RSS

Monthly Archives: March 2018

Kλεοπάτρα Λυμπέρη, Η ταφή του κόμητος Οργκάθ

Οι συμπεριφορές των ουρανίων σωμάτων και η συνήθειά τους να παρουσιάζονται μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας υπήρξαν για μένα ένα από τα παράδοξα που με απασχόλησαν όταν ήμουν παιδί, είπε ο πατέρας. Ο θόλος αυτός, μέσα στον οποίο στεγάζεται το Σύμπαν, μ’ έκανε να στρέφω τα μάτια προς τον ουρανό συχνότερα από όσο θα επέτρεπαν οι συνθήκες ζωής ενός αγοριού που διαθέτει ισχυρή φαντασία και κλήση προς τα μυστήρια. Με τα χρόνια το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε στη Γη και κατέληξα ν’ αναγνωρίζω σε όσα ονομάζουμε ανθρώπινη πραγματικότητα μια σημασία αρκετή για να με αποσπάσει οριστικά από όλες εκείνες τις παλιές ενασχολήσεις. Ο ουρανός ίσως βρίσκεται μέσα μας. Και ο ίδιος ο άνθρωπος δεν μου φαίνεται και πολύ διαφορετικός από έναν πλανήτη – αν κάτι τον κάνει να διαφέρει (το σημειώνω με κάθε επιφύλαξη) είναι (νομίζω) η συνείδησή του.

Λεπτουργός της συνείδησης, ιδού το αληθινό μου επάγγελμα, είπε ο πατέρας. Το ασκώ με μεθοδικότητα και, τολμώ να πω, είναι δύσκολη κι επίπονη δουλειά. Όποιος διαθέτει αυτή την όρεξη για παρατήρηση, αυτή την προσήλωση στην εξερεύνηση της αληθινής ζωής (συγκράτησε τη φράση «αληθινή ζωή», Αρσένιε) μοιάζει με τον τεχνίτη που δουλεύει σαν μικρογράφος δημιουργώντας θαύματα της δεξιοτεχνίας με ελάχιστα υλικά. Η πραγματικότητα ξετυλίγεται με έναν στόμφο που συχνά πληγώνει το καλό γούστο, είπε ο πατέρας. Όμως πάντα υπάρχουν οι κρυφές πτυχές της, οι βαθύτερες σκοπιμότητές της. Αυτές με ενδιαφέρουν. Ο λεπτουργός της συνείδησης δεν ξεχνιέται στην επιφάνεια, βυθίζεται στις αιτίες, στις πιο κρυφές δημιουργίες. Αλλά αν πρόκειται να μιλήσουμε για την πραγματικότητα, χρειάζεται πρώτα να ορίσουμε τη φύση της, έτσι θα έχουμε ένα μέτρο, μια κοινή βάση να σταθούμε, είπε ο πατέρας.

Όμως, όχι, δεν θέλω να χάσουμε τον χρόνο μας σε μια θεωρητική συζήτηση, επαναλαμβάνοντας ιδέες που ήδη έχουν σκεφτεί άλλοι, πιο ευφυείς και πιο έμπειροι συζητητές από εμάς. Έχω αφιερώσει στην υπόθεση του πραγματικού μια ολόκληρη ζωή. Ωστόσο, ακόμη και τώρα που βρίσκομαι πλέον σε προχωρημένη ηλικία, δεν είμαι σε θέση να πω ότι κατέχω όλες τις πτυχές του θέματος. Το βίωμα του ίδιου μου του σώματος, ομολογώ, μοιάζει ατράνταχτο γεγονός για να στηρίξω τα επιχειρήματά μου, όμως κι αυτό, ναι, πολλές φορές μ’ έχει προδώσει με τον χειρότερο τρόπο. Εν ολίγοις, ο αγώνας της κατανόησης δεν τελειώνει ποτέ.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Η ταφή του κόμητος Οργκάθ, Γαβριηλίδης 2015

Πίνακας: Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, Η ταφή του κόμητος Οργκάθ

 

Ted Joans, Στην οδό Jacques Callot

 

.

Στην οδό Jacques Callot στο Παρίσι
Μια κοπελιά βλέπει να πέφτουν τα βρακιά ενός άντρα
ο ήλιος πετιέται σαν στριμμένο νόμισμα
κι η κοπελιά γλείφει τα χείλια της αργά
στην οδό Jacques Callot στη Γαλλία

στον ηλιόλουστο αυτό δρόμο στο Παρίσι
ένα μαύρο άνθος πρωτοείδε έναν Man Ray
και στερνοείδε Le Verre d’ Eau dans la Tempête
το γυμνό γένι βγάνει ήχους γαβγισμάτων
στην οδό Jacques Callot στο Παρίσι

στην οδό Jacques Callot στην Ευρώπη
όπου εξαίσια πτώματα δεν πίνουνε κρασιά
κυοφορεί η σελήνη ηχηρά ποιήματα
και νιες πουτάνες σφίγγουνε τα γόνατα κόντρα στον πυρετό
στην οδό Jacques Callot στη Γαλλία

στην οδό Jacques Callot στην Αριστερή Όχθη
ένα φλογοβόλο βγάνει μαξιλάρι του ταξί
ο καρπουζοφάγος ρουφάει μια ψιψίνα
και τέσσαρες βελούδινες κιλότες βλαστημάν
στην οδό Jacques Callot στα Παρίσια

Ted Joans, Στην οδό Jacques Callot, μτφρ. Νίκος Σταμπάκης, δημοσιευμένο στο περιοδικό Κλήδονας

Φωτό: Sarah Moon

.

 

Tags:

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο μονόλογος του κλέφτη

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται
πίσω απ’ την απουσία
τα βράδια ωστόσο κατοικώ
σ’ ένα χρυσωρυχείο.

Φοβάμαι το αιφνίδιο
τρέμω τα καλοκαίρια
μα πιότερο απ’ την ερημιά
η ασθένεια με πονά
των συμπτωμάτων.

Κλέβω χαρτονομίσματα
βιβλία διαβασμένα
κι από τα ρούχα ειδικά
αυτά που έχουν τσέπες.

Η απελπισία των χεριών
συχνά μ’ εξαναγκάζει
να μετατρέπομαι σε ηχώ
των άηχων βημάτων.

Των μεγαφώνων η σιγή
και η μελαγχολία
είναι απλώς η αφορμή
για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται
η σκοτεινή αγκαλιά μου.

Σας κλέβω μόνο την αφή
το άγγιγμα που αφήσατε
πάνω στις πορσελάνες
γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή
δίχως το άλλο σώμα
και τελευταία πετάγομαι
κλαίω μέσα στον ύπνο.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης
δανείζομαι το παρελθόν
γυρεύω οικογένεια
συλλέγω από απόγνωση
μεταξωτές αισθήσεις.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά
στις αμυχές της σάρκας
γίνεστε εσείς η υπογραφή
της άγραφης ζωής μου.
Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:

Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
που βλέπει με τα χέρια…
Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
να βρει δικαιολογίες
ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών
το άνοιγμα μιας πόρτας
ή μια προστακτική φωνή
να του φωνάζει

μείνε.

Artwork: Michele Durazzi

 

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο μονόλογος του κλέφτη, από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα, Κέδρος, 2016

 

 

 

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Η σκιά

 

 

Με ακολουθεί αυτή η σκιά, προπέτασμα καπνού απ’ τις αναμνήσεις.
Ξεφύτρωσε απ’ το τίποτα. Ξαφνικά. Δεν υπήρχε φως να την εμποδί-
σει. Πολλές φορές αποποιείται το σχήμα της για να πετύχει τον σκο-
πό της. Παίρνει διάφορα σχήματα, να με παραπλανήσει, λουλούδι,
καρέκλα, ακόμα και φεγγάρι. Το κατάλαβα όταν σκόνταψα στο μαύ-
ρο της φουστάνι. Δεν μπορώ να αντιληφθώ το παιχνίδι της. Τρέμω
και μόνο στην ιδέα του σκοπού της. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος του
φωτός, γι’ αυτό βαδίζω στο σκοτάδι, μην με βρει η σκιά και με κατα-
πιεί.

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Η σκιά, από τη συλλογή Λαξευτής τοπίων, Δίφρος, 2017

 

Ελένη Νανοπούλου, Με Μπλουζ της Νέας Ορλεάνης και τους παλιούς ρεμπέτες

Έλα να κολυμπήσουμε, να πιούμε ρούμι, να τραγουδήσουμε παλιούς ρεμπέτες και Μπλουζ της Νέας Ορλεάνης. Θα σε κερνάω άφιλτρο πρωινό καφέ και λεμονίτα σπιτική, γιατί γεννήθηκα από λεμόνι και πορτοκάλι, τα άλλα δεν τα θυμάμαι, μόνο ότι μεγάλη μου ’φυγε η παρθενιά δίπλα σε μυλόπετρα, τη τσάκισε και μετά πετούσαν πυγολαμπίδες. Ζεστάθηκαν τα χείλη και τα σκέλια, γραπώναμε ο ένας τον άλλον κι όλος ο Νείλος μαζεμένος εκεί. Ποτέ μου λες, δεν μεγαλώνουμε, ο χρόνος μας αντέχει και μας ανέχεται κι είπες να με κεράσεις τσίπουρα στα Εξάρχεια εκεί που δεν σκοτώνεται ο έρωτας κι έχει ένα σαντούρι μέσα του λουκούμια καφενέδες και μπαλκόνια με καρδιογραφήματα, ανήσυχες ψυχές με ένα γκογκ στα στήθη, πειρατικές. Φίλα με να γελάω και να τρίζει το σπίτι συθέμελα, να ρέει κίτρινο  ξανθό από τις σχισμές μου, να ‘ρχονται μέσα άγγελοι προσφυγικοί. Σήκωνε με, όπως εσύ  σηκώνεις θάλασσα σ’ ένα λακκάκι. Καημό μεγάλο το ‘χω λούλουδο μου, ούτε μια στιγμή δεν χώρεσα στη λακκούβα του λαιμού σου.

Φωτό: Pierre Boucher