RSS

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση

7 Νοεμβρίου 1913 – 4 Ιανουάριου 1960

beth-concebalink.jpgTo μεγάλο εμπόδιο για να ξεφύγουμε από την κρίση δεν είναι τάχα το γεγονός ότι πρώτοι εμείς καταδικάζουμε τον εαυτό μας; Πρέπει λοιπόν να επεκτείνουμε την καταδίκη σε όλους, αδιακρίτως, ώστε να την κάνουμε κάπως πιο ήπια. Καμιά δικαιολογία, ποτέ, και για κανέναν, αυτή είναι η αρχή μου, η αφετηρία μου. Αρνούμαι την καλή πρόθεση, το έντιμο λάθος, το στραβοπάτημα, τα ελαφρυντικά. Εγώ δεν συγχωρώ, δεν δίνω άφεση αμαρτιών. Κάνω απλώς την πρόσθεση και ύστερα λέω: «Μας κάνουν τόσα. Είστε διεστραμμένος, σάτυρος, μυθομανής, παιδεραστής, καλλιτέχνης, κ.λπ.» Έτσι. Νέτα σκέτα. Στη φιλοσοφία, όπως και στην πολιτική, είμαι συνεπώς υπέρ της θεωρίας που αρνείται την αθωότητα για τον άνθρωπο και υπέρ της κάθε πρακτικής που τον αντιμετωπίζει ως ένοχο. Βλέπετε στο πρόσωπό μου, φίλτατε, έναν φωτισμένο υπέρμαχο της δουλείας. Δίχως αυτήν, για να λέμε την αλήθεια, δεν υπάρχει οριστική λύση. Αυτό το κατάλαβα πολύ γρήγορα. Άλλοτε, είχα μόνον την ελευθερία στο στόμα. Στο πρόγευμα την άπλωνα πάνω στο ψωμί μου, τη μασούλαγα όλη μέρα, έφερνα στον κόσμο μια ολόδροση ανάσα ελευθερίας. Βομβάρδιζα με τούτη την κυρίαρχη λέξη όποιον διαφωνούσε μαζί μου, την είχα βάλει στην υπηρεσία των πόθων και της δύναμής μου.

Την ψιθύριζα στο κρεβάτι, στο αυτί των αποκοιμισμένων φιλενάδων μου, και τούτη η λέξη με βοηθούσε να τις αφήνω στα κρύα του λουτρού. Την τρύπωνα συχνά… Μα τι κάνω, εξάπτομαι και χάνω το μέτρο. Τέλος πάντων, μου έτυχε να κάνω και πιο αφιλοκερδή χρήση της ελευθερίας, και μάλιστα, δείτε κι εσείς ο ίδιος την αφέλειά μου, να την υπερασπιστώ κιόλας δυο τρεις φορές, δίχως να φτάσω ασφαλώς, ίσαμε το σημείο να πεθάνω γι’ αυτήν, διακινδυνεύοντας όμως για χάρη της. Πρέπει να μου συγχωρήσετε αυτές τις απερισκεψίες, δεν ήξερα τι έκανα. Δεν ήξερα πως η ελευθερία δεν είναι ανταμοιβή, ούτε παράσημο που το γιορτάζουν με σαμπάνια. Ούτε και δώρο, άλλωστε, κουτί με λιχουδιές που σε κάνουν να γλείφεσαι. Ω, όχι, κάθε άλλο, είναι αγγαρεία, ένας μαραθώνιος πολύ μοναχικός, πολύ εξαντλητικός. Χωρίς σαμπάνια, χωρίς φίλους να σηκώνουν το ποτήρι τους και να σε κοιτάζουν με τρυφερότητα. Μόνος σε μια θλιβερή αίθουσα, μόνος στο εδώλιο μπροστά στους δικαστές και μόνος για ν’ αποφασίσεις μπροστά στον εαυτό σου ή μπροστά στην κρίση των άλλων. Μετά από κάθε ελευθερία υπάρχει μια δικαστική απόφαση. Να γιατί η ελευθερία είναι πολύ βαριά να τη σηκώσεις, ιδιαίτερα όταν υποφέρεις από πυρετό ή όταν έχεις στεναχώριες ή όταν δεν αγαπάς κανέναν.

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση, σελ. 102-103, μτφρ.: Nίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπάρογλου-Ρομπλέν, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004

Artwork: Beth Conκlin

.

.

 

Avgi Meleti, Lydius

Ο ψυχίατρος κατέληξε πως υπήρχε άμεση ανάγκη ενός προσωρινού έστω εγκλεισμού του σε ένα ψυχιατρείο, αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. «Καταλαβαίνετε βέβαια πως αυτό θα είναι κάτι προσωρινό κατά πάσα πιθανότητα, κρίνω όμως πως δε χρειάζεται ανησυχία. Με λίγα ηρεμιστικά, όλα θα μπουν στο σωστό δρόμο και θα σταματήσει κάθε παρενέργεια».
«Παρενέργεια ποιου πράγματος, γιατρέ;»
«Ο θείος σας πάσχει από μια πολύ σπάνια μορφή άγχους που του προκαλεί αυτές τις παραισθήσεις με τους άγνωστους επισκέπτες. Λέγεται Σύνδρομο του Επισκέπτη από τον Κήπο και φοβάμαι πως ίσως είναι από τα λίγα σύνδρομα που μπορεί να είναι κολλητικά».
Καθάρισε το λαιμό του με υπερβολικά σοβαρό τόνο και τα μάτια του χαμογέλασαν στα δικά μου, όχι δίχως κάποια επαγγελματική αμηχανία.
«Τον πλησιάσατε πολύ, όσο βρισκόταν σε αυτό το παραλήρημα; Τον αγγίξατε;»
Ξαφνικά εκπροσωπούσα την ενσάρκωση των φόβων μιας αμφιταλαντευόμενης επιστήμης, που στο πρόσωπο του θείου Λύδιου έβλεπε τον σπάνιο φορέα και σε εμένα τον καημένο, ανίδεο για την προδιαγεγραμμένη μοίρα του, ξενιστή. Πάνω από το κεφάλι μου υπήρχε το φωτοστέφανο εκείνου που θα αρρωστήσει, γιατί έτσι του το επέβαλε ένα κακό γονίδιο. Η αρρώστια ήδη κρυβόταν στις μελαγχολικές κόρες των ματιών μου και το σφιγμένο σαγόνι μου δεν μπορούσε παρά να είναι ένδειξη του μελλοντικού φόβου που θα ένιωθα όταν το σύνδρομο θα με κύκλωνε ασφυκτικά.
«Τον άγγιξα».
Τα μάτια του γιατρού έλαμψαν από μια ευχαρίστηση που δεν μπορούσε να κρύψει. (…)

******


Όμως δεν τηλεφώνησα στη μητέρα μου. Αν και του είπα ψέματα πως το έκανα και πως γρήγορα θα ερχόταν εκεί η ίδια να κανονίσει τα της εξόδου μας. Δεν μπορούσα να παραβλέψω το έντονα γνώριμο συναίσθημα οικειότητας που ένιωσα εκεί μέσα από την αρχή. Με το που έκλεισαν οι πόρτες πίσω μου και σφράγισα τα μάτια μου στο χαμηλό φως του σκοτεινού μεσημεριού, ξαπλώνοντας ανάσκελα πάνω στο μονό κρεβάτι, ήξερα πως ήμουν στο μέρος όπου πάντα έπρεπε να βρίσκομαι. Οι σκιές του δωματίου χαμήλωσαν και έγλειψαν μία μία τα κλειστά μου βλέφαρα. Μόνο όταν αισθάνθηκα το βάρος και της τελευταίας σκιάς που κρυβόταν πάνω στο ταβάνι και πίσω από τις κουρτίνες, μόνο τότε σηκώθηκα και άρχισα να τακτοποιώ τα ρούχα μου σφυρίζοντας και πειράζοντας το θείο Λύδιο, κάτι που μέχρι τότε δεν είχα ποτέ μου τολμήσει να κάνω. Ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής μου και νομίζω θα ήταν και του θείου Λύδιου αν δεν ταλανιζόταν από την απουσία της Αντιόχειας. Όμως ως εκεί! Δεν είχα σκοπό να τον αφήσω να μου χαλάσει τις ημέρες μου σε εκείνον τον θεσπέσιο κήπο με τους υπέροχους συνασθενείς.

Άρχισα να τον αποφεύγω όπως ο διάβολος το λιβάνι. Κρυβόμουν για να μη με ανακαλύψει, κατάπινα αμάσητο το φαγητό για να προλάβω να τρέξω έξω με τους καινούργιους φίλους μου, έριχνα με τρόπο μισά υπνωτικά χάπια στο νερό του και έδινα κρυφά λεφτά στις νοσοκόμες για να τον κρατούν απασχολημένο. Μα πώς τόσα χρόνια είχα χάσει τον πραγματικό σκοπό της ζωής μου, που δεν ήταν άλλος από το μην έχω κανέναν σκοπό παρά να κόβω βόλτες μέσα στο καταπράσινο προαύλιο ενός ιδιωτικού ψυχιατρείου; Οι πιο υπέροχοι άνθρωποι κρύβονται μέσα σε τέτοια μέρη. Κι εγώ το ανακάλυψα πολύ γρήγορα πιάνοντας φιλία με όλους ανεξαιρέτως. Γρήγορα έγινα πολύ δημοφιλής και, αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, δεν θα προλάβαινα να δέχομαι προσκλήσεις για πάρτι. Όλοι ήθελαν να κάνουν παρέα μαζί μου και να περπατήσουμε δίπλα δίπλα το οφιοειδές μονοπάτι του ψυχιατρείου που οδηγούσε σε ένα ψηλό λοφίσκο με θέα ως τα φανάρια της εθνικής οδού. Κι εγώ δεν άφηνα ανικανοποίητο κανέναν. Έκοβα περιπάτους με όλους τους ασθενείς, γευμάτιζα μαζί με τους περισσότερους και τα απογεύματα τα λέγαμε σαν καλοί φίλοι στη μεγάλη σάλα εκδηλώσεων.Ο θείος Λύδιος όμως απαιτούσε να μην τον πλησιάζει κανείς. Μιλούσε μόνο στους γιατρούς και στο νοσηλευτικό προσωπικό και απέφευγε τους υπόλοιπους ασθενείς θεωρώντας πως δεν έχει καμία σχέση μαζί τους.


Μία από τις ασθενείς, η Σκάλα, προσκολλήθηκε σα βδέλλα επάνω του, δυσκολεύοντας σε αφόρητο βαθμό τις ήδη περιορισμένες εκεί μέσα κινήσεις του. Τον περίμενε τα πρωινά με θρησκευτική λατρεία έξω από την πόρτα του, καθισμένη οκλαδόν, με τα φουντωτά μαλλιά της να πλαισιώνουν το γελαστό της πρόσωπο σαν οργισμένο φωτοστέφανο. Μόλις ο θείος Λύδιος ξεπρόβαλλε ντυμένος με τα μαλακά παντελόνια του, κοιτώντας ευθεία μπροστά , σήκωνε επιδεικτικά το πόδι του, σαν άλογο που προσπαθεί να περάσει ένα εμπόδιο και πηδούσε από πάνω της. Η Σκάλα τότε σηκωνόταν, τακτοποιούσε το παιδικό καροτσάκι που έσερνε μαζί της παντού και συνέχιζε να ακολουθεί αμίλητη τον θείο Λύδιο. Χαμογελούσε ελαφρά, σαν άνθρωπος που έχει βρει ξαφνικά το θείο σκοπό της ζωής του. Στην αρχή εκείνος προσπαθούσε να τη διώξει. «Ξου, ξου», της έκανε με τα χέρια του λες και επρόκειτο για κάποιο αδέσποτο σκυλί. Βλέποντας πως η Σκάλα δεν καταλάβαινε τίποτα, έπαψε να ασχολείται και δεν γύριζε καν να την κοιτάξει όσο εκείνη βάδιζε σαν φάντασμα πίσω του, με τα μακριά της ρούχα να δένονται σαν κινέζικο κιμονό γύρω από την μέση της. Βάδιζε λες και ήταν τυλιγμένη σε έναν τεράστιο επίδεσμο. Μικρά κοφτά βήματα και ξαφνικά σπασίματα της μέσης. Πού και πού η μαλακή φωνή της ακούγονταν να μουρμουρίζει κάτι ακαταλαβίστικο. Μια μέρα την ακολούθησα κι εγώ επίτηδες, με μόνο σκοπό να ακούσω τι επιτέλους μουρμουρίζει. Θα πρέπει να παρουσιάζαμε πολύ αστείο θέαμα. Μια πομπή τρελών μέσα στον μεσημεριανό ήλιο να κόβει βόλτες γύρω από το σιντριβάνι.(…)

******

 The psychiatrist concluded that there was immediate need of at least temporary commitment to a sanitarium, but overall there was no reason in particular to be concerned. You understand, of course, that this, in all likelihood, is going to be a temporary thing, I judge there is no reason to be concerned. With a few tranquilizers, everything will go the right way and every side effect will go away.
“Side-effect of what, doctor?”
“Your uncle is suffering from a very rare form of anxiety, which causes him these hallucinations with the unknown visitors. It’s called Visitor from the Garden Syndrome and I am afraid it is one of the few syndromes that can be contagious.”
He cleared his throat with an overwhelmingly serious tone and his eyes smiled at my own, not without a degree of professional awkwardness.
“Did you approach him while he was being this delirious? Did you touch him?”
Suddenly, I personified the incarnation of an oscillating scientist’s fears, which, in uncle Lydius’ face, saw the rare carrier, and in me, the poor fellow, ignorant of his predestinated fate, the host.
Over my head existed the halo of the one who was going to get sick for a bad gene dictated to me I should. The sickness was already lurking in the melancholic pupils of my eyes and that tight jaw of mine that could be nothing but an indication of the future fear, that I would feel when the syndrome encirclement of me became asphyxiating.
“I touched him.”
The doctor’s eyes gleamed from a delight that he could not contain

******

I did not call my mother, though I lied to him that I had. I told him that she would soon come to arrange all that was required for our departure. I could not overlook the intense feeling of familiarity that I had felt in that place from the start. The moment those doors closed behind me, I lay on the single bed and closed my eyes to the low light of the dark noon. I knew I was in the place I had always been supposed to be. The room’s shadows lowered and licked my closed eyebrows one by one,. It was only when I felt the weight of the last shadow lurking on the ceiling and behind the curtains that I got up and started unpacking my clothes, whistling and teasing uncle Lydius, something that up to that moment I had never dared to do.It was the happiest period of my life and I think it would have been uncle Lydius’ as well, if he had not been bedeviled by Antioch’s absence. But I had had enough! I had no intention of letting him ruin my days in that gorgeous garden with the wonderful co-patients.

 I began avoiding him, as the devil avoids incense. I was hiding so he would not find me out. I swallowed my food without chewing in order to have more time with my friends. I would carefully dip half a sleeping pill in his water and would bribe the nurses so that they would keep him busy. All these years! How could I have eluded my life’s true purpose, which was none other than not having a purpose, but to stroll around the lush green forecourt of a private sanitarium? The most wonderful people are hidden in places like this. I discovered them very quickly, becoming familiar with everyone, without exception. I quickly became very popular and, if things had been different, I would never have stopped accepting party invitations. Everyone wanted to hang out with me and walk side-by-side on the sanitarium’s snakelike path leading to a high hillock with a view reaching down the national road’s traffic. And I would not leave anyone unsatisfied. I took walks with all the patients, dined with most of them and, during the afternoon, we chatted as good friends in the great celebration lounge. Uncle Lydius demanded that everyone stay away from him. He spoke only to the doctors and the nursing personnel and avoided the rest of the patients, believing he had nothing in common with them.

One of the patients, Scala, latched on him like a leech, making his – by default – limited moves more difficult, to an unbearable degree. In the mornings, she waited for him outside his door, with religious devotion, seated with her legs crossed, her bouffant hair framing her smiling face as a furious halo. The moment uncle Lydius appeared, dressed in his soft pants, looking straight ahead, he lifted his foot with a flourish, like a horse trying to overcome an obstacle and he leaped over her. Scala would then get up, arrange the toy perambulator that she dragged with her everywhere and continue to follow uncle Lydius, speechless. Her smiles were soft like someone who had suddenly discovered their life’s divine purpose. At first, he tried to send her away. “Shoo, shoo” he waved with his hand, as if he were addressing some stray dog. After seeing that Scala didn’t – or wouldn’t – get it. He stopped bothering and refused to look at her while she paced behind him like a ghost, with her long clothes tied as a Chinese kimono around her waist. She walked as if she had been wrapped in a gigantic bandage. Once in a while, her soft voice would be heard murmuring something unintelligible. One day I followed her on purpose, my sole aim to finally hear what on earth she was murmuring about. We must have been quite the funny spectacle, a parade of nutcases basking in the midday sun, strolling around the fountain.(…)

Avgi Meleti, Lydius, translation from greek into english: Ilias Sellountos, Publisher: Legume Man Books, 2014

Φωτό:Tomasz Wisne

Καλά υπερατλαντικά ταξίδια Αυγή (Ρεγγίνα Μπου) και Ηλία!

 

Ε. Χ. Γονατάς, Η κρύπτη

.

.

Αυτό το παραγιομισμένο μπαούλο, όσο και να πέφτω πάνω του βαρύς, δεν καταφέρνω να το κλείσω. Ένα κομμάτι κίτρινο ύφασμα περισσεύει ολόγυρα, μια μέλισσα πιασμένη απ’ το ποδάρι σβουρίζει, ένα λουλούδι μου γνέφει απ’ την κλειδαριά∙ ξεχνιέμαι και του μιλάω ώρες.

Ε. Χ. Γονατάς, Η κρύπτη, (απόσπασμα) Εκδόσεις Στιγμή, 2006

.

.

.

 

http://www.hprt-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=68940&tsz=0

 

Η εκπομπή «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ» στο επεισόδιο «ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ Ε Χ ΓΟΝΑΤΑ» ανιχνεύει με πρωτότυπο τρόπο την προσωπικότητα του λογοτέχνη ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑ Χ. ΓΟΝΑΤΑ, παρακολουθώντας από κοντά την καθημερινή του ζωή για πέντε μήνες. Στο σπίτι του στην Κηφισιά, ο ποιητής και πεζογράφος ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΓΟΝΑΤΑΣ ξεναγεί τους τηλεθεατές στις αποθήκες του, στον κήπο του, που τον φροντίζει με ιδιαίτερη αγάπη, και τους γνωρίζει τις γάτες του, που μπαινοβγαίνουν ανενόχλητες και ζουν αρμονικά μαζί του. Κατά τη διάρκεια της ξενάγησης, ο λογοτέχνης αναλύει τις απόψεις του για τη ζωή και τη λογοτεχνία και οδηγεί τους τηλεθεατές στην ανάγκη να γνωρίσουν το έργο αυτού του αυθεντικού καλλιτέχνη. Ο Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ παρομοιάζει τον κήπο του με τον μικρόκοσμο της ζωής και της φαντασίας. Παρουσιάζει τα λεξικά που έχει στη βιβλιοθήκη του και τα προσεγγίζει με τον μοναδικό του τρόπο. Αναζητά στις αποθήκες ξεχασμένα κείμενά του, έργα καλλιτεχνών, όπως έναν πίνακα του ζωγράφου ΑΛΕΞΗ ΑΚΡΙΘΑΚΗ και ξετρυπώνει προσωπικές και οικογενειακές φωτογραφίες. Εκφράζει την άποψή του για τη δημιουργία, τονίζοντας ότι οι καλλιτέχνες δημιουργούν για να θεραπευθούν και εναντιώνεται στις επιχορηγήσεις και στα βραβεία. Ο ΓΟΝΑΤΑΣ μέσα από το λόγο του αποτυπώνει τη συνεχή υπαρξιακή του αγωνία και σχολιάζει την καθημερινή πραγματικότητα.

Πίνακες: Vladimir Gvozdariki

 

Νίκος Γρηγοριάδης, Το όνειρο της φλόγας

.

Έτρωγε φως γρυλίζοντας σαν άγριο σκυλί
μέχρι που άρχισαν να φυτρώνουν μέσα του φλόγες
κι απ’ έξω μαύριζε ως τον ορίζοντα.
Ετοιμόρροπος τρίκλιζε πατώντας το αόρατο
μια με το ένα μια με το άλλο του ποδάρι ώσπου
ισορρόπησε ακίνητος για μια στιγμή μονάχα
γιατί πήρε και φύσηξε ελαφρά
από μια αθέατη κατάμαυρη οπή
ίσως κάποιο λαβύρινθο Μινώταυρο θεού
και σωριάστηκε στάχτη αποκαθηλωμένη
ή νεύμα αποχαιρετισμού. Και πάνω του
περνούσε μαύρο το πόδι του ο αφανισμός
χωρίς ν’ αφήνει ίχνος σκάβοντας η βροχή.
Κι αυτό που βλέπετε να βλασταίνει
κι αιφνίδια ν’ ανέρχεται
δεν είναι δέντρο σώμα γυμνό
παρά το μόνο ασώματο της φλόγας όνειρο.
Που παναπεί μην ετοιμάζετε τα νύχια σας
η ψυχή δεν είναι για ξεφλούδισμα.


Από τη συλλογή Το Αθέατο μέσα μας, 1988, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

Πίνακας: Mike Worrall

.

.

 

Συνέδριο: «Το Σώμα σε Κρίση στον ιατρικό και ψυχαναλυτικό λόγο»

Η επιστημονική συνάντηση θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα στις 7, 8 και 10 Νοεμβρίου – Συνδιοργανώνεται από το γαλλικό Πανεπιστήμιο Paris-Diderot και το Πανεπιστήμιο Αθηνών 

Μια ιδιαίτερη επιστημονική συνάντηση θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα κατά το διάστημα Παρασκευή 7, Σάββατο 8 και Δευτέρα 10 Νοεμβρίου, στο Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδας. Διακεκριμένοι επιστήμονες, ψυχαναλυτές και ιατροί θα συναντηθούν πάνω από ένα… «Σώμα σε Κρίση», που είναι το θέμα του συνεδρίου, και θα επιχειρήσουν να φωτίσουν τις πιο επώδυνες καταστάσεις που οδηγούν το σώμα σε κρίση, αναπτύσσοντας παράλληλα έναν διάλογο μεταξύ ψυχανάλυσης και ιατρικής με άξονα την ασθένεια. Το συνέδριο –του οποίου ο πλήρης τίτλος είναι «Το Σώμα σε Κρίση στον ιατρικό και ψυχαναλυτικό λόγο»– συνδιοργανώνουν το γαλλικό Πανεπιστήμιο Paris-Diderot (Τμήμα Ψυχαναλυτικών Σπουδών) και το Πανεπιστήμιο Αθηνών (Τμήμα Ψυχολογίας).

.

Η «οδύνη» του σώματος –και προφανώς της ψυχής–, όπως την βιώνουν ασθενείς, π.χ. οι καρκινοπαθείς ή οι διαβητικοί, γυναίκες που υποβάλλονται σε εξωσωματική γονιμοποίηση, παχύσαρκοι αλλά και άτομα με βουλιμία ή ανορεξία, άτομα που άλλαξαν φύλο, άτομα που «ντόπαραν» τα σώματά τους, οι μητέρες με πρόωρα νεογνά, θα βρεθεί στο επίκεντρο των ειδικών.

«Η τεχνο-επιστημονική πρόοδος αυξάνει την αποτελεσματικότητα των θεραπειών του σώματος. Ωστόσο οι προηγμένες ιατρικές πρακτικές επικεντρώνονται στις ασθένειες του σώματος παρά στον ίδιον το ασθενή, εστιάζοντας στα επιμέρους όργανά του αλλά κατακερματίζοντας την ενότητά του σώματος», επισημαίνουν οι διοργανωτές σε ανακοίνωσή τους. «Σε αυτήν τη συγκυρία, μπορεί η ψυχανάλυση, που είναι μία «θεραπεία» του ενικού και του υποκειμενικού, στο πλαίσιο ενός διαλόγου με την επιστημονική ιατρική να δώσει κάποιες απαντήσεις για αυτό το σώμα σε κρίση; Μπορεί ο γιατρός και ο ψυχαναλυτής να συνοδεύσει ο ένας τον άλλον στο να «ακούσουν» ο καθένας από τη δική του μεριά την «οδύνη» του σώματος;  Είναι τα ερωτήματα στα οποία θα επιχειρήσουν να δώσουν απαντήσεις οι επιστήμονες.

Στο συνέδριο (μπορείτε να δείτε αναλυτικά το πρόγραμμα στην ιστοσελίδα colloque ή να λάβετε περισσότερες πληροφορίες απευθυνόμενοι στη διεύθυνση colloque.athenes2014@gmail.com) θα συμμετάσχουν οι P.-L. Assoun, F. Benslama, Γ. Δημητριάδης, Λ. Κανελλοπούλου, C. Hoffmann, S. de Mijolla, A. Vanier, C. Vanier, F. Villa, M. Zafiropoulos, καθώς και άλλοι ομιλητές και νέοι ερευνητές.

Η είσοδος θα είναι ελεύθερη, ενώ θα υπάρχει ταυτόχρονη μετάφραση.

http://www.protothema.gr/ugeia/article/420317/psuhanalutes-kai-iatroi-skanaroun-to-soma-pou-vrisketai-se-krisi/

.

Les nouvelles pratiques techno-scientifiques, qui évoluent rapidement dans notre société en mutation, augmentent la performance des traitements du corps, tout en le démantelant dans son unité. Ces pratiques, qui mettent le corps à l’épreuve, produisent des effets inédits dans la subjectivité contemporaine, dont les symptômes les plus perceptibles sont la multiplication des formes d’addictions. Le corps devient ainsi le paradigme de nouveaux discours et de nouvelles pratiques, qui interrogent le statut du symptôme dans son rapport à la question de l’identité. La référence n’est plus ici  celle du rapport à l’un de Parménide, parce qu’elle est recherchée par défaut, en discontinuité et hors sujet. Et, alors que le corps symptôme est le champ représentatif d’une question posée par le sujet – éventuellement dans le cadre d’une psychanalyse – le sujet refuse de considérer le corps comme un tel champ, et tend volontiers à revendiquer un traitement direct et positiviste, loin des aléas qui interrogent l’Autre dans son altérité.

Un tel traitement est parfois celui de l’autogestion d’une drogue. Souvent les cliniciens, médecins ou autres, peuvent être intégrés à cette « autogestion du traitement du symptôme », dans la mesure où ils se prêtent à ce jeu, dont la chirurgie cosmétique ne serait pas le seul apanage. Mais, si le patient – transformé ainsi en consommateur de soins – pousse le médecin à prescrire à volonté, le médecin -conduit par l’exigence de fonder son acte sur des preuves – n’est pas moins tributaire de  cette ambiance positiviste. Bien qu’il s’emploie avec labeur et angoisse au traitement de son patient et à la recherche, il se voit obligé de séparer son acte de sa propre responsabilité en tant que sujet, contraint qu’il est par la seule conformité à  ce qui peut être démontré par les études contrôlées ; conformité qui le rendrait – pour une part, quand même importante – irresponsable de ses choix thérapeutiques, sans qu’il soit nécessairement d’accord avec celles-ci. Or tout ce qui est un événement dans un corps subjectivé ne fait pas partie de la gamme des symptômes qui peuvent être étudiés par des études scientifiques. De ce fait, bien des symptômes restent dans les limbes de la médecine scientifique. Et la médecine, de plus en plus orientée par des actes basés sur des preuves, peut aller jusqu’à une inflation de gestes de ce côté, l’acharnement thérapeutique (guérir à tout prix) n’étant que l’exemple le plus fameux de cette tendance. En réponse à ceci, la subjectivité, ainsi forclose, objecte et fait inévitablement retour dans le réel du corps, par la persistance d’une souffrance que les gestes médicaux multiples n’arrivent pas à faire taire. Le comble est que, dans le cadre de ce traitement « partiel » et technique du corps, la singularité du cas – non prise en compte par l’homogénéisation de critères d’inclusion, dans les études contrôlées – fait retour, aussi, dans le « réel » de ces études, où les résultats contradictoires – sur la même question – sont plutôt la règle. Et le recours à la dite méta-analyse collective de plusieurs études n’arrive fréquemment pas à trancher non plus.

Quand, au 19ème siècle, la clinique médicale bascule du côté de la science et qu’apparaît en même temps le sujet moderne, survient aussi la découverte de la psychanalyse. En fait, la psychanalyse récupère ce sujet – commun à la science et à l’inconscient – mais, de plus en plus forclos par la médecine qui se veut scientifique, d’autant qu’elle est de  plus en plus appuyée  par le progrès techno-scientifique. Récupérer le sujet se traduit alors en l’écoute -par la psychanalyse- de la souffrance de son corps. Nous en sommes au point où le progrès techno-scientifique – dont nous savons qu’il est une chimère – crée un désarroi provoquant une crise qui touche le corps du sujet moderne ainsi ravagé. La psychanalyse, qui est un  traitement du singulier et du subjectif, pourrait-elle alors, dans cette conjoncture et dans son dialogue avec la médecine scientifique, apporter quelques  réponses concernant ce corps en crise? Le médecin et le psychanalyste, pourraient-ils l’un et l’autre, chacun de son côté, accompagner le sujet dans l’écoute de la «souffrance» du corps ?

http://lecorpsencrise.wix.com/colloque

Πίνακες: Γιώργος Ρόρρης

.

.

 

Νίκος Γρηγοριάδης, Να μυρίσει λεβάντα

.

Η ματιά σου εξάγγελος
και τα στήθη σου αντίπαλα του ήλιου.
Το σγουρό εφηβαίο σου
μαντατοφόρος της νύχτας.

Σε παίρνω μαζί μου στα ταξίδια μου
κι έχω κλειστή στη φούχτα μου
τη ζεστασιά σου
να την ανοίξω στον τελευταίο σταθμό,
να μυρίσει το πτώμα μου
λεβάντα.

Από τη συλλογή Δειγματοληψία, Α, 1981, Ανθολογία Ανέστη Ευαγγέλου, Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Εκδόσεις Παρατηρητής, 1994

Φωτό: Μanuel Alvarez Bravo

.

 

Kωστής Παπακόγκος, Η έβδομη λιαχτίδα

.

Τι αξία θα ’χε η δεύτερη ζωή μας
όταν μαρτυρήσαμε όλοι στη γη;
Στον ουρανό δε θα ’μαστε παρά κόπιες.

Κωστής Παπακόγκος, Η έβδομη λιαχτίδα, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014

Πίνακας: Anelecia Hannah
.

.

 

Αντώνης Φωστιέρης, Ομιλία

.

Λυγμός ορμάει προς το μυαλό σα θρόμβος.
Μια σκέψη σα λυγμός.

Αλέθουνε οι κοπτήρες στάζοντας
Αίματα λίπη συλλαβές
Απ’ των χειλιών τις άκρες∙
Γλώσσα που κρεουργεί

Με νύχι λέαινας
Και βουλιμία λυγγός
Ενός ανήλεου κυνηγιού
την ωμή λεία

Από τη συλλογή Η σκέψη ανήκει στο πένθος, 1996

Αντώνης Φωστιέρης, Μικρή αναδρομική, (Αυτοανθολογία 1971-1996) Εμβόλιμον, ανάτυπο

Πίνακας: Daria Petrilli

.

.

 

Αμαλία Ρούβαλη, Ένας Απρίλης στο τζάκι

H κόψη
της αμφίβολης όψης σου
ούτε γυρίζει να κοιτάξει
trekking
Η όψη
της αμφισβητούμενης κόψης σου
μαχαιρώνει στα κάθετα, στα ίσια
Και τι την νοιάζει αυτήν;
Να είναι καλά
οι Τουαρέγκ
να μας δεξιώνονται
στις σκηνές τους
με όξος
και το μέλι
από φευγαλέα χαμόγελα,
καρφωμένα σε πίπα ειρήνης.
Κατάφερες να ακυρώσεις
όλες τις όπερες
στο ράμφος
απ’ τα θαλασσοπούλια
με δυο φτυσιές
και τρεις μαχαιριές.


Οι απαντήσεις
θα σχολιάζονται εφεξής
σε πνιγμένα κουνάβια
και στο εγγύς τους φτενό πλευρό.
Κανείς
να μην απορήσει
αν με δει
με το δάχτυλο στο στόμα
να σιγάζω
αδυναμίες
υπό την αισχύνη
της ξεγυμνωτικής έκθεσης
των σπλάχνων σου.


Ο αυτοσεβασμός
κατέρρευσε μεσοστρατίς,
τράβα
να τον φέρεις πίσω
έστω και με το ζόρι,
μην τον αποθέσεις
στις φλέβες μου
σφραγισμένες τελούν
χώσ’ τον βαθιά
στους νευρώνες σου
Χρεία δει.

Πίνακας: Chris Herenius

http://amarouv.blogspot.be/
.

.

 

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Εσένα δεν σε λένε Περσεφόνη

.

Εσένα δεν σε λένε Περσεφόνη
Δασκάλα είσαι στην Κάτω Αττική
Και ταξιδεύεις κάθε μέρα σε βαγόνι
Να τους διδάξεις Λυσία και γραμματική.

.

.