O Δημήτρης μου αγαπούσε ανέκαθεν τα σκυλιά. Κάθε φορά που είχε άδεια, ερχόταν λιγότερο για να δει εμάς και περισσότερο για να παίξει με τη Χιόνα. Της είχε μάθει διάφορα κόλπα: της πετούσε μια παντόφλα στην αυλή και πήγαινε τρεχάλα και του την έφερνε. Της έλεγε «Σούζα!» κι αυτός ο σατανάς σηκωνόταν στα πισινά του πόδια και δεν κατέβαινε επ’ ουδενί λόγω αν δεν της έλεγε «Κάτω». Τύφλα να ’χουν τα σκυλιά των τσίρκων. Μα η στρίγκλα η νοικοκυρά δε χώνευε σκυλιά. Άρχισε την γκρίνια: τη μια παραπονιόταν πως είχε τσιμπούρια, την άλλη πως είχε εχινόκοκκους. «Βασιλάκη!» φώναζε στο γιο της επιδεικτικά για ν’ ακούσω εγώ.  «Έλα, παιδί μου, απάνω, μην πας κοντά σ’ αυτό το κοπρόσκυλο και κολλήσεις χιονοκόκκους!…» Γκρίνιαζε ότι πήγαινε το σκυλί και κατουρούσε στο περιβόλι και μαραινόντουσαν οι ήλιοι της. «Τι ήλιους και κουραφέξαλα κάθεσαι και μου συζητάς, κυρία Μαργαρίτη μου, της λέω μια μέρα. Σε κουβέντα δηλαδή να βρισκόμαστε; Φτάνει ήλιος μέσα σ’ αυτόν τον τάφο για ν’ αναπτυχθούνε ήλιοι;» Για να μη νομίζεις, κυρία μου, είπα μέσα μου, πως είσαι μόνον εσύ έξυπνη και κάνεις πνεύμα και λογοπαίγνια. Στο τέλος μ’ απείλησε πως αν δεν το ’διωχνα, θα του ’δινε φόλα. «Ας τολμήσει να του δώσει φόλα», μου λέει ο Δημήτρης όταν του το ’πα, «και θα δει πόσ’ απίδια έχει ο σάκος!» «Kράτα το νταηλίκι σου για τον εαυτό σου, παλικαρά μου!» του λέω. «Δεν έχω όρεξη για μπελάδες. Αρκετά έχεις κηλιδώσει το μητρώο σου . Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, ξέρω εγώ να σ’ τη συγυρίσω».

.

.

aleah Chapin This-and-That-2012-Oil-on-canvas-30-x-30-inches

.

H κατάλληλη στιγμή δεν άργησε νά ’ρθει. Μια μέρα είχε βγει στη σκάλα της υπηρεσίας και μου ’ψελνε τον αναβαλλόμενο. «Δεν μπορούμε πια να ησυχάσουμε μ’ αυτό το βρωμόσκυλο!…» και τα λοιπά και τα λοιπά. Στην αρχή έκανα τον κουφό. Μα όταν είδα ότι ήθελε σώνει και καλά να της απαντήσω, βγαίνω στην αυλή, σηκώνω τη ρόμπα μου, και δε φορούσα ούτε βρακί από κάτω, και της αμολάω μια πορδή, πρρρ!!! Πού τη βρήκα, βρε Νίνα μου; Ούτε παραγγελιά να την είχα. Και της λέω: «Iδού η απάντησίς μου, κυρία Μαργαρίτη μου, και εις την μητρικήν σας γλώσσα!» Kαι μπαίνω μέσα και της χτυπάω την πόρτα στα μούτρα…

«Το ’κανες αυτό, βρε κυρα-Eκάβη; Σήκωσες τη ρόμπα σου;»

.

Kώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι, σελ. 111-112, Εκδόσεις Εξάντας, 1987

.

Πίνακες: Aleah Chapin

.

.

.

.

.

.

.

 

Tags:

Image

Θανάσης Βαλτινός, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο

. Θανάσης Βαλτινός, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, σελ. 44-47, Εκδόσεις Άγρα, 1992

Έτσι, ενώ ως παιδί υπήρξα χαρούμενη και όλες οι φωτογραφίες μου με δείχνουν ευτυχισμένη, μετά μελαγχόλησα. Μου ήρθε πολύ βαρύς αυτός ο εγκλεισμός και ίσως μου έδωσε μία λάθος εικόνα για τη ζωή. Όλα ήσαν αμαρτία μεγάλη. Όλα. Αφού και στα βιβλία ακόμη βάζανε μπάντες. Στα βιβλία πι-χι της Ντελύ, τα οποία είναι τα πιο ανώδυνα που μπορείς να φανταστείς. Άμα πλέον οι νέοι ερωτεύονταν και φιλιόντουσαν. Βάζανε μία μπάντα εκεί, οπότε εμείς τα παίρναμε κρυφά στους κοιτώνες και τα κρατούσαμε αντίθετα προς το φως, ψάχνοντας γι’ αυτό το φιλί απ’ όλες τις άκρες. Όχι δεν ήταν λαγνεία. Ήταν μια κανονική φυσική περιέργεια. Ούτε κάναμε τίποτα. Δεν μπορώ να πω για τις άλλες, πάντως όχι εγώ. Ούτε και για τις καλόγριες ξέρω τι έκαναν. Ίσως μία να ήταν λεσβία. Ίσως, γιατί κάποια φίλη μου, η Κατρίν, είπε στους γονείς της ότι εκείνη τη χάιδευε. Την έπιανε και τα λοιπά. Οπότε ξέσπασε ένα σκάνδαλο, αλλά τι γινόταν μεταξύ τους δεν ξέρω. Μπορεί και να μη γινότανε τίποτα. Όμως αυτό που είπες δεν το έμαθα, όχι. Τουλάχιστον τότε. Επίδοση ανάγκης. Το είπες ωραία∙ αλλά θα μπορούσε να είναι και επίδοση μοναξιάς, γιατί το δοκίμασα αργότερα. Πολύ αργότερα και κάτω από άλλες συνθήκες. Από πλήξη. Από βαρεμάρα, και όταν δεν υπήρχαν καν λόγοι. Μόνο που αυτό δεν σου δίνει χαρά. Σε ανακουφίζει απλώς. Σπαράζεις μια στιγμή, σα να χωρίζονται τα κύτταρά σου στα δύο μέσα στο σκοτάδι τους, και μετά νιώθεις άδειος τελείως και ακόμα πιο μισός από πριν. Τέτοια απελπισία. Αλλά μπορεί και να ψεύδομαι εδώ. Δεν ξέρω. Μπορεί να είναι αυτό το περίεργο πράγμα, αυτές οι δυσκολίες που είχα ανέκαθεν. Γιατί ενώ ανακάλυψα το σεξ νήπιο σχεδόν, έρωτα πρωτοέκανα αργά. Αργά ακόμα και με τα μέτρα της εποχής μου. Στην Ιταλία με κάποιον που δεν είμαι σίγουρη ότι μου άρεσε. Αλήθεια δεν μου άρεσε, και είχα συμπληρώσει τα είκοσι τρία. Αυτή η πρώτη φορά που λένε ότι σε σφραγίζει. Κολοκυθόπιτα. Για μένα ήταν απόφαση παρμένη με το μυαλό και κανένα ίχνος δεν έχει μείνει επάνω μου. Καμία συγκίνηση, ή έστω η ανάμνησή της. Ούτε και κανένα σοκ, όπως με το δόντι μου αίφνης. Το πρώτο δόντι που έπρεπε να φτιάξω, και ήταν περίπου την ίδια εποχή. Το είχε χτυπήσει τερηδόνα, και δεν εννοώ το φόβο του τροχού ή τον πόνο, γιατί δεν πόνεσε διόλου και άλλωστε χρειάστηκε να φτιάξω και άλλα δόντια αργότερα. Εννοώ αυτό το παράξενο συναίσθημα που κράτησε ένα μήνα περίπου. Ήταν η πρώτη «ρωγμή» και, παρόλο που είχε αποκατασταθεί τόσο ανώδυνα, για μερικές ημέρες η γλώσσα μου πήγαινε από μόνη της, ξανά και ξανά ερεθισμένη, στο ίδιο σημείο. Ερεθισμένη και ενοχλημένη από το αδρανές ξένο στοιχείο που είχε σφηνωθεί στον οργανισμό μου, αλλά είχε σφηνωθεί και στο εγώ μου επίσης, σαν αγκάθι φραγκόσυκου, και μου πήρε ένα μήνα να το ξεχάσω. Δεν ξέρω. Και όλα αυτά είναι τόσο ιδιωτικά. Δεν ξέρω αν ήμουν ένας άνθρωπος πολύ αισθησιακός. Πρέπει να αγαπάω κάποιον για να μπορέσω να λειτουργήσω. Και τώρα είναι πλέον σαν να έχει κλείσει ο κύκλος και έχω τόσα σφραγίσματα.

.

Θανάσης Βαλτινός, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, σελ. 44-47, Εκδόσεις Άγρα, 1992

Photo 2η : Henri Cartier-Bresson

.

.

.

.

.

 

Tags: