RSS

Author Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Unknown's avatar

About Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Έχει γράψει ποίηση, μυθιστόρηματα, διηγήματα και δοκίμια. Από το 2016 επιμελείται την ετήσια περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου Dip generation. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα.

Iφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, Εκδόσεις Ars Poetica

,

,

.

.

 

Μέρη Λιόντη, Ελπίζοντας

 
Ξημέρωσε
η άμμος που
κρατούσα όλη νύχτα
κύλησε
Την άφησα να χαθεί
με ταράζει το φως
 
με ταράζει η δύναμή του
Ό,τι έχω χλωμιάζει
Ό,τι κρατώ δεν είναι της μέρας

περπατώ σε μιαν αχτίδα
ανάμεσα στα φωτόνια
προσπαθώ να μην παρασυρθώ
 
να κλάψω
στην ώρα μου
ίσως τότε τούτη η κάψα δροσίσει
 
(μοιράζω τη δύναμή μου σε τρία σακούλια
κι όλα στην ουτοπία τα χαρίζω)
 
 

Θέρος το χειμαζόμενον, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2014

Μόλις κυκλοφόρησε

Φωτό: Kansuke Yamamoto
.
.
 
.
.
 

 

Ασημίνα Λαμπράκου, Δρόσω, η γυναίκα με τα γκρι μάτια (e-περιοδικό bibliothèque)

 
Α, που να μην έσωνα το στόμα μου ν’ ανοίξω και βαθούλωσαν τα μάτια της τα κακοζορισμένα από τη μοίρα και πήρε το γκρι τους εκείνο το παράπονο τ’ ουρανού πριν το χειμωνιάτικο δείλι σε μοναχική κορυφή βουνού ξεχασμένου στο μέσο του
κάμπου.
 
Σφίχτηκαν και τα δάχτυλα στο βελόνι, κόμπους να βγάλουν τα χέρια στα προικιά του κόσμου την αγνωμοσύνη και τη λησμοσύνη, να μη στρώσει η φόδρα κι η ραφή και τα τρία τα μεταξωτά κουμπιά στην άκρη της ζακέτας .
Ως κι ο σφάχτης στη μέση κούφωσε να μ’ ακούσει από περιέργεια και μένος τη λέξη που της έδωσα να μασήσει το πικραμένο της μυαλό πως χρέος το χε να μη φανερώνει τη μιζέρια κι έκανε μπραφ κι απόδρασε απ’ το μπάλωμα η κλωστή για να μ’ απογελάσει η τρύπα στο βρακί της πώς να! αποτάσσω τη μιζέρια που καθόλου δεν δικαιούμαι κι άλλοι μου την επέρασαν στέμμα βασίλισσας ξεδοντιάρας στα 60 μου από νοικοκυρά στο σπίτι μου να γίνω κι έχασκε προς στιγμή το στόμα της απ’ ανάγκη να βεβαιώσει την αλήθεια. Κι άλλο δεν έχω να σε φιλέψω παρά την πρόστυχη τρύπια απόδειξη πως μίζερη είν’ η ζωή μου κι όχι αυτά που μαρτυράω αφού καλά τα κρύβω το πρωί φορώντας τ’ άλλα τα βρακιά μου μη τύχει τίποτα που θα αποδείξει την αλήθεια.  
 
 
 
 
Α, που να μην έσωνα το στόμα μου ν’ ανοίξω και με πάγωσε η εικόνα της πιο πολύ απ’ τη φωνή της που αντάμωσε τ’ αφτιά μου γλυκόλαλη να ειρωνευτεί με ήχο παρά λέξεις την γραμματοσύνη μου που ξετσίπωτη αποθρασύνθηκε να την ορμηνέψει τ’ ανορμήνευτα στον πόνο τον ανεπίστροφο. Και σαν ο σβέρκος σηκώθηκε να στηρίξει πιο ψηλά κι απ’ το ψηλά εκείνο το κεφάλι, με το γκρι της θάλασσας του χειμώνα στο χωριό της, βλέμμα, υποκλίθηκα αμαρτωλή στη ζωή που από περηφάνια  πορεύτηκε μοναχική, τόσο που κι ο θάνατος περίσσεψε φορές πολλές, τη μοναξιά να μη χαλάσει.
 
Artwork: Julia Geiser
 
 
bibliotheque.gr/?p=35150
 
.
.
 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Κάποτε η Κυριακή

g52

Η Κυριακή μικρό νησί
δίπλα στη βρώμικη πολιτεία
στολίζεται ρούχα καθαρά κι άδειες τσέπες
Κυριακή απομεσήμερο
και φτάνει στα νυσταγμένα αυτιά
ο αχός των γονιών, δεκαετίες πριν,
όλοι γελούν στο τραπέζι ένα γύρο
ήλιος η μαμά κι ένα κομμάτι βαμβάκι
από σύννεφο στου μπαμπά το μέτωπο.
Η Κυριακή μικρό νησί
σηκώνει λευκό πανί και ταξιδεύει,
στο στήθος ένα τσίμπημα ελαφρύ.
.
.
 
Κάποτε η Κυριακή είχε χαμόγελα μυρωδάτα
και πτήσεις καταπάνω στου ήλιου τους ανέμους
κάποτε η Κυριακή είχε παράθυρα ανοιχτά
κι ερωτήματα μετέωρα στου έρωτα τη ρέμβη
κάποτε μαζί παρέα
σε μπαλκόνια αντίκρυ σ’ όλη τη ζωή μας
λέγαμε την ψυχή μας με μιαν ανάσα
σε πορφυρά αυτοκίνητα μέσα
τρέχαμε μ’ εκατόν εξήντα στην ανηφόρα
και δραπετεύαμε Κυριακή
ως το μεθυσμένο δείλι
μικρές κι άμυαλες εκδρομές στην ευτυχία.
 
Γιώργος Παναγιωτίδης, Κύμα Άλμα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014
 
Μόλις κυκλοφόρησε
 
GIORGOS PANAGIOTIDIS

.

.

.

.

 
 
 
 

Γιώργος Δουατζής, Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη

εχνάς ότι είμαι ποιητής. Για τα πεζογραφήματα το πρόβλημά μου δεν είναι πώς θα χειριστώ τη μυθοπλασία, πώς θα στήσω δηλαδή ένα παραμύθι, στο οποίο θα χωρέσουν κάποια πράγματα. Είναι πολύ απλό κάτι τέτοιο. Γιατί όμως να μεταφέρω κομμάτια προσωπικής ζωής για να έχω κάτι τέτοιο;

εν είναι για όλους εύκολο αυτό.

ια μένα είναι πολύ εύκολο. Το ξέρεις κι εσύ πόσο εύκολο είναι, γράφοντας καθημερινά το ρεπορτάζ σου. Το θέμα είναι πόσο γεννάει το μυαλό παραγωγικές σκέψεις, πόσο καλλιεργείς το πνεύμα σου και πόσο μπορείς να κεντρίσεις τον αναγνώστη να προχωρήσει παραπέρα. Πέρα από σένα. Όσο σε ξεπερνάει ο αναγνώστης, τόσο πιο επιτυχημένο είναι το έργο σου. Όπως ο μαθητής το δάσκαλο. Αν δεν τον ξεπεράσει, έχει αποτύχει ο δάσκαλος.

ηλαδή, υποτιμάτε την αναγκαιότητα του μύθου σε ένα βιβλίο;

χι. Βρίσκω άκρως ενδιαφέροντα το μύθο. Όμως για μένα είναι πρόσχημα, όχημα επικοινωνίας, για να μπορέσω να πω στον αναγνώστη όσα σκέφτομαι. Εκτός αν λειτουργήσω ως ένας διασκεδαστής, που δεν έχει απολύτως τίποτε να πει. Βιβλία που τα διαβάζει κάποιος απλώς για να περνάει η ώρα για μένα δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

μυθιστοριογράφος έχει όχημα επικοινωνίας τα βιβλία του, για να επικοινωνεί με τον κόσμο.

– Δε διαφωνώ, Τέρπανδρε. Απλώς, εμένα ως αναγνώστη με κερδίζει η ουσία του υλικού και όχι το φέρον όχημα.

****

.

Ήταν κάτι τεράστια δωμάτια ψηλά, χωρίς παράθυρα αλλά με φως και δεν ξέρω από πού ερχόταν τόσο φως στα ολόχτιστα ψηλά δωμάτια κι ένιωσα να εισπνέω, το στήθος μου φούσκωνε, φούσκωνε και, μόλις ακούμπησα στον τοίχο που με έπνιγε, αυτός έγινε κομμάτια, λες και ήταν από λεπτό γυαλί, έγινε κομμάτια, αυτός ο τεράστιος πέτρινος ψηλοτάβανος χώρος κι εγώ περπατούσα αργά, ήρεμα με πολλή δύναμη ως φαίνεται και έπεφταν οι τοίχοι κι εγώ περπατούσα ανάμεσα στα συντρίμμια κι έλεγα «δεν είναι δυνατόν να υποχωρούν σαν θρύψαλα τέτοιοι τοίχοι», κι όμως βάδιζα συνέχεια, από τοίχο σε τοίχο, διασχίζοντας πολλά δωμάτια πολλά, ώσπου είδα από πού ερχόταν το φως με τις τρεις πηγές, αφού ήταν τρεις ήλιοι –ίδιο σχήμα, μέγεθος, ένταση φωτός– και πηγαινοέρχονταν σαν εκκρεμή φωτιστικά στο θόλο του ουρανού, που τον φανταζόμουν, δεν τον έβλεπα, γιατί πού να δεις ουράνιο θόλο, κι έπειτα με μια πολύ μικρή ώθηση στα πόδια βρέθηκα να ίπταμαι, σε μια ήρεμη, σταθερή σε τροχιά πτήση και πλησίαζα, πλησίαζα τους τρεις ήλιους κι έβλεπα πόσα συντρίμμια άφησα πίσω μου εκεί κάτω και πλησίαζα στους ήλιους και δεν τυφλώθηκα καθόλου όταν βρέθηκα στα έγκατα του φωτός κι εκεί πλημμύρισα αγαλλίαση, ναι, αγαλλίαση ήταν και τώρα που σου μιλάω είμαι μπουκωμένος υπέροχο φως. Πανυψίστη, υπέροχο, γιατί δεν σου είπα πως οι τοίχοι έμοιαζαν με μάσκες, με προσωπεία πανάρχαια που τα φέρουν αιώνες οι άνθρωποι κι αιώνες προσπαθούν να τα συντρίψουν, γι’ αυτό κι εγώ νιώθω τόση αγαλλίαση τώρα, με τόσο φως να με έχει αγκαλιασμένο.

..

Γιώργος Δουατζής,  Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη, σελ. 220 και σελ. 269-270, Εκδόσεις Λιβάνη, 2008

.

Πίνακες: René Magritte, Salvador Dalí 

.

.

.

.

 

 

 

Παναγιώτης Τριτάρης, Πρόχειρα (e-περιοδικό Θράκα)

 
 
30
 
Tόσα έξοδα
στις λαχειοφόρους των θεών
και ούτε μια ανεμώνη
στον λήγοντα.
 
 
43
 
Εμείς
στην άκρη των αστεριών
στους έσχατους γκρεμούς του Τίποτα
εκεί που αφρίζει μανιασμένο το κενό:
Καινούργιος χρόνος φτιάχνεται
ασταμάτητα.
 
Μ’ ακούς;
Από τo άδειο σπουργίτι κερδίζουμε έδαφος
τόσο δίκαια θνητοί,
τόσο άδικα αιώνιοι.
 
Φωτό: Gilbert Garcin
 

 thracamagazine.blogspot.gr/2014/02/blog-post_21.html

.

.

 

 

Ρέα Γαλανάκη, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Spina nel cuore

Kansuke Yamamoto, 1956 premonition-of-genocide-1940Δεν ήξερα αν έζησε εδώ κανείς μετά τη μάνα μου, εφόσον δεχόμουν την εκδοχή πως έζησε και τέλειωσε εδώ μόνη της. Δεν μπόρεσα να βρω κανένα τεκμήριο, γιατί το σπίτι ήταν άδειο από κάθε αντικείμενο, μολονότι συνέβαινε να τα θυμάμαι όλα με απίστευτη διαύγεια, τα λίγα όσα αποτελούσαν το νοικοκυριό ενός αγροτικού σπιτιού και την ανάπαυση των καταπονημένων μας σωμάτων. Παρά τις ενθυμήσεις μου, το σπίτι βρισκόταν άδειο, δείχνοντας πως δεν είχε κατοικηθεί για χρόνια. Μια σχεδόν ανεπαίσθητη ομολογία των οριζόντιων, των κάθετων και της καμπύλης, πως απουσίασαν τα αισθήματα. Κάτι σαν σκόνη ή σαν ιστός αράχνης στις γωνίες. Με το ίδιο χεράκι όφειλα να παραμερίσω τα πέπλα τους.

Ρέα Γαλανάκη, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Spina nel cuore, σελ. 171, Εκδόσεις  Άγρα, 1989

Φωτό: kansuke Yamamoto

.

.

 

Φίλων Σοφίες, ebook

Το κατεβάζετε ελεύθερα από τον παρακάτω σύνδεσμο

www.islandofman.me/post/77108590755/ebook

157.

“Δεν χρειάζεται να ζητούμε συγγνώμη για ό,τι με ακρίβεια θα επαναλάβουμε στο μέλλον. Είναι η λιγότερο ευφάνταστη εκδοχή της αποδοχής της επανάληψης.”

Ιφιγένεια Σιαφάκα

 
Image

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, Εκδόσεις Ars Poetica

.

http://wp.me/p4mcIa-1z

.

Slide7

.

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, Εκδόσεις Ars Poetica

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, Εκδόσεις Ars Poetica

.

Mόλις κυκλοφόρησε              

             

Πώς το σφύριγμα ενός τρένου επιδρά σε μία σούπα; Tι σχέση μπορεί να έχει το ψεγάδι ενός σερβίτσιου με την επιλογή ενός παλτού; Πώς η παρασκευή της μαρμελάδας τριαντάφυλλου ενώνει ερωτικά δυο άντρες;  Με ποιον τρόπο το σώμα απαντά στη μνήμη και πώς η μνήμη καταγράφεται στο σώμα; Είναι ικανό ένα γράμμα να στηρίξει μιαν ολόκληρη ζωή; Tι επιδιώκει ο κ. Μπιφ περιφερόμενος με μια τρύπια καρέκλα που μόλις κληρονόμησε; Ποια είναι η νέα μέθοδος Πλεκτού της γηραιάς αράχνης αυτοκράτειρας, ποια πλεκτάνη κρύβεται στους νέους τρόπους διακυβέρνησης της Αυτοκρατορίας του Πλεκτού και πώς θα αντιδράσουνε τα ζώα;

Αυτά και πολλά ακόμη ερωτήματα αναζητούν απάντηση σε 27 «αφηγήματα ανάδρομων πλέξεων».  Κοινός άξονας των ιστοριών είναι οι ανάδρομες κινήσεις της σκέψης των ηρώων: αν και δρουν σε διαφορετικές σελίδες μυθοπλασίας —ρεαλιστικές, υπερρεαλιστικές, σε αυτές του παραμυθιού ή του εσωτερικού μονολόγου, στον κόσμο του μαγικού ρεαλισμού ή στο  χώρο που το επέκεινα της ποιητικής προσέγγισης επιφυλάσσει—, όλοι οι ήρωες προσεγγίζονται ως θύματα και θύτες ταυτόχρονα μίας «πλεκτάνης».

Άλλοτε κινούνται κατακερματισμένοι στο χωρόχρονο, άλλοτε συμβολοποιούν την πτώση τους, ενεργώντας εν αγνοία τους, κι άλλοτε, σε μία ύστατη προσπάθεια αυτοσυνειδησίας, έντρομοι ανακαλύπτουν. Η γλώσσα τους παρακολουθεί στενά, ανάδρομα και με διαφορετικό επίσης τρόπο, για να τους προσδιορίσει ως φορείς ενός μοναδικού και ιδιαίτερου κάθε φορά λόγου, ο οποίος επιχειρεί να τους ακούσει, να τους κατανοήσει, να τους αποκρυπτογραφήσει και να τους καταγράψει εντέλει με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια.