Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Έχει γράψει ποίηση, μυθιστόρηματα, διηγήματα και δοκίμια. Από το 2016 επιμελείται την ετήσια περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου Dip generation. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα.
O Souperman δεν είναι κρετινος Να σωζει αιωνια ξανθες Με προεμμηνορροϊκό συνδρομο Και τσιχλοφουσκα εκει που η σαμπρελα χανει αερααααααα(χ) Εκανε μαθηματα διαλογισμου Στην αλχημεια του Κοελιο Και τωρα ξερει πως το συμπαν Δεν δινει δεκαρα Αλλα η «τυχη» είναι ενας ακομη τροπος Ενας ακομη Θεος Για να προβαλουν πανω του οι ανθρωποι την αφανερωτη —ακομη και στους ιδιους— τη βαθια επιθυμια τους. Αυτή που οριζει τη μοιρα τους. Ετσι ο Souper εγινε απλος κι εμεις; καπως καλυτερα — μα τον Θεό…
Περα από κατι
Αστειες πια εξιδανικευσεις
–γιατι μετα από μια ηλικια
η αφελεια είναι σκετη μαλακια–
όχι, δεν είναι που δεν ειχε μονιμες σχεσεις.
Ειχε εκεινο το κοριτσι, πενηνταρα μεν,
κουκλα δε!
Με τα μεγαλα βυζια.
Σιλικονη-ξεσιλικονη
Κουκλα!
Κοκκαλιαρα ψηλη και με χειλη σαρκωδη
Ουτε σου –ξου-μου
Ουτε τιποτε
Ναι. Toν ισοπεδωνε ενιοτε με τη βλακεια της.
Αλλα ας ειμαστε κομματακι τιμιοι, και πολύ του επεφτε.
Πολύ πιο αυθεντικη από εκεινον. Και κυριως. Διαθεσιμη.
Δεχοταν ολη την ηλιθια του υποτιμηση.
Κι όχι από βλακεια. Απο ανωτεροτητα.
Από μια ελαφραδα και καλοσυνη.
Και την αυτιστικη του ειρωνεια.
Επειδη διαβασε δυο βιβλια, για κακη μας τυχη,
Περνουσε για «φαλλος» στην πιατσα, μα κυριως στην φαντασια του
Εκεινη;
Ακουγε Ρεμο και Θεoδωριδου.
Ναι, Λαϊκη κοπελα. Που εκανε σχεδια για ταξιδια και μποτοξ.
Ο,τι μπορει να υποτιμαει
Μπορει και να το ανεχεται.
Ειχε μηπως ποτε για τοσα χρονια μπες βγες άλλη γυναικα μονιμα στα σεντονια του;
Ποια αλλη τον ανεχτηκε;
Ασχετα που εφευγε ταχα μου πρωτος;
Μηπως θα τον κραταγε καμια;
Εκεινο το λαϊκο κοριτσι που εκραζε μεσα του
Όταν «κουνιοταν» στις «διανοουμενες» φιλες του…
Ισως αυτή να μην τον αγαπησε μοναχα απo βολεμα
ή από σκετη φτηνη υστερια…
Φτηνη σαν το χυμα αρωμα που αγοραζε τρια ευρω με το κιλο στην αγορα.
Κι εσύ Ελίνα μου παστρικιά, πλένεσαι και
σκουπίζεσαι και πάντα ματωμένη.
Σαν την Μαντόνα κάθεσαι ζωγραφιά στη μέση μιας
θολής εικόνας
Στο Αιγάλεω σου κάνουν φροντιστήριο και στην Αγία
Βαρβάρα
Πώς να δακρύζεις ψεύτικα, πώς να κινείς τα μάτια
τα βαμμένα
Πώς τάχα να καυλώνεις άγρια να τρέχουνε τα σάλια
του νυμφίου
Να σου κρεμά τα δαχτυλίδια τα χοντρά, τις γύφτικες
καδένες.
Κι εγώ στης Μητροπόλεως τα στενά και στην οδό
Βουλής το δρόμο
Κάθομαι σαν αόμματος και τραγουδώ το μήνιν άειδε
θεά μας.
Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ελίνας Κλέος, Ένα πατριωτικό ποίημα, στίχοι 151-158, σελ. 16-17. (Εκδόσεις Άγρα, 2002)/Ένα δώρο του Γιώργη τον Ιούνιο του 2012, με τη συμβολική αφιέρωση «Με πατριωτικά αισθήματα, Γιώργης».
Λένε πως έχεις μνήμη μετά τα τέσσερα. Σε μένα λοιπόν συνέβη το αντίθετο. Ως τα τέσσερα είχα ζήσει κιόλας δύο ζωές και τις θυμόμουν με λεπτομέρειες. Μία ενιαύσια σε καζίνο της Αλεξάνδρειας η άλλη σε φυλακή της Κωνσταντινούπολης. Μετά τίποτα. Τα ξέχασα όλα. Σπάω τα δάχτυλά μου κάθε μέρα να θυμηθώ. Κάθε μέρα. Καλά τα πηγαίνω με τα δάχτυλα όπως σχεδιάζουν στο χαρτί τα καλοκαίρια. Ή μόνο αυτά ορέγονται… Κάποιος ονόματι Πνεύμα μού φύτεψε βδέλλες στο δέρμα τίποτα δεν βγήκε με τόσο αίμα. Όσο προχωράει η λήθη γίνεται πιο πολύ παλιρροϊκό κύμα. Όχι. Πιο πολύ σκυλί. Μου δαγκώνει τις γύμνιες. Οι βίοι των ωραίων αντρών αλείψανε τον κρόκο στο στήθος των γυναικών. Τσακίζοντας τα χέρια σου ως τους ώμους πολλά πράγματα δεν μπορείς να κάνεις. Ίσως μόνο να μετανιώσεις για κατασκευασμένες εποποιίες. Ευτυχώς σε αφήνουν με μάτια κι έτσι παρακολουθείς το φιλμ της μνήμης σου σε λαϊκό κινηματογράφο.
Earth, earth, riding your merry-go-round toward extinction, right to the roots, thickening the oceans like gravy, festering in your caves, you are becoming a latrine. Your trees are twisted chairs. Your flowers moan at their mirrors, and cry for a sun that doesn’t wear a mask.
Your clouds wear white, trying to become nuns and say novenas to the sky. The sky is yellow with its jaundice, and its veins spill into the rivers where the fish kneel down to swallow hair and goat’s eyes.
All in all, I’d say, the world is strangling. And I, in my bed each night, listen to my twenty shoes converse about it. And the moon, under its dark hood, falls out of the sky each night, with its hungry red mouth to suck at my scars.
«Μη με μαλώσετε αν εμβαίνω με λερωμένα τσαρούχια εις το καθάριο σας κατώγι. Είμαι χωριατοπαίδι, καθώς γνωρίζετε, και έχω διανύσει μακρόν, πολύ μακρόν και λασπωμένον δρόμον…»
Από τις ελάχιστες περιπτώσεις στην ελληνική λογοτεχνία (αναφέρομαι κυρίως στην πεζογραφία) που με συγκινούν. Δεν ξέρω να έχουν ντύσει πολλούς γαμπρούς, για να τους οδηγήσουν στο φρενοκομείο. Δεν είναι τυχαίο ότι και τα παιδιά στο σχολείο, παρότι γενικώς αδιάφορα για τη λογοτεχνία, δείχνουν «ξαφνικά» ενδιαφέρον. Ο σύνδεσμος του μπλογκ εν συνεχεία αξίζει τον κόπο.
«Αλλ’ ενώ έτρεχεν, οι πέτρες ήρχισαν κ’ εκείνες να επαναπίπτουν βροχηδόν, μία το κτύπησ’ εις το κόκκαλον, επάνω της ουράς, άλλη του έμπασε μέσα τα πλευρά, άλλη το ευρηκ’ εις την ρίζαν του δεξιού αυτιού, βιαία, ήρπασεν ένα κομματάκι εκ του δέρματος αυτού, το συναπήγαγε κυλούσα, τετάρτη του επλήγωσεν άλλου ποδός το νύχι, συγχρόνως δε οι διώκται τού επήλαυναν, το κύκλωναν, κ’ ένας εξ αυτών άπλωνεν ήδη την χείρα να το πιάσει. Αισθανθέν όμως τον κίνδυνον το ζώον, καταφοβισμένον, διωλίσθαινε και τώρα υπό την παλάμην ήτις το ηπείλει, και ετρέπετο, σύρον τους δύο πόδας του αλγούντας, το αιμάσσον του αυτί, την ράχιν του μισοσπασμένην, την ουράν του την τραυματισμένην, αύθις προς άτακτα πηδήματα. Αλλά κ’ εκείνοι επηδούσαν εξοπίσω του ομοίως, το κατέφθαναν, αδυνατούν να τρέξη πλέον γρήγορα, το άρπαζαν, σφαδάζον».
Μία ιδιαίτερη και παραγνωρισμένη, κατά την άποψή μου, περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Από τους ελάχιστους αγαπημένους μου Έλληνες λογοτέχνες, για τη χρήση και την αίσθηση της γλώσσας, το ιδιαίτερο ύφος, την ευαισθησία και τη χειρουργική ακρίβεια των περιγραφών του. Το απόσπασμα αφορά το βασανισμό μίας γάτας. Πληροφορίες και άρθρα μπορείτε να βρείτε στα μπλογκ που παραθέτω.