RSS

Category Archives: Αν Σέξτον

Ανν Σέξτον, Η μαύρη μαγεία

.

Μια γυναίκα που γράφει νιώθει πάρα πολλά,
τους εκστασιασμούς εκείνους και τους οιωνούς!
Σαν να μην έφταναν
οι κύκλοι και τα παιδιά και τα νησιά∙
οι θρηνωδοί και τα κουτσομπολιά
και τα λαχανικά σαν να μην έφταναν καθόλου.
Νομίζει πως μπορεί να προειδοποιήσει τ’ άστρα.
Μια συγγραφέας είναι πρωτίστως κατάσκοπος.
Γλυκιά μου αγάπη, είμαι αυτό το κορίτσι.


Ένας άντρας που γράφει ξέρει πάρα πολλά,
τι μάγια, τι φετίχ!
Σαν να μην έφταναν
οι στύσεις, τα συνέδρια και τ’ αγαθά∙
οι μηχανές και τα γαλόνια
και οι πόλεμοι σαν να μην έφταναν καθόλου.
Μ’ έπιπλα από δεύτερο χέρι φτιάχνει ένα δέντρο.
Ένας συγγραφέας είναι πρωτίστως κάθαρμα.
Γλυκιά μου αγάπη, είσαι αυτός ο άντρας.


Δίχως ν’ αγαπάμε τον εαυτό μας,
μισώντας τα παπούτσια μας, και τα καπέλα μας ακόμη,
αγαπάμε ο ένας τον άλλον, μονάκριβα, μονάκριβα.
Τα χέρια μας είναι γαλάζια κι απαλά.
Τα μάτια μας είναι γεμάτα τρομακτικές εξομολογήσεις.
Αλλά όταν παντρευόμαστε
τα παιδιά φεύγουν αηδιασμένα.
Υπάρχει πάρα πολύ φαγητό και κανείς δεν απόμεινε
για να καταφάει όλη αυτήν την αλλόκοτη αφθονία.

Ανν Σέξτον, από τη συλλογή Ερωτικά ποιήματα, Μαύρη μαγεία, σελ. 9, Μτφρ.: Eυτυχία Παναγιώτου, Εκδόσεις Μελάνι, 2010

.

.

The black art

A woman who writes feels too much,
those trances and portents!
As if cycles and children and islands
weren’t enough; as if mourners and gossips
and vegetables were never enough.
She thinks she can warn the stars.
A writer is essentially a spy.
Dear love, I am that girl.

A man who writes knows too much,
such spells and fetiches!
As if erections and congresses and products
weren’t enough; as if machines and galleons
and wars were never enough.
With used furniture he makes a tree.
A writer is essentially a crook.
Dear love, you are that man.


Never loving ourselves,
hating even our shoes and our hats,
we love each other, precious, precious.
Our hands are light blue and gentle.
Our eyes are full of terrible confessions
But when we marry,
the children leave in disgust.
There is too much food and no one left over
to eat up all the weird abundance.

.

.

 

Ανν Σέξτον, Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή

.

Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήρι μου. Μάτι πανούργο
έξω απ’ τη φυλή του εαυτού μου η ανάσα μου
σε βρίσκει άφαντο. Τρέμω
αυτούς που κοντοστέκονται. Είμαι φαγωμένη.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.


Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν είναι πολύ μακριά. Είναι η συμπλοκή μου.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Ξαπλώνω στην
κρεβατοκάμαρα όπου συνήθιζες να την ιππεύεις.
Με πήρες δάνειο επάνω στο εμπριμέ κάλυμμα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

.


Αγάπη μου, πάρε για παράδειγμα αυτό το βράδυ,
που κάθε ζευγάρι ξεχωριστά συνενώνει
μ’ ένα συντονισμένο αναποδογύρισμα, χαμηλά, ψηλά,
την πλούσια δυάδα επάνω σε σφουγγάρια και φτερά,
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.


Δραπετεύω από το κορμί μου έτσι,
θαύμα ενοχλητικό. Θα μπορούσα να
μοστράρω την πραμάτεια των ονείρων;
Σκορπίζομαι. Σταυρώνω.
Δαμασκηνάκι μου  είναι αυτό που είπες.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

.

.

Έπειτα ήρθε η μαυρομάτα αντίζηλός μου.
Η κυρία των υδάτων, αναδυόμενη στην παραλία,
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της και ένας λόγος φλάουτο.
Κι εγώ ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.


Σε πήρε με τον τρόπο που παίρνει μια γυναίκα
ένα φόρεμα απ’ το ράφι σε τιμή ευκαιρίας
κι έσπασα με τον τρόπο που σπάει μια πέτρα.
Επιστρέφω την ψαροβελόνα σου και τα βιβλία.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως νυμφεύεσαι.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγόρια και κορίτσια απόψε γίνονται ένα.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Ανοίγουν φερμουάρ.
Βγάζουν παπούτσια. Το φως σβήνουν.
Τα πλάσματα που τρεμολάμπουν είναι γεμάτα ψέματα.
Αλληλοτρώγονται. Είναι παραφαγωμένα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

.

.

Ανν Σέξτον, από τη συλλογή Ερωτικά ποιήματα,  Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή,σελ. 61-62, Μτφρ.: Eυτυχία Παναγιώτου, Εκδόσεις Μελάνι, 2010

.

.

 
Image

Anne Sexton, As It Was Written

Clary MASTENBROEK

Earth, earth,
riding your merry-go-round
toward extinction,
right to the roots,
thickening the oceans like gravy,
festering in your caves,
you are becoming a latrine.
Your trees are twisted chairs.
Your flowers moan at their mirrors,
and cry for a sun that doesn’t wear a mask.

Your clouds wear white,
trying to become nuns
and say novenas to the sky.
The sky is yellow with its jaundice,
and its veins spill into the rivers
where the fish kneel down
to swallow hair and goat’s eyes.

All in all, I’d say,
the world is strangling.
And I, in my bed each night,
listen to my twenty shoes
converse about it.
And the moon,
under its dark hood,
falls out of the sky each night,
with its hungry red mouth
to suck at my scars.

Anne Sexton

Πίνακας: Clary Mastenbroek

 

Tags: ,

Image

Ανν Σέξτον, Τραγούδι για μια Κυρία (απόσπασμα)

.

.

«To δωμάτιο είναι τόσο κρύο με τη βροχή», είπες
κι εσύ, θηλυκέ εσύ, με το λουλούδι σου,
όλο επικλήσεις έκανες στους αστραγάλους και τους αγκώνες μου.
Είσαι εθνικό προϊόν και εξουσία.
Ω, κύκνε μου, σκλάβε μου, ακριβό μου χνουδωτό τριαντάφυλλο,
και ο συμβολαιογράφος ακόμη θα επισημοποιούσε το κρεβάτι μας
καθώς με ζυμώνεις και φουσκώνω σαν ψωμί.

Ανν Σέξτον, Τραγούδι για μια Κυρία (απόσπασμα)
Μετάφραση: Eυτυχία Παναγιώτου

.

 

Tags: ,