RSS

Eυγενία Λουπάκη, Η εποχή των τεράτων (105.5 FM Στο Κόκκινο)

“Όλοι είμαστε τέρατα, είπε η Νταίζη μ’ ενθουσιασμό. Είναι η Εποχή των Τεράτων. Γιατί το παραμύθι της γυναίκας με τους λύκους μας φαίνεται τόσο τρομερό; Ξέρεις την ιστορία, μια γυναίκα διασχίζει την τούντρα μ’ ένα έλκηθρο γεμάτο παιδιά, με τους λύκους να τρέχουν ξοπίσω της και για να τους καταπραΰνει, τους πετάει το ένα παιδί μετά το άλλο. Πριν εκατό χρόνια όλοι θεωρούσαν αυτή την ιστορία τρομερή, αλλά σήμερα μοιάζει ακόμη πιο τρομερή. Γιατί, ενώ τότε ήταν απόμακρη και απίθανη, τώρα έχει μπει μέσα στη σφαίρα του πιθανού. Είναι μια τρομερή ιστορία, όχι γιατί η γυναίκα είναι τέρας, καθόλου˙ αλλά γιατί ό,τι έκανε εκείνη για να σωθεί είναι ακριβώς αυτό που θα κάναμε όλοι μας. Είναι τρομερή γιατί είναι τόσο συντριπτικά αληθινή. Αυτό θα έκανα εγώ, αυτό θα έκανες εσύ, αυτό θα έκαναν όλοι. Έτσι δεν είναι;”

(Πωλ Μπόουλς “Καλώς να πέσει”, εκδόσεις Απόπειρα, μετ.: Λουκάς Θεοδωρακόπουλος)

Έτσι είναι. Συνήθισα πια να βλέπω καθημερινά, μικρούς θανάτους, τραγουδούσε πριν 20 και βάλε χρόνια ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, στο περίφημο “κοιτάω την πάρτη μου”. Και τώρα που οι λύκοι μας καταδιώκουν και τα σαγόνια της κρίσης μας απειλούν έναν έναν χωριστά, ακονίζονται και τα δικά μας δόντια. Γύρω γύρω η φρίκη πλησιάζει. Η Ευρώπη εκτρέφει συστηματικά το ναζισμό και οι ΗΠΑ τον ακραίο ισλαμισμό των αποκεφαλισμών. Κλατάρουν οι αντοχές, στομώνει η ελπίδα, ο δρόμος δεν είναι κατοστάρι είναι μαραθώνιος μετ’ εμποδίων και συλλογικό όραμα να μας απογειώσει δεν υπάρχει. Παρακολουθούμε απλώς τις “απογειώσεις” του κάθε Σαμαρά και τις στάγδην δημοσκοπήσεις, ενώ η πραγματικότητα μας συντρίβει. Ούτε η φανερή προοπτική εξουσίας της Αριστεράς φαίνεται ικανή να ενθουσιάσει. Αντιθέτως, πολλοί εκ των έσω δείχνουν δυσαρεστημένοι, χολιασμένοι, πανέτοιμοι να πυροβολήσουν τον πιανίστα πριν καν ακουμπήσει τα πλήκτρα. Βέβαιοι εκ των προτέρων ότι αντί για Σοπέν θα παίξει Ρίτα Σακελλαρίου.

Και βέβαιοι ότι έτσι, καραδοκώντας την παραφωνία σε κάθε νότα, θα διαφυλάξουν την ορθότητα της πορείας που θα μας κάνει να μην πετάξουμε τα παιδιά μας στους λύκους για να γλυτώσουμε. Στο μεταξύ, ξεσκίζουμε με τα δικά μας δόντια, το διπλανό μας, τον συνάδελφό μας, τον άνθρωπό μας, το φίλο μας, τον έρωτά μας. Καχυποψία, τρικλοποδιές, μεμψιμοιρία, υπολογισμοί, κουτσομπολιό, προδοσίες, επιλεκτικές ευαισθησίες. Ναι, τίποτα το ανθρώπινο δεν του ήταν ξένο του Μαρξ, αλλά εγώ δεν έχω τη σοφία του. Μου είναι ξένα και νοιώθω ξένη.

Τα σκεφτόμουν αυτά, τη συννεφιασμένη βροχερή Κυριακή, όταν από την μελαγχολία της βεράντας μου, παρακολουθούσα τον απέναντι, να στερεώνει με τσιμεντόλιθους στη σκεπή της παράγκας του, κάτι λαμαρίνες που μοιάζουν με κεραμίδια. Στο βόρειο προάστιο του 2014. Ήταν σαν σκηνή απ’ το Συνοικία το Όνειρο κι αναρωτήθηκα τί να ψηφίζει και τί να περιμένει άραγε αυτός. Έχει τρία μικρά παιδιά και ακούει σκυλάδικα. Ενώ γύρω ουρλιάζουν οι λύκοι..

http://www.stokokkino.gr/article/11311/I-Epoxi-ton-Teraton?fb_action_ids=796100357079324&fb_action_types=og.comments&fb_source=aggregation&fb_aggregation_id=288381481237582.

 

Γιολάντα Πέγκλη, Αγκάθι το αμάραντο

Kίτρινο και όχι κίτρινο
του κυδωνιού να πούμε
που ποτέ δεν το ’χεις σίγουρο
έτσι που μόλις ακουμπήσει σαπίζει
ή που φωνή φαρμάκι αφήνει ο Σεπτέμβρης
«μέμνησο!» και γλιστράει
απ’ την αγία υπομονή
στην έξοδο την υπεραγία


τότε σβώλοι σβώλοι στο χώμα
τρίτα, τέταρτα πόδια δεν επαρκούν
όλη νύχτα να τσακίζεσαι να τα προφτάσεις
τόσα προσκλητήρια νεκρών
και τη μέρα τίποτα να μη μαρτυράει


και καλά να μη γνωρίζεις το τι
και το πότε για το καύκαλο
αλλ’ εκείνο το καλάθι το αλαλάζον
καταμεσής του δρόμου
κλότσα το π’ ανάθεμά το ν’ ανοίξει ο τόπος
το βλέπεις, πας ν’ αποκτήσεις άκρα καχεκτικά
τα χέρια, άσε, πάνε,
να κοιτάξουμε τα υπόλοιπα
τα θαμμένα, τα πού αιωρούνται
πέτρες, στέγες, ό,τι

αυτές οι δυσανάγνωστες υπογραφές
καλά με είχαν βάλει σε υποψία
κι άρχιζα να μπολιάζω τ’ αειθαλή
με πόνο φυλλοβόλο


κίνηση καθαρτήρια μήπως δώσει ο θεός
και βγει το άθροισμα λανθασμένο


στα άρτια και στα ρηχά ασβέστη


πρέπει να έχεις καρδιά γενναία, βάρβαρη
αυτό είναι το συμπέρασμα, αλλιώς
την εγγύηση δεν την σημαδεύεις μεσόφρυδα
κάνεις πως αστοχείς
(ασ’ τη να βρίσκεται για μια δύσκολη ώρα)
κι ύστερα μπουκάρει το Απαραβίαστο


το μεγάλο μαράζι
και πού θράσος ν’ απλώσεις χέρι
ίσως λοιπόν αυτό είναι το χειρότερο
και δόξα τω θεώ δεν έγινε

συνηθίζεις, τι να γίνει, και στο απάνθρωπο,
αμπαρώνεις, θειαφίζεις,
πετάς στην άσφαλτο τους βολβούς
τα καθίσματα

ας θηλάσουν τώρα τα ζώα μόνο
και το αγκάθι της πίκρας
το αμάραντο


Από τη συλλογή Αγκάθι το αμάραντο, 1972, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

Φωτό: Dariusz Klimczak

.

.

 

Julio Cortazar, Το κουτσό

142
(…)
3.— Μιλάει με εικόνες, είπε ο Ρόναλντ. Πάντα τα ίδια.
2. — Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να προσεγγίσεις αυτό που χάσαμε, αυτό από το οποίο αποξενωθήκαμε. Εκείνη βρισκόταν πιο κοντά και το ένιωθε. Το μόνο της λάθος ήταν που ήθελε μια απόδειξη ότι αυτή η προσέγγιση άξιζε όλες τις ρητορείες μας. Κανείς δεν μπορούσε να της δώσει αυτή την απόδειξη, πρώτον, γιατί είμαστε ανίκανοι ακόμα και να τη συλλάβουμε και δεύτερον, γιατί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουμε βολευτεί και νιώθουμε ικανοποιημένοι με τις συλλογικές μας γνώσεις. Είναι γνωστό ότι η εγκυκλοπαίδεια μας επιτρέπει να κοιμόμαστε ήσυχοι, βρίσκεται εκεί, δίπλα μας, με όλες τις απαντήσεις. Αυτό είναι βέβαιο, μόνο όμως γιατί δεν ξέρουμε πώς να υποβάλουμε τα ερωτήματα που θα την εκμηδένιζαν. Όταν η Μάγα ρωτούσε γιατί τα δέντρα ντύνονται το καλοκαίρι… είναι όμως μάταιο, παλιόφιλε, καλύτερα να σωπάσω.
1. — Ναι, όλα αυτά δεν μπορούν να εξηγηθούν, είπε ο Ρόναλντ.

(34)

Julio Cortazar, Το κουτσό, σελ. 656, μτφρ. : Κώστας Κουντούρης, Εκδόσεις Εξάντας, 1988

Φωτό: Dariusz Klimczak

.

.

 

Nανά Ησαΐα, Επικίνδυνη

IV.

Επικίνδυνη
ως την καταστροφή
είμαι αυτή που έφερε ως την ψυχή
για καθρέφτη το χάσμα.

Από τη συλλογή Στην τακτική του πάθους, 1982, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

Πίνακας: Dan McCaw

 

Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Στην Επίδαυρο ένα βράδυ


Στην Επίδαυρο ένα βράδυ
έβαλε τα χέρια της και ήπια νερό
πολύ καιρό μετά στις μέρες της ανυδρίας
ον τρόπον επιποθεί η έλαφος
επί τας πηγάς των υδάτων
η λεπτομέρεια αύτη με τυράννησε

Από τη συλλογή Κλειστή θάλασσα, 1979, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής 1994

Πίνακας: Teun Hocks

.

.

 

 

Δημήτρης Καλοκύρης, Οι ανθολογίες

.

είναι όπως τα κεράσια:
τρως τον καρπό
βάφεις το στόμα
και φτύνεις το κουκούτσι του

στα μούτρα της Λήθης.

Από την ανθολογία Η Ελληνική Ποίηση του 20ου Αιώνα, εκδ. Μεταίχμιο, 2008,

Επιμέλεια-Ανθολόγηση: Ευριπίδης Γαραντούδης

Πίνακας: Casajordi Bousquet

 

Παυλίνα Παμπούδη, Ιστορία μιας ώρας σε πτυσσόμενο χρόνο

 Loretta Lux 9

Η ιστορία (στα βαθιά) 3

Ακούστηκε ο ήχος ενός κουδουνιού. Έμεινε λίγο να δονείται στον αέρα κι ύστερα, δοκιμάζοντας συχνότητες, συμπυκνώθηκε σε περίπου ανθρώπινο σχήμα.
«Καλώς ήρθατε», είπε ο θυρωρός θαμπά. Η φωνή του ήταν λίγο φθαρμένη στο α. Δεν είχε προσαρμοστεί στη διαφορετική αντίληψη του χώρου και κάθε τόσο, έχανε τελείως το περίγραμμά του. Μετά, συγκεντρωνόταν πάλι, με προσπάθεια. Μετακινήθηκα πέντε μπροστά λεπτά και πάτησα ένα ερυθρό εραλδικό ζωόφυτο. Αμέσως, από το ναδίρ, ανέβηκε λαχανιασμένα ένα παιδικό τραγουδάκι σε παράξενη κλίμακα: «Η μικρή Ελένη / κάθεται και κλαίει / γιατί δεν την παίζουνε / οι φιλενάδες της./ Σήκω επάνω / τον ήλιο κοίτα / τα μάτια κλείσε / κι αποχαιρέτησε».
Η φωνή ήταν της γιαγιάς μου, εννέα χρονών.
«Εννέα χρονών και μου χαρίσαν τα σκουλαρίκια με το σμαραγδάκι. Μου τρύπησαν τ’ αυτιά. Ανοίγαν οι τρύπες αργά, μέχρι να εξαφανιστούνε όλα μέσα τους.─»

Loretta Lux 9

Παρεμβολή / οι ήχοι:
Το ισοκράτημα ισόβια
Στον άλλο κόσμο.
Οξύ βιολιού
Από τ’ αρχαία ερτζιανά
Στου πατέρα την έρημο.
Μικρά πνευστά ψυχής
Που εξαερώνονται.
Τρίξιμο, ξέσκισμα
Αναστεναγμός βαμβακερός,
Τσόχινος βήχας.
Το αθέατο χρονόμετρο
Εδώ και χρόνια.
Φωνή πουλιού, βουή θεού.
Ρήγματα άηχα παντού
Στους τοίχους.

Παυλίνα Παμπούδη, Τα Τιμαλφή,  εκδ. Ροές 2007
Από την ενότητα: Ιστορία μιας ώρας σε πτυσσόμενο χρόνο(1993)

Πίνακας: Loreta Lux

.

.

 

 

Μάρκος Μέσκος, Η επιμονή του


Πλύνε τα χέρια σου
καθάρισε το πρόσωπό σου από τα μέσα δάκρυα
δεν ήταν ο έρωτάς σου έρωτας του στρατιώτη
με την πόρνη και οι συμβατικοί ασπασμοί
των συζύγων στο κατώφλι –
απόγευμα ήρεμο σαν ποταμόπλοιο
φόρεσε το άσπρο σου πουκάμισο που δεν βουλιάζει
μήτε στα μαύρα μεσάνυχτα, σημαία της αυγής
σημαία των φιλιών – όχι του παραδομού.

Από τη συλλογή Άλογα στον ιππόδρομο, 1973, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

Πίνακας: Bernard Verkaaik
.

.

 

Oρέστης Αλεξάκης, Όσα δε μάθαμε ποτέ για τα σκυλιά


.

Έχουν δική τους μοίρα τα σκυλιά
δικό τους πρόσωπο Θεού λατρεύουν
δικό τους αγναντεύουν ουρανό
δίνουν δικό τους ορισμό για τους ανθρώπους
Κρατούν τη μνήμη του
κατακλυσμού
το ρίγος για μιαν άγνωστη πατρίδα
ψάχνουν το δάσος κάτω από την πόλη
θέλουν να ξεψυχήσουν σ’ άλλους τόπους
Κάποτε μες στον ύπνο των σκυλιών
θρηνούν οι λύκοι
σαλεύει ο φόβος τα βαριά κλαδιά του
φίδι σφυρίζει η πείνα την οργή της
Ακούν στα βάθη την παλιά οιμωγή
της ερημιάς τον προσκλητήριο θρήνο
δαγκώνουν την αόρατη αλυσίδα
κόκκινο φως τα μάτια τους τυφλώνει

θυμούνται φλόγες και
ξεριζωμό

ξυπνά το αγρίμι μέσα τους
και κλαίει


Από τη συλλογή Ο ληξίαρχος, 1989, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

Πίνακας: Matthew Pasquarello

.

.

 

Xάρης Μελιτάς, Κουτόχορτο

 Έχω φρακάρει
στην τρύπα της βελόνας
κι ακόμα τρώω.

Χάρης Μελιτάς, Κουτόχορτο, από τη συλλογή Άρωμα σκουριάς, Μανδραγόρας 2014.

Πίνακας: Pablo Carnero