RSS

Monthly Archives: August 2021

Αντώνης Σαπουντζάκης, Εδώ, στην άκρια της θάλασσας

.

Εδώ, στην άκρια της θάλασσας

που οι δυτικές επαρχίες τελειώνουν μ’ έναν βάσανο

καταλαβαίνω πως υπήρξα ένα λάθος της πέτρας.

.

Η γης που χορεύει

περνάει κύματα μέσ’ απ’ τα χέρια μου

ρωτάει τη φτιάξη μου

πώς τώρα με πείσμα ρωτάει ο ρυθμός

τι έμεινε απ’ τη νιότη αζύμωτο

ποιος είναι ο ναυαγός.

.

Είπες το σώμα είναι η γλώσσα του χώρου

πως είναι το σπίτι του νερού

κ’ εγώ μ’ αυτό σε κατοίκησα.

.

(Πως με τυράννησες στη γλώσσΑ).

.

Θα με γρικάει η ομίχλη και ο κρύος χειμώνας

θα με νομίζουν οι γκρεμοί στον ύπνο τους

όταν σκοντάφτουν πάνω σ’ όνειρα ερπετών

και της πνοής το ξάφνιασμα σα με λογίζεται

θα συνεχίζει ν’ αγκαλιάζει νικημένους.

.

Πως τα πουλιά είναι η βουή

που μέσα της σ’ ονόμασα.

.

(Πως στα πουλιά με γκρέμισεΣ).

.

Κι ώσπου να φύγω

θα με γλύφει το νόημα ώσπου

να γίνω βότσαλο μέσα σε χίλια βότσαλα

λείο μες στη φτηνή αλληγορία των εραστών

λευκό στη μεγάλη αναιμία του κόσμου.

.

Πίνακας: Νικόλαος Λύτρας

 

Δ. Π. Παπαδίτσας, Ερμηνεία πρώτη

.

ΙΙ.

Γιατί το άλογο το καθρεφτίζεις σε κρύσταλλα οράσεως;

Γιατί του ορμέμφυτου το ξίφος το σπάζουν αστραπές;

.

Τα κρύα βράδια γύρεψαν το πρόσωπό σου

Η σκοτεινιά της πέτρας έγινε σκοτεινιά σου

Κι όταν δε βλέπεις ούτε και το χέρι σου

Δε βλέπεις του ματιού σου το καθρέφτισμα

Ακούς το χέρι και το μάτι σου κελαηδιστή βροχή

Πάνω σε δέντρο που μετράει πυθμένες αέρος

.

Σε θαύμασα ώρα που χωρίζεις τα δυο πρόσωπα

Και τους μοιράζεις κρίνα αθώας θάλασσας

Να γίνουν ένα

.

Ποιος κεραυνός θα σε γεννοβολήσει για να πεις

Μέσα από χίλια τραύματα: υπάρχεις

Ναι υπάρχεις φαρμακερό ξίφος πίσω απ’ τη μήνιγγα

Υπάρχεις ναι υπάρχεις νύχτα δολοφονίας στο μάτι

Που κλαίει που κερδίζει που κλέβει

Που ανεβοκατεβαίνει αψίδες ναών

Θόλους αγάπης

.

Μα τα χειμέρια κρύσταλλα του φεγγαριού

Ω τα χειμέρια κρύσταλλα του φεγγαριού στη γη

Που ξυπνούν το ανοιξιάτικο φίδι στο σκίνο

Που μας οπλίζουν με καθάριο μάτι

Και θερισμοί μέσα στων ήλιων τις καταπακτές

Μας διαμορφώνουν

.

Δυνατέ άνεμε μια φορά να ταπεινωθείς και τότε

Θα δει το φίδι την απελπισία του

Ο δίκαιος την παντοδυναμία του

Το μάτι θα μεθύσει από ιώδες σύμπαν

Το σάπιο χέρι θα χαθεί στο λάκκο του

.

Δ. Π. Παπαδίτσας, Ερμηνεία πρώτη, από τη συλλογή Εν Πάτμω και δύο ερμηνείες, Ανθολογία Ε. Γαραντούδη, Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα.  

Αrtwork: Ernest Ludwig Kirchner

 

Μάρκος Μέσκος, Συνηγορία ποιήσεως

.

Κάθε ποίημα ξεκινάει από τον τίτλο εάν έχει. Το αυθεντικό Ποίημα έχει το πριν και το μετά σίγουρα. Το σήμερα διεκδικείται από ένα σωρό μνηστήρες.

****

Τελικά η ποίηση μπορεί να εκτιμηθεί και ωσάν ανιδιοτελής εργασία εκτός των άλλων κανονικών-φυσιολογικών συμπεριφορών, προσήλωση «ανισόρροπη» μέχρι το τέλος.

****

Kάθε λέξη σημαίνει κάτι· ενίοτε περισσότερα, ανάλογα με τη θέση της στον στίχο. Αναντικατάστατη. Λίγο να μετακινηθεί γκρεμίστηκε το οικοδόμημα, το Ποίημα θέλω να πω.

****

Ο ρυθμός, το ρίγος κρατάει όρθιο το Ποίημα· δεν καταρρέει. Ο κάθετος άξονας του Ποιήματος, ανάλογα με το τέμπο που ο Δημιουργός προσδίδει στο κεντρικό του θέμα, χαρακτηρίζει και το αποτέλεσμά του.

Μάρκος Μέσκος, Συνηγορία ποιήσεως, Εκδόσεις Κίχλη, 2015

Πίνακας: Jan Sluijters

 

Τάσος Δενέγρης, Ελλάς, η χώρα των θαυμάτων

.

Μια χορωδία εργολάβων οικοδομών

Εκτελεί το Requiem του Χέντελ

Βουλευταί ζωγραφίζουν ορχιδέες

Ο στρατηγός εμφανίζει στα σκοτεινά

Φωτογραφίες της Παναγίας

.

Αυτός ο κόσμος δεν έγινε για μας

,

Μάιος 1967

Τάσος Δενέγρης, Ελλάς, η χώρα των θαυμάτων, από τη συλλογή Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος, Ανθολογία Ε. Γαραντούδη, Η ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα

Artwork: Marcos Guinoza

 

Δ. Π. Παπαδίτσας, Πίσω από κάθε πόρτα

.

Υπάρχει ένας τόπος από τραγούδι

Υπάρχουν για τη φωνή μας υποσχέσεις

Όχι από θάνατο ούτε από ρέμβη

.

Χέρια αγαπημένα καθώς ακουμπούν το μέτωπό μας

Βλέμματα που σαλεύουν μέσα μας όπως πουλιά στον ουρανό

Αφήνοντας το ρίγος μιας τωρινής ευτυχίας

.

Αν αύριο μ’ έβρισκες αμίλητο

Στερημένον κι από σκιά δέντρου ακόμα

Στο δέρμα μου θα κάρπιζε ο αλλοτινός καιρός

Θα με πλησίαζες και θα έφευγες με την ανάμνησή μου

.

Να γιατί τα βήματά μου τ’ ακούς σε κάθε σκάλα

Και πίσω από κάθε πόρτα

Στέκομαι χτυπώντας.

.

Δ. Π. Παπαδίτσας, Πίσω από κάθε πόρτα, ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη, Εστία 1977

Πίνακας: Henri Lebasque

.

 

Αλέξανδρος Μπάρας, Τα εσπέρια

.

Βράδυ.

Ελαιώδη τα νερά του προλιμένος

βαρειά, σαν υδραργυρικά,

με κάτι κυανά σαξωνικά

με κάτι ιώδεις αποχρώσεις,

κάτι θαμπούς μεταλλισμούς

κι’ αποχαυνώσεις ρόδινες…

Ναι, κάτι τέτοιες

ευδαιμονικές βραδυές

ανώδυνες,

περιπλανώμενες βραδυές,

μέσα στα θέρη,

διστακτικές να σβύσουν,

διστακτικές να καταλύσουν

την ονειροκρατία προς δυσμάς

μετά το πέσιμο του ήλιου,

–ενώ μια θεία μεσοβασιλεία

χωρίζει πια το φως που μας δυνάστευε

απ’ την ερχόμενη του σκότους μοναρχία–

ναι, κάτι τέτοιες βραδυές.

στα ελαιώδη νερά του προλιμένος,

μετακινείται κύκνεια

ένα μεγάλο πλοίο,

μετακινείται παίρνοντας

κατεύθυνση προς τ’ ανοιχτά,

μ’ εκείνο το περιφρονητικό του μεγαλείο

των μακρυνών αναχωρήσεων…

.

 –Κι’ ίσως δεν είναι πλοίο,

ίσως είναι το παν που φεύγει,

όλα που φεύγουν–. Όλα.

Πίνακας: Μανώλης Μπίτζος

.

 

Nίκος Φωκάς, Το φεγγάρι κι η τρέλλα

.

Και το φεγγάρι έφερνε πάντα

Πίσω του ένα λελέκι μαύρο.

***

Πέρα για πέρα είταν φεγγάρι,

Ήσκιος κανένας δεν μπορούσε.

***

Και τότε ένα λελέκι μαύρο

Κατέβαζε ο ουρανός μπροστά μου.

***

Καθόταν μ’ ένα βλέμμα εκείνο

Σα να μη χάρηκε ποτέ του.

***

Το βλέμμα του έπαιρνα βαθειά μου

Κει που η ψυχή είναι μόνο κλάψα…

***

Ούτε ήσκιος χάμω δεν μπορούσε·

Ούτε πουλιού λαλιά στη νύχτα.

***

Μονάχα ένα λελέκι μαύρο

Μέσα στη μοναξιά μπορούσε.

***

Κι η κλάψα που απ’ τον κόσμο φεύγει

Και παρευθύς αλλάζει κόσμο.

Νίκος Φωκάς, Το φεγγάρι κι η τρέλλα, Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα

Πίνακας: Anne Siems

.

 

Tags:

Νίκος Βασιλειάδης, Ο συμβολαιογράφος

.

Οι κολοκυθιές της Ερασμίας ήταν διαβόητες και διά βίου συνδεδεμένες μαζί της. Το σπιτάκι της, ευρισκόμενο στην άκρη άκρη της γειτονιάς, είχε αρκετό οικόπεδο, στο οποίο παλαιόθεν η Ερασμία μέσα στη φτώχεια της είχε προσπαθήσει να καλλιεργήσει λαχανικά. Τίποτα όμως δεν της γινόταν, παρεκτός τα κολοκύθια. Εκεί που όλα τ’ άλλα μαράζωναν και ξεραίνονταν σαν αβασκαμένα, αυτά θέριευαν από κάποια μυστήρια θεϊκή ευλογία. Κι έτσι, εκούσιες ακούσιες οι φτωχούλες, είχαν αρχίσει την αναγκαστική και παρατεταμένη κολοκυθοφαγία. Δεν υπήρξε συνταγή καθιερωμένη και μη που να μην επανελήφθη αμέτρητες φορές: κολοκυθάκια τηγανητά, κολοκυθοκεφτέδες, ωγκρατέν στον φούρνο, γεμιστά με ρύζι ή, σπανίως, με κιμά, βραστά με τη ρίγανη, σαλάτα με άνηθο, κρέας με κολοκυθάκια τον Δεκαπενταύγουστο, κολοκυθάκια τουρλού, κολοκυθοκορφάδες με κουρκούτι και πάει λέγοντας. Κι επιπλέον είχεν επινοήσει και δικές της συνταγές η Ερασμία, όπως κολοκυθάκια πουρέ και κολοκυθοταραμοκεφτέδες.

Κι επειδή της γίνονταν και οι κόκκινες κολοκύθες, οι χειμωνιάτικες, το ρεπερτόριο πλουτιζόταν με κολοκυθόπιτες, κολοκυθόσουπα, κολοκύθι ρετσέλι, κολοκύθι στον φούρνο με ζάχαρη και κανέλα,  κολοκυθόσουστες γλυκό και όποιον άλλο νεωτερισμό κατέβαζεν η κούτρα της. Και για τη βόλτα, κολοκυθόσπορος. Κι επειδή οι ευλογημένες οι κολοκυθιές γεννοβολούσαν ασταμάτητα, κάθε μέρα γινόταν υποχρεωτική διανομή και στις γειτόνισσες, σε βαθμό που στις περισσότερες είχε καταντήσει βραχνάς. Η Ματούλα το είχε τάξει πως, αν κάποτε αλλάξουν τα πράγματα, δεν θα ξαναδεί κολοκύθι ούτε ζωγραφιστό. Αλλά όσο τα πράγματα δεν άλλαζαν, την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιουμένη τα ’τρωγε και την έτρωγαν. Κι από πάνω άκουγε και τις θεωρίες της Ερασμίας, η οποία είχε αναπτύξει και ιδεολογικό υπόβαθρό με ολόκληρο σύστημα επιχειρημάτων περί της υγιεινής αξίας των κολοκυθιών και πια της είχαν γίνει τέτοια έμμονη ιδέα, που τα έτρωγε και με ευχαρίστηση! Από τις πρώτες υποσχέσεις της που ετήρησε η Ματούλα με τον γάμο της ήταν η περί των κολοκυθιών. Σ’ αυτό την εβοήθησε αναπάντεχα κι ο Αργύρης, που κολοκυθάκι έβλεπε και τον έπιανε αναγούλα. Στα πρώτα, βέβαια, τραπεζώματα δεν είχαν λείψει τα κολοκυθοεδέσματα, μάλιστα ο γαμπρός έφαγε και κάνα δυο μπουκιές, για να μη δείξει ιδιότροπος.

Νίκος Βασιλειάδης, Ο συμβολαιογράφος, σελ. 36-38, Εκδόσεις Νεφέλη, 1995.

.

 

Τζένη Μαστοράκη, Τα παραμύθια της Χαλιμάς

.

Δε μου είναι πια εύκολο

μήτε θελητό

να γράφω στιχάκια.

Γύρω παραμονεύουνε οι σκοτωμένοι

με γάντζους και στριφτά μαχαίρια

κι ο τόπος αφρίζει ποτάσα.

Μου το ’λεγαν ότι στο τέλος

η Χαλιμά τα ξέρασε πετρέλαιο

τα παραμύθια.

Έτσι στους δύσκολους καιρούς

παίρνω ένα καλάθι μανιτάρια

και παρασταίνω

 την πεντάμορφη του δάσους.

 Στην αρχή μοιάζει λίγο

σα να βουτάς με το κεφάλι

απ’ τον τοίχο.

Πιο έπειτα το συνηθίζεις και σ’ αρέσει.

Τζένη Μαστοράκη, Τα παραμύθια της Χαλιμάς, από τη συλλογή Το σόι, Εκδόσεις Κέδρος, 1990

Πίνακας: Στέφανος Δασκαλάκης

 

Tags:

Δ. Π. Παπαδίτσας, Το παράθυρο [απόσπασμα]

Γιατί έχω μέσα μου ένα νεκρό πουλί και συ το λυπάσαι

γιατί μου κρατάς τα χέρια και τα δικά σου χέρια τα ’χω κρυμμένα στον ύπνο μου

γιατί το σώμα σου μοιάζει με όνειρο που ακολουθεί τις πράξεις μου όλη τη μέρα

και λίγο-λίγο μου έρχεται στη μνήμη

γιατί μου λες για την αγάπη

μου λες πώς αποχαιρετιώνται δυο κι’ αφήνουν την αγάπη μόνη

σαν το μαργαριτάρι έξω από το στρείδι του

γιατί μου λες πολλές φορές για την αγάπη ότι είναι σύμπτωση

γι’ αυτό σ’ αγαπώ

γιατί σ’ αγκαλιάζω και σε μυρίζω όπως αρνί που οσφραίνεται το χόρτο

γιατί δέχομαι τη φωνή σου σαν να ’ναι σπόρος

κι’ εγώ σαν να ’μια φρέσκο χώμα

γιατί σ’ αγκαλιάζω πάντα κι’ απέναντί μας μια μέρα σημαδεύει την αγάπη μας

όπως εμένα κάποτε που με πυροβολούσε η νύχτα

γιατί σε βλέπω σαν πηλό και θέλω να σου δώσω το σχήμα της αγωνίας μου

κι’ ύστερα πάλι να σε ξαναπλάσω

γι’ αυτό σ’ αγαπώ

γιατί είσαι η αγωνία μου […]

.

Δ. Π. Παπαδίτσας, Το παράθυρο, απόσπασμα, ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη, Εστία 1977

Πίνακας: Marc Chagall