
Children watching the story of St. George and the Dragon at the Puppet Theater in Τhe Tuileries

Children watching the story of St. George and the Dragon at the Puppet Theater in Τhe Tuileries
ΑΡΜΑΝΔΟΣ: Είμαστε ζωντανοί, Μαργαρίτα. Οι κήποι είναι ακόμα εκεί. Μας περιμένουν. Θα πάμε ξανά! Μαζί!
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Κανείς δεν είναι μαζί… κανείς με κανέναν. (παύση) Τα κεριά … Σβήστε τα κεριά!
AΡΜΑΝΔΟΣ: Δεν έχω ωραιότερο όνειρο από εσένα.
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Κανείς με κανέναν. Μια νύχτα μόνο, κι ύστερα… ύστερα έρχεται μέσα από το στήθος σου ένα δέντρο… ένα πυκνό ανήμερο δέντρο… κλαδιά και φύλλα τυλιγμένα πάνω σου, κι είσαι πια μόνη, μόνη… εσύ και το δέντρο… χωρίς ένα πουλί, χωρίς ένα λουλούδι… χιλιάδες φύλλα κι ούτε μια καμέλια… Βρέχει έξω; (…)
Άκης Δήμου, Η Μαργαρίτα Γκωτιέ ταξιδεύει απόψε (θεατρική μεταγραφή του μυθιστορήματος του Α. Δουμά Η κυρία με τις καμέλιες, 2005)
http://www.ntng.gr/default.aspx?lang=el-GR&page=64&item=923
Τα κείμενα είναι από το βιβλίο του Άκη Δήμου και τη θεατρική παράσταση: “Η Μαργαρίτα Γκωτιέ ταξιδεύει απόψε”, που στηρίχθηκε στο μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Δουμά: “Η κυρία με τις καμέλιες”
La dame aux camélias, d’Alexandre Dumas Fils
« …Tu comprends que le bonheur ne rentre pas aussi brusquement dans un cœur désolé depuis longtemps, sans l’oppresser un peu…»
http://www.alalettre.com/dumas-fils-oeuvres-la-dame-aux-camelias.php
.
.

Ο κεντρικός μηχανισμός της αφήγησης ή, πιο σωστά, το ρομαντικό πάθος του Γκάτσμπυ για την Νταίζυ είναι ένα από τα αξεπέραστα μοτίβα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το πάθος που βρίσκει ανταπόκριση και οδηγεί στην τεκνογονία –ευλογημένο ψυχικά και κοινωνικά– μπορεί να επαληθεύει τους νόμους της ζωής, αλλά δεν μπορεί να συγκριθεί με το «άρρωστο» και ως εκ τούτου «λογοτεχνικό» πάθος του εραστή, ο οποίος δεν επιβεβαιώνεται. Ο Γκάτσμπυ εμφανίζεται περίπου ως τριτοξάδελφος του Χήθκλιφ, ως μακρινός συγγενής του Φρεντερίκ, του ήρωα της Αισθηματικής Αγωγής του Φλωμπέρ, ίσως και του κατοπινού ήρωα της Συνείδησης του Ζήνωνα. Το σκοτάδι, ο φθόνος, το πάθος για εκδίκηση συγκροτούν έναν μύχιο κόσμο που μπορεί να φτάσει μέχρι φόνου, παρά το γεγονός ότι η αρχική επιθυμία λάμπει από αθωότητα. Ο έρως, με άλλα λόγια, είναι άπειρος, ενώ ο γάμος έχει όρια τα ίδια τα παιδιά. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και το πάθος χωρίς ανταπόκριση, που είναι μεν σκοτεινό, αλλά δημιουργεί άτομα τα οποία –τελικά– ευλογούν τη λογοτεχνία και ενίοτε τον ίδιο τον θάνατο. Το εντυπωσιακό σε αυτό το καταλυτικό πάθος χωρίς ανταπόκριση είναι ότι η γυναίκα δεν δοξάζεται, απεναντίας είναι μια «όμορφη χαζούλα» με μια ναζιάρικη φωνή – «μια φωνή γεμάτη λεφτά»!
———
«Η φωνή της έχει μιαν αναίδεια, είπα. Είναι γεμάτη – δίστασα. Η φωνή της είναι γεμάτη λεφτά, είπε απότομα. Ναι, αυτό ήταν. Δεν το είχα καταλάβει μέχρι τότε. Ήταν γεμάτη λεφτά – αυτή ήταν η ανεξάντλητη γοητεία της κυματιστής φωνής της, αυτό το ανεβοκατέβασμα, το κουδούνισμα… Ψηλά σε ένα λευκό παλάτι, η θυγατέρα του βασιλιά, το χρυσό κορίτσι…».
