RSS

Monthly Archives: August 2021

Τάσος Δενέγρης, Ελλάς, η χώρα των θαυμάτων

.

Μια χορωδία εργολάβων οικοδομών

Εκτελεί το Requiem του Χέντελ

Βουλευταί ζωγραφίζουν ορχιδέες

Ο στρατηγός εμφανίζει στα σκοτεινά

Φωτογραφίες της Παναγίας

.

Αυτός ο κόσμος δεν έγινε για μας

,

Μάιος 1967

Τάσος Δενέγρης, Ελλάς, η χώρα των θαυμάτων, από τη συλλογή Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος, Ανθολογία Ε. Γαραντούδη, Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα

Artwork: Marcos Guinoza

 

Δ. Π. Παπαδίτσας, Πίσω από κάθε πόρτα

.

Υπάρχει ένας τόπος από τραγούδι

Υπάρχουν για τη φωνή μας υποσχέσεις

Όχι από θάνατο ούτε από ρέμβη

.

Χέρια αγαπημένα καθώς ακουμπούν το μέτωπό μας

Βλέμματα που σαλεύουν μέσα μας όπως πουλιά στον ουρανό

Αφήνοντας το ρίγος μιας τωρινής ευτυχίας

.

Αν αύριο μ’ έβρισκες αμίλητο

Στερημένον κι από σκιά δέντρου ακόμα

Στο δέρμα μου θα κάρπιζε ο αλλοτινός καιρός

Θα με πλησίαζες και θα έφευγες με την ανάμνησή μου

.

Να γιατί τα βήματά μου τ’ ακούς σε κάθε σκάλα

Και πίσω από κάθε πόρτα

Στέκομαι χτυπώντας.

Δ. Π. Παπαδίτσας, Πίσω από κάθε πόρτα, ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη, Εστία 1977

Πίνακας: Henri Lebasque

.

 

Αλέξανδρος Μπάρας, Τα εσπέρια

.

Βράδυ.

Ελαιώδη τα νερά του προλιμένος

βαρειά, σαν υδραργυρικά,

με κάτι κυανά σαξωνικά

με κάτι ιώδεις αποχρώσεις,

κάτι θαμπούς μεταλλισμούς

κι’ αποχαυνώσεις ρόδινες…

Ναι, κάτι τέτοιες

ευδαιμονικές βραδυές

ανώδυνες,

περιπλανώμενες βραδυές,

μέσα στα θέρη,

διστακτικές να σβύσουν,

διστακτικές να καταλύσουν

την ονειροκρατία προς δυσμάς

μετά το πέσιμο του ήλιου,

–ενώ μια θεία μεσοβασιλεία

χωρίζει πια το φως που μας δυνάστευε

απ’ την ερχόμενη του σκότους μοναρχία–

ναι, κάτι τέτοιες βραδυές.

στα ελαιώδη νερά του προλιμένος,

μετακινείται κύκνεια

ένα μεγάλο πλοίο,

μετακινείται παίρνοντας

κατεύθυνση προς τ’ ανοιχτά,

μ’ εκείνο το περιφρονητικό του μεγαλείο

των μακρυνών αναχωρήσεων…

.

 –Κι’ ίσως δεν είναι πλοίο,

ίσως είναι το παν που φεύγει,

όλα που φεύγουν–. Όλα.

Πίνακας: Μανώλης Μπίτζος

.

 

Nίκος Φωκάς, Το φεγγάρι κι η τρέλλα

.

Και το φεγγάρι έφερνε πάντα

Πίσω του ένα λελέκι μαύρο.

***

Πέρα για πέρα είταν φεγγάρι,

Ήσκιος κανένας δεν μπορούσε.

***

Και τότε ένα λελέκι μαύρο

Κατέβαζε ο ουρανός μπροστά μου.

***

Καθόταν μ’ ένα βλέμμα εκείνο

Σα να μη χάρηκε ποτέ του.

***

Το βλέμμα του έπαιρνα βαθειά μου

Κει που η ψυχή είναι μόνο κλάψα…

***

Ούτε ήσκιος χάμω δεν μπορούσε·

Ούτε πουλιού λαλιά στη νύχτα.

***

Μονάχα ένα λελέκι μαύρο

Μέσα στη μοναξιά μπορούσε.

***

Κι η κλάψα που απ’ τον κόσμο φεύγει

Και παρευθύς αλλάζει κόσμο.

Νίκος Φωκάς, Το φεγγάρι κι η τρέλλα, Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα

Πίνακας: Anne Siems

.

 

Tags:

Νίκος Βασιλειάδης, Ο συμβολαιογράφος

.

Οι κολοκυθιές της Ερασμίας ήταν διαβόητες και διά βίου συνδεδεμένες μαζί της. Το σπιτάκι της, ευρισκόμενο στην άκρη άκρη της γειτονιάς, είχε αρκετό οικόπεδο, στο οποίο παλαιόθεν η Ερασμία μέσα στη φτώχεια της είχε προσπαθήσει να καλλιεργήσει λαχανικά. Τίποτα όμως δεν της γινόταν, παρεκτός τα κολοκύθια. Εκεί που όλα τ’ άλλα μαράζωναν και ξεραίνονταν σαν αβασκαμένα, αυτά θέριευαν από κάποια μυστήρια θεϊκή ευλογία. Κι έτσι, εκούσιες ακούσιες οι φτωχούλες, είχαν αρχίσει την αναγκαστική και παρατεταμένη κολοκυθοφαγία. Δεν υπήρξε συνταγή καθιερωμένη και μη που να μην επανελήφθη αμέτρητες φορές: κολοκυθάκια τηγανητά, κολοκυθοκεφτέδες, ωγκρατέν στον φούρνο, γεμιστά με ρύζι ή, σπανίως, με κιμά, βραστά με τη ρίγανη, σαλάτα με άνηθο, κρέας με κολοκυθάκια τον Δεκαπενταύγουστο, κολοκυθάκια τουρλού, κολοκυθοκορφάδες με κουρκούτι και πάει λέγοντας. Κι επιπλέον είχεν επινοήσει και δικές της συνταγές η Ερασμία, όπως κολοκυθάκια πουρέ και κολοκυθοταραμοκεφτέδες.

Κι επειδή της γίνονταν και οι κόκκινες κολοκύθες, οι χειμωνιάτικες, το ρεπερτόριο πλουτιζόταν με κολοκυθόπιτες, κολοκυθόσουπα, κολοκύθι ρετσέλι, κολοκύθι στον φούρνο με ζάχαρη και κανέλα,  κολοκυθόσουστες γλυκό και όποιον άλλο νεωτερισμό κατέβαζεν η κούτρα της. Και για τη βόλτα, κολοκυθόσπορος. Κι επειδή οι ευλογημένες οι κολοκυθιές γεννοβολούσαν ασταμάτητα, κάθε μέρα γινόταν υποχρεωτική διανομή και στις γειτόνισσες, σε βαθμό που στις περισσότερες είχε καταντήσει βραχνάς. Η Ματούλα το είχε τάξει πως, αν κάποτε αλλάξουν τα πράγματα, δεν θα ξαναδεί κολοκύθι ούτε ζωγραφιστό. Αλλά όσο τα πράγματα δεν άλλαζαν, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιουμένη τα ’τρωγε και την έτρωγαν. Κι από πάνω άκουγε και τις θεωρίες της Ερασμίας, η οποία είχε αναπτύξει και ιδεολογικό υπόβαθρό με ολόκληρο σύστημα επιχειρημάτων περί της υγιεινής αξίας των κολοκυθιών και πια της είχαν γίνει τέτοια έμμονη ιδέα, που τα έτρωγε και με ευχαρίστηση! Από τις πρώτες υποσχέσεις της που ετήρησε η Ματούλα με τον γάμο της ήταν η περί των κολοκυθιών. Σ’ αυτό την εβοήθησε αναπάντεχα κι ο Αργύρης, που κολοκυθάκι έβλεπε και τον έπιανε αναγούλα. Στα πρώτα, βέβαια, τραπεζώματα δεν είχαν λείψει τα κολοκυθοεδέσματα, μάλιστα ο γαμπρός έφαγε και κάνα δυο μπουκιές, για να μη δείξει ιδιότροπος.

Νίκος Βασιλειάδης, Ο συμβολαιογράφος, σελ. 36-38, Εκδόσεις Νεφέλη, 1995.

.

 

Τζένη Μαστοράκη, Τα παραμύθια της Χαλιμάς

.

Δε μου είναι πια εύκολο

μήτε θελητό

να γράφω στιχάκια.

Γύρω παραμονεύουνε οι σκοτωμένοι

με γάντζους και στριφτά μαχαίρια

κι ο τόπος αφρίζει ποτάσα.

Μου το ’λεγαν ότι στο τέλος

η Χαλιμά τα ξέρασε πετρέλαιο

τα παραμύθια.

Έτσι στους δύσκολους καιρούς

παίρνω ένα καλάθι μανιτάρια

και παρασταίνω

 την πεντάμορφη του δάσους.

 Στην αρχή μοιάζει λίγο

σα να βουτάς με το κεφάλι

απ’ τον τοίχο.

Πιο έπειτα το συνηθίζεις και σ’ αρέσει.

Τζένη Μαστοράκη, Τα παραμύθια της Χαλιμάς, από τη συλλογή Το σόι, Εκδόσεις Κέδρος, 1990

Πίνακας: Στέφανος Δασκαλάκης

 

Δ. Π. Παπαδίτσας, Το παράθυρο [απόσπασμα]

Γιατί έχω μέσα μου ένα νεκρό πουλί και συ το λυπάσαι

γιατί μου κρατάς τα χέρια και τα δικά σου χέρια τα ’χω κρυμμένα στον ύπνο μου

γιατί το σώμα σου μοιάζει με όνειρο που ακολουθεί τις πράξεις μου όλη τη μέρα

και λίγο-λίγο μου έρχεται στη μνήμη

γιατί μου λες για την αγάπη

μου λες πώς αποχαιρετιώνται δυο κι’ αφήνουν την αγάπη μόνη

σαν το μαργαριτάρι έξω από το στρείδι του

γιατί μου λες πολλές φορές για την αγάπη ότι είναι σύμπτωση

γι’ αυτό σ’ αγαπώ

γιατί σ’ αγκαλιάζω και σε μυρίζω όπως αρνί που οσφραίνεται το χόρτο

γιατί δέχομαι τη φωνή σου σαν να ’ναι σπόρος

κι’ εγώ σαν να ’μια φρέσκο χώμα

γιατί σ’ αγκαλιάζω πάντα κι’ απέναντί μας μια μέρα σημαδεύει την αγάπη μας

όπως εμένα κάποτε που με πυροβολούσε η νύχτα

γιατί σε βλέπω σαν πηλό και θέλω να σου δώσω το σχήμα της αγωνίας μου

κι’ ύστερα πάλι να σε ξαναπλάσω

γι’ αυτό σ’ αγαπώ

γιατί είσαι η αγωνία μου […]

.

Δ. Π. Παπαδίτσας, Το παράθυρο, απόσπασμα, ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη, Εστία 1977 Πίνακας: Marc Chagall

 

Γιολάντα Πέγκλη, Ανάμεσα όνειρο και πραγματικότητα

.

Απ’ την ποδιά μου έπιασε ρίζα ο ουρανός

μπλέχτηκε τα σαντάλια σου

είδες φυτεμένη την ανατολή στα βότσαλα

είδα τα πορτοκαλιά, τα καταπράσινα

έξω στο σκαλοπάτι μου προτού να μπούμε μέσα

μ’ έκανες να κλάψω

να γελάσω –

.

μα δε θυμάμαι Αύγουστος ήταν

ή ύπνος Αυγούστου

.

ως το ένα

μέσα απ’ το σώμα μου

Γιολάντα Πέγκλη, Ανάμεσα όνειρο και πραγματικότητα, ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη, Εστία 1977

Πίνακας: Peder Severin Krøyer

 

Aλέξανδρος Μπάρας, Ανατέλλω την «πρώτη» σελήνη

.

Ανατέλλω όπως τη θέλω

μια σελήνη υπερμεγέθη

σαν ασπίδα χάλκινη

που ένα χέρι

–ο πιο δυσειδής κι ο πιο μεγάλος

ανθρωποειδής της οικουμένης–

την υψώνει

μες στα προϊστορικά ζοφώδη δάση

την υψώνει για να την κρεμάσει

στα γιγάντια τα κλαδιά

και χτυπώντας την με λίθους

–γκογκ συναγερμού κοσμοπορείας–

να ξυπνήσει του χάους και του βύθους

την κοιμώμενη ζωή

και τους πρώτους ρυθμούς της Ιστορίας…

.

Aλέξανδρος Μπάρας, Ανατέλλω την «πρώτη» σελήνη, από τις Συνθέσεις, Βιβλίο τρίτο

Φωτογραφία: Bρυξέλλες, Μάιος 2021, από το προσωπικό μου αρχείο

 

Tags:

Νίκος Βασιλειάδης, Ο συμβολαιογράφος

Ήταν αθεράπευτα κοντός ο Αργύρης και το ήξερε και το ένιωθε με πόνο βαθύ. Έπαιρνε βέβαια τα μέτρα του κατά δύναμιν: είχε ψηλώσει αισθητά τις σόλες των παπουτσιών του, φορούσε πάντα σακκάκι με όρθιες ρίγες και περπατούσε πάντα τσιτωμένος και αλύγιστος, σαν να είχε καταπιεί μηλινόβιτσα. Αλλά η κυρ’ Αναστασία, παρόχθιος κάτοικος του περιπάτου, γυνή θυμόσοφος με τάσεις προς τον κυνισμό, που όλα τα έβλεπε ως δίκης οφθαλμός, αλλά συνήθως τα σχολίαζε με κάποιες εύγλωττες κινήσεις του κεφαλιού, για τον Αργύρη από καιρού είχε κάνει την εξαίρεση να χρησμωδήσει φωναχτά σαν μοίρα κακή:– Aυτός, όσο και να κορδώνεται, θεμέλια στην άμμο έχει… Το φοβερό του αυτό μειονέκτημα όμως ο Αργύρης το αντιστάθμιζε αναπτύσσοντας άλλα προσόντα, με μια προτίμηση προς τα καλλιτεχνικά, όπου, ομολογουμένως, είχεν αρκετή επιτυχία. Έχοντας πάει μέχρι την τρίτη Γυμνασία, του είχε μείνει μια λόξα με την ποίηση. Όθεν, είχε μελετήσει εν συνεχεία εμβριθώς δυο τρεις ανθολογίες και είχε αποστηθίσει ουκ ολίγα ποιήματα – αρκετόν Παλαμά, ολίγον Βαλαωρίτη, κάποια λυρικά του Δροσίνη, του Γρυπάρη και του Πορφύρα, κάμποσα πιπεράτα του Σουρή και κάτι άλλους μυστήριους κι ελάχιστα γνωστούς– αποτελών έτσι κινητήν βιβλιοθήκη για τα δεδομένα της εποχής και του περιβάλλοντός του. Κι όποτε ερχότανε κατάλληλη στιγμή και αναλόγως της ατμοσφαίρας και της διαθέσεως της ομηγύρεως, ξεφούρνιζε κάτι με την ωραία μπάσα φωνή του. […]

Όμως το μεγάλο του ατού, το πλεονέκτημα και αντιστάθμισμα του ελαχίστου καθ’ ύψος μεγέθους του, ήταν άλλο και του το είχε παραχωρήσει η ίδια αυτή Φύσις, σε κάποιαν ίσως κρίση συνειδήσεως. Επρόκειτο δε πάλι περί μεγέθους. Ο ίδιος ο Αργύρης, σε στιγμές που γινόταν κάποια αναπόφευκτη νύξις περί του ύψους του, περιέγραφε το φαινόμενον με την συνήθη εκφραστικότητα των χειρονομιών του: άνοιγε τον αντίχειρα και τον δείκτη σε ορθή γωνία, με τον δείκτη κατακόρυφο και τον αντίχειρα οριζόντιον κι έλεγε:– O Θεός έκαμε τους ανθρώπους ή έτσι… ή έτσι… Και αντέστρεφε την θέση των δύο δακτύλων στο δεύτερο μέρος της φράσεως. Και ο  νοών νοείτω. Το υπερφυσικόν του οργάνου με το οποίον τον είχε προικίσει μες στα καπρίτσια της η Φύσις, ήταν βεβαίως τοις πάσι γνωστόν, αν όχι εξ όψεως, πάντως οπωσδήποτε εξ ακοής, στην πολίχνην αυτή, όπου διυλίζετο μετά πάσης επιμελείας και ο έσχατος κώνωψ. Πόσο μάλλον τέτοια κάμηλος! Πολλά ελέγοντο περί του φαινομένου αυτού, πως δήθεν του έφτανε μέχρι τον αφαλό, πως τάχα του ’βγαινε από πάνω από το παντελόνι σε στιγμές μερακλώματος και άλλα πολλά. Ο ίδιος σχεδόν τίποτε δεν έλεγε όμως. Του αρκούσε τα καλοκαίρια να κάνει τις βόλτες του στην παραλία όπου έπαιρναν τα μπάνια τους οι συμπολίτες τους, ασπροκόκκινος, τσουρουφλισμένος και κορδωτός, με απόλυτην εμπιστοσύνη στον πελώριον όγκο, που ασφυκτιούσε μέχρις εκρήξεως μέσα στο μπανιερό του.

Νίκος Βασιλειάδης, Ο συμβολαιογράφος, σελ 11-12 και 14-15, Εκδόσεις Νεφέλη, 1995. Artwork: Stanley Spencer

.