Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
μα εγώ πού να πάω
γελοία φτερούγα
σα φιλική γροθιά του Αμερικάνου
στα φιλμς.
Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
τρελή πιρόγα σκίζει το ποτάμι
σκάζοντας μύτη ο αλιγάτορας
ύστερα πάλι λείο ποτάμι
Ύστερα πάλι στρογγυλό τ’ αυγό πουλιού
που ζέστανε η φτερούγα
σαν να μην έσπασε ποτέ
σαν να μη βγήκα
μυωπική στρουθοκάμηλος.
Έλεγες: όταν οι νέγροι πίνουν
χαλκός αχός θ’ ακούγεται.
Κι όταν γευόσουνα της μαμάς
νοστιμότατες μπάμιες
το σπέρμα μου θυμόσουνα.
Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
μα εγώ πού να πάω
με τις παντόφλες να γελάνε
και με μια φέτα κρύο καρπούζι να γελάει σα στόμα
να την καταβροχθίζω αυτή τη φέτα
όπως μικρός σε λύπη
έπαιζα φάλτσο φυσαρμόνικα.
Πίνακας: Andrea Kemp
Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, Γιάννης Βαρβέρης, Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
Πράγματι απορώ. Γιατί όλοι θέλουν να παίζουν με το μικρό μου στήθος; Oποτεδήποτε συναντώ κάποιον – το μαντεύω: το χέρι κατ’ αρχήν στο ύφασμα κατόπιν σίγουρα στις δύο ρόγες τις οποίες στριφογυρίζει διαδοχικά. Και γιατί όλα αυτά; Προς τι εγώ να πονώ και πολλές φορές να καυλώνω; H όποια μουσική θα προσέφερε υψηλότερη και δεν αποκλείεται καλύτερης ποιότητος ηδονή. Σχεδόν πάντα λοιπόν βρίσκομαι θύμα αυτών των αφελών τάχα κινήσεων και δεν εξαιρούνται ούτε τα θηλυκά από τις εμπειρίες μου. Όμως το σώμα κείνου που αγάπησα παραμένει η πιο εναργής μου φαντασία. Είχε στους μηρούς μαύρες στιλπνές τρίχες και ξαπλωμένος ανάσκελα επιθυμούσε να μου πονέση το στήθος. Αρνήθηκα κι εκείνος ακινητοποιώντας τους καρπούς έβαλε ολόκληρο τον αριστερό μαστό στο στόμα του.
Ήθελε αλήθεια να τον καταπιή γιατί σε κάποιο σημείο της επώδυνης ηδονής μου αισθάνθηκα τα δόντια του στην ευαίσθητη επιφάνεια. Ήρθε τότε η κοινή ανάμνηση από τον πίνακα του μεσαιωνικού νέου, η Ναυσικά που κοίταζε τον εραστή της να φεύγει, αφού πρώτα ετοποθέτησε τα μάτια στα γόνατά της, και ο ίδιος πάλι ξαναγεννημένος ζωγράφος την αναγέννηση να συνευρίσκευται κατ’ όναρ –νεκρός πλέον– με τη φίλη μου. Τι μουσικές τι πείνα τις εποχές των γαϊδάρων – ποτέ δεν τρόμαξα τις αργές δεισιδαιμονίες γιατί εκείνοι σκάβοντας τον πιο μικρό λάκκο υποσχέθηκαν τον έσχατο έρωτα. Μόνο έκοψα τα δάχτυλα να τιμωρήσω την ασπλαχνία τους. Φαντάσματα τότε ζητούσαν να πιουν το γάλα από το στήθος μου. Αναστέναζαν μες απ’ τον ήχο της Τζιοκόντας και όταν ο Ποντσιέλλι ταράχτηκε έδωσαν τις ψυχές τους στον δαίμονα διπλά πικραμένοι από το παιχνίδι.
Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, Βερονίκη Δαλακούρα, Η υπερβολική αισθητική, Εκδόσεις Ντουντούμης.
Τ’ όνομά σου: ψωμί στο τραπέζι
Τ’ όνομά σου: νερό στην πηγή.
Τ’ όνομά σου: αγιόκλημα αναρριχώμενων άστρων.
Τ’ όνομά σου: παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη
.
Τ’ όνομά σου: ρινίσματα ήλιου
Τ’ όνομά σου: στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ’ όνομά σου : στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
[Τ’ όνομά σου: κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την άνοιξη πίσω τους]
[Τ’ όνομά σου: βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο
Τ’ όνομά σου: περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα
Τ’ όνομά σου: τοπίο χωρισμένο με χρώματα]
Τ’ όνομά σου: δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.
Τ’ όνομά σου: ένας ψίθυρος απ’ αστέρι σε αστέρι
Τ’ όνομά σου: μουρμούρισμα ρυακιών μεταξύ τους
Τ’ όνομά σου: μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο
Τ’ όνομά σου: ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.
[Τ’ όνομά σου: ροδόφυλλο σ’ ενός βρέφους το μάγουλο
Τ’ όνομά σου: πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων
Τ’ όνομά σου: ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.]
Τ’ όνομά σου: πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια μεσούρανα
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων
[Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στις ρότες των πλοίων
Τ’ όνομά σου: ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε]
Τ’ όνομά σου: αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ’ όνομά σου: αλληλούια πάνω στο Έβερεστ
Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Kάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Kαι στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Hλεκτρισμένη από φιλήματα
θα ’λεγες την ατμόσφαιρα.
H σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.
Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.
Προβολή προγόνων στο πάτωμα. Με κοιτούν ανάσκελοι δένουν έναν μπόγο στον ιστό της σημαίας. Μαριονέτα πατρίδα κλείσε τα μάτια να μην βλέπεις [εσύ – εσύ που δεν καταλαβαίνεις που δεν καταδέχεσαι] Σε γνωρίζω; Μέτρησε, κάνε δυο βήματα μπροστά, όχι, πίσω-πιο πίσω και κράτησε την αναπνοή σου. Μη-μη κράτησε την ακόμη. Μέτρησε -5-10-15-20-25 Σε γνωρίζω; Κουνήσου, από την μυρωδιά του θανάτου έγινες στόχος, περπατούσε άκρη – άκρη στην Ακρόπολης. Σε γνωρίζω – ματωμένη περπατείς. Ο κόσμος ουρλιάζει – χειροκροτεί, για τους νεκρούς; τους δήμιους; δεν ξεχωρίζεις ποιος με ποιον, κι ύστερα μπήκανε στην πόλη μου φώναζαν όλοι και εσύ φορούσες φόρεμα αρχοντικό ενώ κερνούσες τόπο.
Σε γνωρίζω; Άνοιξαν τα μάτια χαμηλωμένα, σε εκκρεμότητα ξυπόλητα παιδιά, πλανόδιοι μικροπωλητές πάνω σε ένα κάδο με σκουπίδια. Σε γνωρίζω –σωριάστηκε το σπίτι σου στις θάλασσες του Ομήρου, πιες– πιες νερό ξέπλυνε την μνήμη σου, το νου. «Σκύβε μπρός στη εξουσία» σου φώναζαν όμορφοι στρατιώτες γυαλισμένοι, περίτεχνα στολισμένοι ξύλα και ερείπια. Αυτό ήταν μόνο η αρχή και Σσσσσσσς… ο κόσμος ακόμη ουρλιάζει. Δεν ακούς; Πες του να σωπάσει, εσύ να βρεις ένα λόγο τώρα για αφορμή πολέμου, παιχνίδι; Μέτρα 5-10-15-20-25, Ακούγομαι; Σσσσσσσς… Όλοι οι πρόγονοι κουνούν τα ρουθούνια τους κι οσμίζονται σκουριά, αίμα, λεκέδες, ψείρες κοριούς και ανατίναξη. Έπαρση του μπόγου. Ακίνητοι όλοι. Δεν θα κλείσω καθόλου τα μάτια, αντέχεις; Πέρασε η γιορτή τώρα κι ο κόσμος ακόμη ουρλιάζει, πες του να σωπάσει. Σσσσσσσς… πατρίδα πού; Σε γνωρίζω. Δεν θα επιστρέψω.
Ελένη Νανοπούλου, Ενδεχόμενα απογεύματος, Σε γνωρίζω, Εκδόσεις Ενδυμίων.
Έσταξε
με την τρέχουσα σημασία το ποίημα
ως να πλάγιαζε κορίτσι πρώτη φορά σε προσδοκία
ως της Σαπφούς την άλλη σελήνη
κι ας ξόδεψαν οι λόγιοι πριονισμένα λόγια
έχουμε ακόμη ανοιχτό νερό
έναν ολονύχτιο ώμο βυθοσκόπιο
αυτά τα λυγισμένα σεντόνια αναδύουν ακόμη λουλάκι
Ελένη Νανοπούλου, Ποιήματα, Άλλη σελήνη, Εκδόσεις Ενδυμίων
Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.
Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.
Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;
Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα
Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες
Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.
Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη «…η σμέρνα γεννάει συνέχεια. Γεννάει πολλά αβγά και τα μικρά της μεγαλώνουν γρήγορα. Το αρσενικό (σμύρος) διαφέρει από το θηλυκό (σμύραινα). Το θηλυκό είναι μικρό και ποικιλόχρωμο και το αρσενικό είναι μονόχρωμο και δυνατό ενώ το χρώμα του είναι σαν του πεύκου. Επίσης έχει πολλά εσωτερικά και εξωτερικά δόντια…». Κατά τον Ησύχιο η λέξη «μύραινα» χρησιμοποιούνταν ως υβριστική λέξη. Ο Φώτιος αναφέρει: «Μύραινα, επί του κακού λέγεται, ω Έχιδνα» ενώ κατά τον ίδιο συγγραφέα υπάρχει κωμικός στίχος που αναφέρει «Ω προδότι και παράνομε, και μύραινα σύ».Η αρχαία ύβρις, που φαίνεται ότι έχει επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, αναφερόταν προς δόλια, επικίνδυνη γυναίκα. Η σμέρνα αναφέρεται και ως εκλεκτό έδεσμα στους «Δειπνοσοφιστές» του Αθηναίου ενώ οι Ρωμαίοι εκτρέφανε σμέρνες για το κρέας τους. Ο Νίκανδρος Κωλοφόνιος στα «Θηριακά» του αναφέρει: «Η σμέρνα βγαίνει έξω στη γη, φωνάζει και φοιτά δίπλα στο φίδι, όπως οι εραστές…» Η τελευταία δοξασία έχει φτάσει μέχρι τις μέρες μας στην Λέσβο. Ο τοπικός θρύλος λέει πως κάποια δυσοίωνη πανσέληνο οι σμέρνες βγαίνουν στη στεριά και ζευγαρώνουν με τα φίδια. Μια δοξασία που ο Καββαδίας έκανε στίχο:«…το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα». Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι ο λαός προσέδωσε στη σμέρνα χαρακτηριστικά δόλου, προδοσίας και ανατριχιαστικής σκληρότητας.
Κάδρο που δείχνει άντρα καθιστό καπνίζοντα
Άντρα που αναίτια σηκώνεται να ψάξει δολοφόνους
Άντρα που δολοφονημένος περιφέροντας χαμογελά
Τα πόδια σταύρωσα σαν τις γριές στα σκαλοπάτια
τα χέρια τους ρωτάνε
Μαύρη φιγούρα μ’ έπαρση κι αλαζονεία
– Σαν τη φωτιά
Σίγουρος ήταν
Σίγουρος σαν να ’κοβε ψωμί
Όπως σηκώνεις το ποτήρι στην υγειά σου
Σίγουρος τόσο
Που έστρεψε σ’ εμένα το κεφάλι
Και γύρεψε για τον καιρό να μου μιλήσει
Πίνακας: Van Anh Quan
Ανθολογία Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, Εκδόσεις Ντουντούμης