RSS

Tag Archives: ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΣ

Ερίνα Εσπιρίτου, Αντίο!

Περίμενα τρεις ολόκληρες ημέρες να με πιάσει το χεράκι της, άσπρος και αφράτος. Μα εκείνη φόρεσε γάντι πλαστικό. Ανάμεσά μας έβαλε μια ολόκληρη απάτη και έπειτα με έκλεισε σε χάρτινο κουτί, με άλλους παρέα να περιμένουμε ποιο στόμα θα μας απολαύσει. Κρίμα, γιατί πίστεψα πως ήμουν μοναδικός για εκείνη, ούτε που με πρόσεξε, και οφείλω να ομολογήσω πως κάποιοι ήταν πιο αφράτοι, με ολόκληρο αμύγδαλο και περισσότερη άχνη. Αφέθηκα στο ταξίδι μου χωρίς επιστροφή και το μόνο που ήλπιζα πια ήταν να με αγγίξουν χείλη κατακόκκινα, να αφήσω τα ίχνη μου, να μην τελειώσει έτσι άδοξα τούτη η ζωή.

Πίνακας: David Hockney

 

Tags:

Στέλλα Δούμου, Λατρεμένο μου!

Το μαύρο ταφταδένιο φόρεμα της Λεμονίτα Μίλσαϊγ θρόισε καθώς μπήκε αργά στη μισοφωτισμένη σάλα. Κεριά διέχεαν ένα μελαγχολικά ήρεμο φως. Κοίταξε έντονα το γυάλινο λίκνο που μέσα του αναπαύονταν, με μακάρια αταραξία, αφράτα κορμάκια, ομορφοφτιαγμένα, τυλιγμένα σε ανάλαφρο, σαν ανάσα χιονιού, σκέπασμα.. Αναστέναξε. Αίφνης στα μάτια της σάλεψε κάτι απόκοσμο.
Απαλά, σήκωσε ένα. Το κοίταξε γλυκά. «Λατρεμένο μου!». Ένιωσε κόμπο στο λαιμό. Χωρίς άλλη σκέψη, το έβαλε στο στόμα, αλέθοντάς το, συνέθλιψε τα αμυγδαλένια κοκαλάκια του και γεύθηκε τη βουτυρένια σάρκα, με μια εσάνς ροδόνερου, σχεδόν σε έκσταση.
Όταν όλα τελείωσαν, υπέρκομψα τίναξε τα ίχνη άχνης απ’ το μαύρο ταφταδένιο της φόρεμα.
 

Tags:

Δέσποινα Καϊτατζή-Xoυλιούμη, Κουραμπιεδοστιγμές

Κουραμπιέ λιώνει στο στόμα η στιγμή. Αφράτη στρόγγυλη σαπουνόφουσκα. Στα χρώματα της ίριδας εμπεριέχει το όλον. Σκάει και διαχέεται στο τίποτε. Ποιoς να γνωρίζει κάτι απ’ το τίποτα; Άχνη λιωμένη κουραμπιέ, γεύση υπόγλυκη. Υφή απαλή χωμάτινη στο στόμα. Ύστερα άχρωμη κενή επικάλυψη. Ενδέχεται οι πιο νόστιμοι κουραμπιέδες, οι εμποτισμένοι ονειρόχρωμα, οι πιο μεθυστικοί, της όποιας φαντασίας οι πιο φαντασμαγορικοί, μπορεί, λέω, να πλάθονται στο τίποτα. Ξέρει κανείς; Άφοβα φάε κουραμπιέδες στιγμές αφράτες νόστιμες. Άσ’ τες σιγά σιγά στο στόμα σου να λιώνουν. Απόλαυσε το όλον της στιγμής στο στόμα, στην κοιλιά, στο δέρμα, υποδόρια. Του είναι κουραμπιεδοστιγμές και του αεί.

Πίνακας: Daria Petrilli

 

Tags:

Δώρα Μαργέλη, Η φαγωμένη παραλήγουσα

Η άχνη ήταν γλυκιά, λευκή και αθώα. Το στόμα της «Μητέρας» πικρό. Μπουκωμένο εντολές για τις νύφες: «Κάνε τούτο, τ’ άλλο. Όχι έτσι, αλλιώς». Η παραμονή των Χριστουγέννων, η «μέρα κουραμπιέ», ρουτίνα γλυκόπικρη. Η «Μητέρα» έλεγχε τους κουραμπιέδες. Τους «κακοφτιαγμένους» τους βούταγε με τα χοντρά της δάχτυλα και πίσω στη λεκάνη. Ο Θωμάκος, το στερνό εγγόνι με το όνομα του μακαρίτη αναγραμμάτιζε το γλυκό γελώντας: Ρακουμπιές, μπιεδεσκούρα, μπιεσκουρά, κουραδέμπιες. Ώσπου έφαγε την παραλήγουσα του γλυκού σε ονομαστική πληθυντικού. Η «Μητέρα» φούσκωσε σαν παγόνι κατηγορώντας τη νύφη της για την ανατροφή του. Εκείνη, πικραμένη, σκέφτονταν «Μέρα κουραμπιέ είναι. Θα περάσει».

Artwork: Sarah Ogren

 

Tags:

Ελευθερία Μπέλμπα, Κουραμπιέδες για κέρασμα

..

 

Άχνη ζάχαρη στο κατώφλι μουτζουρώνει τα χνάρια
του κάστορα, θεού προστάτη του χωριού. Μουχλιασμένο
ψωμί με σιρόπι κερασιού τα παιδιά μασουλάνε
υπομονετικά στις τέντες των αστέγων.
Στην πιατέλα καρύδια τριμμένα, baking powder, κρόκοι
αυγών, βανίλια, βούτυρο 500 γραμμάρια, φλιτζάνια
ζάχαρη, αλεύρι όσο πάρει.
Για να εξοικειωθούν με το ομιχλώδες σενάριο οι νοσηρά
επιτυχείς, εφόσον δεν δύνανται να ανακαλύψουν,
εφευρίσκουν κατά καιρούς, στα ανθηρά κτήματα ή
στις ευκαιριακές προσευχές τους, πικρά αδιέξοδα στόχων
ευάλωτων. Εντός του περιφράγματος του χριστουγεννιάτικου
πάρκου λίγα δάκρυα, πασατέμπο, αξιόλογες σιωπές
κατάνυξης στους βωμούς των φιλανθρωπικών χειρονομιών

Artwork: Sven Hoekstra

 

Tags:

Έλλη Κακούρη, Η άχνη και τα μήλα

.

Ένα χρόνο παραπάνω γεράσανε, ένα χρόνο παραπάνω κρεμάσανε οι τρεις Μοίρες και τώρα βαρυγκωμάμε όρθιες πάνω από το τραπέζι, αχνίζοντας τους κουραμπιέδες. Κάθε χρόνο ίδια συζήτηση, να προσέξουν μην πνιγούν  –φταίει η φτιαξιά τους με τα προγούλια, όσο πάνε χαλαρώνουν, ακόμα και τα λαιμά–,  και, μόλις τον βάλεις τον κουραμπιέ στο στόμα, μην ανασάνεις, και δεν σώνεσαι με τίποτα. Πες πες, το ξόρκισαν και φέτος το θανατικό. Λένε, φτύσ’ τον κόρφο σου, και, τελικά, πνιγμός δεν επέρχεται. Μόνο αχνίζουν, ξεφυσάνε, κι έχει πάλι χιονίσει. Η ζάχαρη άχνη είναι πιο επικίνδυνη, αλλά ο κόσμος πνίγεται συνήθως απ’ τα μήλα.

Artwork: Hollie Chastain

 

 

Tags:

Αυγή Μελέτη, Αυτόχειρ

Εκατό λέξεις, της είπε. Αυστηρά. Ούτε μία παραπάνω. Αναστέναξε. Μισώ τις εκατό λέξεις, σκέφτηκε. Τις μισώ! Ρουθούνισε με νευρικότητα και άνοιξε το word. Δίπλα της ένας κουραμπιές σε ένα πιατάκι. Ίσως να μπορέσω να τα καταφέρω, σκέφτηκε, αν για κάθε δέκα λέξεις τρώω κι έναν κουραμπιέ. Στην πεντηκοστή λέξη πηχτή άχνη είχε κολλήσει στα χείλη της. Στις εβδομήντα λέξεις έσπρωχνε τον όγδοο κουραμπιέ με τα δυο χέρια μέσα στο στόμα, για να μπορέσει να καταπιεί, με πνιχτά βογγητά. Στις εκατό λέξεις έπεσε ξερή στο πληκτρολόγιο.  «Αυτοκτονία με κουραμπιέδες», είπε ο ιατροδικαστής. «Οι βαριά διαβητικοί μπορούν να πεθάνουν γλυκά γλυκά. Τυχεροί».

 

Tags:

Iωάννα-Ροδάνθη Σκουνάκη, Ο κλέφτης

Μια δουλειά είχε ο Βασίλης μικρός πριν από τα Χριστούγεννα, έσκαβε τούνελ στις πυραμίδες κουραμπιέδων της μάνας του. Επειδή οι φανερές κλοπές είχαν τιμωρηθεί στο παρελθόν, εκείνος έμαθε να σκάβει κρυφά με κουτάλι τρύπες μέσα στην άχνη, αποκαλύπτοντας αγκωνάρια με φρέσκο βούτυρο και μύγδαλα. Απ’ την ανασκαφή κατευθείαν στο στομάχι. Ο Θεός αγάπαγε και τον γλυκοκλέφτη και τη νοικοκυρά: σ’ ένα σερβίρισμα με μιαν απλή κίνηση, «αχ, δοκιμάστε τους, φέτος μου πέτυχαν!» βούλιαξαν τα πατροπαράδοτα στα χαλιά, μ’ ένα παφ και ξυλιές. Ο Βασίλης μου πέθανε τριάντα τριών, Φλεβάρη του 1992, στο νοσοκομείο. Πριν είχε φάει την αγαπημένη του σπανακόπιτα.

 Artwork: Eugenia Loli

 

Tags:

Λουκία Πλυτά, Kurabiye

Σπρωγμένος από την ανάγκη της, βρέθηκε στην άκρη της νύχτας αιθέριος παρατηρητής κάποιας γαστρονομικής περιπέτειας. Ήθελε να εντρυφήσει, όμως κρεμάστηκε στην άρνηση και αποκοιμήθηκε. Εκείνη ανέβασε την θερμοκρασία στους 180 βαθμούς. Ανίδεη για την πάλη που επικρατούσε στην ενδοχώρα του καναπέ του, μιλούσε για το καυτό βούτυρο, για τον τρόπο που θρυμματίζονται τα αμύγδαλα, γαργαλώντας σε τέτοιο βαθμό την ζύμη, κάνοντάς τον να αλλάξει πλευρό. Με την ανατριχίλα να τον κυριεύει σύγκορμο, αναστέναξε, αγγίζοντας το στόμα του. Την έψαχνε. Την ήθελε. Εκείνη που, κρυμμένη πίσω από βουνά άχνης ζάχαρης, τον μυούσε με έντεχνα γυρίσματα της σπάτουλας στον δέκατο τρίτο ουρανό.

Πίνακας: James Abbott McNeil Whistler

 

Tags:

Ρένα Πετροπούλου- Κουντούρη, Πορσελάνινες κούκλες

Κομψές πορσελάνινες κούκλες. Χρόνια έκρυβα ανάμεσα στα μεταξωτά τους φορέματα, μικρά κουτάκια με κουραμπιέδες. Τραγανούς, λαχταριστούς, με καβουρντισμένο αμύγδαλο και βούτυρο γάλακτος. Εκείνη η άχνη ζάχαρη με στοίχειωνε… Όποτε ήμουν θλιμμένη, έτρεχα εκεί… Όμως τις κούκλες μου αναγκάστηκα να τις αποχωριστώ. Δεν τις αγάπησε ποτέ ο άντρας μου. Μια κουμπάρα μου τώρα τις προσέχει. Όποτε πάω σπίτι της, πάντα τής κρατώ ένα κουτί κουραμπιέδες. Ενώ εκείνη φτιάχνει τους καφέδες, παίρνω έναν κουραμπιέ και μπαίνω στο δωμάτιο. Τις έχει στολίσει σ’ έναν παλιό καναπέ, με τριμμένο κάλυμμα. Μοσχοβολά βανίλια. Κανείς δεν ξέρει πως μ’ ένα ζαχαρωμένο χάδι, οι κούκλες μου ανασαίνουν…

 

 

Tags: