Da te. Η αφαιρετική. Ablativo.
Πτώση τόσο πολύτιμη
όσο κι η μοναξιά που απλόχερα μου χάρισες
κι αφουγκράζομαι κιόλας τον δισταγμό
ανάμικτο με την απόφαση
στα βήματά σου που όλο ξεμακραίνουν
την τρικυμία στο χρώμα της φωνής σου
που κάθε λίγο ξεθωριάζει
και μόνο το άρωμά σου επιμένει έσχατο
σε κάποιο ξέφτι μιας παλιάς μου ρόμπας.
Η αφαιρετική μια πτώση απούσα
στη γραμματική Τζαρτζάνου
ίσως για να ξορκίσει ολότελα
αυτήν τη μοναξιά
που δεν θ’ αντάλλαζα με τίποτα
ούτε μ’ εκείνη την παρουσία σου ακόμα
που η απουσία σου, την εξιδανικεύει.
Μείνε λοιπόν μακριά μου.
Θέλω πάντα να σε περιμένω.
* Vorrei.
Πίνακας: Anna Ådén
Αγγελική Σιδηρά, Da…te*, από τη συλλογή Αναπάντεχα κοντά, Εκδόσεις Ευθύνη 2013
Το είδωλο του μπουφέ της μικρής, καθημερινής τραπεζαρίας ερχόταν να ενωθεί τα χειμωνιάτικα απογεύματα, σαν έπαιρνε να βραδιάζει, με τα μεγάλα φοινικόδεντρα του διπλανού κήπου, που άπλωναν στο σύθαμπο τα σκοτεινά κλωνιά τους και γύρευαν, λες, ν’ αγκαλιάσουν το παλαιικό εκείνο έπιπλο και όλο το δωμάτιο. Ήταν μια εικόνα που με σαγήνευε μαζί και με τρόμαζε, αυτός ο μπουφές που γινόταν έξαφνα διπλός, σαν να ’βγαινε έξω χωρίς να φεύγει από τη θέση του, κι έμοιαζε να αιωρείται στο κενό, ενώ καθρέφτιζε με τη σειρά του, πάνω στο δικό του τζάμι, και το παράθυρο με το δικό του είδωλο και τις σκιές από τα φοινικόδεντρα και τον κρεμασμένο απ’ το ταβάνι γλόμπο του ηλεκτρικού, που μόλις είχε ανάψει και πολλαπλασιαζόταν τώρα απεριόριστα σ’ ένα αδιάκοπο πήγαιν’ έλα ανάμεσα στις δυο γυάλινες επιφάνειες. Έτσι ο γνώριμος, κλειστός, προστατευτικός χώρος της τραπεζαρίας προβαλλόταν στον απροσδιόριστο, ανεξερεύνητο, χαώδη χώρο του κήπου. Κι εκείνος πάλι εισχωρούσε, σκοτεινός και απειλητικός, μέσα στο μικρό δωμάτιο, τυλίγοντας τα πάντα με την αινιγματική του παρουσία, εμφυσώντας σε κάθε αντικείμενο την πνοή του μεγάλου κόσμου. Το μέσα έσμιγε με το έξω σε μια συνεύρεση μυστική, που την ένιωθα γεμάτη μύριες δυνατότητες, μύριες υποσχέσεις, αλλά και μύριους κινδύνους. Εικόνα πρωταρχική και ανεξίτηλη στη μνήμη, που με συντροφεύει όπου κι αν βρεθώ.[…]
Γιάννης Κιουρτσάκης, Σαν μυθιστόρημα, Εκδόσεις Κέδρος 1995
Αποχαιρέτα την για πάντα αυτήν τη σύντομη
εποχή της ελευθερίας.
Αντίο αλησμόνητες μέρες και νύχτες ένδοξες
και φύλλα που τα παίρνει ο άνεμος
Υπήρξαμε νέοι, σε τίποτα δεν ελπίζαμε
και περιμέναμε το αύριο με το τυφλό πείσμα
του ναυαγού που ρίχνει στο νερό πέτρες.
Σταμάτης Πολενάκης, Το μεγάλο αίνιγμα από τη συλλογή Τα σκαλοπάτια της Οδησσού, Μικρή Άρκτος, 2012
και στους ανώμαλους.
Στο Δημοτικό
στο Γυμνάσιο
στο Λύκειο
στο Κολλέγιο
όλοι οι ανεπιθύμητοι
μαζεύονταν
γύρω
μου.
Τύποι με ένα χέρι
τύποι με νευρικά τικ
τύποι με διαταραχές ομιλίας
τύποι με λεύκη πάνω απ’ το ένα μάτι,
δειλοί
μισάνθρωποι
φονιάδες
ηδονοβλεψίες
και κλέφτες.
Στα εργοστάσια,
στην πιάτσα,
πάντα τραβούσα τους ανεπιθύμητους. Με έβρισκαν
κατευθείαν και με πλησίαζαν
από μόνοι τους. Όπως
και τώρα.
Σ’ αυτήν τη γειτονιά
με βρήκε πάλι
ένας.
Περιφέρει
ένα καρότσι από σούπερ μάρκετ,
φορτωμένο με σκουπίδια:
τσαλακωμένα κουτιά, κορδόνια,
άδειες σακούλες από πατατάκια,
κουτιά από γάλα, εφημερίδες, κοντυλοφόρους…
«E, φιλάρα, πώς πάει;»
Σταμάτησα και μιλήσαμε
για λίγο.
Ύστερα χαιρέτησα
όμως αυτός ακόμη
με ακολουθεί
στις μπίρες και στα πηδήματα…
«Kράτα με ενήμερο,
φιλάρα, κράτα με ενήμερο. Θέλω να ξέρω
τι τρέχει».
Είσαι ο καινούργιος μου.
Δεν τον είδα ποτέ
να πιάνει κουβέντα
με άλλον.
Τώρα το καρότσι κουτρουβαλιάζεται
πίσω μου
ακριβώς,
ύστερα κάτι
πέφτει.
Σταματά
να το μαζέψει.
Χώνομαι τότε
στην είσοδο
εκείνου του πράσινου ξενοδοχείου,
στη γωνιά
διασχίζω
το διάδρομο
βγαίνω
από την πίσω πόρτα
εκεί,
να σου μια γάτα
κάθεται μακάρια ευτυχισμένη,
κάνει
να μου χιμήξει.
Τσαρλς Μπουκόβσκι, Πάντα άρεσα στους ψυχοπαθείς από τη συλλογή Τρόμου και αγωνίας γωνία,
H αφύπνιση δεν δραπετεύει
όπως δραπετεύουν τα όνειρα.
Κανένας θόρυβος, κανένα κουδούνι
δεν την ταράζει,
καμιά κραυγή, ούτε πάταγος
ξεπετιέται απ’ αυτήν.
Θολές και πολυσήμαντες
είναι οι εικόνες στα όνειρα,
που μπορεί κανείς να τις ερμηνεύσει
με πολλούς, διάφορους τρόπους.
Αφύπνιση σημαίνει αφύπνιση σκληρή
κι αυτό είναι το μεγαλύτερο αίνιγμα.
Για τα όνειρα υπάρχουν κλειδιά.
Η αφύπνιση ανοίγεται μόνη της πάντα
και δεν περιχαρακώνεται ποτέ.
Χύνονται απ’ αυτήν
σχολικά απολυτήρια και άστρα,
πέφτουν πεταλούδες
και οι ψυχές των παλιών σίδερων,
χωρίς κεφάλια καπέλα
και κρανία των σύννεφων.
Κι όλο αυτό
ένας άλυτος γρίφος.
Χωρίς εμάς δεν θα υπήρχαν τα όνειρα.
Αυτός που χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε η αφύπνιση,
είναι άγνωστος
και της αϋπνίας του η κατάληξη
δένεται με τον καθένα
που ξυπνάει.
Τα όνειρα δεν είναι τρελά,
τρελή είναι η αφύπνιση,
έστω και με το πείσμα,
που κρατεί
στων γεγονότων το τρέξιμο.
Στα όνειρα ζει ακόμα
ο νεκρός μας πριν από λίγο καιρό,
χαίρεται κιόλας την υγεία του
και την ξαναποκτημένη του νιότη.
Η αφύπνιση όμως μπρος απ’ τα μάτια μας
το νεκρό του σώμα υψώνει.
Η αφύπνιση ούτ’ ένα βήμα πίσω δεν κάνει.
Η λεπτότητα των ονείρων
τη μνήμη εύκολα γλιτώνει απ’ αυτά.
Η αφύπνιση δε χρειάζεται να φοβάται τη λησμονιά.
Σκληρή πτυχή η αφύπνιση.
Φορτώνεται στο σβέρκο μας,
βαραίνει την καρδιά,
γκρεμίζεται στα πόδια.
Δεν υπάρχει απ’ αυτήν φυγή,
γιατί και στη φυγή μάς συνοδεύει.
Και τέτοιος σταθμός δεν υπάρχει
στη διαδρομή του ταξιδιού μας,
που να μη μας περιμένει.
Βισλάβα Σιμπόρσκα, Αφύπνιση από τη συλλογή Τέλος και αρχή, σελ. 26-27, μτφρ.: Nίκος Χατζηνικολάου, Κούριερ Εκδοτική, 1993
ματαιωμένες διαδρομές
ακυρωμένη προσέγγιση
αφανισμένη η γεύση του φιλιού
Κι εγώ μόριο χαλαζία θαλασσόβρεχτου
ξεβρασμένο στην ξέρα
ενός πάρκινγκ της Εθνικής
Στρεβλός ο στίχος.
Ψηλός ο τοίχος.
Βραχνός ο ήχος.
Θαμπό τοπίο η ζωή του αντιστοίχως.
Σπανίων λέξεων συλλέκτης-τυμβωρύχος
μάταια χρόνια προσευχόταν ολοψύχως
να κυματίσουνε τα λόγια του ευήχως.
Στο τέλος μόνος αναχώρησε ησύχως
Με τη λεζάντα που φοβόταν ενδομύχως
Εντολοδόχος σιωπής. Δριμύ το ψύχος.
Ήταν τόσο θεατρικός. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, φορώντας μαύρο κοστούμι, μ’ ένα λουλούδι στην μπουτονιέρα του. Έβαλε το όργανο στο στόμα του, περίμενε να ζεσταθεί η κάννη, και χαμογελώντας παραπλανητικά στο είδωλό του – πυροβόλησε.
Έπεσε σαν παλτό που γλιστράει από τους ώμους. Αλλά η ψυχή του στάθηκε για λίγο, κουνώντας το κεφάλι της που γινόταν όλο και πιο ελαφρύ, ύστερα διστακτικά μπήκε στο σώμα, ματωμένο στην κορυφή, τη στιγμή που η θερμοκρασία του άγγιζε τη θερμοκρασία των αντικειμένων. Αυτό –ως γνωστόν– προμηνύει μακροζωία.
Zbigniew Herbert, Μια αυτοκτονία, σελ. 159, Η ψυχή του κ. Cogito και άλλα ποιήματα, Μτφρ.: Xάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2001