(…)
O Χέμινγουεϊ επέτυχε έναν περίτεχνο χαρακτηρισμό της λογοτεχνικής ιδιοφυΐας του Φιτζέραλντ:
«Το ταλέντο του ήταν τόσο φυσικό, όσο τα σχέδια στα φτερά μιας πεταλούδας. Στην αρχή δεν είχε μεγαλύτερη επίγνωση του ταλέντου του απ’ όση έχει η πεταλούδα για τα χρώματά της κι ούτε καταλάβαινε πότε το χνούδι των φτερών του τριβόταν και χάλαγε. Αργότερα συνειδητοποίησε τη φθορά στα φτερά του, κατάλαβε την κατασκευή τους και άρχισε να προβληματίζεται, αλλά δεν μπορούσε να πετάξει πια γιατί η λαχτάρα να πετά είχε χαθεί και θυμόταν μόνο όταν πετούσε χωρίς καμιά προσπάθεια».
Του Κωστή Παπαγιώργη (Lifo, 28/03/13)
Σχόλιο: Πέραν των άλλων, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος αυτού είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Φιτζέραλντ παίζει με το φως. Ένας προσεκτικός αναγνώστης αντιλαμβάνεται ήδη εξαρχής ότι το τέλος θα είναι τραγικό. Το φως είτε πρόκειται για κεριά, πολυελαίους, λάμπες, δύση ή ανατολή ηλίου, φανοστάτες… προοικονομεί. Είναι το καλύτερο μυθιστόρημα, απ’ όσα έχω διαβάσει έως σήμερα, όπου ένα σημαίνον προοικονομεί και κινητοποιεί με τέτοιον τρόπο τη δράση,

Το αμάρτημα του Γιόζεφ στο μυθιστόρημα η Δίκη του Κάφκα είναι ότι δεν παραδέχεται το έγκλημά του. Ο ήρωας δείχνει με ποιο τρόπο μπορεί να εξαρθρωθεί με σχετική ευκολία το όριο του ατομικού με του συλλογικού, αλλοίωση μέσα στα πλαίσια του κόσμου, ο οποίος όχι μόνο μας περιβάλλει, αλλά και μας διαμορφώνει. Κάποιος πρέπει να παίξει το ρόλο του κακού, για να υπάρχουν καλοί, κάποιος πρέπει να καθοδηγήσει, για να υπάρχουν καθοδηγούμενοι, κάποιος πρέπει να νομοθετήσει, για να υπάρχουν τηρητές νόμων.
Το σύστημα, έκδηλα απορροφά και αφομοιώνει την ατομική ουσία, δεσμεύει την ελευθερία κινήσεων, καταχράται όσους αντιστέκονται.
Ο Γιόζεφ Κ δεν γνωρίζει το έγκλημα που διέπραξε. Οι υπόλοιποι όμως έχουν αποδεχθεί την άποψη ότι το διέπραξε. Από ένα σημείο και μετά δεν έχει σημασία, ούτε και για τον ίδιο ακόμα, η συγκεκριμένη εγκληματική πράξη, αλλά η αποδοχή της ενοχής, η δημόσια κατάθεση ότι είναι πράγματι ένοχος και πως εκείνος δεν ήταν έτοιμος, ώστε να συνειδητοποιήσει το ειδικό βάρος που έπαιρνε η δίκη του, η απολογία του, η ίδια του η ζωή και ο αντίκτυπός της στη κοινωνία.
Δεν είσαι λοιπόν αυτός που πίστευες ότι είσαι, δεν είσαι ούτε καν αυτό που ονειρεύτηκες ότι είσαι, αλλά είσαι αυτό που οι άλλοι έχουν προσδιορίσει ότι είσαι.
Η προσωπικότητα του Γιόζεφ, η αδιάφθορη ψυχή του έχει πίσω από τις λέξεις έναν ευγενή δημιουργό, ο οποίος καλείται να απολογηθεί στον ίδιο του τον εαυτό και κατ΄ επέκταση στον ιδιωτικό χώρο όπου δρα αυτός ο εαυτός. Σαν τυφλός ξιφομάχος που προσπαθεί απεγνωσμένα να πετύχει το στόχο του. Αν ο στόχος αυτός δεν είναι ούτε καν προσδιορισμένος τότε η κατάσταση γίνεται πιο τραγική, αφού οι αντίπαλοι μπορεί να είναι πολλοί και οπουδήποτε. Ο Γιόζεφ Κ αυτοτραυματίζεται, αγωνιά, προσπαθεί να αποβεί σε μια καίρια κίνηση για να τον οδηγήσει σε συμπεράσματα τα οποία θα του δώσουν το έναυσμα να προσδιορίσει το περιβάλλον του και τον εαυτό του μέσα στο περιβάλλον του. Η αυτογνωσία είναι μια ψευδαίσθηση ή μια ετυμηγορία; Η διορατικότητα είναι ωριμότητα; Η αντισυμβατικότητα; Ποιος από εμάς τους δυο θα παίξει τον Γιόζεφ και ποιος τον φύλακα που τον συλλαμβάνει;
«Το μόνο που μπορώ τώρα να κάνω», σκέφτεται ο Γιόζεφ, «είναι να διατηρήσω ως το τέλος το μυαλό μου νηφάλιο. Επεδίωκα πάντα να αδράξω τον κόσμο με είκοσι χέρια, και μάλιστα για ένα σκοπό όχι και τόσο αθώο. Ήταν λάθος. Θ΄ αφήσω λοιπόν να με κατηγορήσουν ότι, έναν ολόκληρο χρόνο που κράτησε η δίκη μου, δε διδάχτηκα απολύτως τίποτα;»
Τα λόγια αυτά, λίγο πριν οι δύο φύλακες τον δολοφονήσουν, αποτελούν την κορύφωση της δραματικής γλώσσας του Κάφκα. Πόσο επίκαιρα λόγια στις μέρες μας. Σήμερα ζούμε στην Ευρώπη μια παρόμοια κατάσταση. Η πολιτική και το οικονομικό λόμπι μας φόρτωσαν μια ζωή που δεν θελήσαμε να ζήσουμε. Μια ζωή από δεύτερο χέρι. Και τώρα πληρώνουμε. Σε μια κοινωνία όπου η κοινή γνώμη παίζει τον ρόλο του δημοδιδάσκαλου, ποιος θα αντισταθεί; Ποιος θα αλλάξει ρότα ψάχνοντας σε άλλους δρόμους την ουσία της πραγματικής ζωής;
Αrtwork: Chiharu Shiota



Εάν το αναλύσει κανείς, θα διαπιστώσει ότι η βάση της μομφής (εν είδει «υπεράσπισης») παραμένει, δεν αναιρείται η κακοήθης διαστρέβλωση, αλλά (εν είδει «υπεράσπισης») προστίθεται και η «ανακουφιστική» μομφή της ηλικίας. Ποια είναι η εικόνα που δίνεται προς τα έξω εις τους νουν έχοντας; Από πού να πιαστεί κανείς και σε τι να ελπίσει, όταν ο υποτιθέμενος κόσμος των Γραμμάτων εμφανίζει συμπεριφορές και θέσεις που ενισχύουν την καταρρακωμένη, από τον τρόμο, την κακουχία και το αβέβαιο μέλλον, ορθή σκέψη της πλειονότητας;


http://maga.gr/2013/05/07/i-kiki-dimoula-apanta-apoklistika-sto-maga-gr/
Είδα, ωστόσο, με μεγάλη έκπληξη και λύπη μου, ανθρώπους στο διαδίκτυο, που θεωρούσα νοήμονες, να κάνουν θλιβερές, άκρως προσβλητικές και άνευ αγχίνοιας αναρτήσεις, παίρνοντας το μέρος των μίντια, που, άλλη μία φορά, χρησιμοποιούν τη γνωστή τακτική της αποκοπής μίας φράσης από ένα κείμενο, για να δημιουργήσουν εντυπώσεις και να παρασύρουν τον όχλο στις γνωστές τακτικές τους, που θρέφουν το λαϊκισμό και ηρωοποιούν τους άνευ ήθους εκπροσώπους τους, σε μια περίοδο επώδυνη και πραγματικής εξαθλίωσης ολόκληρης της χώρας. Υπό το πρόσχημα της «πασοκικής τσοβολικής δημοκρατίας και ισότητας», η χώρα οδηγήθηκε στη λαοκρατία, στην ισοπέδωση, στην αναξιοκρατία και στη λογική της μικροαστικής, βολεμένης και βλακώδους εξέγερσης από τον καναπέ της τηλεόρασης συνοδεία πίτσας και ροζ ιστοριών, την οποία, σιγοντάρει, αμήχανη και η Αριστερά, υπό το πρόσχημα της υπεράσπισης του μη κυρίαρχου λαού. Η Δεξιά γνωρίζουμε τι κάνει, οι προθέσεις της ήταν πάντα εμφανείς. Βεβαίως, σήμερα που ο πολιτικός λόγος είναι μονόδρομος, καθότι παγκοσμιοποιημένος, η διάκριση αυτή, μάλλον, σε ζοφερά συμπεράσματα μπορεί να οδηγήσει.
Oι μάγκες φιλόστοργοι «αριστεροί» να μας πουν αν και όταν καλούν στο σπίτι τους «φίλους» να φιλοξενήσουν, αν τους πετούν σαν ζώα να κοιμηθούνε στο μπαλκόνι και τους αφήνουν χωρίς ρούχα και ατάιστους, για να ψοφήσουν απ΄ το κρύο και την πείνα. Οι μάγκες «αριστεροί» ας θυμηθούν τον Ξένιο Δία… και ας κάνουν και μία επανάληψη στο ότι ο ρατσισμός δεν έχει μόνον φυλετικό πρόσωπο, έχει πολλαπλά, ένα εκ των οποίων είναι και το κομματικό. Όρτσα για τον νέο εμφύλιο! Διότι ζούμε, εδώ και χρόνια, το σενάριο μίας ατέρμονης υποκουλτούρας, με στοιχεία που διαπνέουν τη συμπεριφορά εθνών αμνημόνων, ανιστόρητων και καταδικασμένων να επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη που οδήγησαν σε εμφύλιες διαμάχες και εξοβέλισαν ανθρώπους ικανούς όχι μόνον από την πολιτική αλλά και την πνευματική σκηνή αυτής της χώρας, για λόγους καθαρά κομματικούς. Η καθαρή πολιτική σκέψη δεν μπορεί να είναι κομματική, και μάλιστα σήμερα που ο ρόλος των κυβερνήσεων είναι εκμηδενισμένος. Το κομματικό discours ισοδυναμεί με την απόχη του τρελού που προσπαθεί να μετατρέψει τα απωθημένα του σε καρβέλια εν μέσω της ερήμου των πολιτικών επιλογών. Πόσο μυαλό θέλει αυτό για να γίνει αντιληπτό!
Όταν έφθασα στις Βρυξέλλες, τόπο από τον οποίο γράφω αυτήν τη στιγμή το άρθρο μου, όχι μόνον καλοβαλμένη, όχι μόνον με χρήματα στην τσέπη μου, για να μπορέσω να ζήσω αξιοπρεπώς, αλλά και με ένα background κουλτούρας, ήμουν υποχρεωμένη, ήθελα δεν ήθελα, να περάσω από όλα τα στάδια της νομοθετημένης βέλγικης μεταναστευτικής πολιτικής. Κάποιος, ο οποίος ζούσε αξιοπρεπώς, έχοντας σπίτι, εργασία και ήταν φορολογούμενος πολίτης όφειλε να εγγυηθεί για μένα, προκειμένου να μου δοθεί ένα χαρτί εξάμηνης προσωρινής διαμονής. Στο διάστημα αυτό, η Αστυνομία πέρασε, σε ανύποπτο χρόνο, τρεις φορές από το σπίτι, για να διαπιστώσει, εάν όντως η δήλωση που είχε γίνει στα αρχεία του Δήμου ήταν αληθής, προκειμένου να περάσουμε στο δεύτερο στάδιο της άδειας διαμονής και να μου χορηγηθεί η ανάλογη ταυτότητα.Το Βέλγιο είναι μία χώρα υποδοχής μεταναστών, όπου κανείς συναντά όλες τις φυλές του Ισραήλ. Το 60 τοις εκατό των κατοίκων των Βρυξελλών είναι Μαροκινοί. Αν προσθέσει κανείς τους κατοίκους της πρώην βελγικής αποικίας του Κογκό, τους ανθρώπους από την Τουρκία, την Ινδία, τις ανατολικές χώρες, τη Λατινική Αμερική, την Ελλάδα, φυσικά, τους Πακιστανούς, των νησιών του Ειρηνικού, τους Κινέζους κοκ, αντιλαμβάνεται ότι οι Βέλγοι σχεδόν χάνονται μπρος σε αυτήν την κοσμοπλημμύρα των μεταναστών. Απλό παράδειγμα, στην πολυκατοικία όπου διαμένω, υπάρχουν 10 διαμερίσματα, 3 μόνον ανήκουν σε Βέλγους. Οι γείτονές μου είναι μία ευγενέστατη οικογένεια Ρουμάνων, που πρόσφατα αγόρασε το σπίτι. Στον επάνω όροφο, ζει μια επίσης ευγενέστατη οικογένεια από το Μαρόκο, με τρία παιδιά, τα οποία καν δεν ακούγονται, διότι τα έχουν εκπαιδεύσει να μην ενοχλούν τους γείτονες, κι εγώ απολαμβάνω τον σύζυγο της οικογένειας, πραγματικά, όταν προσεύχεται μπρος απ΄ το Κοράνι του. Μαγικός! Περπατώ στους δρόμους και απολαμβάνω όλη αυτήν την πολυπολιτισμικότητα, τα χρωματιστά ρούχα της Αφρικής, τις κελεμπίες των Μαροκινών, τους Εβραίους με τα κοτσιδάκια τους, τις Ινδές με τα μεταξωτά τους και τη ζωγραφιστή ελιά, τα διακοσμητικά τους τατουάζ στα χέρια, τα τσιγκελωτά τούρκικα μουστάκια, το μελαμψό των Πακιστανών, τις ωχρές γυναικείες φιγούρες των ανατολικών χωρών, τα λαμέ τζαζ αφρικάνικα κοστούμια.
H Κική Δημουλά νοστάλγησε την παλιά Κυψέλη, όπως την είχε νοσταλγήσει στη Γραμμή του ορίζοντος και ο Χρήστος Βακαλόπουλος, και είπε δεν μου αρέσει αυτό που βλέπω, είναι λυπηρό, αν το συγκρίνω με το παρελθόν. Δεν είπε: Να φύγουν! Δεν μίλησε ενάντια στους ανθρώπους αυτούς, τουναντίον! Tη θλιβερή νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα περιέγραψε, όπως θα την περιγράφαμε και θα την καταγράφαμε σε ένα ρεπορτάζ ή σε ένα μυθιστόρημα. Oύτε και μένα μου αρέσει το θέαμα, με ενοχλεί. Διότι με ταράζει η εξαθλίωση ως άνθρωπο, δεν το αντέχω! Δεν με ενοχλούν οι άνθρωποι, αλλά η παγκόσμια πολιτική σκηνή, που εκφράζεται διά μέσου των ανθρώπων αυτών. Kι εδώ υπάρχει ένα λεπτό σημείο, αλλά θέλει και λεπτότητα σκέψης, για να γίνει κατανοητό: είναι σαν να λέμε ότι οι ρατσιστές δεν αντέχουν την εξαθλίωση και ότι οι αντιρατσιστές την επικροτούν. Βλέπε Άουσβιτς! Η αλήθεια είναι ότι οι ρατσιστές δεν αντέχουν τίποτε, παρά μόνον τον εαυτό τους, το κέντρο της γης, το οποίο, επειδή, ακριβώς, βουλιάζει στον καιάδα συνεχώς, συμπαρασέρνει και όλη την ανθρωπότητα μαζί του, με τη μοναδική αλήθεια και το ένα και ύψιστο ιδανικό τους! Αυτό είναι το “Αγαπάμε του μετανάστες!”. Μάγκες, η πολλή και ένθερμη αγάπη, όπως και το υπερβολικό, γενικά, κρύβει από πίσω το αντίθετο! Όπως ακριβώς ο κρυφοομοφυλόφιλος κόπτεται πολύ για τον ανδρισμό του!
Και να δεις πώς έρχονται καμιά φορά τα πράγματα! Όσην ώρα εγώ γράφω αυτά, στο σπίτι κυκλοφορεί ένα εξαίρετο κορίτσι από τη Ρουμανία, αφράτο και με όμορφα ροδαλά μάγουλα, η οποία ασχολείται με το νοικοκυριό. Συνεννοούμαι και στα ελληνικά και στα γαλλικά μαζί της, διότι έκανε την ίδια δουλειά και στην Ελλάδα. Ονομάζεται Adina Sutu, είναι 25 χρονών, παντρεμένη με τον Gheorghe Sutu, 28 χρονών, και με ένα τρίχρονο κοριτσάκι. Τη γνώρισα, σήμερα, πρώτη φορά, διότι, όταν ήρθε στο σπίτι, τις προηγούμενες φορές, βρισκόμουν στην Ελλάδα, και τραβούσα τα μαλλιά μου με την κατάντια που έβλεπα γύρω μου. Το κουμπί της τηλεόρασης αρνούμαι να το πατήσω στην Ελλάδα. Το επόμενο βήμα είναι να πετάξω τη συσκευή στα σκουπίδια. Η Adina είχε αντικαταστήσει την προηγούμενη κοπέλα και έμεινα έκπληκτη όταν στο δικό μου Bonjour, μου απάντησε: Kαλημέρα. Γνώριζε ότι είμαι Ελληνίδα.

Εκκλησία πήγατε; Έχει ρουμάνικη εκκλησία εδώ;======

Φωτό: Brooke Shaden
http://bibliotheque.gr/?p=20643
Ωραία λουλούδια και άσπρα ως ταίριαζαν πολύ. Αυτό μόνο πήρα μαζί μου, από τα λουλουδάδικα του Συντάγματος, ένα ματσάκι, κι ένα βιβλίο τσέπης ριγμένο στο χαρτοφύλακα, ανάμεσα στα χαρτιά. Σκέφτηκα να το άφηνα δίπλα, μαζί με το ματσάκι με τα λουλούδια:
Purifiés de Sarah Kane. Purifié, ως ταίριαζε, νόμιζα, πολύ. Πήγα, νιώθοντας αμήχανα. Αλλά πιο πολύ γιατί ένιωθα πως δεν μπορούσα να μην πάω. Αλλά αμήχανα. Δεν ήθελα πολύ κόσμο, επίσημο κόσμο, επιβεβλημένο ύφος, πένθιμο ύφος, προσποιητή αποθέωση. Κι αυτόν εξάλλου, όταν τον χειροκροτούσαν, δεν φαινόταν να θέλει την επιβεβλημένη αποθέωση, αλλά μια απλή απόδειξη ότι μας άρεσε το θέατρό (του). Αμήχανη, λοιπόν, στο δρόμο, ενόψει της θεσμοθετημένης αποθέωσης. Πόσο άδικο είχα. Πόσο ήξερε εκείνος όταν το ζήτησε. Πόσο είχε δίκιο που ήθελε να κανονίσει ο ίδιος, με τους δικούς του όρους, μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας, την “τελευταία του παράσταση”. Γιατί αυτό ήταν. Ήταν η τελευταία του παράσταση, σκηνοθετημένη από αυτόν τον ίδιο. Τίποτα επιβεβλημένο, τίποτα προσποιητό. Δεν υπήρχαν ηθοποιοί εκεί μέσα, μόνο οι θεατές του. Τα ωραία άσπρα μου λουλούδια δεν χρειάστηκαν -ένα ηλιοτρόπιο, μόνο του, καθόταν πάνω στο τζάμι. Και μέσα, στα χέρια του, σφιχτά, ένα βιβλίο: “Καθαροί, Πια”. Ως ταίριαζε πολύ. Σκοτεινή σκηνή, μια δεσμίδα φωτός, ένα λιτό “σκηνικό”, μια παρέλαση χαρακτήρων για έναν σιωπηλό χαιρετισμό. Και στα καθίσματα τριγύρω, θεατές. Πολλοί θεατές, σιωπηλοί. Σηκώνονταν, έφευγαν, κάθονταν, σιωπηλοί, γεμίζοντας τα καθίσματα, κοιτώντας στο κενό, κοιτώντας τους άλλους θεατές, κοιτώντας το σκηνικό, κοιτώντας το φέρετρο, κοιτώντας το Θέατρο. Ήταν η τελευταία του παράσταση. Σκηνοθετημένη από τον ίδιο.
Ήταν η τελευταία του παράσταση, κι εμείς οι τελευταίοι θεατές. ‘Εξω στο διάδρομο, στο βιβλιαράκι του γραφείου τελετών, νόμιζα πως θα’βλεπα ”μετάφραση Τζένη Μαστοράκη , σκηνικά Χλόη Ομπολένσκι , φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος”. Έξω στο δρόμο, στο φως, συνειδητοποίησα πως δεν χρειαζόταν κάν να γράψω τα αρχικά μου.
Αρκούσε απλώς το συνοδευτικό: “Οι θεατές σας”. ————–