RSS

Tag Archives: ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΣ

Eλένη Νανοπούλου, Η διαδρομή

Φώναζε η μάνα: «Πού είναι οι κουραμπιέδες, παιδί μου; Δύο πιατέλες έφτιαξα εχθές, κι έμεινε μία;» Λόγω έλλειψης χώρου ύπνου, έβαλε το ένα της δίδυμο παλικάρι να κοιμηθεί στο σαλόνι με τον μπουφέ γεμάτο φρέσκους κουραμπιέδες. Ζαλίστηκε ο μικρός Γιάννης τη νύχτα από την μυρωδιά, έκλεινε τα μάτια να δει όνειρα να ξεχαστεί, αλλά αυτή είχε τρυπώσει στα ρουθούνια. Το κρεβάτι δεν τον κράταγε, η διαδρομή κρεβάτι-μπουφές γέμισε άσπρα πασπαλιστά σημαδάκια. Στο όνειρο του ήρθαν αγγελάκια, ξωτικά, δράκοι κι όλους τους κερνούσε, όλους. «Μα ήρθε πολύς κόσμος, ρε μαμά, τι να έκανα, να μην τους έδινα από ένα κουραμπιεδάκι;»

 

Tags:

Μέρη Λιόντη, Ο τρόπος

Εμ…μόνο τα υλικά δε φτάνουν… χρειάζεται και τρόπος! Εμένα άκου πώς θα φτιάξεις κουραμπιέδες. Πριν αρχίσεις, σκέψου σε ποιον χρωστάς ένα χέρι ξύλο κι, αφού τον βρεις, ξεκίνα να χτυπάς το βούτυρο. Με δύναμη και πάθος. Δίχως βιασύνη. Να ’ρθει να ξεφορτώσει η ψυχή σου. Μόνον τότε θ’ αφρατέψει και θ’ ασπρίσει. Κι ύστερα σκέψου όσους αγαπάς. Και ρίξε γλυκά τα υπόλοιπα υλικά. Ανακάτεψε σαν να χαϊδεύεις. Πλάσε τους με χαμόγελο και, αφού τους ψήσεις, χιόνισέ τους πλούσια. Δοκίμασε τον πρώτο κι άμα σταματήσεις… πες μου!

Φωτό: Vivian Maier

 

 

Tags:

Κατερίνα Σημηντήρα, Όλο γλύκα

Παραμονές Χριστουγέννων. Δεν μιλούσαν. Μιλούσε πάντα η τηλεόραση. Ξερόβηχαν πότε πότε. Αυτό σήμαινε «είμαι εδώ». Ξαφνικά αυτή αισθάνθηκε άσχημα. Είχε άσθμα. Ένιωσε εξάτμιση χλωρίνης στη γεύση της, αναθυμιάσεις στις εισπνοές της. «Έριξες χλωρίνη!», φώναξε. «Δεν θα το ανεχτώ!». Μόλις το ξεστόμισε, όλων των ειδών οι περιορισμοί της ζωής του ξεχύθηκαν μονομιάς. Αντικείμενα έσπαγαν με θόρυβο. Μετά η ίδια σιγή. Αυτή βγήκε από το δωμάτιο, μα μετάνιωσε. Γύρισε πίσω. Το τηλεκοντρόλ ανέγγιχτο, στη θέση του. Το πήρε και το πέταξε με μανία στο μωσαϊκό. Ύστερα πήγε για ύπνο. Αύριο θα έφτιαχνε τους κουραμπιέδες να τελειώνει με τα γλυκά.

Πίνακας: David Hockney

 

Tags:

Ειρήνη Ιωαννίδου, Ένα αμύγδαλο στη μέση

Τέτοιες μέρες ένα πεύκο φύτρωνε μες το σαλόνι. Είχε αδυναμία στα ανοιχτά κλαδιά του. Κόκκινες μπάλες και χιόνι από βαμβάκι. Ζύμωνε τα μελομακάρονα, τα γέμιζε καρύδι και μέλι άφθονο. Καμάρωνε για τα κορίτσια της, παντρεύτηκαν, άνοιξαν σπίτια. Η μεγαλύτερη είχε πάρει τη σπίθα της. Παραμονή βουτούσε τα χέρια της στο αλεύρι, όπως έχωνε το πρόσωπο στο στέρνο της. Στο σπίτι της μόνο κουραμπιέδες έφτιαχνε. Αφράτους, στρόγγυλους, μ’ ένα αμύγδαλο στην μέση. «Βράζεις το βούτυρο», της είπε, «το παγώνεις ύστερα και το στραγγίζεις απ’ το γάλα». Χαμογέλασε, «εγώ ό,τι γάλα είχα σας το έδωσα». Τους στόλισε, φέτος, άναψε τα λαμπάκια και φύσηξε. Χιόνισε στο Σαλόνι, μύρισε Χριστούγεννα.

Artwork: Rob Gonsalves

 

Tags:

Eυσταθία Ματζαρίδου, Ο αδερφός μου

Ο αδερφός μου ήταν όμορφος, έξυπνος και σπουδαίος. Έτσι έλεγε η μάνα μου. Έπαιρνε και τα γράμματα. Έτσι έλεγαν οι δάσκαλοι. Ήταν νοικοκύρης, καλός σύζυγος, καλός πατέρας και κουβαλητής. Αυτό το έλεγαν όλοι, μα πιο πολύ η γυναίκα μου. Εγώ δίπλα του ήμουν πάντα ένα τίποτα. Πώς είναι αυτό; Δεν μπορώ να σας το περιγράψω. Μπορείτε ίσως να το καταλάβετε, αν σας πω πώς με προσφωνούσε. Από μικρό πάντα, όπου με συναντούσε, μου έλεγε, «κουραμπιέ, ε, κουραμπιέ!»

Πίνακας: Quint Buchholz

 

 

 

Tags:

Νάνσυ Δανέλη, Κουραμπιέδες στις τσέπες

Αχάραγα ξεκινούσαμε για τα κάλαντα. Το λαχταρούσαμε το χαρτζιλίκι. Συχνά μας φίλευαν με γλυκά. Φτώχεια θα πεις. Αλλά και μια, μ’ ένα μέγαρο, κουραμπιέδες μάς έδωσε. Πέταξα τους κουραμπιέδες στις τσέπες και τους έτριβα με τα χέρια. Στο γυρισμό πέτυχα μια γειτονοπούλα. Ο πατέρας της την έδερνε με τη λουρίδα. Ύστερα μπήκε στο σπίτι. Η μικρή δεν έμπαινε. Έπιασε και βροχή. Δεν ήξερα τι να κάνω. Έβαλα τα χέρια στην τσέπη, βρήκα τα θρύψαλα απ’ τους κουραμπιέδες και τα μοιραστήκαμε ένα προς ένα. Ξεπλύναμε τα χείλη μας στη βροχή από την άχνη και τα μάτια μας από το δάκρυ.

Αrtwork: Antonello Silverini

 

 

 

Tags: