RSS

Xουάν Ρούλφο, Μακάριο

Κάθομαι πλάι στον υπόνομο και περιμένω να βγούνε τα βατράχια. Χτες βράδυ, την ώρα που τρώγαμε, βαλθήκανε να κάνουν τέτοιον σαματά και δεν σταμάτησαν να τραγουδάνε μέχρι που ξημέρωσε. Η νονά μου μάλιστα λέει κι αυτό: ότι η φασαρία απ’ τα βατράχια τής χάλασε τον ύπνο της. Και τώρα θέλει οπωσδήποτε να κοιμηθεί. Γι’ αυτό και μ’ έστειλε εδώ, πλάι στον υπόνομο, και να στηθώ με μια τάβλα στο χέρι, ώστε όποιο βατράχι αποφασίσει να σαλτάρει έξω να το λιανίσω στο ξύλο… Τα βατράχια είναι πράσινα απ’ την κορφή ως τα νύχια, εκτός απ’ την κοιλιά. Οι φρύνοι είναι μαύροι. Και της νονάς μου τα μάτια είναι μαύρα. Τα βατράχια είναι καλά για να τα τρώμε. Οι φρύνοι δεν τρώγονται• αλλά κι αυτούς εγώ τους έχω φάει, κι ας μην τρώγονται, κι έχουνε ίδια γεύση με τα βατράχια. Η Φελίπα λέει πως είναι κακό να τρώμε φρύνους. Τα μάτια της Φελίπα είναι πράσινα σαν τα μάτια της γάτας. Αυτή μου βάζει φαγητό κάθε φορά που είναι η ώρα μου να φάω. Αυτή δεν θέλει να πειράζω τα βατράχια. Αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, εκείνη που μου λέει τι να κάνω είναι η νονά μου…(…)

Στο δρόμο λένε πως είμαι τρελός, γιατί ποτέ δεν μου κόβεται η πείνα. Το έχει ακούσει η νονά μου να το λένε. Εγώ δεν το έχω ακούσει. Η νονά μου δεν μ’ αφήνει να βγαίνω μόνος μου στο δρόμο. Όταν με βγάζει βόλτα είναι για να με πάει στην εκκλησία ν’ ακούσω τη λειτουργία. Εκεί με βάνει να καθίσω δίπλα της και μου δένει τα χέρια με τα κρόσσια της μαντίλας της. Εγώ δεν ξέρω γιατί πρέπει να μου δένει τα χέρια• όμως εκείνη λέει πως αλλιώς κάνω παλαβομάρες – έτσι λέει. Μια μέρα αποφασίσανε ότι εγώ προσπάθησα να πνίξω κάποιον• πως στα καλά καθούμενα άρπαξα μια γυναίκα απ’ το λαιμό. Εγώ δεν το θυμάμαι. (…)

Πολλές φορές έχω φάει λουλούδια ιβίσκου για να ξεγελάσω την πείνα μου. Και το γάλα της Φελίπα είχε αυτήν τη γεύση, μόνο που εμένα μ’ άρεσε περισσότερο, γιατί, ενώ κατέβαζα τις γουλιές, η Φελίπα με γαργάλαγε παντού. Μετά σχεδόν πάντα αποκοιμιόταν δίπλα μου, ως το ξημέρωμα. Κι αυτό με βόλευε πολύ• γιατί δεν με βασάνιζε το κρύο ούτε κι ο φόβος πως θα πήγαινα στην Κόλαση αν πέθαινα εκεί μονάχος, μια νύχτα… Κάποιες φορές δεν τη φοβάμαι τόσο πολύ την Κόλαση. Άλλοτε πάλι τη φοβάμαι. Κι άλλες φορές μ’ αρέσει να τρομάζω μ’ αυτή την ιστορία, ότι θα πάω στην Κόλαση μια μέρα των ημερών, επειδή έχω σκληρό κεφάλι και μου αρέσει να ρίχνω κουτουλιές σε ό,τι βρω μπροστά μου. Αλλά έρχεται η Φελίπα και μου διώχνει τους φόβους. Με γαργαλάει με τα χέρια της, όπως εκείνη ξέρει, κι έτσι σκορπίζει ο φόβος μου πως θα πεθάνω. Για μια στιγμή μέχρι που τον ξεχνάω… Λέει η Φελίπα, όταν έχει όρεξη και κάθεται μαζί μου, ότι θα πει στον Κύριο όλες τις αμαρτίες μου. Ότι θα πάει στον ουρανό πολύ γρήγορα και θα τα πει μαζί Του και θα ζητήσει να με συχωρέσει για όλη την κακία που γεμίζει το κορμί μου απ’ την κορφή ως τα νύχια. Θα Του πει να με συγχωρήσει, για να μην έχω άλλο αυτή την έγνοια. Γι’ αυτό ξομολογιέται κάθε μέρα. Όχι επειδή είν’ αυτή κακιά, αλλά γιατί εγώ είμαι γεμάτος δαιμόνους και πρέπει να ξομολογιέται εκείνη για να βγάλει τους σατανάδες από μέσα μου. Κάθε μέρα. Κάθε απόγευμα κάθε μέρας. Σ’ όλη τη ζωή της θα μου κάνει αυτήν τη χάρη. Αυτό λέει η Φελίπα. Γι’ αυτό κι εγώ την αγαπάω τόσο… Που το κεφάλι μου πάλι είναι τόσο σκληρό, αυτό δεν είναι λίγο. Ώρες ολόκληρες ρίχνω κουτουλιές στις κολόνες της αυλής και το κεφάλι δεν παθαίνει τίποτα, αντέχει και δεν σπάει. Και ρίχνω κουτουλιές στο πάτωμα• πρώτα αργά αργά, μετά πιο γρήγορα και βγαίνει ένας ήχος σαν ταμπούρλο. Σαν το ταμπούρλο που ’ρχεται μαζί με τον ζουρνά, σαν έρχεται ο ζουρνάς στη λειτουργία του Κυρίου. Και τότε, είμαι εγώ στην εκκλησία, δεμένος στη νονά μου, κι ακούω απέξω το ταμ ταμ του ταμπούρλου…

Χουάν Ρούλφο, Μακάριο από τη συλλογή Ο κάμπος στις φλόγες, σελ. 77-80 αποσπασματικά, μτφρ.: Έφη Γιαννοπούλου, Εκδόσεις Πατάκη, 2011

Πίνακες: Kris Lewis

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Mετάlipsi, Εκδόσεις Γρηγόρη, 2015

METALIPSI 2

.

.

Η Μετάlipsi της Ιφιγένειας Σιαφάκα αποτελεί ένα τολμηρό και παιγνιώδες πείραμα με τις δυνατότητες και τα όρια της ποιητικής γλώσσας, ένα εντελώς προσωπικό σχόλιο πάνω στην ατέρμονη περιπέτεια της γραφής και έναν φόρο τιμής στην αγωνία και στη λύτρωση του δημιουργού. Απροσδόκητοι λεκτικοί συνδυασμοί, σπασμωδικός λόγος και προκλητικές εικόνες συνυπάρχουν σε ένα πεζόμορφο ποίημα, το οποίο ξεκινά με ένα απόσπασμα από το «Ποιητής στη Νέα Υόρκη» του Federico Garcia Lorca και είναι αφιερωμένο «στους φίλους», τους εκλεκτούς και καταραμένους συν-κοινωνούς της ποιητικής μετάληψης.

Θανάσης Αγάθος
Επίκουρος Καθηγητής
Τμήμα Φιλολογίας
Πανεπιστήμιο Αθηνών

.

.

.

.

 

Nίκος Σταμπάκης, Το διπλό δωμάτιο

Ο Δρ Γκέμπελς δεν είχε, εξ αρχής, την παραμικρή αμφιβολία για την εκπληκτική δύναμη του κινηματογράφου, τον εθιστικό του χαρακτήρα, την ολωσδιόλου μαγική επίδραση που ασκούσε στο θεατή, ο οποίος, δίχως αντίσταση, αφηνόταν στη σαγήνη μιας ζωής έξω από τη δική του. Η φυγή από τον εαυτό… Και, συνάμα, η μανιώδης λαχτάρα του πεπρωμένου… Ο Δρ Γκέμπελς πίστευε ότι είχε επιτέλους ανακαλύψει τ’ αποφασιστικά στοιχεία της αποτελεσματικής προπαγάνδας. Αν, εν αντιθέσει προς την ωραιοποίηση του ναζιστικού ιδεώδους, όπως την ήθελε η αισθητική ψυχρότητα μιας Ρίφενσταλ, ο γερμανικός κινηματογράφος ανέπτυσσε ένα πλήθος ταινιών ιδεολογικά ουδετέρων εκ πρώτης όψεως, ταινιών καθαρής ψυχαγωγίας, όπου, ωστόσο, μια σειρά σημάτων, δήθεν τυχαίων, θα υπέβαλλαν σταδιακά στον ανύποπτο θεατή την υιοθέτηση μιας ιδέας ή πρακτικής, μιας ολόκληρης στάσης ζωής, στην οποίαν εκείνος δεν θα είχε τον παραμικρό έλεγχο; Με κάποιες ιδιαίτερες χρήσεις του σκηνικού, του φωτισμού, των ερμηνειών, του μοντάζ και του χρώματος —την τεχνική του οποίου μόλις είχε αρχίσει να κατακτά η κινηματογραφική βιομηχανία του Τρίτου Ράιχ— ο θεατής θα υποχρεωνόταν να εσωτερικεύσει, κατά τρόπο συγκεκριμένο και ακούσιο, ένα πλήθος σημάτων που θα υπαγόρευαν ασχολίες και ιδέες, ιδεολογικές επιλογές και δραστηριότητες. Επί παραδείγματι, ο συνδυασμός τριών ουρανοξυστών, ενός γερανού, μιας σιδηροδρομικής γραμμής και ενός λεωφορείου στο πλαίσιο ενός κινηματογραφικού πλάνου, αν και φαινομενικά τυχαίος, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να εμφυσήσει υποδορίως την ιδέα της Σβάστικας, ιδίως αν το σύμβολο επανεμφανιζόταν με αναλόγως δυσδιάκριτο τρόπο σε άλλα σημεία της ταινίας. Ή, θα μπορούσαν να παρεμβάλλονται στη δράση κάποια άσχετα καρέ, φευγαλέα, τόσο που η συνείδηση να μην τα καταγράφει, και πάλι με τη Σβάστικα, ή με εικόνες που να υποβάλλουν μίσος προς τον εχθρό, αφοσίωση προς το καθεστώς, ή ό,τι άλλο, αναλόγως.

Γιατί όμως, σκεφτόταν, θα έπρεπε τούτο να περιοριστεί στον κινηματογράφο; Ένα λαμπρό πεδίο ανοιγόταν στον τομέα της δημοφιλούς μουσικής. Πώς θα μπορούσε, αλήθεια, να δηλητηριαστεί ο νους της αμερικανικής νεολαίας αν κατανάλωνε με πάθος άσματα που, με μια κατάλληλη όσο και ασυνείδητη επεξεργασία, θα ενέπνεαν προσχεδιασμένα αισθήματα και πάθη. Ακόμη και οι αριθμοί, οι χρονολογίες… Να, φέρ’ ειπείν, το “88”, που παρέπεμπε στα ιερά αρχικά HH, στο “Heil Hitler”, θα μπορούσε να ενσωματωθεί σε έναν τίτλο συνοδευόμενο από μια λέξη αρκούντως επιθετική. Π.χ., “Rocket 88”. Ένας τέτοιος τίτλος θα μπορούσε να ξεκινήσει ένα ολόκληρο νεανικό κίνημα, δίχως οι καταναλωτές και συμμέτοχοι, ακόμη ίσως και οι δημιουργοί, ν’ αντιλαμβάνονται την υποδόρια προπαγάνδα. Εκείνοι θα θαρρούσαν ότι το έργο εμπνέει μια κριτική διάθεση, ότι απορρίπτει την καταπραϋντική εκδοχή ενός κόσμου παγιωμένου και δικαίου, ότι εισάγει μια κάποια αταξία στις σκέψεις και τις αισθήσεις, ενώ αντίθετα η αταξία αυτή θα υπέκρυπτε μια τάξη προμελετημένη μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια. Αλλά… Υπήρχε ένα “αλλά”, κι εδώ ήταν που ο Δρ Γκέμπελς συνοφρυωνόταν. Αν αυτή η ψεύτικη αταξία, αν αυτή η μεταμφιεσμένη τάξη, έπεφτε στα χέρια των πιο υποψιασμένων ιδεολογικών εχθρών… Αν τα έργα φορτώνονταν με σημαίνοντα… Αν η σημασιακή αλυσίδα γέμιζε μετωνυμικές μεταλλάξεις… Αν η τύχη οργίαζε… Αν το νήμα της αναζήτησης που διέτρεχε ένα έργο μεταμορφωνόταν σ’ ένα σύστημα κατόπτρων, αν τα αντικείμενα του πόθου πλήθαιναν συνδεόμενα, άλλαζαν σχήματα, ονόματα, κι επέμεναν να ξεγελούν το διώκτη τους, σε μια περιπλεκόμενη, ολοένα πιο αντιφατική επιθυμητική διαδικασία… Αν οι ηθοποιοί έπαιζαν ξαφνικά κι απροειδοποίητα ρόλους παράταιρους, ή αν αντίθετα ο ίδιος ρόλος ενσαρκωνόταν από ολότελα διαφορετικούς ηθοποιούς…

Αν, με την ίδια βεβαιότητα που ο ίδιος σχεδίαζε τα υποσυνείδητα αυτά μηνύματα, ένας σκηνοθέτης, ή και τεχνικός ακόμη, κρυφά αντιστασιακός κι εξ ίσου υποψιασμένος, εισήγε άλλα σημαίνοντα, με άλλα, απευκταία σημαινόμενα; Αν τα τοποθετούσε σε σημεία που δεν έμοιαζαν να παίζουν κανέναν απολύτως ρόλο, αν έκανε άσκοπα γκρο-πλαν στα κάτω άκρα των πρωταγωνιστών, ή άφηνε να φανούν στο πίσω μέρος του κάδρου ομάδες κομπάρσων να επιδίδονται σε δραστηριότητες άμοιρες σημασίας ή σχέσης με την κυρίως δράση, που να την επανανοηματοδοτούν με τρόπο που δεν ήταν ο επιδιωκόμενος; Αν άρχιζε ένα αντάρτικο του φαντασιακού; Κι αν —σκέφτηκε ακόμη, τρέμοντας σχεδόν— αν οι αιρετικές αυτές αφηγηματικές μέθοδοι εφαρμόζονταν και στην άμεση ζωή; Όλα αυτά τα εκκρεμή ερωτήματα απασχολούσαν τον Δρα Γκέμπελς την ώρα που ξεφύλλιζε το σημειωματάριό του, με τις ιδέες του για την αξιοποίηση της τέχνης των μαζών. Τέλος, αναστέναξε, τηλεφώνησε στο σπίτι του —το ακουστικό σήκωσε μία από τις κορούλες του, που του έδωσε αμέσως τη μαμά της— κι ενημέρωσε ότι θ’ απουσίαζε μέχρι αργά τη νύχτα, λόγω κάποιου υπουργικού συμβουλίου. Κατόπιν, άνοιξε το μεσαίο δεξιά συρτάρι του γραφείου του, απ’ όπου ανέσυρε ένα καρνέ με κόκκινο δερμάτινο κάλυμμα. Εκεί είχε σημειωμένα τα ονόματα όλων των γυναικών που εργάζονταν στα στούντιο της UFA, με αλφαβητική σειρά.

Ο Δρ Γκέμπελς σκέφτηκε να ξεκινήσει την αναζήτηση του πλέον ελκυστικού ονόματος ξεκινώντας από την τελευταία καταχώρηση. «Zürn, Unica», μονολόγησε. Ήδη μετάνιωνε για την ιδέα του. Το όνομα δεν του έλεγε τίποτε. Εγκατέλειψε το σχέδιο κι αποφάσισε να τηλεφωνήσει στην πρωταγωνίστρια Μπριγκίτε Χόρνυ, το επώνυμο της οποίας δημιουργούσε ευχάριστους συνειρμούς στους αγγλομαθείς. Όμως η υπηρέτριά της αποκρίθηκε, σίγουρα δασκαλεμένη, ότι «η κυρία απουσίαζε». Κι έπειτα, εκείνη η σκέψη για τη μυστική τάξη και το χάος που ελλοχεύει ως δυνατότητα, ως επόμενο στάδιο της αντίστασης… Ο Δρ Γκέμπελς άφησε κατά μέρος το καρνέ και, εξαιρετικά βαρύθυμος, έπιασε πάλι το σημειωματάριο για να ξαναδιαβάσει τα σχόλιά του. Κι έτσι, σκυμμένο στο γραφείο του, τον πήρε σύντομα ο ύπνος. Ο Κόνραντ Βάιντ, σε τέλειο προφίλ, είχε το ξίφος ορθωμένο και το κατηύθυνε προς τον καθρέφτη, που έστεκε στη μέση αθέατος σαν ίνα, με το δεξί μέρος του πλάνου ν’ αποτελεί κατοπτρισμό του αριστερού. Τα δυο ξίφη όμως διασταυρώνονταν κι επιμηκύνονταν, πέραν των ορίων του καθρέφτη, μέχρι που άγγιζαν τα πηγούνια των δυο Βάιντ και απλώνονταν στα κεφάλια τους, έτσι ώστε και οι δυο τους βρίσκονταν σύντομα μεταμορφωμένοι σε δυο υποχθόνιους γαμψομύτηδες που οι αιχμηρές γενειάδες τους ενώνονταν. Ήταν και πάλι ο Βάιντ, ως Περιπλανώμενος Ιουδαίος και ως Ρασπούτιν. Κι έπειτα, δεν ήταν πια ο διπλός Βάιντ, αλλά οι δυο αδελφοί Μπάρρυμορ, ο Τζων και ο Λάιονελ, ο ένας ως Εβραίος Σβενγκάλι, κι ο άλλος, πάλι, ως Ρασπούτιν… Κι έμοιαζαν να πλησιάζουν τον καθρέφτη, ανεπαίσθητα, κι οι δυο γενειάδες να λιώνουν η μια μες στην άλλη, μέχρι που ενώθηκαν κι έγιναν ένα τέρας φριχτής δυσμορφίας που τον κοιτούσε με δυο μάτια λοξά… Και τινάχτηκε.

Nίκος Σταμπάκης, Το διπλό δωμάτιο, σελ. 39-43, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2014

 

.

.

 

 

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Η προτομή

Vilhelm-Hammersh-25

.

Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο
Σαν κεφαλή του Βαπτιστή στο χώμα.
Με κρύα δάχτυλα η δασκάλα
Βάζει στο πιάτο το ροδάκινο.


Λάβετε, φάγετε, δεν έχει άλλο.
Μασάτε, αποφοιτάτε, φτύνετε.
Μέσα στην τρίχινη νυχτικιά της
Έχει γεράσει σερβίροντας.


Αλλά με τα γυαλιά ταρταρούγας,
Τα δύο κρινάκια στο ανθοδοχείο,
Το ασήμι που παγώνει στα πόδια της,
Μένει σοφή σαν ένα μαχαίρι.
Ένας σεπτός αποκεφαλισμός.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Η προτομή, σελ. 39, Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, Εκδόσεις Μελάνι, 2014

Πίνακας:Vilhelm Hammershøi

.

 

Δημήτρης Καλοκύρης, Το βιβλίο της Μελανθίας

10.

Διαυγής Φεβρουάριος.
Σκουλαρίκι αν έχεις βαρύ
να το δώσεις αμέσως στον έμπορο
μήπως και ξαστερώσει το λάδι
μέσα στα ψίχουλα της φωνής

γιατί ο άσπρος αέρας
κακά μαντάτα για τους γεοκτήμονες
και του κλήρου την καταβόθρα θα εννοεί
που βρυχάται απαθής στη σολέα.

Καλοκαίρι ανάρπαστο
θα ξεσπάσει στο νότο.

.

.

Αν κουνηθεί το φρύδι σου ανεξήγητα
πυρκαγιές μακριά και κακία σαν τη χάλαζα
από την πέρα ήπειρο καταφθάνει
με τους σκοτωμένους ομογενείς.

Επειδή και το αίμα
─ όπως το γέλιο κι ο πόλεμος ─
είναι των ανδρών επιφώνημα
για να ξεφεύγουν την πλεξίδα της φωνής σου
και του στήθους σου την ελεύθερη αγκαλιά.

Γι’ αυτό στα πένθη τυλίγεις τα λόγια τους
και δένεις πίσω σφιχτά το μαλλί
όταν γονατίζεις Παρασκευές
θρηνώντας, τάχα, τον αγέννητο επιτάφιο.

Γι’ αυτό παραδίδεσαι στο σεντόνι του
σε μια λίμνη του ιδρώτα αλφαβήτα
με το μέλλον προσκέφαλο παγωμένο.

Αρκεί να ξέρεις πως τα γέλια κι ο πόλεμος
είναι η πιο παλιά πατρίδα των ανθρώπων.

.


1.
Η εργασία των ανδρών
είναι ο χειμώνας.

Ένας φόβος που έρχεται
(το αόρατο άγγιγμα
που σε πάει προς τα πίσω)
πως η γλώσσα κλαδάκια δεν έχει.

Όποιος θα βαφτιστεί στις εφτά
του μηνός παντοδύναμος
κι όποιος θα φτύσει στην κολυμπήθρα
ακατανίκητος των αισθημάτων θα εγγραφεί.

Μεγαλώνουν οι γάτες
μελανές και αστείρευτες.

Μάη να μη γεννηθείς
κι αν γεννηθείς μην παντρεύεσαι
και στο γάμο τουλάχιστον
πράσινο ή σταχτί μη φορέσεις
κυκλοφορούν στις μοίρες αρουραίοι γιατί.


[…]

.

2.
Ο χρόνος πέφτει
με το κουταλάκι.

Ποτέ να μην πιστεύεις άνθρωπο με δυο ρουθούνια
και άνθρωπο με φουντωμένα μαλλιά
ή άνθρωπο που τρίζει το λαρύγγι του
σαν καγκελόπορτα
γιατί τα λόγια είναι κεράσια
και σπρώχνει το ένα το άλλο
μέχρι τη θάλασσα

όπου στα βάθη της ένα τόξο τυλίγεται
κι απάνω στην καμπύλη της λάμψης του
ο ήλιος ψαλιδίζει τα ακροστόλια.


[…]

.

Αγάπη λες μια μαύρη πεταλούδα
Που σ’ ακουμπάει για μια στιγμή
κι ύστερα πεταρίζει παρακάτω.

Να μην την κυνηγάς ποτέ με λόγια
και να την παγιδεύεις
νύχτα-μέρα στα εγκαύματα.

Μόνο το σώμα σου, μεγαλώνοντας
θα σου εξηγεί τα πικραμένα γεγονότα
όπως θα βάφεις τα νύχια των ποδιών σου
στη θάλασσα.
[…]

Δημήτρης Καλοκύρης, Το βιβλίο της Μελανθίας, Εκδόσεις Άγρα, 2006

Πίνακες: Jos De Mey, Jose Roosevelt,  Loretta Lux

.

.

 

Γιάννης Κοντός

KONTOS

.

 «Και τι φρέσκο χώμα που έχουν τα μάτια σου»


Γιάννης Κοντός

http://www.iefimerida.gr/news/187816/pethane-ta-ximeromata-o-spoydaios-poiitis-giannis-kontos

.

.

 

Μαρία Βαχλιώτη, Αορτή

 

.

Πες μου για τη χρησιμότητα
της πεταλούδας
αν δε φτερουγίζει στα σωθικά σου
διαταράσσοντας
τη ροή της κυκλοφορίας,
αφυπνίζοντας
την ωραία κοιμωμένη
κεντρική αρτηρία
(γιορτή την έλεγαν;
ούτε που θυμάμαι).
Μετονομάστηκε πια,
ησυχία και ασφάλεια –
κάτι κάμπιες μόνο
πατημένες την άνοιξη
στις παρυφές της.
Μικρό το κακό.
Θα ζήσουμε
και με παπούτσια λερωμένα.

Μαρία Βαχλιώτη, Άλλα λόγια, Αθήνα, Μελάνι, 2013

Πίνακας: Hayv Kahraman

.

.

 

Walter Benjamin, Αυτοκρατορικό πανόραμα

.

.

VIII. Όποιος δεν αποφεύγει ν’ αντιληφθεί την παρακμή δεν θ’ αργήσει να επικαλεστεί κάποιαν ιδιαίτερη δικαιολογία για την παραμονή, τη δράση και τη συμμετοχή του σ’ αυτό το χάος. Όσες οι διαπιστώσεις της γενικής αποτυχίας, τόσες κι οι εξαιρέσεις για τη σφαίρα της προσωπικής δραστηριότητας, τον τόπο κατοικίας και τη στιγμή.

Η τυφλή θέληση να περισωθεί το γόητρο της προσωπικής ύπαρξης μάλλον, παρά ν’ απελευθερωθεί τουλάχιστον από το φόντο της γενικής τύφλωσης με μιαν απερίφραστη καταδίκη της αδυναμίας και της εμπλοκής της, επιβάλλεται σχεδόν παντού. Γι’ αυτό κυκλοφορούν στον αέρα τόσες απόψεις για τη ζωή και κοσμοθεωρίες, και γι’ αυτό προβάλλουν εδώ τόσες αξιώσεις, επειδή τελικά σχεδόν πάντα στοχεύουν στην επικύρωση μιας εντελώς ασήμαντης ιδιωτικής κατάστασης.

Γι’ αυτό είναι και τόσο γεμάτος ψευδαισθήσεις κι αντικατοπτρισμούς κάποιου ανθηρού μέλλοντος που παρ’ όλ’ αυτά θα ανατείλει μέσα σε μια νύχτα, επειδή ο καθένας δεσμεύεται από τις οπτικές απάτες της στενά προσωπικής του σκοπιάς.

Walter Benjamin, Μονόδρομος, Αυτοκρατορικό πανόραμα, σελ. 56-57, μτφρ.: Nέλλη Ανδρικοπούλου, Εκδόσεις Άγρα, 2004.

.

.

 

Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας το χαμένο χρόνο, 2ος τόμος

Kay Harwood 14 Φυσούσε ένας άνεμος υγρός κι ευχάριστος. Ήταν ένας καιρός που τον γνώριζα• είχα την αίσθηση και το προαίσθημα πως η πρωτοχρονιά δεν ήταν μια μέρα αλλιώτικη απ’ τις άλλες, πως δεν ήταν η πρώτη μέρα ενός καινούργιου κόσμου όπου θα μπορούσα, με μια τύχη ανέγγιχτη ακόμα, να ξαναπρωτογνωρίσω τη Ζιλμπέρτ όπως στον καιρό της Δημιουργίας, σαν να μην υπήρχε ακόμα παρελθόν, σαν να είχαν αφανιστεί, μαζί με όσες ενδείξεις θα μπορούσαν ν’ αντιληφθούν απ’ αυτό για το μέλλον, οι απογοητεύσεις που μου είχε συχνά προκαλέσει: ένας κόσμος καινούργιος όπου τίποτα δεν θ’ απέμεινε απ’ τον παλιό… τίποτα εκτός από ένα πράγμα: η επιθυμία μου να μ’ αγαπήσει η Ζιλμπέρτ. Κατάλαβα πως αν η καρδιά μου λαχταρούσε ολόγυρά της αυτή την ανανέωση ενός σύμπαντος που δεν την είχε ικανοποιήσει, ήταν γιατί η καρδιά μου δεν είχε αλλάξει, και συλλογίστηκα πως δεν υπήρχε τίποτα που να δικαιολογούσε τέτοια αλλαγή και στην καρδιά της Ζιλμπέρτ• ένιωσα πως αυτή η καινούργια φιλία συνεχιζόταν η ίδια, όπως δεν χωρίζονται με μια τάφρο μεταξύ τους οι καινούργιες χρονιές που ο πόθος μας μη μπορώντας να τις πλησιάσει και να τις αλλάξει, τις καλύπτει, δίχως αυτές να το γνωρίζουν, μ’ ένα διαφορετικό όνομα. Μπορεί εγώ ν’ αφιέρωνα τούτη τη χρονιά στη Ζιλμπέρτ και να προσπαθούσα –όπως τοποθετούμε μια θρησκεία πάνω  απ’ τους τυφλούς νόμους της φύσης– ν’ αποτυπώσω πάνω στην πρωτοχρονιά την ξεχωριστή ιδέα που είχα σχηματίσει γι’ αυτήν τη μέρα, αλλά ήταν μάταιο• ένιωθα πως η μέρα αυτή αγνοούσε πως την ονόμαζαν “πρωτοχρονιά”, πως τέλειωνε μες στο λυκόφωτο μ’ έναν τρόπο που δεν μου ήταν νέος: μες στον ευχάριστο άνεμο που φυσούσε απ’ τη διαφημιστική στήλη, είχα αναγνωρίσει, είχα νιώσει να ξαναεμφανίζεται η αιώνια και κοινή ύλη, η γνώριμη υγρασία, η ανήξερη ρευστότητα των παλαιών ημερών. Γύρισα στο σπίτι. Είχα μόλις ζήσει την πρωτοχρονιά των ηλικιωμένων που εκείνη την ημέρα διαφέρουν απ’ τους νέους όχι γιατί δεν παίρνουν δώρα, αλλά γιατί δεν πιστεύουν πια στον καινούργιο χρόνο. Δώρα είχα λάβει, εκτός από το μόνο που θα μου ’δινε χαρά και θα ’ταν ένα μήνυμα της Ζιλμπέρτ. Ήμουν ωστόσο ακόμα νέος αφού είχα μπορέσει να της γράψω ένα γράμμα με το οποίο έλπιζα, λέγοντάς της τα μοναχικά όνειρα της τρυφερότητάς μου, να ζωντανέψω παρόμοια και σ’ εκείνη. Το θλιβερό στους ανθρώπους που γέρασαν είναι ότι ούτε καν σκέφτονται να γράψουν τέτοια γράμματα, γιατί έχουν μάθει πως μένουν χωρίς αποτέλεσμα.

.

.

.

.

Kay Harwood 14Όταν πλάγιασα οι θόρυβοι του δρόμου, που παρατάθηκαν πιο αργά εκείνη τη γιορτινή βραδιά, με κράτησαν ξυπνό. Συλλογιζόμουν όλους αυτούς που θα τελείωναν τη νύχτα τους σε απολαύσεις, τον εραστή, την παρέα ίσως των γλεντζέδων, που θα είχαν πάει να πάρουν την Μπερμά στο τέλος της παράστασης που είχα δει ν’ αναγγέλλεται γι’ απόψε. Δεν μπορούσα καν, για να ηρεμήσω την αναστάτωση που η σκέψη αυτή γεννούσε μέσα μου τούτη την άγρυπνη, να πω στον εαυτό μου πως ίσως η Μπερμά να μη σκεφτόταν τον έρωτα, αφού οι στίχοι που απάγγελνε, που τους είχε προσεκτικά μελετήσει, της θύμιζαν κάθε στιγμή πως ο έρωτας είναι γλυκός –και το ’ξερε άλλωστε– τόσο που να παρουσιάζει τη γνώριμη ταραχή του –αλλά πλουτισμένη με μια καινούργια ένταση και μιαν ασύλληπτη απαλότητα– σε θεατές έκθαμβους που ο καθένας τους ωστόσο την είχε νιώσει για τον εαυτό του. Άναψα πάλι το σβηστό κερί μου για να κοιτάξω άλλη μια φορά το πρόσωπό της. Με τη σκέψη πως σίγουρα το χάιδευαν αυτήν τη στιγμή άντρες που δεν μπορούσα να τους εμποδίσω να προσφέρουν στην Μπερμά και να δέχονται από την ίδια χαρές υπεράνθρωπες και αόριστες, ένιωσα μια ταραχή περισσότερο σκληρή παρά ηδονική, μια νοσταλγία, που ήρθε να την τονίσει ο ήχος του βούκινου, όπως ακούγεται τη νύχτα της Μεσοσαρακοστής, ή συχνά σ’ άλλες γιορτές, και που, με το να είναι τότε δίχως ποίηση, γίνεται πιο μελαγχολικός, καθώς βγαίνει από ένα καπηλειό, παρά «το βράδυ απ’ του δάσους τα βάθη». Εκείνη τη στιγμή ένα μήνυμα της Ζιλμπέρτ ίσως να μην ήταν αυτό που θα χρειαζόμουν. Οι επιθυμίες μας όλο και αλληλοπαρεμβάλλονται και, μέσα στη σύγχυση της ύπαρξής μας, σπάνια μια ευτυχία έρχεται να καθίσει ακριβώς πάνω στην επιθυμία που την καλούσε.

Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας το χαμένο χρόνο, 2ος τόμος, Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών, Ι, (Γύρω από την κυρία Σουάν) σελ. 57-58 , μτφρ.: Παύλος Α. Ζάννας, Εκδόσεις Εστία, 1998

Πίνακες: Kay Harwood

.

.

 

Στράτος Φουντούλης, Ασκήσεις

 

[20]

«κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά»
Γιώργος Σεφέρης

Λιγοστά θα είναι• όπως λέει κι ο ποιητής• σαν σκοτεινοί κύκλοι• σαν δυο γυμνά αγκαλιασμένα σώματα στο χιόνι κι ένα ξεχασμένο τραγούδι εκεί• στο ακατοίκητο σπίτι που δεν έλαβε μήνυμά σου• κι η σημασία των γεγονότων που βυθίζεται ολόλευκη σε ασβεστόλακκο• κι ούτε στιγμή απραξίας στο αιωρούμενο• πάνω-ψηλά από την πόλη• ποδήλατο με ρόδες στο χρώμα των ματιών σου• κι άλλες πολλές ιστορίες που λιγοστά χρειάζονται λόγια να τις πούμε• προσευχόμενοι στο παλιό συννεφιασμένο μας πρόσωπο• γιατί εκεί• στο παλιό μας πρόσωπο είμαστε• φυλακισμένοι.

Πίνακας: Dina Brodsky

.

.

 

 

Tags: