Πρέπει να βρεθεί η ανείπωτη πρωτότοκη λέξη
πριν και μετά τα βιβλία.
Σκύβοντας ως τα οστά σου πρέπει πρώτα να χαθείς
στο σκοτεινό δάσος του, να μην είσαι κανείς.
Να χαθείς και να χάσεις τους γιους και τις θυγατέρες
της πλάνης.
Γιατί ο λόγος έχει εξαντληθεί και τη θέση του πήρε
η φλυαρία: αυτό το σουλάτσο της γλώσσας.
.
.
Γιατί η λαλιά του ανθρώπου χόρτος χλωρός κι εξηράνθη.
Λοιπόν, όχι στην κίβδηλη,
την τιποτένια εικόνα που μισούμε.
Που όπως όλοι οι άθλιοι απόλυτα υιοθετήσαμε κι εμείς.
Γιατί η εύνοια μας έρανε με τα φλουριά της.
Όχι στο νόθο πια μωρό μου. Καθώς πίσω απ’ τη μάσκα
τρέφουμε χίλιες μαϊμούδες.
Όχι στην πλαστογράφα εικόνα του θεάτρου. Που με αθώα
τάχα έπαρση υψώναμε, σαν άσκηση της αρετής. (…)
Mανόλης Πρατικάκης, H ανείπωτη λέξη πριν και μετά τα βιβλία, από τη συλλογή Λιθοξόος, Εκδόσεις Κέδρος 2016
Γίνεται ξαφνική ησυχία.
Για λίγο σταματάει η μουσική.
Για λίγο τα ποιήματα απωθούν τάχα τον χρόνο,
κάνουν αλλόκοτες χειρονομίες
κι ύστερα πάλι κατάκοπα ξαναπαίρνουν τη θέση τους.
Στο κέντρο του τοπίου ο γνώριμός μας άγγελος
με τις μαύρες φτερούγες,
φτυαρίζοντας ρυθμικά το χιόνι,
που το πέταγε έξω σχεδόν απ’ τις λέξεις,
σκεπάζοντας το διαυγές περίγραμμα
απ’ την πίσω μεριά του κήπου•
κι έτσι πάνω στο μέλλον
σωρεύονταν κι άλλες εικόνες που δεν είχα ζήσει
σαν να ’χε γίνει και το όραμα παρελθόν•
στο τέλος δεν παραμένει
παρά ό,τι ξαναβρίσκει τον καιρό του
μες στην λευκότητα της λήθης.
Παλαιά χιόνια! Είναι αυτή η κουρασμένη μουσική σας
που μου σκιάζει το φως
κι, ω ποίηση, δεν είναι τόσο για το όραμα που μ’ εξαντλείς,
αλλά γιατί στο τέλος πάντα σχεδόν με ξαναφέρνεις
εκεί που πριν βρισκόταν το σώμα μου.
Γιώργος Γεωργούσης, από τη συλλογή ΑRS POETICA, 1999 (Ελληνομουσείον, ανθολόγηση: Γιώργος Κ. Μύαρης)
Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί –ξεχασμένοι έστω–
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.
Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.
Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.
.
.
Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή
κι αποτεφρώνονται.
Γιάννης Βαρβέρης, Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές, σελ. 139-140, από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου, Ποιήματα τόμος Α′, Εκδόσεις Κέδρος, 2008
Γράφεις.
Τα σανατόρια ιδρώνουνε στα χέρια
Όπου πηδούν ποτάμια λέξεις Τις χαίτες
ανεμίζοντας
Αδιαφορώντας για τις αιμοπτύσεις,
Τα φαγωμένα σου πλευρά Αφού
κανείς ποτέ δε βούλιαξε στις παύσεις
Παρά οι ποιητές
στα δόντια του Μινώταυρου
Οι παφλασμοί σπίθες τσιτσίριζαν αλμύρας Τσούζανε πυρακτωμένοι από τη λάμα οι βυθοί μας Κι αλέγκρο το αίμα το ραγούσαν στα χρυσόψαρα Α πλοθ Α γκλοθ Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Όσο με θρύμμα καραβόπανου πλάτη με πλάτη μάς τυλίγαμε σε Νήμα θνησιγενές αόρατο που σπαρταρούσε των νηστευτών τις λέξεις: τις ρωγμές μας Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Και οι φίλοι μαγκωμένοι με τη γλώσσα στα πανιά εύρυθμοι lάβετε φάgετε κραυγάζαν να μεταλάβουμε μετάlipsi πριν πάμε Α πλοθ Α πλοφ Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Και σε κομμάτια πάγων τσιγαρίζαν καυτές πευκοβελόνες από λέξεις για να τις σβήσουν με μπαλτάδες από ήχους Κλέος μοσχοβολώντας γι’ άρωμα επινίκιο στους καταρράχτες των λυγμών μας Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Καλά να βρούμε όλοι lάβετε φάgετε χτυπούσαν αλλοπαρμένοι τα δίχτυα μες στη νύχτα όλοι να βρούμε lάβετε φάgετε φίλοι τη φύρα του κρατήρα
«κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά»
Γιώργος Σεφέρης
Λιγοστά θα είναι• όπως λέει κι ο ποιητής• σαν σκοτεινοί κύκλοι• σαν δυο γυμνά αγκαλιασμένα σώματα στο χιόνι κι ένα ξεχασμένο τραγούδι εκεί• στο ακατοίκητο σπίτι που δεν έλαβε μήνυμά σου• κι η σημασία των γεγονότων που βυθίζεται ολόλευκη σε ασβεστόλακκο• κι ούτε στιγμή απραξίας στο αιωρούμενο• πάνω-ψηλά από την πόλη• ποδήλατο με ρόδες στο χρώμα των ματιών σου• κι άλλες πολλές ιστορίες που λιγοστά χρειάζονται λόγια να τις πούμε• προσευχόμενοι στο παλιό συννεφιασμένο μας πρόσωπο• γιατί εκεί• στο παλιό μας πρόσωπο είμαστε• φυλακισμένοι.
Ακοίμητες, αεικίνητες, υφαίνουν οι αράχνες στο υπόγειο περίτεχνα ποιήματα, υπό μορφήν ιστού, αλάνθαστες παγίδες για τους αφελείς που, γοητευμένοι, ξεχνούν τις αποστάσεις ασφαλείας και εισχωρούν για πάντα μες στην ποίηση, μεταμορφώνοντάς την έτσι σε σφαγείο. Δεν έχουν τέτοια πρόθεση οι αράχνες, αυτές υφαίνουν τα ποιήματά τους για τη χαρά της ύφανσης και μόνο, κι έρχονται όλοι αυτοί οι ανόητοι και τα χαλούν, προσθέτοντας σ’ αυτά τα πτώματά τους.
Αργύρης Χιόνης, Οι αράχνες, από τη συλλογή Στο υπόγειο, Εκδόσεις Νεφέλη, 2004
Όχι
Δεν είναι το «art pour l’ art»
Η ανωτέρα εκδήλωσις των ποιητών και των ανθρώπων
Ούτε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός που είναι απλώς πολιτική
Ούτε η τέρψις τάξεων προνομιούχων
Δεν είναι αυτά ο προορισμός των ποιητών
Γιατί δεν είναι δυνατόν
Με την αφηρημένη μόνον ομορφιά
Ή με την συμβατικώς παραστατική
Ή με το «όπερ έδει δείξαι» μόνον ή το «γαρ»
Να αντικατασταθούν ή να πνιγούν των ενορμήσεων οι ώσεις
Αφού ο λόγος δεν είναι λογική
Αφού το κάλλος δεν είναι αισθητική
Αφού το καλόν δεν είναι ηθική
Αφού «un coup de dés jamais n’abolira le hasard»
Αφού εν σπερματόζωον μονάχα αρκεί
Να γονιμοποιηθεί το ωάριον της γυναικός ή ο λόγος
Αφού μόνον ο έρωτας τον θάνατο νικά
Θα ’ναι η ποίησις σ π ε ρ μ α τ ι κ ή
Απόλυτα ερωτική
Ή δ ε ν θ α υ π ά ρ χ η.
Ανδρέας Εμπειρίκος, Αι γενεαί πάσαι ή η σήμερον ως αύριον και ως χθες, «Μια ριξιά ζαριών δεν καταργεί ποτέ την τύχη».
Μια γυναίκα που γράφει νιώθει πάρα πολλά,
τους εκστασιασμούς εκείνους και τους οιωνούς!
Σαν να μην έφταναν
οι κύκλοι και τα παιδιά και τα νησιά∙
οι θρηνωδοί και τα κουτσομπολιά
και τα λαχανικά σαν να μην έφταναν καθόλου.
Νομίζει πως μπορεί να προειδοποιήσει τ’ άστρα.
Μια συγγραφέας είναι πρωτίστως κατάσκοπος.
Γλυκιά μου αγάπη, είμαι αυτό το κορίτσι.
Ένας άντρας που γράφει ξέρει πάρα πολλά,
τι μάγια, τι φετίχ!
Σαν να μην έφταναν
οι στύσεις, τα συνέδρια και τ’ αγαθά∙
οι μηχανές και τα γαλόνια
και οι πόλεμοι σαν να μην έφταναν καθόλου.
Μ’ έπιπλα από δεύτερο χέρι φτιάχνει ένα δέντρο.
Ένας συγγραφέας είναι πρωτίστως κάθαρμα.
Γλυκιά μου αγάπη, είσαι αυτός ο άντρας.
Δίχως ν’ αγαπάμε τον εαυτό μας,
μισώντας τα παπούτσια μας, και τα καπέλα μας ακόμη,
αγαπάμε ο ένας τον άλλον, μονάκριβα, μονάκριβα.
Τα χέρια μας είναι γαλάζια κι απαλά.
Τα μάτια μας είναι γεμάτα τρομακτικές εξομολογήσεις.
Αλλά όταν παντρευόμαστε
τα παιδιά φεύγουν αηδιασμένα.
Υπάρχει πάρα πολύ φαγητό και κανείς δεν απόμεινε
για να καταφάει όλη αυτήν την αλλόκοτη αφθονία.
Ανν Σέξτον, από τη συλλογή Ερωτικά ποιήματα, Μαύρη μαγεία, σελ. 9, Μτφρ.: Eυτυχία Παναγιώτου, Εκδόσεις Μελάνι, 2010
.
.
The black art
A woman who writes feels too much,
those trances and portents!
As if cycles and children and islands
weren’t enough; as if mourners and gossips
and vegetables were never enough.
She thinks she can warn the stars.
A writer is essentially a spy.
Dear love, I am that girl.
A man who writes knows too much,
such spells and fetiches!
As if erections and congresses and products
weren’t enough; as if machines and galleons
and wars were never enough.
With used furniture he makes a tree.
A writer is essentially a crook.
Dear love, you are that man.
Never loving ourselves,
hating even our shoes and our hats,
we love each other, precious, precious.
Our hands are light blue and gentle.
Our eyes are full of terrible confessions
But when we marry,
the children leave in disgust.
There is too much food and no one left over
to eat up all the weird abundance.
Βρέχει στο τηλέφωνο και δε σ’ ακούω καλά. Βήχει ο καιρός στ’ αυτί μου. Σήμερα μιλούσες γαλλικά. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Είτε γαλλικά όμως, είτε ελληνικά, τα φρούτα σάπισαν, η μουσική ξεράθηκε όπως την ξετύλιγες από το στόμα. Την άκρη της μουσικής κρατούσες, την τριχιά. Προχώραγες, χανόσουνα στον κόσμο. Έκανες κόμπους, έβαζες σημάδια – για να με θυμάσαι. Έσπαγες το φεγγάρι-αυγό, έκανες ομελέτα: «τα τηγανητά πειράζουν το στομάχι». Εδώ φάγαμε όλα τα σίδερα της ζωής και για ένα φεγγάρι θα βαρυστομαχιάσουμε; Ο άλλος εαυτός μου ο σιελ σκοντάφτει στο σιελ χρώμα, στο όνομα Άννα. Αυτά σκέφτομαι και δεν αντιλαμβάνομαι τον κλέφτη με τα λαστιχιένα παπούτσια, τον ηλεκτρολόγο που μπαίνει στην ιστορία και γίνεται βραχυκύκλωμα. Καίγονται οι ασφάλειες. Ένα τσαφ ακούστηκε, μύρισε κάτι καμένο, έπεσε το ατσάλι της νύχτας. Ψάχνω για κερί, ψηλαφώ τους τοίχους να βρω ένα πρόσωπο –έστω ένα ομοίωμα– να μοιάζει με άνθρωπο, να μιλήσουμε, να περάσει η νύχτα. Αν ποτέ περάσει αυτή η νύχτα με τα μεγάλα λευκά ποντίκια.
Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα (1970-2010) Ο ηλεκτρολόγος του ποιήματος, από τη συλλογή Ανωνύμου μοναχού, σελ. 205, Εκδόσεις Τόπος