RSS

Δήμητρα Καραφύλλη, Τελευταία χάρη

.

Είπε το φύλλο
στο χαμένο ποιητή:
Γιατί με σκίζεις;


Δήμητρα Καραφύλλη, Τελευταία χάρη, Μανδραγόρας 2014

Πίνακας: Jean-Claude Dresse


Στη μνήμη των γενεθλίων της Δήμητρας Καραφύλλη

.

.

 

 

Μανόλης Αναγνωστάκης, Στο παιδί μου

,.

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι.
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.


Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.


Από τη συλλογή Η συνέχεια 3, 1962

Πίνακας: Benny Andrews

 

Καστοριάδης: Η Φιλία και το Έλεος (Πηγή: Lifo)

Tο κείμενο του άρθρου αποτελεί απόσπασμα σεμιναρίου (1983) του Κορνήλιου Καστοριάδη, το οποίο έχει συμπεριληφθεί στην “Ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Β΄, Η Πόλις και οι νόμοι” (εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2008, μετάφραση: Ζωή Καστοριάδη.)

http://www.lifo.gr/team/book/38208#comment

.

.


Οι αρχαιοελληνικές έννοιες και η διαστρέβλωσή τους από την υποκριτική χριστιανική ηθική

Θα έβλεπα δύο πολύ σημαντικά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν τις διαπροσωπικές σχέσεις στην Ελλάδα και εκφράζονται με τις λέξεις φιλία και έλεος. Ας αρχίσουμε από την πρώτη. Ο Αριστοτέλης, ο οποίος είναι παραδόξως ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος της κλασικής πόλης, θα τη συζητήσει δια μακρών. Έχουμε συνηθίσει, μετά από τους Ρωμαίους, να μεταφράζουμε αυτή τη λέξη ως «amitié» («φιλική σχέση»), καθόλου δόκιμη απόδοση.

Η φιλία προέρχεται από το ρήμα φιλώ, που σημαίνει αγαπώ. Όχι αγαπώ ερωτικά, αν και αυτό το νόημα είναι επίσης δυνατό. Η φιλία είναι το γένος, που σαν επιμέρους είδη του έχει τις διάφορες μορφές συναισθημάτων, που μπορούν να συνδέσουν τα άτομα. Και στην ελληνική πόλη, η φιλία έχει πολύ σημαντικές θεσμικές πτυχές. Βεβαίως, πρόκειται κυρίως για τη φιλική σχέση μεταξύ ανδρών, συχνά βάσει άτυπων πολιτικών συνδέσμων που ονομάζονται εταιρείαι, ενώ ο Πλάτων, όπως και ο Αριστοτέλης, θα πουν δικαίως, ότι η φιλία είναι κατ’ εξοχήν ο τύπος σχέσης, που μπορεί να ευδοκιμήσει και να αναπτυχθεί σε μια ελεύθερη κοινότητα και ότι μια τέτοια κοινότητα την προϋποθέτει.

Κατά κανόνα, η τυραννία δεν μπορεί να ανεχθεί τη φιλίαν (Πλάτων, «Πολιτεία», Ι, 576a, Αριστοτέλης, «Ηθικά Νικομάχεια», Θ, 1161a 30-35, 1161b 1-10). O τύραννος έχει κάθε συμφέρον να εμποδίσει την, ανεξάρτητα από αυτό τον ίδιο, δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, που θα μπορούσαν να ευνοήσουν τον αγώνα εναντίον της εξουσίας του και, εν πάση περιπτώσει, τη σύσταση μέσα στην κοινωνία ενός κέντρου αναφοράς που διαφεύγει του ελέγχου του. Μπορούμε να δούμε το πράγμα από μια μακιαβέλεια σκοπιά -δεν λέω μακιαβελική-, θέτοντας το ερώτημα του πώς πρέπει να ενεργήσει ο τύραννος για να κυβερνήσει. Απάντηση: πρέπει να καταστρέψει τις φιλικές σχέσεις.

Ας μεταθέσουμε το ερώτημα στην εποχή μας: τι χρειάζεται ένα ολοκληρωτικό καθεστώς για να εξασφαλίσει τη θέση του; Να διαρρήξει με κάθε τρόπο όλες τις ανεξάρτητες από αυτό σχέσεις μέσα στην κοινωνία, να καταφέρει να κονιορτοποιήσει το λαό και να καταστήσει μοναδικό κέντρο αναφοράς και ενοποίησης τους την ίδια την εξουσία. Δεν είναι εξ’ άλλου τυχαίο το γεγονός ότι, πολύ συχνά, οι αφηγήσεις των τυραννοκτόνων φέρνουν στο προσκήνιο φίλους, όπως στο περίφημο παράδειγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονος στην Αθήνα, οι οποίοι σκότωσαν τον Ίππαρχο, γιο του τυράννου Πεισίστρατου. Θα βρούμε και άλλους στη νότια Ιταλία… Επομένως, η πρώτη διαπροσωπική σχέση, που μετρά στην πολιτική ζωή της κοινότητας είναι η φιλία, θα επανέλθω.

Elena Bombardelli (5)Το δεύτερο στοιχείο, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Αριστοτέλη στον ορισμό της τραγωδίας, είναι ο έλεος -θα μπορούσαμε να πούμε επίσης η συμπάθεια-, δεν πρόκειται για οίκτο ή για κάπως δακρύβρεχτη συμπόνια, αλλά για το γεγονός ότι ο ένας μπαίνει στη θέση του άλλου και συμπάσχει, δηλαδή μεταφορικά, υφίσταται αυτό που κάνει τον άλλο να πάσχει, δεν μένει απαθής απέναντι στη δυστυχία του. Βρίσκουμε έτσι σε ένα λόγο του Δημοσθένη («Κατά Τιμοκράτους», 171,1) το απόσπασμα, όπου λέει, ότι κατά γενική ομολογία, πρέπει τους ασθενείς ελεείν, να επιδεικνύεται έλεος απέναντι στους αδύναμους, να λαμβάνεται υπόψη αυτό που τους συμβαίνει… Η ιδέα, φυσικά, βρίσκεται ήδη στην Ιλιάδα. Σας θυμίζω τη σκηνή, στο τέλος του έπους, μεταξύ Αχιλλέως και Πριάμου. Βρίσκουμε εκεί όλο τον έλεον του κόσμου, ο καθένας μπαίνει στη θέση του άλλου, και μάλιστα με διάφορους τρόπους.

Μπορούμε λοιπόν να συγκρατήσουμε από τη μια τη φιλίαν, και από την άλλη τον έλεον, ως τυπικά συναισθήματα, που αφορούν στις σχέσεις μεταξύ ατόμων. Το επαναλαμβάνω, έχουμε να κάνουμε εδώ, φυσικά, με μια άτυπη θέσμιση, κάτι σαν έθιμο, αλλά με την ισχυρή έννοια του όρου, δηλαδή αυτού, που κατά τα ειωθότα εφαρμόζεται στην πόλη.

Εδώ είναι αναγκαία μια παρέκβαση. Όταν μιλάμε για συναισθήματα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα θεμελιώδες γεγονός, που αποτελεί επίσης κοινοτοπία – και τις κοινοτοπίες δεν τις πολυσκεφτόμαστε∙ τα συναισθήματα δεν λειτουργούν κατά παραγγελία. Μπορούμε, μέχρι ενός σημείου, να κατευθύνουμε την εξωτερική μας συμπεριφορά και να κυριαρχήσουμε στα συναισθήματα μας. Δεν είναι όμως δυνατό να τα αλλάξουμε επιβάλλοντας τη θέληση μας ή από απλό ηθικό καθήκον. Το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα διαμορφώσουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας, όπως λέει ο Αριστοτέλης στην αρχή του δεύτερου βιβλίου των «Ηθικών Νικομαχείων»: «Ουτ’ άρα φύσει ούτε παρά φύσιν εγγίνονται αι αρεταί, αλλά πεφυκόσι μεν ημίν δέξασβαι αυτάς, τελειουμένοις δε δια του εθους». [Oι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως – ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεσή τους μέσα μας; η φύση μας έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους (1103a 25).]

Και ιδού ένα πολύ ωραίο ανέκδοτο: κάποιοι φίλοι του Σωκράτη γνώρισαν ένα διάσημο φυσιογνωμιστή, του έδειξαν από μακριά τον Σωκράτη και του ζήτησαν να περιγράφει το χαρακτήρα του. Εκείνος, αφού τον κοίταξε καλά, απάντησε, ότι είναι ευέξαπτος και ανίκανος για αυτοέλεγχο, φιλήδονος, ψεύτης κ.λπ.. Κατάπληξη και γέλια των φίλων, που τα μετέφεραν όλα στον Σωκράτη. Έτσι ακριβώς ήμουν, τους απαντά• έκτοτε άλλαξα τον εαυτό μου, τα ελαττώματα όμως αυτά παρέμειναν χαραγμένα στο πρόσωπο μου (Κικέρων, Τusculanes, IV, 37).

Δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι στην ελληνική αντίληψη -και ο Αριστοτέλης το αναφέρει ρητά- φιλία μόνο μεταξύ ίσων μπορεί να υπάρχει. Αυτό είναι εξάλλου που την ανάγει στο κατεξοχήν δημοκρατικό συναίσθημα, θα ήταν γελοίο, λέει, να φανταστούμε ότι δεσμοί φιλίας μπορούν να συνδέσουν ένα θνητό με τον Δία. Από την άλλη, το συναίσθημα αυτό απευθύνεται σε ό,τι αξιολογούμε θετικά στον άλλο. Αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο, αλλά μην ξεχνάτε ότι η χριστιανική θέση είναι εντελώς διαφορετική – θα επανέλθω επ’ αυτού. Βλέπετε λοιπόν, ότι η φιλία εξαρτάται, κατά μία έννοια, από την πολιτική θέσμιση της πόλης, δεδομένου ότι η ίδια η πόλη θέτει τα άτομα ως ίσα, δημιουργώντας ως εκ τούτου τις συνθήκες για αυτόν τον τύπο δεσμών. Και ταυτόχρονα η πόλη βεβαίως δίνει σε καθένα από τα μέλη της τη δυνατότητα να εξυψωθεί ώστε να γίνει άξιο φιλίας.

Στην ελληνική αντίληψη φιλία μόνο μεταξύ ίσων μπορεί να υπάρχει

Υποθέστε, τώρα, ότι η θεμελιώδης ηθική προτροπή σε μια κοινότητα είναι η αγάπη, όχι η ανοχή ή η λύπηση, αλλά η αγάπη των πάντων ανεξάρτητα από το τι είναι ο καθένας, επιπλέον δε, ότι πρέπει η αγάπη αυτή να επιδεικνύεται ακόμη περισσότερο, όταν το άτομο δεν αξίζει ηθικά. Σε αυτό ακριβώς έγκειται, όπως ξέρουμε, το περιεχόμενο της χριστιανικής προτροπής σε ό,τι αφορά τις ατομικές σχέσεις. Ο πραγματικός χριστιανικός ήρωας είναι αυτός που μπορεί να φιλήσει τις πληγές των λεπρών ή ο Χριστός της παραβολής του Dostoevsky, ο οποίος φιλά στο στόμα τον Μέγα Ιεροεξεταστή, που μόλις του εξήγησε τις ορθολογικές φρικαλεότητες, που γνωρίζετε. Φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο στον ελληνικό κόσμο.

Η φιλία απευθύνεται στον άλλο στο βαθμό που ενσαρκώνει μια αξία, στο μέτρο που είναι καλός καγαθός, δηλαδή ένα ον «καλό και ωραίο». Όσο για τον έλεον, απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν πρόκειται για αγάπη. Είναι το γεγονός ότι ο άλλος λαμβάνεται υπ’ όψη, η δυστυχία του μετρά και υπαγορεύει την ανάλογη δράση. Μπορεί να δείξει κανείς έλεον σε ένα λεπρό και να τον βοηθήσει χωρίς να τον αγαπά ούτε να αισθάνεται υποχρεωμένος να φιλήσει τις πληγές του.

Είναι αλήθεια ότι βρίσκουμε στον ελληνικό πνευματικό κόσμο κάτι που σηματοδοτεί ταυτόχρονα ένα όριο και μια αλλαγή και για το οποίο ελέχθη -κακώς- ότι προανήγγειλε το χριστιανισμό. Πρόκειται βεβαίως για τη θέση, που αποδίδει ο Πλάτων στον Σωκράτη, που προέρχεται πιθανότατα από τον Σωκράτη ως ιστορικό πρόσωπο και συνίσταται στην προτροπή του να μην απαντάς στο κακό με το κακό. Είναι προτιμότερο να υφίστασαι την αδικία παρά να τη διαπράττεις.

Είναι όμως διαφορετικό να πεις: μην απαντάς στο κακό με το κακό, πράγμα που αφορά στη συμπεριφορά μας και εξαρτάται από εμάς, είναι, όπως λέει ο Αριστοτέλης, «εφ’ ημίν». Και είναι άλλο να λες: να αγαπάς αυτόν που σου κάνει κακό. Αυτή η προτροπή δεν αφορά στη συμπεριφορά αλλά στο συναίσθημα, και είναι καθ’ αυτή παράλογη, διότι κανείς δεν μπορεί να κυριαρχήσει τα συναισθήματα του. Δεν συζητώ καν για το αν πρέπει ή όχι να αγαπάμε αυτούς που κάνουν κακό. Αν θεωρήσουμε όμως τι συνεπάγεται αυτό, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι όσο περισσότερο ο τάδε έχει βασανίσει στο Άουσβιτς, τόσο περισσότερο θα πρέπει να αγαπηθεί!

Πρόταση απολύτως απορριπτέα

Εδώ έγκειται η διπλοπροσωπία ή η θεμελιώδης υποκρισία του χριστιανισμού. Υποκρισία όχι με την τρέχουσα αλλά με την οντολογική έννοια. Αυτό που προτείνεται εδώ είναι ένα είδος ψευδούς απολύτου, δεδομένου ότι πρόκειται για απόλυτο απολύτως μη πραγματοποιήσιμο και επομένως ανύπαρκτο. Και ζούμε κάτω ακριβώς από την τερατώδη κυριαρχία αυτής της αδύνατης ηθικής εδώ και σχεδόν δεκαεπτά αιώνες, πράγμα που φέρνει, φυσικά, καταστροφικά αποτελέσματα, όπως ο ουσιώδης διχασμός στον εσωτερικό κόσμο των ατόμων, που ο Ηegel είχε πολύ καθαρά δει.

Όταν μιλά για τη δυστυχή συνείδηση, αναφέρεται κατά μία έννοια στο χριστιανισμό, που επιβάλλει στο άτομο έναν κανόνα, στον οποίο δεν μπορεί ποτέ να υπακούσει. Εν ολίγοις, υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μια ηθική που λέει ότι αυτός που κάνει το κακό (αυτό που θεωρώ, αυτό που θεωρούμε κακό) πρέπει παρά ταύτα να αντιμετωπίζεται ως άτομο που δεν υποβιβάζεται εντελώς στο κακό που διαπράττει, ως άτομο, που μπορεί να αναπτύξει και άλλες δυνατότητες -αυτή η προτροπή έχει περιεχόμενο, δυνατότητα εφαρμογής και αφορά σε μια συμπεριφορά, όχι σε συναισθήματα- και μια άλλη που λέει ότι αυτόν που κάνει το κακό πρέπει να τον αγαπάς εξ’ ίσου και μάλιστα περισσότερο από τους άλλους – πράγμα που καταλήγει σε μια ηθική η οποία, κυριολεκτικά, θα μας προέτρεπε να αγαπάμε τον Χίτλερ και τον Στάλιν. Σχηματοποιώ φυσικά, αλλά αυτή η εναλλακτική λύση είναι σαφώς παρούσα.

Η χριστιανική ηθική καταλήγει να μεταμορφώσει το άτομο σε αιώνιο ένοχο, που παραμένει πάντοτε ανεπαρκές απέναντι στον κανόνα. Είναι ως εκ τούτου καταδικασμένο να συμβιβάζεται διαρκώς με αυτόν τον κανόνα, να ζει μέσα στον κομφορμισμό και στη διπλοπροσωπία.

Η δεύτερη ηθική, η χριστιανική, της οποίας εξ’ άλλου θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τους προδρόμους στην Παλαιά Διαθήκη -η Καινή είναι από αυτή την άποψη λιγότερο ανακαινιστική απ’ όσο θα ήθελε-, καταλήγει επομένως να μεταμορφώσει το άτομο σε αιώνιο ένοχο, που παραμένει πάντοτε ανεπαρκές απέναντι στον κανόνα. Είναι ως εκ τούτου καταδικασμένο να συμβιβάζεται διαρκώς με αυτό τον κανόνα, να ζει μέσα στον κομφορμισμό και στη διπλοπροσωπία, σχετικοποιώντας, ως μη όφειλε, τα πράγματα.

Όσο για το κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, ο χριστιανισμός ξεκινά αγνοώντας το αναφανδόν: δεν μας αφορά, λένε τα ευαγγέλια, πάσα εξουσία εκ θεού, τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (είναι η Προς Ρωμαίους Επιστολή) κ.λπ.. Έτσι καταλήγουμε αναγκαστικά σε μια σχάση, σε μια διάσπαση. Από τη μια ένας δημόσιος χώρος, θεσμισμένος, όπου ο Καίσαρ κάνει ό,τι έχει να κάνει και όπου, παρ’ όλες τις συζητήσεις περί αυτού, δεν βλέπουμε με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι κανόνες της ηθικής: ο εξομολογητής του βασιλιά μπορεί βεβαίως να του επιβάλλει μια μετάνοια, επειδή διέταξε τη σφαγή μερικών χιλιάδων υπηκόων του, όμως αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα τη νομιμότητα του βασιλιά.

Από την άλλη, ένας ιδιωτικός χώρος, όπου ισχύει αυτή η μη πραγματοποιήσιμη προτροπή του να αγαπάς τον πλησίον σου, όποιος κι αν είναι αυτός, περισσότερο από τον εαυτό σου. Ασφαλώς, μετά τη θέσμισή του, ο χριστιανισμός απέκτησε εξαιρετική πνευματική ευρύτητα, οικειοποιούμενος μεγάλο τμήμα της αρχαίας φιλοσοφίας και των μεθόδων της, οπότε τα προβλήματα εμφανίζονται πιο επεξεργασμένα, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών και ενεργοποιείται μια ολόκληρη σοφιστεία.

Όλα αυτά τα βρίσκουμε, από κάποια στιγμή και μετά, στους Πατέρες της Εκκλησίας και στη συνέχεια στους θεολόγους του Μεσαίωνα. Και τα επιχειρήματα εξακοντίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις: για να καταδικάσουν το φόνο του βασιλιά ή για να τον δικαιολογήσουν ή και τα δύο… επειδή έχει επανεισαχθεί στον δημόσιο χώρο κάτι σαν θείο φυσικό δίκαιο, που ο μονάρχης είναι παρά ταύτα υποχρεωμένος να σεβαστεί. Δεν επιτυγχάνεται όμως ποτέ μια συμφωνία, ένα μονοσήμαντο δόγμα. Παραμένει σε τελευταία ανάλυση αυτή η διπλοπροσωπία της θέσμισης, ανάμεσα σε μια πολιτική, που προέρχεται από την απλή πραγματικότητα, και σε μια ηθική, που περιορίζεται στον ιδιωτικό βίο των ανθρώπων.

Όμως, το σημαντικό -αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος, που επέμεινα σε αυτή την παρέκβαση- είναι, ότι δεν υπάρχουν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο η διπλοπροσωπία, το ενσωματωμένο ψέμα στην πραγματική λειτουργία της κοινωνίας και στην παράσταση, που φτιάχνει η ίδια για τον εαυτό της και η οποία εξακολουθεί να υφίσταται από το Μεσαίωνα μέχρι τον σύγχρονο κόσμο μας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε, ότι απουσιάζει από όλες τις ιστορικές κοινωνίες, με εξαίρεση τις μονοθεϊστικές.

Οι ασιάτες δεσπότες δεν θα πουν κάτι και θα κάνουν κάτι άλλο. Στην Ελλάδα, στη Ρώμη, δεν θα πουν ότι όλα τα ανθρώπινα όντα είναι ίσα για να επικυρώσουν στη συνέχεια τις υπάρχουσες ιεραρχίες. Δεν θα ισχυριστούν, ότι η δικαιοσύνη οφείλει να προέχει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, θα πουν ότι αυτό που υπερισχύει στις σχέσεις μεταξύ πόλεων, αν δεν είναι ίσες, είναι η βία. Δεν θα βρούμε όμως αυτές τις εξωφρενικές καταστάσεις, στις οποίες έχουμε από τη μια μεριά ένα διεθνές δίκαιο, που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει τη δικαιοσύνη στις σχέσεις μεταξύ Κρατών και από την άλλη παρεμβάσεις στη Νικαράγουα, στα νησιά Φόκλαντ, στο Αφγανιστάν κ.α., καταστάσεις στις οποίες το δίκαιο δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο.

Εφιστώ την προσοχή σας σε αυτό το κεφαλαιώδες γεγονός: μία από τις συνθήκες ύπαρξης αυτού, που αποκαλούμε ιδεολογία -με την πραγματική έννοια του όρου και όχι με την έννοια που κολλά παντού, όπως στους αλθουσερικούς ή σε άλλους, που μιλάνε για ιδεολογία των Ελλήνων ή των Παπούα- είναι ακριβώς αυτός ο διχασμός ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν.

Μια τέτοια απόσταση ανάμεσα σε απατηλό λόγο και πραγματικότητα της κοινωνικής δράσης έχει σημαντικές προεκτάσεις. Μια πραγματική ηθική μόνο στα εφ’ ημίν, σε ό,τι εξαρτάται από εμάς, μπορεί να αναφέρεται. Και είναι ουσιώδες να αναγνωρίσουμε αυτόν ακριβώς το χώρο της ψυχικής ζωής, που ο άνθρωπος δεν ελέγχει – εξ’ άλλου δεν μπορούμε να δούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση τί θα σήμαινε ο έλεγχος. Μπορούμε να ελέγξουμε τη συμπεριφορά, που προέρχεται από τα συναισθήματα, όχι όμως τα ίδια τα συναισθήματα. Κατά συνέπεια, κάθε ηθική προτροπή απευθυνόμενη στα συναισθήματα είναι παράλογη. Ακόμη μεγαλύτερος παραλογισμός είναι η προσπάθεια επιβολής αδύνατων ή αντιφατικών συναισθημάτων.

Όποιος αγαπά όλο τον κόσμο φυσικά δεν αγαπά κανένα. Και όποιος αγαπά αυτό που μισεί δεν μισεί τίποτα – αλλά όποιος δεν μισεί τίποτα δεν επενδύει τίποτα συναισθηματικά. Πράγμα, που οριακά είναι δυνατό, αλλά αποτελεί εξ ορισμού αποκλειστικότητα ορισμένων ατόμων, χριστιανών αναχωρητών στην έρημο ή οπαδών του βουδισμού.

Και η ύπαρξη αυτών των περιθωριακών ατόμων, ερημιτών ή αγίων επιτρέπει ταυτόχρονα στην κοινωνία να δικαιολογείται και να ενοχοποιείται δίνοντας στον εαυτό της την απατηλή απόδειξη της δυνατότητας να πραγματωθεί το διακηρυσσόμενο ιδεώδες. “Ο άγιος τάδε το καταφέρνει, άρα η ηθική μας δεν είναι παράλογη• εμείς όμως δεν έχουμε το απαιτούμενο ανάστημα, πρέπει επομένως να εξιλασθούμε, να γονυπετήσουμε, να συνεισφέρουμε στους εράνους για την ανοικοδόμηση του ιερού ναού κ.λπ. – και ταυτόχρονα, αναμφίβολα, να μάθουμε να εξαπατάμε”. Ίσως υπήρξε κάποια στιγμή στην ιστορία του χριστιανισμού, που αυτή η διπλοπροσωπία δεν είχε ακόμη εμφανιστεί: Αναφέρομαι στους δύο πρώτους αιώνες της εξάπλωσής του (τον 2ο και τον 3ο μ.Χ. αιώνα) περίοδο, για την οποία έχει κανείς την εντύπωση σε μεγάλο βαθμό, ότι αυτοί οι χριστιανοί είχαν πράγματι παραιτηθεί από την εγκόσμια ζωή και περίμεναν ανά πάσα στιγμή τη Δευτέρα Παρουσία, την επιστροφή του Χριστού επί της γης.

Ως εκ τούτου, η επίγεια ζωή – συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της ζωής των πολιτικών θεσμών- έχανε κάθε σημασία, αφού ο Μεσσίας θα εμφανιζόταν από τη μια στιγμή στην άλλη. Υπό αυτές τις συνθήκες, όταν τα άτομα ζουν μια ζωή, που μόνο κατ’ όνομα είναι, ζωή, σε απόλυτη ετοιμότητα και με τις αποσκευές ανά χείρας για το ταξίδι στον άλλο κόσμο, είναι δυνατό να φανταστούμε εφαρμογή της χριστιανικής ηθικής που να μην αποτελεί διαρκή διπλοπροσωπία.

Από τη στιγμή όμως που οι χριστιανοί εγκαθίστανται μόνιμα στη ζωή της κοινωνίας, και επομένως από τη στιγμή, όπου ο χριστιανισμός αναγνωρίζεται (το 313 μ.Χ., επί Κωνσταντίνου) και στη συνέχεια γίνεται η υποχρεωτική θρησκεία για όλους τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας επί ποινή διώξεων (384, ψήφισμα του Θεοδόσιου), η διπλοπροσωπία βρίσκεται στην καρδιά της χριστιανικής θέσμισης της κοινωνίας και η κατάσταση αυτή προεκτείνεται μέχρι τις μέρες μας με τη διάσταση ανάμεσα σε ένα δικαιολογητικό λόγο και στην πραγματικότητα.

Συμπεραίνοντας, ας επανέλθουμε σε δύο στοιχεία της άτυπης θέσμισης της κοινωνίας στην αρχαία Ελλάδα, δηλαδή τον έλεον και τη φιλίαν. Διαβάστε σχετικά ή ξαναδιαβάστε αυτό το υπέροχο χωρίο των «Ηθικών Νικομαχείων» (Η, 1155a 23-29), όπου ο Αριστοτέλης λέει, ότι πρόκειται για τη σημαντικότερη αρετή, σημαντικότερη ακόμη και από τη δικαιοσύνη, σε βαθμό που οι νομοθέτες δικαίως ασχολούνται περισσότερο με τη φιλία, παρά με τη δικαιοσύνη. Φράση πολύ περίεργη, που θα έπρεπε να αναλυθεί σε βάθος, τόσο σε σχέση με το ιστορικό ανάφορο, το οποίο έχει κατά νου ο Αριστοτέλης, όσο και για την κατανόηση της σημασίας της. Όπως και να ‘χει το πράγμα, αντιμετωπίζει αρνητικά το γεγονός, ότι οι τύραννοι δεν συμβιβάζονται με τη φιλία μεταξύ πολιτών και προσθέτει ότι, αν η φιλία βασίλευε παντού στην πόλη, δεν θα υπήρχε ανάγκη δικαιοσύνης, διότι, όπως λέει η παροιμία, «τα πάντα είναι κοινά μεταξύ φίλων» («Ηθικά Νικομάχεια», Η, 1159 b 30).

Χαράσσει έτσι ένα είδος προοπτικής – ορίου, ένα ιδεώδες, στο πλαίσιο του οποίου, ιδιαίτερα, το μεγάλο ερώτημα της διανεμητικής δικαιοσύνης (τι πρέπει να δοθεί σε ποιον;) δεν θα ετίθετο καν, δεδομένου ότι δεν θα υπήρχε κανείς που θα ήθελε να προστατεύσει τα αγαθά του ούτε θα είχε βλέψεις για τα αγαθά του άλλου και όπου ακόμη και οι όροι «δικό μου» και «δικό σου» θα είχαν περιπέσει σε αχρησία.

Πίνακες: Elena Bombardelli

 

Μίλαν Κούντερα, Το αστείο

Η φυσική αγάπη σχεδόν σπάνια ενώνεται με την αγάπη της ψυχής. Τι ακριβώς κάνει η ψυχή, όταν το σώμα σμίγει με κινήσεις τόσο αιώνιες, τόσο καθολικές κι αμετάβλητες με άλλο σώμα; Τι δεν επινοεί σ’ αυτές τις στιγμές φανερώνοντας την υπεροχή της πάνω στην αδρανή μονοτονία της σαρκικής ζωής! Πόσο ξέρει να εκδικείται το σώμα και να το χρησιμοποιεί μόνο σαν πρότυπο για μια παράφρονη φαντασία χίλιες φορές πιο σαρκικό κι απ’ αυτά τα ίδια τα δυο κορμιά! Ή αντίθετα: πόσο ξέρει να το υποτιμά αφήνοντάς το σ’ αυτό το εκκρεμές και στο μεταξύ στέλνει τις σκέψεις της κουρασμένες από την ιδιοτροπία του σώματός τους κάπου αλλού: σε μια παρτίδα σκάκι, στο φαγητό ή σ’ ένα διαβασμένο βιβλίο… Δεν είναι κάτι σπάνιο να ενώνονται μαζί δυο ξένα κορμιά. Κι ίσως και η  ένωση της ψυχής τους κάποτε να συμβαδίσει. Αλλά χίλιες φορές πιο σπάνιο είναι να ενωθεί το σώμα με την ψυχή του και να υπάρξουν σαν ένα μπροστά στο πάθος. Αλλά κι αυτό κάποτε συμβαίνει όταν ο άνθρωπος πραγματικά αγαπάει∙ ίσως∙ το πιστεύω∙ θέλω να το πιστεύω αυτό πάντα∙ Αλλά τι έκανε λοιπόν η ψυχή μου τις στιγμές που το σώμα μου ασχολιόταν μ’ ένα φυσικό έρωτα με την Έλενα; Η ψυχή μου είδε ένα γυναικείο κορμί. Έμεινε αδιάφορη μπροστά του.

Ήξερε πως το σώμα αυτό έχει γι’ αυτήν νόημα μόνο σαν σώμα που δίνεται κι αγαπιέται από κάποιον τρίτο, από κάποιον που δεν είναι εδώ, και γι’ αυτό ακριβώς δοκίμασε να δει αυτό το κορμί με τα μάτια εκείνου του τρίτου, του απόντος∙ προσπάθησε να γίνει το μέσον εκείνου∙ φαινόταν εδώ ένα γυμνό κορμί γυναίκας, οι διπλώσεις των ποδιών, της κοιλιάς και του στήθους, αλλά όλ’ αυτά πήραν μια σημασία μόνον τη στιγμή που τα μάτια μου μεταμορφώθηκαν σε μάτια αυτού του τρίτου απόντος∙ σ’ αυτό το ξ έ ν ο βλέμμα μετά πέρασε η ψυχή μου κι έγινε δική του∙ δεν επικράτησα απλώς πάνω στις καμπύλες των ποδιών, της κοιλιάς και του στήθους, επικράτησα επάνω τους, έτσι ακριβώς όπως τα έβλεπε εκείνος ο τρίτος απών.Κι όχι μόνον η ψυχή μου έγινε το μέσον αυτού του τρίτου απόντος, αλλά πρόσταξε και το σώμα μου να γίνει μέσον του σώματός του κι αποχώρησε μετά να παρακολουθήσει την πάλη δύο κορμιών, δυο συζυγικών κορμιών, για να δώσει ξαφνικά διαταγή στο κορμί μου να μείνει πάλι μόνο και εισχωρώντας σ’ αυτήν τη συζυγική συνουσία να την ανατρέψει κτηνώδικα.

Στον τράχηλο της Έλενας πετάχτηκε μια μπλε φλέβα και το σώμα της όλο ανατρίχιασε σ’ έναν σπασμό∙ τίναξε μια το κεφάλι και τα δόντια της δάγκωσαν το μαξιλάρι. Μετά ψιθύρισε το όνομά μου και τα μάτια της παρακαλούσαν για δυο στιγμές ανάπαυσης. Αλλά η ψυχή μου με πρόσταξε να μη σταματήσω∙ με πρόσταξε να την ωθώ από ηδονή σε ηδονή∙ να τη βασανίζω∙ ν’ αλλάζω τις στάσεις του κορμιού της για να μη μείνει κρυμμένη και μυστική ούτε μια θέα απ’ αυτό που κοιτούσε εκείνος ο τρίτος απών∙ όχι, να μην την αφήσω ν’ ανασάνει∙ να επαναλάβω ξανά και ξανά εκείνον το σπασμό που είναι πραγματικός, ακριβής κι αυθεντικός, που μέσα του δεν κρύβει καμιά προσποίηση και που είναι χαραγμένος στη μνήμη αυτού του τρίτου, αυτού που δεν είναι εδώ, σαν σημάδι, σαν σφραγίδα, σαν κρυπτογράφημα! Αυτήν τη βασιλική σφραγίδα! Nα ληστέψω το δεκατριετές δωμάτιο του Πάβελ Ζεμάνεκ∙ ν’ αφήσω σ’ αυτό μονάχα ερήμωση!

Μίλαν Κούντερα, Το αστείο, σελ. 232-233, μτφρ.: Ανδρέας Τσάκαλης, Εκδόσεις Κάλβος, 1985

Πίνακες: Alberto Macone

.

.

 

Tζένη Φουντέα – Σκλαβούνου, 44 χαϊκού με υστερόγραφο

.

.

Η γοητεία
των διαταραγμένων
Σήμα κινδύνου

                                                      Ακροβατώντας χωρίς δίχτυ ασφαλείας

Tζένη Φουντέα – Σκλαβούνου, Γάλα σε σκόνη, 44 χαϊκού με υστερόγραφο, Μανδραγόρας 2013

Πίνακας: Aimé Venel

.

.

 

Ζαν-Πιερ Μιλοβάνοφ, Η λάμψη της Αντωνίας

catherine-alexandre-11.jpgΜισή ώρα αργότερα το κάρο σταματούσε μπροστά στο κεφαλόσκαλο του σανατορίου, και ο γιατρός Φλος, αυτοπροσώπως, υποδεχόταν τη νεαρή ασθενή. Αποδεικνύοντας ότι η αλλαγή κλίματος και η συνάντησή της είχαν κάνει καλό, η Αντωνία δεν παραληρούσε πλέον, αλλά χαμογελούσε με επιείκεια παρακολουθώντας το τυπικό που συνοδεύει την εισαγωγή σε κάθε είδους καθαρτήριο. Δέχτηκε καλόβολα το μικρό μεσημβρινό δωμάτιο που της παραχώρησαν και δεν έφερε καμιά αντίρρηση να φορέσει το ζουρλομανδύα από υπόλευκο λινό ύφασμα, που την ενθρόνιζε στη νέα κοινότητα και αποτελούσε μαζί με τα κρύα ντους και τα αφεψήματα το κύριο μέρος της θεραπείας. Έχοντας εισαχθεί δύο φορές σε παρόμοιο ίδρυμα, και καθώς δεν αποκλείεται να επιστρέψω εκεί μετά την ολοκλήρωση αυτής της ιστορίας, δεν σκοπεύω να περιγράψω μέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα και αίσθηση με την αίσθηση, τις μεταμορφώσεις ενός πνεύματος που, σε μια πρώτη φάση, έπαψε να περικλείει χρώματα και κινήσεις, σκέψεις και ιδέες, πάθη και συγκινήσεις, και κάποια στιγμή υπέστη ενδόρηξη όπως τ’ αστέρια που πεθαίνουν.

Για να δώσω μια ιδέα του παραλογισμού της Αντωνίας, θα αρκεστώ σε ένα μόνο παράδειγμα: ένα απόγευμα που η νεαρή γυναίκα, τυλιγμένη σε ένα πανωφόρι φοδραρισμένο με αρνίσια προβιά που έκρυβε το ζουρλομανδύα, απολάμβανε τις ακτίνες του ήλιου στον κήπο, ένας σκίουρος πλησίασε την πολυθρόνα της. Η Αντωνία του μίλησε στη γλώσσα των σκίουρων, που αποτελείται από μασουλίσματα, τρομαγμένες φωνούλες και τριψίματα της γούνας. Και η συνάντηση ξετυλίχτηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Συζήτηση σε βάθος πάνω στα προβλήματα της ημέρας, ανταλλαγή διευθύνσεων, υπόσχεση να ξαναϊδωθούν, κτλ. Δυστυχώς για την υγεία της προγιαγιάς μου, αυτό το είδος σκίουρου ζει στο βουνό, σε υψόμετρο πάνω από χίλια πεντακόσια μέτρα και, όπως γνωρίζουμε όλοι, δεν συναντάται στις θαμνώδεις περιοχές των λόφων. Αυτό το επεισόδιο, στο οποίο ο μονολιθικός γιατρός Φλος απέδωσε υπερβολική σημασία, υπήρξε το τελευταίο πριν από την ίαση της ασθενούς. Διότι το ανέλπιστο συνέβη σε πείσμα όλων των προγνώσεων.

Η Αντωνία δεν αφέθηκε να καταστραφεί από την τρέλα. Η Αντωνία γλίτωσε τον εγκλεισμό σε ψυχιατρείο. Η Αντωνία ξαναβρήκε την ελευθερία και την επαφή με τον κόσμο, ναι, το λέω άλλη μια φορά για να το χωνέψω, η Αντωνία γιατρεύτηκε, η Αντωνία έγινε Αντωνία. Το πώς συνέβη αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Ως προς την απροσδόκητη θεραπεία βρίσκομαι στην ίδια θέση με το βοτανολόγο που, έχοντας ανακαλύψει ανάμεσα στις σελίδες ενός παλιού λευκώματος ένα άγνωστο λουλούδι, θα πρέπει, ξεκινώντας από το χρώμα, το μέγεθος, τη μυρωδιά και τα γενετικά χαρακτηριστικά του, να αναπαραστήσει μιαν άνοιξη, μια χώρα, μιαν εποχή και ανθρώπους που κάνουν περίπατο. Η μόνη δικαιολογία και η μοναδική βοήθεια στο εγχείρημά μου αυτό (απ’ ό,τι γνωρίζω) είναι η ίδια η πραγματικότητα, όσο αναληθής και αν φαίνεται. Η πραγματικότητα είναι, λοιπόν, η εξής: H Αντωνία, σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη, έπαψε να παραληρεί σαν να είχε τινάξει το χιόνι από τα μαλλιά της. Πιστεύω ότι, για να πραγματοποιήσει αυτήν τη θεραπευτική κίνηση, την ως τώρα απαγορευμένη σε μένα, για να μπορέσει να σώσει το σώμα και το πνεύμα της, δέχτηκε τη βοήθεια κάποιου για τον οποίο δεν γνωρίζω τίποτα, αλλά που διαισθάνομαι την ύπαρξή του παρ’ όλη τη χρονική απόσταση, και που ορκίζομαι να τον ανακαλύψω για να τον δικαιώσω.

Πρέπει να υποθέσουμε ότι ανάμεσα στο προσωπικό της κλινικής υπήρχε ένα πλάσμα από εκείνα που εκ πρώτης όψεως τα θεωρούμε χωρίς ιδιαίτερες αρετές ή αξία, διότι τα αυστηρά τους πρόσωπα και τα καφετιά τους φορέματα συγχέονται με την υγρασία των τοίχων. Τέτοια πλάσματα, που είναι πάντα στην υπηρεσία των άλλων, δεν αναρωτιόμαστε από πού έρχονται ούτε τι προσδοκούν από μια ζωή που το χρώμα της έχει καθοριστεί μια για πάντα. Τους αρκεί να είναι εκεί, αυτό είναι όλο, όπως είναι εκεί η υγρασία μόλις μπει ο Νοέμβριος, η δίψα και η σκόνη το καλοκαίρι. Το άτομο που διακρίνω, μια γυναίκα προφανώς, πρέπει να αντιπροσωπεύει για το φύλο της κάτι ανάλογο με αυτό που αντιπροσωπεύω εγώ για το δικό μου: ένα βλαστάρι λίγο στραβό που δεν κλαδεύτηκε ποτέ, το οποίο στερήθηκε άλλοτε τη βροχή και άλλοτε το φως, αλλά διατηρεί στους κόμπους και στα μπουμπούκια του τέτοια αποθέματα που κανένας κηπουρός δεν υποψιάστηκε ποτέ. Αυτή η γυναίκα –μόλις τώρα μου το επιβεβαίωσε η Παυλίνα– υπήρξε πραγματικά.

Ονομάζεται Εσθήρ. Πέθανε το 1920. Την εποχή που με ενδιαφέρει, είναι τριάντα πέντε, σχεδόν τριάντα έξι ετών, θεωρείται δηλαδή ήδη γεροντοκόρη, ένα άτομο περιθωριοποιημένο, που η μοναξιά του δεν γεννάει καλοπροαίρετα αισθήματα στους άλλους. Κακοντυμένη και καχεκτική, τη φαντάζομαι μετρίου αναστήματος, με απότομες αλλά ακριβείς κινήσεις, με εμφάνιση καλόγριας, με το σοβαρό και στεγνό πρόσωπο των υπηρετριών που έμαθαν πολύ νωρίς να μην κλαίνε μπροστά σ’ εκείνους που θα μπορούσαν να περιγελάσουν τη θλίψη τους. Δεν είχε ποτέ αρραβωνιαστικό ούτε κανένα συγγενή. Η οικογένειά της, έλεγαν, ήταν θαμμένη σε τρία διαφορετικά νεκροταφεία της Λοζέρ. (…)

Όταν ένα άτομο, που ανήκει στην τελευταία βαθμίδα της κοινωνίας, πιστεύει ότι η μοίρα δεν του έταξε να εκπληρώσει κανένα σκοπό και ότι το πέρασμά του πάνω στη γη δεν θα είναι σαν του ανέμου ή της βροχής που χαρίζουν τη ζωή, αλλά σαν το πέρασμα του ξερού κλαδιού που θρυμματίζεται μέσα σ’ ένα χαντάκι, τότε αυτό το άτομο, σε αντιστάθμισμα των φορτίων που κουβαλάει, συμβαίνει να είναι προικισμένο με μιαν ελαφρότητα τόσο σπάνια όσο και απροσδόκητη.

Η σοβαρότητα αρμόζει στους κυρίαρχους του χρόνου που έχουν καθήκον να παρουσιαστούν μπροστά στην ιστορία με συνοφρυωμένο και ανάλογο των περιστάσεων πρόσωπο. Είδε ποτέ κανείς έναν υπουργό με γαρίφαλο στο αυτί ή με ψεύτικη ελιά ζωγραφισμένη στη μύτη; Όμως στο στάβλο, στο πλυσταριό, στην κουζίνα ή δίπλα στο ντουλάπι με τις σκούπες, ξέρουμε ότι οι χοντροκομμένες φάρσες αποτελούν την κινητήρια δύναμη του κόσμου, ότι τα αφεντικά είναι τα καλύτερα θέματα για χωρατά, ότι τα σπαθιά, οι επίσημες στολές, οι κορδέλες, οι ομιλίες, οι αγιασμοί είναι τα φτερά ενός μεγάλου ανεμόμυλου που αλέθει τα όνειρα και τις αυταπάτες των ανίκανων. Έτσι ήταν, έτσι είναι και έτσι θα είναι πάντα.

Ζαν-Πιερ Μιλοβάνοφ, Η λάμψη της Αντωνίας, σελ. 46-51 αποσπασματικά, μτφρ.: Kατερίνα Κολλέτ, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2000

Πίνακες: Catherine Alexandre

.

.

 

Άρτεμις Βαζιργιαντζίκη, Μέδουσα

.

Σταθήκαμε απέναντί της
ελπίζοντας με μια ματιά
να μας πετρώσει∙
άλλο τρόπο δεν είχαμε
να μας θυμούνται.

Άρτεμις Βαζιργιαντζίκη, Μέδουσα, από τη συλλογή Νεκρές θάλασσες, Μανδραγόρας, 2010

Πίνακας: Duane Keiser

.

.

 

Άρτεμις Βαζιργιαντζίκη, Πηνελόπη


Ίσως
να τον περίμενα ακόμη.
Αν δεν είχα χαθεί
μέσα στους υγρούς λαβυρίνθους
του πόθου τους.


Άρτεμις Βαζιργιαντζίκη, Πηνελόπη, από τη συλλογή Νεκρές θάλασσες, Μανδραγόρας, 2010

Φωτό:Aneta Ivanova

 

Julio Cortazar, To κουτσό

Είναι απίστευτο τι ιδέες κολλάνε στους ανθρώπους. Οι ηρωικές πράξεις θα έπρεπε τουλάχιστον να περιορίζονται στην οικογένειά σου, και χεδώ χέχουμε αυτήν την κοπέλα που μάθαινε στο σπίτι των Τράβελερ τα υπερπόντια καραβοτσακίσματά μου και στο μεταξύ έπλεκε και ξέπλεκε το ίδιο μωβ πουλόβερ περιμένοντας τον Οδυσσέα και δουλεύοντας σ’ ένα μαγαζί της οδού Μαϊπού. Θα ήταν απαίσιο να μη δεχθώ την πρόταση της Γκεκρέπτεν, να της στερήσω την απόλυτη δυστυχία. Και από σαρκασμό σε σαρκασμό, πότε θα βγάλεις το σκασμό! Χειδεχθή Χοδυσσέα.

Όχι δηλαδή, αλλά τώρα που το σκέφτομαι ειλικρινά το πιο παράλογο σ’ αυτή τη ζωή που παριστάνουμε πως ζούμε είναι οι ψεύτικες επαφές. Απομονωμένες τροχιές, κάθε τόσο δυο χέρια σφίγγουν το ένα το άλλο, μια κουβέντα πέντε λεπτών, μια μέρα στις ιπποδρομίες, μια βραδιά στην όπερα, μια νεκρική ξαγρύπνια όπου όλοι νιώθουν λίγο πιο ενωμένοι (αλήθεια είναι αυτό, μόνο που τελειώνει μόλις σφραγίζουν το φέρετρο). Και ταυτόχρονα ζεις βέβαιος πως εδώ είν’ οι φίλοι, πως η επαφή υπάρχει, πως οι συμφωνίες και οι διαφωνίες είναι βαθύτατες και διαρκείς. Πόσο μισούμε τον εαυτό μας όλοι, χωρίς να ξέρουμε ότι η τρυφερότητα είναι η καθημερινή μορφή του μίσους και η αιτία του βαθιού μίσους είναι αυτή η από κέντρωση, το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο εγώ και το εσύ, ανάμεσα σ’ αυτό και σ’ εκείνο.

Κάθε τρυφερότητα είναι μια οντολογική γρατζουνιά, μια απόπειρα να προσεταιριστούμε το απροσεταίριστο, και θα μ’ άρεσε να εισχωρήσω στην οικειότητα των Τράβελερ με την απόφαση να τους γνωρίσω καλύτερα, να φτάσω να είμαι στ’ αλήθεια φίλος, παρόλο που στην πραγματικότητα εκείνο που θέλω είναι να προσεταιριστώ το μάνα του Μανού, το ντουέντε της Ταλίτα, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τα πράγματα, όλο το παρόν και όλο το μέλλον τους, τα τόσο διαφορετικά από τα δικά μου. Και γιατί αυτή η μανία των ψυχικών προσεταιρισμών; Πού οφείλεται αυτή η λαχτάρα των προσαρτήσεων, σε σένα που μόλις έκοψες τους δεσμούς σου, που έσπειρες τη σύγχυση και την αποθάρρυνση (ίσως θα έπρεπε να μείνω λίγο περισσότερο στο Μοντεβίδεο, να ψάξω καλύτερα) στην περίλαμπρη πρωτεύουσα του λατινικού πνεύματος; Και να που από τη μια μεριά αποσυνδέθηκες σκοπίμως από ένα φανταχτερό κεφάλαιο της ζωής σου και τώρα δεν παραχωρείς και το δικαίωμα στον εαυτό σου να σκεφτεί σ’ αυτήν τη γλυκιά γλώσσα που τόσο σου άρεσε πριν από λίγους μήνες: και ταυτόχρονα, αχ χαντιφαντικέ χηλίθιε, γίνεσαι κυριολεκτικά κομμάτια για να εισχωρήσεις στην οικειότητα των Τράβελερ, να είσαι οι Τράβελερ, να χεγκατασταθείς στους Τράβελερ, συμπεριλαμβανομένου και του τσίρκου (όμως ο διευθυντής δεν θα σου δώσει δουλειά και θα πρέπει να σκεφτείς σοβαρά να μεταμφιεστείς σε ναυτικό και να πουλάς ρετάλια στις κυρίες).

Αχ, μαλάκα μου. Για να δούμε μήπως θα σπείρεις και πάλι τη σύχγυση στις τάξεις των φίλων σου, μήπως εμφανίστηκες για να καταστρέψεις τη ζωή των ήσυχων ανθρώπων. Θυμάμαι εκείνη τη φορά που μου διηγήθηκαν την ιστορία του τύπου που νόμιζε ότι είναι Ιούδας και ως εκ τούτου ζούσε σκυλίσια ζωή στους καλύτερους κοινωνικούς κύκλους του Μπουένος Άιρες. Ας μην είμαστε τόσο ματαιόδοξοι. Φιλόστοργος ιεροεξεταστής το πολύ πολύ, όπως τόσο ωραία μου το είπαν ένα βράδυ.

Julio Cortazar, To κουτσό, σελ. 499-500, μτφρ.: Kώστας Κουντούρης, Εκδόσεις Εξάντας, 1988

.

.

 

Εύα Στάμου, Η επέλαση της ρoζ λογοτεχνίας

Θα άξιζε, τέλος, ν’ αναφερθούμε επιγραμματικά σε ένα είδος που, σε πρώτη ματιά, φαίνεται ίσως να διαφεύγει από τις παραπάνω κατηγοριοποιήσεις. Πρόκειται για την κατηγορία που απαρτίζουν τίτλοι με θέμα την Τουρκία και φόντο τις γειτονιές της Πόλης, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια κατέκλυσαν την ελληνική αγορά. Τα αίτια και η λογική των βιβλίων αυτών, πάρα τις όποιες διαφορές στο σκηνικό τους διάκοσμο, είναι ίδια με των κειμένων που αναλύσαμε. Πρώτον, συνδέονται άρρηκτα με τη ροζ κουλτούρα, και μάλιστα με τρόπο πασιφανή, καθότι παράγωγα μιας τηλεοπτικής «μόδας». Πρόκειται για βιβλία που δημιουργήθηκαν με αφορμή την επιτυχία των τουρκικών τηλεοπτικών σειρών και στο τηλεοπτικό κοινό κατεξοχήν απευθύνονται.

Δεύτερον, το ζητούμενο είναι, και στη δική τους περίπτωση, η «απόδραση» από την πραγματικότητα∙ στα διεθνή ρομάντζα αυτό επιτυγχάνεται με περιγραφές πολυτελών χώρων και υπερατλαντικών ταξιδιών, στα βιβλία με θέμα την Κωνσταντινούπολη με το ταξίδι στο χρόνο και τη μεταφορά σ’ ένα «εξιδανικευμένο» παρελθόν, όπου και πάλι, ωστόσο, αναπαράγονται οι στερεοτυπικοί ρόλοι: η αθώα, όμορφη νεαρή, η δολοπλόκα αντίπαλός της, ο ισχυρός, γοητευτικός άντρας, που αποτελεί το μήλο της έριδος, και οι υπόλοιποι εύκολα αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες της ροζ κουλτούρας.

Εύα Στάμου, Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας, σελ. 60-61, Εκδόσεις GUTENBERG, 2014

Πίνακας: Erika Yamashiro

.

.