RSS

Γιάννης Βαρβέρης, Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι


Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
μα εγώ πού να πάω
γελοία φτερούγα
σα φιλική γροθιά του Αμερικάνου
στα φιλμς.


Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
τρελή πιρόγα σκίζει το ποτάμι
σκάζοντας μύτη ο αλιγάτορας
ύστερα πάλι λείο ποτάμι
Ύστερα πάλι στρογγυλό τ’ αυγό πουλιού
που ζέστανε η φτερούγα
σαν να μην έσπασε ποτέ
σαν να μη βγήκα
μυωπική στρουθοκάμηλος.


Έλεγες: όταν οι νέγροι πίνουν
χαλκός αχός θ’ ακούγεται.
Κι όταν γευόσουνα της μαμάς
νοστιμότατες μπάμιες
το σπέρμα μου θυμόσουνα.


Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
μα εγώ πού να πάω
με τις παντόφλες να γελάνε
και με μια φέτα κρύο καρπούζι να γελάει σα στόμα
να την καταβροχθίζω αυτή τη φέτα
όπως μικρός σε λύπη
έπαιζα φάλτσο φυσαρμόνικα.

Πίνακας: Andrea Kemp

Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, Γιάννης Βαρβέρης, Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι

.

.

 

Βερονίκη Δαλακούρα, Η υπερβολική αισθητική

Πράγματι απορώ. Γιατί όλοι θέλουν να παίζουν με το μικρό μου στήθος; Oποτεδήποτε συναντώ κάποιον – το μαντεύω: το χέρι κατ’ αρχήν στο ύφασμα κατόπιν σίγουρα στις δύο ρόγες τις οποίες στριφογυρίζει διαδοχικά. Και γιατί όλα αυτά; Προς τι εγώ να πονώ και πολλές φορές να καυλώνω; H όποια μουσική θα προσέφερε υψηλότερη και δεν αποκλείεται καλύτερης ποιότητος ηδονή. Σχεδόν πάντα λοιπόν βρίσκομαι θύμα αυτών των αφελών τάχα κινήσεων και δεν εξαιρούνται ούτε τα θηλυκά από τις εμπειρίες μου. Όμως το σώμα κείνου που αγάπησα παραμένει η πιο εναργής μου φαντασία. Είχε στους μηρούς μαύρες στιλπνές τρίχες και ξαπλωμένος ανάσκελα επιθυμούσε να μου πονέση το στήθος. Αρνήθηκα κι εκείνος ακινητοποιώντας τους καρπούς έβαλε ολόκληρο τον αριστερό μαστό στο στόμα του.

Ήθελε αλήθεια να τον καταπιή γιατί σε κάποιο σημείο της επώδυνης ηδονής μου αισθάνθηκα τα δόντια του στην ευαίσθητη επιφάνεια.  Ήρθε τότε η κοινή ανάμνηση από τον πίνακα του μεσαιωνικού νέου, η Ναυσικά που κοίταζε τον εραστή της να φεύγει, αφού πρώτα ετοποθέτησε τα μάτια στα γόνατά της, και ο ίδιος πάλι ξαναγεννημένος ζωγράφος την αναγέννηση να συνευρίσκευται κατ’ όναρ –νεκρός πλέον– με τη φίλη μου. Τι μουσικές τι πείνα τις εποχές των γαϊδάρων – ποτέ δεν τρόμαξα τις αργές δεισιδαιμονίες γιατί εκείνοι σκάβοντας τον πιο μικρό λάκκο υποσχέθηκαν τον έσχατο έρωτα. Μόνο έκοψα τα δάχτυλα να τιμωρήσω την ασπλαχνία τους. Φαντάσματα τότε ζητούσαν να πιουν το γάλα από το στήθος μου. Αναστέναζαν μες απ’ τον ήχο της Τζιοκόντας και όταν ο Ποντσιέλλι ταράχτηκε έδωσαν τις ψυχές τους στον δαίμονα διπλά πικραμένοι από το παιχνίδι.

Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, Βερονίκη Δαλακούρα, Η υπερβολική αισθητική, Εκδόσεις Ντουντούμης.

Πίνακας: Albert Greving

.

.

 

Μελοποιημένη ποίηση: Nικηφόρος Βρεττάκος, Μεγαλυνάρι

 Τ’ όνομά σου: ψωμί στο τραπέζι
Τ’ όνομά σου: νερό στην πηγή.
Τ’ όνομά σου: αγιόκλημα αναρριχώμενων άστρων.
Τ’ όνομά σου: παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη

.
Τ’ όνομά σου: ρινίσματα ήλιου
Τ’ όνομά σου: στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ’ όνομά σου : στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
[Τ’ όνομά σου: κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την άνοιξη πίσω τους]


[Τ’ όνομά σου: βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο
Τ’ όνομά σου: περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα
Τ’ όνομά σου: τοπίο χωρισμένο με χρώματα]
Τ’ όνομά σου: δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.


Τ’ όνομά σου: ένας ψίθυρος απ’ αστέρι σε αστέρι
Τ’ όνομά σου: μουρμούρισμα ρυακιών μεταξύ τους
Τ’ όνομά σου: μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο
Τ’ όνομά σου: ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.


[Τ’ όνομά σου: ροδόφυλλο σ’ ενός βρέφους το μάγουλο
Τ’ όνομά σου: πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων
Τ’ όνομά σου: ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.]
Τ’ όνομά σου: πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια μεσούρανα


Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων
[Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στις ρότες των πλοίων
Τ’ όνομά σου: ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε]


Τ’ όνομά σου: αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ’ όνομά σου: αλληλούια πάνω στο Έβερεστ

Photo: Colette Saint Yves
.

.

 

 

Κώστας Καρυωτάκης, Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα

.

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Kάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Kαι στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Hλεκτρισμένη από φιλήματα
θα ’λεγες την ατμόσφαιρα.
H σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.

Photo: Josef Sudek

http://www.snhell.gr/lections/content.asp?id=51&author_id=17&page=anthology

 

Ελένη Νανοπούλου, Σε γνωρίζω

Προβολή προγόνων στο πάτωμα. Με κοιτούν ανάσκελοι δένουν έναν μπόγο στον ιστό της σημαίας. Μαριονέτα πατρίδα κλείσε τα μάτια να μην βλέπεις [εσύ – εσύ που δεν καταλαβαίνεις που δεν καταδέχεσαι] Σε γνωρίζω; Μέτρησε, κάνε δυο βήματα μπροστά, όχι, πίσω-πιο πίσω και κράτησε την αναπνοή σου. Μη-μη κράτησε την ακόμη. Μέτρησε -5-10-15-20-25 Σε γνωρίζω; Κουνήσου, από την μυρωδιά του θανάτου έγινες στόχος, περπατούσε άκρη – άκρη στην Ακρόπολης. Σε γνωρίζω – ματωμένη περπατείς. Ο κόσμος ουρλιάζει – χειροκροτεί, για τους νεκρούς; τους δήμιους; δεν ξεχωρίζεις ποιος με ποιον, κι ύστερα μπήκανε στην πόλη μου φώναζαν όλοι και εσύ φορούσες φόρεμα αρχοντικό ενώ κερνούσες τόπο.

Σε γνωρίζω; Άνοιξαν τα μάτια χαμηλωμένα, σε εκκρεμότητα ξυπόλητα παιδιά, πλανόδιοι μικροπωλητές πάνω σε ένα κάδο με σκουπίδια. Σε γνωρίζω –σωριάστηκε το σπίτι σου στις θάλασσες του Ομήρου, πιες– πιες νερό ξέπλυνε την μνήμη σου, το νου. «Σκύβε μπρός στη εξουσία» σου φώναζαν όμορφοι στρατιώτες γυαλισμένοι, περίτεχνα στολισμένοι ξύλα και ερείπια. Αυτό ήταν μόνο η αρχή και Σσσσσσσς… ο κόσμος ακόμη ουρλιάζει. Δεν ακούς; Πες του να σωπάσει, εσύ να βρεις ένα λόγο τώρα για αφορμή πολέμου, παιχνίδι; Μέτρα 5-10-15-20-25, Ακούγομαι; Σσσσσσσς… Όλοι οι πρόγονοι κουνούν τα ρουθούνια τους κι οσμίζονται σκουριά, αίμα, λεκέδες, ψείρες κοριούς και ανατίναξη. Έπαρση του μπόγου. Ακίνητοι όλοι. Δεν θα κλείσω καθόλου τα μάτια, αντέχεις; Πέρασε η γιορτή τώρα κι ο κόσμος ακόμη ουρλιάζει, πες του να σωπάσει. Σσσσσσσς… πατρίδα πού; Σε γνωρίζω. Δεν θα επιστρέψω.

Ελένη Νανοπούλου, Ενδεχόμενα απογεύματος, Σε γνωρίζω, Εκδόσεις Ενδυμίων.

Πίνακας: Dmitry Lisichenko

http://indianmist.blogspot.gr/

.

.

 

Ελένη Νανοπούλου, Άλλη σελήνη

 

Έσταξε
με την τρέχουσα σημασία το ποίημα
ως να πλάγιαζε κορίτσι πρώτη φορά σε προσδοκία
ως της Σαπφούς την άλλη σελήνη
κι ας ξόδεψαν οι λόγιοι πριονισμένα λόγια

έχουμε ακόμη ανοιχτό νερό
έναν ολονύχτιο ώμο βυθοσκόπιο


αυτά τα λυγισμένα σεντόνια αναδύουν ακόμη λουλάκι

Ελένη Νανοπούλου, Ποιήματα, Άλλη σελήνη, Εκδόσεις Ενδυμίων

http://indianmist.blogspot.gr/

 

 

Μελοποιημένη ποίηση: Nίκος Καββαδίας, Γυναίκα

Elena Gualtierotti 2
Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.


Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.


Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;


Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα


Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα

 

Πίνακας: Elena Gualtierotti

http://www.academia.edu/4406614/_

http://poihsh-logotexnia.blogspot.com.au/2012/08/blog-post_561.html

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη «…η σμέρνα γεννάει συνέχεια. Γεννάει πολλά αβγά και τα μικρά της μεγαλώνουν γρήγορα. Το αρσενικό (σμύρος) διαφέρει από το θηλυκό (σμύραινα). Το θηλυκό είναι μικρό και ποικιλόχρωμο και  το αρσενικό είναι μονόχρωμο και δυνατό ενώ το χρώμα του είναι σαν του πεύκου. Επίσης έχει πολλά εσωτερικά και εξωτερικά δόντια…». Κατά τον Ησύχιο η λέξη «μύραινα» χρησιμοποιούνταν ως υβριστική λέξη. Ο Φώτιος αναφέρει: «Μύραινα, επί του κακού λέγεται, ω Έχιδνα» ενώ κατά τον ίδιο συγγραφέα υπάρχει κωμικός στίχος που αναφέρει «Ω προδότι και παράνομε, και μύραινα σύ».Η αρχαία ύβρις, που φαίνεται ότι έχει επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, αναφερόταν προς δόλια, επικίνδυνη γυναίκα. Η σμέρνα αναφέρεται και ως εκλεκτό έδεσμα στους «Δειπνοσοφιστές» του Αθηναίου ενώ οι Ρωμαίοι εκτρέφανε σμέρνες για το κρέας τους. Ο Νίκανδρος Κωλοφόνιος στα «Θηριακά» του αναφέρει: «Η σμέρνα βγαίνει έξω στη γη, φωνάζει και φοιτά δίπλα στο φίδι, όπως οι εραστές…» Η τελευταία δοξασία έχει φτάσει μέχρι τις μέρες μας στην Λέσβο. Ο τοπικός θρύλος λέει πως κάποια δυσοίωνη πανσέληνο οι σμέρνες βγαίνουν στη στεριά και ζευγαρώνουν με τα φίδια. Μια δοξασία που ο Καββαδίας έκανε στίχο: «…το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα». Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι ο λαός προσέδωσε στη σμέρνα χαρακτηριστικά δόλου, προδοσίας και ανατριχιαστικής σκληρότητας.

 

http://www.naturagraeca.com/ws/84,130,25,1,1,%CE%97-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%BE%CE%B7%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7-%CF%83%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B1

 

 

.

 

 

Μαρία Κυρτζάκη, Ιωνάς, Β΄

 

«…περιεχύθη μοι ὕδωρ ἔως ψυχῆς ἄβυσσος ἐκύκλωσέ με ἐσχάτη ἔδυ ἡ κεφαλή μου εἰς σχισμάς ὀρέων…»
ΙΩΝΑΣ, Β΄


Σοῦ γράφω πάλι γιά τήν ἀρρώστια μου
Τίς σήραγγες πού διανύω ἀκαταπαύστως
Τόν ζεστό ἀέρα πού διατρέχει τό σῶμα μου.
Κι ὕστερα εἶναι οἱ μεγάλες διαφημίσεις πού καθορίζουν τά πρόσωπα
Ἡ φωνή πού δέν θά φτάσει στά χέρια σου
Σωστά ναρκωμένη στό ἀεροστεγές της περίβλημα.
Μέ αἷμα καί ἱδρώτα πληρωμένο οἱ τοῖχοι
Τύμπανα διαφανῆ
Μεμβράνες καί κόκαλα διαλύονται στήν ἀτμόσφαιρα.
Θέλω νά πῶ γιά τούς δρόμους πού καθημερινά μέ καταπίνουν
Τίς μεγάλες ἀφίσες τοῦ φοίνικα πού μᾶς καταβρόχθισε.
Δέν εἶναι ὥρα νά φοβηθεῖς τίς ἀπειλές Ἰωνᾶ
Ποιά ἀπειλή καί ποιός βιασμός νά σέ ἐκμηδενίσει
Στήν κοιλιά τοῦ πουλιοῦ χρωματίζεις τά χέρια σου
Ἀνασκαλεύεις τή μάζα πού σέ μπουκώνει.
Ποιό θαῦμα τώρα μπορεῖ νά σέ σώσει.
Τούς κανόνες τοῦ παιχνιδιοῦ τούς μαθαίνεις:
Μέ ἀφομοιωμένα τά κύτταρα θά πεταχτεῖς
Σέ κάποιο ἐργατικό οἰκοδόμημα θά λουφάξεις
Ξέρεις ἐσύ τώρα Ἰωνᾶ τί γίνεται μέ τά θαύματα.
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Τώρα εἶναι πού πρέπει νά ψάξεις τόν Ὀδυσσέα
Ὄχι γιά νά σοῦ φτιάξει κάποιο δούρειο ἵππο
Πού θά σέ κάνει θριαμβευτή στό Ἴλιον
Μά νά σέ φέρει στήν αἴθουσα μέ τούς παραμορφωτικούς καθρέφτες
Νά δεῖς πόσο εὔκολα χάνεται τό πρόσωπο
Νά σοῦ μάθει ὅλα τά τερτίπια τῆς φάρας του.
Πῶς κρατήθηκε ἀνέπαφος στό ραβδί τῆς Κίρκης
Ὅταν τό ραδιόφωνο οὔρλιαζε:
Οὐδέν ἔγκλημα διεπράχθη
Ἡ χώρα τελεῖ ἐν ἀσφαλείᾳ.


Μαρία Κυρτζάκη, από τη συλλογή Ὁ Κύκλος, Ιωνάς Β΄

 

Πίνακας : Elsa Munoz

.

.

 

Μαρία Κυρτζάκη, Η γυναίκα με το κοπάδι


Κάδρο που δείχνει άντρα καθιστό καπνίζοντα
Άντρα που αναίτια σηκώνεται να ψάξει δολοφόνους
Άντρα που δολοφονημένος περιφέροντας χαμογελά
Τα πόδια σταύρωσα σαν τις γριές στα σκαλοπάτια
τα χέρια τους ρωτάνε
Μαύρη φιγούρα μ’ έπαρση κι αλαζονεία
– Σαν τη φωτιά
Σίγουρος ήταν
Σίγουρος σαν να ’κοβε ψωμί
Όπως σηκώνεις το ποτήρι στην υγειά σου
Σίγουρος τόσο
Που έστρεψε σ’ εμένα το κεφάλι
Και γύρεψε για τον καιρό να μου μιλήσει

Πίνακας: Van Anh Quan


Ανθολογία Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, Εκδόσεις Ντουντούμης

.

.

 

Ορέστης Αλεξάκης, Ταρατατάμ ή το ξόρκι


(Ξόρκι κατά της αϋπνίας. Απαγγέλλεται νοερά σε ρυθμό εμβατηρίου.
Επαναλαμβάνεται συνεχώς μέχρι τελικού αποτελέσματος.)


Χρόνια τώρα στο σκοτάδι περιμένω
Και τα μάτια μου γεμίσανε νερό
Περιμένω τον θεράποντα γιατρό
Τον κλειδούχο που τον ρούφηξε το τρένο


Περιμένω τον ασώματο ιερέα
Τον κουτσό μεταφορέα υαλικών
Τον τραυλό καθηγητή των αγγλικών
Το παιδί με το λιοντάρι στη Νεμέα


Το βαρκάρη που ’χει χάσει τ όνομά του
Τη μικρή παραδουλεύτρα Πασχαλιά
Τη Λουντμίλα με τα κίτρινα μαλλιά
Τον πλανόδιο βιολιστή με τα φτερά του


Τον καμπούρη δικαστή με την περούκα
Το χειρούργο με το μαύρο φυλαχτό
Την Οντίν που πια δεν βγήκε απ’ το κρυφτό
Το κορίτσι που θρηνεί στην Μπάνια Λούκα


Περιμένω το φαντάρο που κρυώνει
Τη γυναίκα που κοιμάται μοναχή
Την τροτέζα που την έλειωσε η βροχή
Το ζητιάνο που τον σκέπασε το χιόνι


Περιμένω τον τυφλό λαχειοπώλη
Περιμένω τον κουλό θεραπευτή
Περιμένω τον φιλάνθρωπο ληστή
Και το δήμαρχο που γκρέμισε την πόλη


Περιμένω την κυρτή πεντικιουρίστα
Τη γριά που θα μου ανάψει το κερί
Τη μητέρα που μου μίλησε νεκρή
Τη Μυρτώ που εξαϋλώθηκε στην πίστα


Περιμένω τον επίγειο ταξιδιώτη
Τον προφήτη που ’χει χάσει το κλειδί
Περιμένω το μονόδοντο παιδί
Και το δάσκαλο που ξέμεινε στην πρώτη


Περιμένω τον μουγκό θαλαμηπόλο
Περιμένω τον κουφό μπαλωματή
Τον νεκρό στους πάγους εξερευνητή
Που επιστρέφει μ άλλο σώμα από τον Πόλο


Περιμένω τον χαμένο χρυσοθήρα
Περιμένω τον πνιγμένο θερμαστή
Περιμένω τον ανύποπτο εραστή
Περιμένω τον πολύπαθο μνηστήρα


Περιμένω την αθέατη χορωδία
Περιμένω σκοτεινούς εξορκιστές
Περιμένω θυσιαστήριες τελετές
Και το πτώμα που ’χει αργήσει στην κηδεία


Περιμένω τον Βαρδή και τον Αντώνη
Τη Μαρίνα την Αλκμήνη την Αυγή
Τον Ερμόλαο που αναδύθηκε απτη γη
Τον Νικήτα που βυθίστηκε στη σκόνη


Περιμένω να ’ρθει κάποιος να με σώσει
Να μου δώσει κάποιο στίγμα στο κενό
Για ν’ αντέξω τον αντίπαλο ουρανό
Και τη γυάλινη σιωπή που μ’ έχει ζώσει


Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
κ.ο.κ.


Από τη συλλογή Μου γνέφουν (2000)

Πίνακας: Martinelli Andrea

http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=16399.msg217983#msg217983


.