RSS

Ολβία Παπαηλίου, Οι βελονιές της δεσποινίδος Πέρσας (μονόλογος)

Εγώ, τις γυναίκες μου πάντοτε τις αρμάτωνα. Ξέρεις πώς είναι όταν έρχεται ο άγγελος, πώς πήγαινε η Γερακίνα: έτσι το πρωτοέμαθα το μυστικό της ράφτρας, δίπλα απ’ τα πηγάδια, κοντά στις στάμνες που τις γέμιζαν με δάκρυα του Θεού. Το πιο καλό κορμί είναι αυτό που το εφίλησεν η χάρη, και η χάρη βρίσκεται εκεί που θα μπορούσε κι ο τυφλός να την ενοιώσκε, εάν ένοιωθε. Αλλιώς, χρειάζειται η κάθε μια κυρία τη μοδίστρα της. Κι εμένα με εδιάλλεξε η ζωή να υπηρετεύω. Ήτανε κι η μαμά μου καλλονή, όπως το λέγανε. (Εμένα, που την έβλεπα όπως που ήμουν κόρη της, μου εφαινούτανε για σουρλουλού, όλο πως είχε καμμιάν αρρώστια ελαφριά, όλο φιλάσθενη κι ασθενικώς αισθητική, συναίσθημα χωρίς αναπαμό – και ο μπαμπούλης μου να την κοιτάγει εις τα μάτια, μήδε και του εστάξει, μηδέ και του εβρέξει). Κατέληγα να παίρνω το σταμνάκι, και επήγαινα. Αλλά είχα τα μάτια μου μεγάλα, παρατήραγα: Ποιές επερνούσαν για ωραίες, και ποιές ήτανε. Περίεργο το πράγμα για μοδίστρα: δεν ξέρω ούτε και τι νούμερο να ράψω το ρούχο το δικό μου, τώρα βεβαίως πες και ότι πέρασ’ ο καιρός. Αλλά αλήθεια δεν ηξεύρω: μήπως να είναι ο πωπός μου τσουπωτός, μήπως να είμαι στρογγυλή, μήπως πως και το στήθος μου να είναι άδεια πλάκα και άγραφο χαρτί. Πιάσ’ τα και κούρευέ τα, κι ας παραδώσουμε μίαν καλή ψυχή.

Κάποτε πέθανε με το καλό κι η μακαρίτισσα η μάνα μου, ησύχασα κι εγώ: ούτε νερά να φέρνω ούτε πηγάδια και σταμνάκια (πώς που δεν του ’χα δώκει μία να το εσπάσω, κόντεψε να μου φάγει η ρουφιάνα τη ζωή με τις ψευδοασθένειες, με αγαπούσε όμως κάποιος από πάνω και την πήρε, να βρω κι εγώ μιαν αγρανάπαυση, να εύρω και την κλίση μου). Διατί περνούσε ο καιρός. Και είχα αποκάμει με την ατέλειωτη τη λάτρα του σπιτιού της, δε λέω μας, αυτό να το τονίσω, γιατί ήταν αυτή και μονοφαγού ήτανε και παμφάγα, τον άλλον τον πατέρα μου τον είχε να του ρουφά το αίμα του, κι αυτός καλός ο άθρωπος μα όσο από μυαλό… Κουκούτσι που σου λέγω, μαθές και τα τσαλίμια της θα τα ΄βλεπε. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκέπασε, γιατί την πήρε πεθαμένη το κατόπι, μου έμεινε ένα σπιτάκι, μα με χώραγε.

Όχι, καλέ μου, δεν τον ήθελα το γάμο, ούτε κι ο γάμος ήθελε εμένα, και πατσίσαμε. Άλλο μου έτρωγε εμένα την καρδιά μου, να δω κάθε γυναίκα να ΄ναι όμορφη όπως την έπλασε από μέσα ο Θεός: βλέπεις τη λεμονιά, ωραία είναι. Βλέπεις την αχλαδιά, κι εκείνη όμορφη. Βλέπεις τη μία και την άλλη, ό,τι λαχνός της πέφτει κάθε μιας – μεγάλο κρίμα. Πήγα γι’ αρχή να γίνω μανταρίστρα στην κώνα Ελισσώ. Αυτή, είχε σπίτι καλό, μια – δυο κοπέλες, ραβότανε εκεί μία αρχόντισσα (πίνω νερό ακόμα στ’ όνομά της, αυτή μ’ έστειλε).

Olvia 2Μαντάριζα μ’ ένα αυγό για αρχή, καλτσούλες, έπιανα πόντους, είδε κι η κώνα Ελισσώ πως πιάνανε τα χέρια μου. Ήταν αυτή σκληρής ματιάς, φόραγε το μαξιλαράκι για τις καρφίτσες ωσάν να ήτανε παράσημο, είχε και μια κορδέλλα να κρέμαγε την ψαλιδάρα της που έκοβε. Μου άρεσε εμένα, όταν την έβλεπα να σκύβει πάνω από υφάσματα-νερά και χρατς και χρουτς, μια κίνηση στρατάρχη που οργάνωνε την κάθε καλή μάχη, νικηφόρα. Έσπαγα και τη μέση μου για χάρη αυτής της Ελισσώς, με εσυμπάθησε. Τώρα να πω αλήθεια: τη φοβόμουνα. Την έτρεμα, να είμαι ειλικρινής. Αλλά, όταν με πήρε να μου δείξει πώς ράβεται η σφηκοφωλιά (τί μέγα θαύμα δηλαδή κι αυτό του αθρώπου, αυτή η βελονιά τις κολακεύει τις ψωμωμένες, τις μαζεύει –και τις πολύ-πολύ στενές πώς τις γεμίζει, είναι η απάτη του καλύτερου ελέους για τη γυναίκα) Ε, τι να λέω τώρα: μου φαίνεται της άρεσε που από φόβο ένοιωθα, και ένοιωθα καλώς. Αλλά το χέρι μου κρατούσα σταθερό, το μάτι μου κατεβασμένο και τη σφηγκοφωλίτσα είχα έτοιμη, ακόμα το θυμάμαι αυτό το ύφασμα. Είχε σαν ένα λαχουράκι, το είχε παραγγείλει μια κυρά νοσταλγικιά. Αυτή ήτανε πλέον χήρα, μα έλεγε η κώνα Ελισσώ πως την αγάπαγε ο (πια) αποθαμένος της, της είχε λέγει κάνει ότι να έχει πάντα μία πίστωση: σπίτι ας να μην είχε, αλλά αυτός είχε φροντίσει να τηνε ντύνει μέχρι κατόπιν θανατά, είχε τεφτέρι πληρωμένο για τα έξοδα της χήρας του, να ντύνεται βασίλισσά του μια ζωή.

Olvia 1Οι άλλες ράφτρες όλα ξέραν και τα κουτσομπολεύανε, είχανε κρυφακούσει την κυρούλα όταν που είχε έρθει –σα φρεσκοχηρευάμενη– να ράψει τα ρουχάκια της χηρείας της(κι εδώ να πω, ότι το μαύρο χρώμα είναι πολύ το δέον άτιμο στα μάτια, ρουφά το φως κι όλο το καταπίνει, μαύρη κλωστή-κακή γιορτή, το λένε οι μοδίστρες και το χρεώνουνε ανήμπορα, γιατί είναι κι οι μαυροφόρες πονεμένες, θέλουν να ξαλεγράρει η ψυχή τους, και ράβουμε εμείς). Κι έλεγε η κυρά εκείνη η λεγάμενη –κλαίγοντας μάλιστα στην αγκαλιά της Ελισσώς– ότι αυτό της είχε πει ο αρχοντάντρας της, Εσύ και που πεθαίνω, να μη νοιάσκεσαι – εγώ σε πήρα, και για πάντα θα σε ντύνω, εσύ με πήρες, και για μένα θα ξεντύνεσαι. Εγώ τα άκουγα αυτά και μου πιανούταν η ψυχή, κρίμα την έμμορφη τη μέση της, κρίμα τις γάμπες έλεγα, κρίμα μια τέτοια πάπια να πάγαινε αχάιδευτη. Αλλά, ότι ο άντρας της τη φρόντισε σωστά, αυτό να λέγειται: κάμποσα χρόνια αργότερα, της έφτιαχνα εγώ το λαχουράκι, κυκλοφορούσε η κυρούλα σα να μην είχε χάσει το κορμάκι της το μπούσουλα, κι ας ήτανε μικρή-μικρή, την πάγαιναν τα ρούχα σαν τη φρεγαδοπούλα κι η αγάπη του αντρός της την ταξίδευε. Αργότερα θα μάθαινα και άλλα. Έπιανα εγώ κώτσο τα μαλλιά μου, να μη μου πέφτουνε στα μάτια και στραβώνομαι. Για ρούχα, δεν μου πάνε αυτά τα λούσα, μπορεί και να ’χα πάει σε μοναστήρι αν μου ετύχαινε: και λένε οι λογάδες πως που για ράφτρα μετά βίας ότι φαίνομαι – μάλλον το λέγανε, τώρα ποιος με κοιτάζει; Για ρώτα άμα ξέρεις μια μοδίστρα, ή μάλλον άνοιξε τα μάτια σου είμαστε να κάνουμε ρεκλάμα εμείς την τέχνη μας – ή να μιλήσω έστω, για εμένα.

OLVIA 4Εγώ φοράω ρούχα να ’ναι κόμοδα, να με χωρούν και να με κρύβουν. Τις θέλω τις γραμμές εγώ απλές. (Μου άρεσαν τα βολανάκια, τα φιογκάκια, τα ταφταδάκια που τρομάζουνε στο χάδι – αλλά τα έφερε η μοίρα μου αλλιώς.) Φορώ κυρίως μονόχρωμα, με μια μεγάλη τσέπη. (Να κρύβω μέσα το παράπονο της πίκρας.) Σ’ το είπα, πως η μάνα μου ήτανε καλλονή; Και πέθανε και νέα, Θεός σχωρέσ’ τη. Τέλος, η κώνα Ελισσώ μου έμαθε όλα που όσα ξέρω: να κάνω φανερό το μέρος που θέλει χαρεί φίλημα. Να φαίνεται απ΄το κορμί κάθε προτέρημα, να μην υπάρχει φανερό κανένα ελάττωμα. Μου έλεγε, να βλέπεις. Τι θέλει η ψυχή κάθε πελάτισσας, να βάνεις το χεράκι στην καρδιά σου και να την ελεείς. Θέλει να ντρέπεται; Κάνε τηνα να νοιώθει την ντροπή σαν τη βασίλισσα που τήνε πάνε να τη δέσουν αλυσίδες. Θέλει να λάμπει; Άναψέ την επιτάφιο. Θέλει να φαίνεται πως έκανε το πρώτο της παιδί, άνθιζε το μπουστάκι της. Είναι λιγάκι κουρασμένη από τον πόλεμο που νοιώθει μες στο στήθος της, παλεύει τη ζωή της; Δώσε της μανικάκια φουσκωτά, ενισχυμένα. Μια πανοπλία θέλει η κυρά, να ξαρματώνεται. Και έμαθα: να βλέπω τον καημό της γυναικός μου, να της χαρίζω αυτό που ’χει ποθητό της, να τη βλέπω μετά και να τη χαίρομαι αγνώριστη. Θέλω αυτό να σου το πω, πως η γυναίκα για τη φιλενάδα της εντύνεται και για τον άντρα της, κι ίσως για χάρη έρωτα ξεντύνεται, ίσως να πάει στο μοναχό της το κρεβάτι. Αλλά τα χέρια της μοδίστρας τη μετρούνε, και την ταχτοποιούνε και τη φέρνουνε σε τάξη, εδώ καρδιά, εκεί μυαλό, εκεί να σου σκεπάσω την κοιλιά σου και να της τονίσω το περίγραμμα – θέλεις στητό, θέλεις στρογγυλεμένο. Κανείς δε σε γνωρίζει, έλεγα πάντα από μέσα μου, όταν τους έπαιρνα τα μέτρα, κανείς δε σου ’χει το κορμάκι αγαπήσει όπως εγώ:

Γιατί, εμένα, οι γυναίκες μου, πάντα περπάταγαν και κάνανε τις στράκες, ανάλογα με την κοψιά τους και το χούι τους, τις έβγαζα απ’ το σκοτάδι και τις σεριάνιζα στο φως όπως αντέχανε. Και λάμπαν οι αρματωσιές τους. Κι ας μην είχα τον τρόπο να καμώνομαι, έκαμνα μια ζωή ερωτική σαν κάθε μάνα, σαν τον καλό πατέρα το κορίτσι του που βγάζει, να το επάει σε κοινωνία. Τις έπαιρνα από το χέρι και τις πήγαινα να βρούνε συντροφιά τους εαυτούς τους, κι όλες τις χάρες που τις έδωκε ο Θεός. Και θα μου πεις, πολλοί μου το ρωτήσανε: Δεν είναι αμαρτία να κάνεις τα χατήρια της κοκέτας; Και δε λογιάζεται άχρηστη πολυτέλεια και λούσο; Γιατί λέγανε κάτι σπουδαγμένοι κι ακατάδεχτοι ότι το όμορφο το ρούχο έχει μονάχα μία δήθεν χρησιμότητα, ν’ απομακρύνει το κορμί που το φοράει από την κάθε εργασία που λογιάζεται να είναι απαραίτητη. Να σου πω τώρα, δίκιο έχουνε κι αυτοί – ποιος είδε πλύστρα ή βοσκό είτε τον κάθε οικογενειάρχη τρυπομέρμηγκα να βάζει τα λιλιά και να πηγαίνει; Άρα, έχουνε δίκιο να μιλούν με τέτοιο τρόπο, ότι τ’ ωραίο ρούχο αντιμάχεται την πρόοδο και την εργατικότητα. Αλλά εδώ μιλούμε για ουσία της ψυχής.

Ούτε το δέρμα του ο άθρωπος γνωρίζει πώς να φορεί κατάσαρκα: άμα δεν τον χαϊδέψει ένα χέρι στοργικό, για να τον φέρει στο λιμάνι που το λένε αθρωπιά, ούτε το σάβανό του δεν ηξεύρει να φορέσει άμα πρωτίστως πριν δεν έχει αγαπηθεί. Και η καλή μοδίστρα, γιατρεύει την τσουρούτικη αγάπη, που εδώ κονταίνει κι εκεί στενόπεσε, και μένουμε όλοι ν’ αγαπηθούμε κατά λάθος, ή κατά παραχώρηση, ή επειδή κάτι θυμήσαμε σε κάποιον έτσι όπου μας πήρε στα κλεφτά το μάτι και, κάπως, της παράδεισος εμοιάσαμε. Εγώ, δεν πολυξεύρω από έρωτες: μ’ αφήναν ασυγκίνητη, προτίμαγα να κάτσω δίπλα από το τζάκι στην ανάγκη, με λίγο φως να κουτσοβλέπω – και να τρυπώνω στα τυφλά, στου κουτουρού να καρυκώνω. Εξέφευγε ο νους μου, πισωγύρναγε σε τόπο αλλοτινό, παλιό το χρόνο: βλέπω την κτίση όλη όταν μια πουκαμίσα συνταιριάζω, πλάθω εκείνη τη μορφή που θα τη βάλει, τι αρετές θα έχει, τι κακίες, σκαρώνω ιστορίες, καταγίνομαι σαν τελευταίος παραγιός της δαχτυλήθρας.

Το άγιο δισκοπότηρο έχει μια όψη, κι άλλη μια – και για τις μοδιστρούλες της σειράς μου, μια δαχτυλήθρα φτάνει για να δούμε το στερέωμα. Να έβαζα και άντρα στο κεφάλι μου; Για δες εδώ, άλλες θα έχουνε ταλέντο στην κουβέντα, άλλες γνωρίζουνε να λένε τα μελλούμενα, μα τα χαρτιά, μα τον καφέ, μα κι ότι θέλεις – αλλά, εγώ ταλέντο για το φίλημα δεν είχα, και βρήκα άλλον εραστή κι αυτός με παίδευε: παντρεύτηκα μία βελόνα, κι ο εραστής μου εμένα ήτανε το μέτρο, το ψαλίδι και οι γυναίκες μου. Αυτές ήπρεπε να ξεμυαλιστούν, αυτές ήθελαν αποκτήσουν καλό δέρμα τα ρούχα που τους έχτιζα. Γιατί το ρούχο είναι για πρώτα επιφάνεια, κατόπι γίνεται σκηνή μέσα στην έρημο, γίνεται χάδι και μεγάλη τιμωρία (πόσες ώρες οι πρόβες, μείνετε σας περικαλώ, κερούλα μου, ακίνητη), κι όταν μου φέρναν τίποτα μικρές για να τις ράψω και χρειαζότανε να κάνω καμμιά γρήγορη ραφή, έβαζα το κορίτσι να δαγκώσει μια, δυο και τρεις φορές τη βελονίτσα, να καταλάβει ότι κάμνουμε εδώ τελετουργίες, και να μαζεύει το μυαλό της, να μάθει να κοιτά λίγο τριγύρω της, να πάρει μυρωδιά τον εαυτό της, ότι υπάρχει και δεν είναι πνεύμα ασώματο. Καμιά φορά, αν τύχαινε καμιά ονειροπαρμένη, σαν από λάθος της εφάρμοζα βελόνα, να τηνε φέρω μερικώς στα συγκαλά της.

.

.

Στης Ελισσώς το σαλονάκι, ο ανακατεμένος ο ερχόμενος: τόπια από υφασματάκια εμπριμέ, κλάρες λουλουδιαστές, κάτι βελούδα λυπημένα, μεταξωτά ρετάλια για εσώρουχα. Κουμπιά σαν παλιοκαιρισμένες λιχουδιές μέσα σε γυάλα, γυάλες από κουμπάκια σε παράταξη στους πάγκους απ΄το πίσω το δωμάτιο, εκεί που εσκλαβώθηκαν τα νιάτα μου. Ψεύτικα χαντρολόγια και κοσμήματα, να τα φορούνε οι γυναίκες και να παίρνουνε μία πρώτην εντύπωση, πώς θα φαινόντουσαν στην τάδε τη βεγγέρα. Τότε, μονάχα οι γυναίκες των πλουσίων περνάγανε την πόρτα του σπιτιού μας, οι άλλες, οι καημένες, όσες πιάνανε κάπως τα δυο τους χέρια, να φοράγανε ένα καλό το φόρεμα του γάμου τους κι ένα το σάβανο από τους άγιους τόπους. Ούτε η γυναίκα σε εμένα, ως να επήγαινε στην εκκλησιά και στον εξομολόγον της. Κυρά Λουκία: έχασε μωρό πριν απ’ τη γέννα, κι όταν σαράντισε την έφερε η συνυφάδα της για την παρηγοριά. Την είδα, κι ονειρεύτηκα έναν αγρό με μαργαρίτες, το μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά. Ήταν ακόμα νέα, είχε χρόνο: θα έκαμνε άλλα παιδιά και θα ξεχνιότανε. Της περιμάζεψα τη μήτρα, τη συνέφερα με πέντε σφιχτές πιέτες που ανοίγανε. Πέντε παιδιά θα έκανε αργότερα, το κοριτσάκι της το πρώτο το βαφτίσανε τυχαίως Μαργαρίτα. Πες ότι είμαστε μια φάρα από μάγισσες, πες που κρατούμε συνεργία του διαβόλου. Όπως και να το πεις θα έχεις δίκιο, όπως και να το πεις θα έχεις κι άδικο. Ερχόντανε κάτι λιγνές, κάτι μακρόταλλες. Θέλω να μοιάζω μαζεμένη, να ταιριαστώ στον άντρα μου που τον περνώ στο μπόγι, μου λέγει μία. Της έβγαλα γλυκό κυδώνι μια φορά, την άλλη μέρα ένα πικρούλι περγαμόντο, την έπιασα αφερεμένο λακριντί.

Και πώς να τον ελέγαν τον αντρούλη της, και πόσο πρέπει ήταν υπερήφανος, να έχει μια κοπέλα σαν το ψηλό βουνό να την ορέγειται. Άνοιξε την καρδιά της, και μου μίλησε. Ότι η πεθερά της ήταν άκαρδη, ζηλιάρα, ίδια κακή αρκούδα διεστραμμένη. Που έλεγε ασχήμιες κακοήθειας, είχε ως τις φωτογραφίες απ’ το γάμο και εκορόιδευε, γιατί την είχε βάλει ο φωτογράφος να καθίσει κι είχε τον άντρα της να είναι ορθός δίπλα της, αυτή να κάθειται ωσάν πασάς κι αγάς, κι ο έρμος της ο άντρας να στέκειται απίκου! Τέτοιες βρωμιές εξέρναγε η κακοπεθερά της, κι αυτή, δυο μέτρα μπόγι, γυναίκα για να περπατεί και η γης να σιέται, και να νυχοπατεί σαν το ποντίκι του αγρού, μια σκέτη λύπηση. Καλέ, της λέω – του αντρός σου μήνα και του αρέσκουν οι ψηλές; Κι εκεί επάνου έσκασε τ’ αχείλι της, και σα γαρδέλι έπιασε και γέλαγε, ότι της έλεγε εκείνος μες στη νύχτα πως πιο απ’ όλα ήταν τούτο που τον άναβε, ότι θα λέγανε οι φίλοι και οι άγνωστοι, τι άραγε σουσούμια να ΄χει αυτός, να τον καταδεχτεί τέτοια γυναίκα, τόσο θωρητική. Εγώ, αν και ανύπαντρη, αυτά τα καταλάβαινα. Της έφτιαξα ένα λούσο να χύνεται σαν το κερί και σα λαμπάδα, με τη ζώνη μόλις λίγο πιο κάτω από τα στήθια, και να παγαίνει ως και κάτω στον αστράγαλο, με ύφασμα σαν άγριο μετάξι – το είδε και η πεθερά της και θα τρόμαξε από το θάμπος, και από κει άλλο δεν ξέρω τι να έγινε: πάντως της δέθηκε η γλώσσα της αρκούδας, που ήτανε διχαλωτή όπως της έχιδνας, και μόνο καμιά ώρα ίσως σφύριζε από θυμό ή από θαύμασμα, άμε σιχτίρ.

Olvia 7Είχα κι όλα τα ρούχα της μανούλας μου, σου είπα, που τη λέγαν Πανωραία; Γιατί δεν ήταν πάντα καλλονή. Όταν μάλιστα είχε γεννηθεί, τρόμαξε και η μαμμή, γιατί ήταν λέει ασχημομούρικο σαν τη μαϊμού του γύφτου που έτυχε κι επέρναγε. Μάλιστα, και τη βγάλαν Πανωραία, πες για παρηγοριά. Αεροβαφτισμένο λέει ήτανε, περνούσε ο καιρός, κάπως και έζησε – θα το λυπήθηκε ο πλάστης του, το έρημο το νήπιο. Κι ήρχονταν οι γειτόνισσες να κάνουνε το χάζι, μια τέτοια ασχήμια. Αλλά, υπήρχε εκεί μια, που όλο έλεγε πως κι άσχημο στην κούνια θα είναι όμορφο στη ρούγα, κι έτσι έγινε. Κι αντί να τηνε κοροϊδεύγουν στην ασχήμια της, έγινε άλλο πατιρντί, τη λέγαν Η Ωραία Πανωραία, και κάποιοι την κακίζανε γι’ αυτή την ομορφιά, και άλλοι θέλανε πολλοί να τηνε κλέψουν. Μα ατυχώς την πήρε ο πατέρας μου, κι αυτή του πήρε το μυαλό, εκείνο το κουκούτσι που δεν είχε. Τέλος, ευχαριστώ και το Θεό που δε μου έτυχε – να χάσω έτσι το τσερβέλο μου και γω. Γιατί αυτά ίσως να είναι τυχερά. Είχα και μία φιλενάδα, πήγε κι έμπλεξε και ετραβολογιούτο μ’ έναν μπάνικο, έναν αλήτη μόρτη, που όλο ξενοκοίταγε, της είχε τάξει γάμο, την παντρεύτηκε. Κι έπειτα πήρε τα λεφτάκια της και όλα να τα παίξει, ή τα ήπιε – και μια ωραία μέρα δεν εγύρισε στην κλίνη της, και μερικούς μήνες αργότερα τη βρήκαν τα μωρά της παγωμένη. Γι’ αυτό σου λέγω, όσο που πάει το στρώμα σου, τόσο ν’ απλώνεις τα ποδάρια. Θυμάμαι, τότε που ήμουνα μικρό κι όλο φοβόμουνα πως θα μου πιάσει ο μπαμπούλας τον αστράγαλο, και θα με σύρει ως πιο κάτω απ΄τα Τάρταρα, κι έτσι μπουμπουλωνόμουνα και λούφαζα στη δίπλα κάμαρη, κι άκουγα τις αγάπες τους.

Olvia 7Με τρύπαγαν όλο χίλιες καρφίτσες, δέκα χιλιάδες βελονιές με περονιάζανε. Εκεί ανάμεσά τους, στένευε ο τόπος: κι εμένα δε με χώραγε. Έμαθα να μιλάω μοναχή μου. Έμαθα το ψωμί να βρέχω με τα δάκρυα, να γίνεται γλυκύτερο. Δεν έμαθα ποτέ να έχω σώμα. Γι’ αυτό σου λέω, μίαν αγάπη είχα στη ζωή μου, κι αυτή ήταν το γυναικείο το κορμί. Γι’ αυτό και θύμωνα, να βλέπω τις κυράδες που περπάταγαν χωρίς καμάρι, με το λαιμό και με τους ώμους τους σκυμμένους. Άλλοι ξέρουν να φτιάχνουν εκκλησίες, πηγάδια και γεφύρια, έναν τάφο. Εγώ ήξερα να σηκώνω τα φορέματα και να τα κάνω πύργους: έσφαζα πρώτα το κοκκόρι στα θεμέλια – ξέρεις τι άθλος είναι να σου ΄ρχεται γυναίκα ασχημάτιστη ή κακοφορμισμένη, μια κυρά κακώς ανείδωτη; Και να σ’ αφήνεται να της κερδίσεις εμπιστοσύνη, της καρδιάς τα μυστικά της, και να το δέχεται πως να δειχτεί στον κόσμο, όπως που τη φαντάστηκες; Αυτό είναι μια πράξη της ουσίας, ερωτική. Και για κοκκόρι, έδινα τα χέρια μου, τα τρύπια δάχτυλά μου ματωμένα απ΄τα νυχτέρια της αγάπης και στη χάρη τους. Ξέρεις πόσο χρονών θα ήμουνα που με φωνάξανε με το δικό μου όνομα; Δεν ξέρεις.

Και τώρα που σ’ τα λέω, κι εγώ ξέχασα: στο σπίτι της Ωραίας και του πατέρα μου, χάθηκε κάθε όνομα μέσα στις χαραμάδες. Ίσως να ήταν η ματιά της Ελισσώς όπου με βάφτισε, Ιππότις της Βελόνας πήγα κι έγινα. Από την τυχερή ορφάνια, βρήκα θέληση να μαλακώσω την καρδιά και το απομάκρυσμα. Τώρα να πω και την αλήθεια: πως δε μ’ ένοιαζε να φαίνομαι, δεν ήξερα όμως και να κρυφτώ, γυρνούσα σαν την άδικη κατάρα, κατρακυλούσα σα φαρμάκι μες στις φλέβες μου, θήραμα το λαθραίο και ανέστια. Και γιατρικό εγώ δε γνώρισα καλύτερο από τη βελονιά, γιατί δεν έφτιαχνα φορέματα, εχάριζα μια κατοικία στις ψυχές. Ήταν καθ’ όλα συμφωνία των κυράδων: μου έφερναν σε φάκελο χρηματικό αντίτιμο, παίρναν τη φορεσιά τους, και τελειώναμε. Και αν τις έβλεπα στο δρόμο, δε μιλάγαμε, μόνο με βλέμμα ανταλάσσαμε αναγνώριση. Έχει η συντεχνία μας τους τρόπους της, να μην εκτίθεται βεβαίως η πελάτισσα, να μένουν τα πολύ κρυφά κρυμμένα επιβάλλεται. Όμως, τη δύναμη εκείνη που μου δίνανε!Ότι τις είχα πλάσει εάν όχι κατ’ εικόνα – μα καθ’ομοίωση στη ζάχαρη, στο μέλι. Να μοιάζουνε με κρύα νερά που πίνουν οι αγγέλοι. Όλα εκείνα τα λεφτά τα παραπέταξα, τα έχωσα μέσα σε στρώματα, τα ξέχασα. Κάποτε θα τα βρούνε κάποιοι άγνωστοι, όταν το κράτος μου θα έχει πια περάσει, κανείς δε θα αναγνωρίζει το πρόσωπο του κυβερνήτη, της βασίλισσας, εκείνων των παλιών θεών τη λεπτομέρεια σε κάθε χαρτονόμισμα. Θα ’ναι πολύχρωμα χαρτιά, τελείως άχρηστα: φαντάζομαι παιδάκια να τα αφήνουνε στην ακροθαλασσιά, σαν καραβάκια και σπονδές σε μία Παναγιά ξενομερίτισσα. Έχω κρατήσει μια βαλίτσα μεγαλούτσικη, που θέλω να τη θάψουνε μαζί μου. Εκεί κρατάω τις πραγματικές μου πληρωμές. Μπούκλες σε μαλακές φασκιές από χαρτάκι ζαχαρί. Για κάθε φόρεμα, μια μπούκλα: της Α. μύριζε βανίλια. Της Ε. σφεντάμι, δεντρολίβανο. Της κυράς Ζ. τη γεμάτη μυρωδιά της καστανής γυναίκας. Έχω για πληρωμή μου έναν κήπο από όνειρα να μου ζεσταίνουνε τις νύχτες τις ανέραστες. Εμένα οι γυναίκες οι δικές μου, δε μ’ αφήσανε – μόνο που δε με κράτησε στην αγκαλίτσα της η μάνα μου, εκείνη δεν τη φόρεσα κατάσαρκα.

Ολβία Παπαηλίου, 2014

.

.

 

Θάνος Γώγος, Γλασκώβη

 

Δεσποινίς,
Οφείλουμε να είμαστε γρήγοροι, γρήγοροι όπως η καταστροφή ―σε κάθε ολοκλήρωση― ενός κόσμου από φύλα, ενός κόσμου πράσινου ή κυανού, ενός δικού μας φόβου από την αρχή, λέτε να είναι ΕΜΕΙΣ αυτό που επιφέρει μια βραδύτητα ξένη, νοσηρή;

Έχουν γεράσει αυτά τα γράμματα και θα σας βρω άλλα. Θα γυρίσω την Ευρώπη σκληρός, ημίτρελος, φωνάζοντας πως τα χρωμοσώματα φταίνε, «δέσμια μιας απαράμιλλης συναισθηματικότητας». Δηλαδή το ένα κυρίως, το χ. Το γνωρίσατε/το περιφρονήσατε. Καλά κάνατε κι εγώ αυτό κάνω, αλλά το ακούτε; Σας αγαπά σας νοιάζεται σας ερωτεύεται σας θαυμάζει σας εκτιμά γέρνει δίπλα σας αισθαντικά και σας νιώθει σας βοηθά να συνέλθετε σας καλεί Σας κα τα λα βαί νει.

Και εσείς χ είστε και διπλό μάλιστα. Αλλά αιώνια καταδικασμένη να έλκεστε από το ψ. Το ψ είναι αυτό που κάνει εσάς να νοιώθετε: αλαζονικό, θρασύτατο, κυνικό, ευφυέστατο, δραστήριο, γοητευτικό. Ομορφότερο του Νάρκισσου επί παραδοχής του τελευταίου. Σας προσδίδει: άγχος, ανησυχία, απόγνωση, ανασφάλεια και όλους τους φόβους που σας γεμίζουν. Σας ταπεινώνει και σας μειώνει, μα πάντα το συγχωρείτε. Κρέμεστε από την επιβράβευσή του. Είναι αληθινό ακόμα κι όταν δεν γνωρίζετε την αλήθεια. Το ψ…

Ένας μάγος της παρατήρησης, σπεσιαλίστας του σαρκασμού, ο πιο ταλαντούχος ηθοποιός. Φοράει προσωπείο και προσποιείται το χ με αξιοζήλευτη επιτυχία. Όχι, όχι ακριβώς όπως στην αρχαία Ελλάδα, αλλά, εάν θέλετε, παρομοιάστε το.

Δεσποινίς, σας νοιάζομαι. Ειλικρινά! Θα σας δώσω ηδονές. Και αυτό το υπόσχομαι. Θα σας δώσω όλα αυτά που επιθυμείτε: πόνυ/κουρδιστά παιχνίδια/κουνιστές καρέκλες/μαθήματα γαλλικών και πιάνου/εκδρομές στη λίμνη/τα σαββατοκύριακα/με τον σκύλο να τρέχει/ανέμελα/κυνηγώντας τα άλλα παιδιά/κι εμείς να γελάμε…

Τι στιγμές ― θα σας ξεγυμνώνω χωρίς να σας αγγίζω. Τι μαγικές στιγμές! ― θα ζήσουμε έρωτες περιπέτειες δράματα και όλες τις συγκινήσεις που κυνηγούσατε μανιωδώς. Θα υπάρξουν κι άλλες πολλές. Θα καρπωθώ το εμείς με έντεχνο τρόπο. Σε αντίθεση με εσάς θα είμαι ο δημιουργός κάθε μας πλάνης. Η σιωπή σας αίρει τη φαντασία μου. Θα σαρκάζω κάθε στιγμή της ανοησίας μου. Θα γελώ με τη ματαιοδοξία της ηρωίδας μου. Θα σας κάνω τόσο ευτυχισμένη.

Η μανία χρειάζεται εκτόνωση. Δεν το λέω μόνος μου, το είπε και η γιατρός: μπορώ να γράφω συνεχώς και πρέπει να το κάνω. Θα γράψω: παραμύθια για τα παιδιά/ρομάντζα για τις παραμελημένες νοικοκυρές/αστυνομικά για τους ντεντέκτιβ/ωδές στους επαναστάτες/πολιτικά και φιλοσοφικά δοκίμια/ιστοριούλες με έμφαση στον συμβολισμό/λογοπαίγνια/ποιήματα. Ποιήματα/πολλά ποιήματα. Θα σας στέλνω ένα την ημέρα/καλά εντάξει, ένα τη βδομάδα λοιπόν/τι;/δεν παζαρεύω άλλο/δεν βλέπετε πως με κλέβετε;

Η έκφραση θα συνοδεύεται από ποιότητα. Να σας αγγίζουν άλλα χέρια ακόμα και στις δικές μου ιστορίες. Έτσι θα είναι καλύτερα και για εσάς και για εμένα. Τα χέρια μου άγαρμπα και απείθαρχα. Μπεκρήδες εθισμένοι στην αποτυχία της εκτέλεσης. Μα το μυαλό μου, δεσποινίς, είναι όμορφο, σπάνιο. Το γνωρίζετε, έτσι; Παραμυθιάζει και έπειτα γκρεμίζει τα πάντα με αλήθειες–ξυράφια στο δέρμα σας.

Θάνος Γώγος, Γλασκώβη, Θράκα 2014

Photo: Richard Tuschman

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα: κριτική, Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης (Bookpress)

Bookpress : Ποιητικά τοπία εν κινήσει, της Ιφιγένειας Σιαφάκα

Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, η 12η ποιητική κατάθεση της Δήμητρας Χριστοδούλου, ύστερα από «σαράντα χρoνάκια ρίσκου», όπως εκείνη επιμένει να δηλώνει, θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει ως υπόδειγμα ποιητικής συμπύκνωσης και αισθητικής. Ήδη η λέξη ελάχιστο στον τίτλο και η δυνατή μεταφορά ενός λιμασμένου και πάσχοντος υπαρξισμού σε κοινωνικό πλαίσιο δίνουν το στίγμα.

Ο ποιητικός λόγος, γέννημα ή απόηχος της εποχής του, είναι δυνατόν να «κοινωνικοποιηθεί» και να κοινωνηθεί με τη δυναμική και ανατρεπτική του παρουσία, ως σχόλιο θέασης του κόσμου, χωρίς να εξαρτάται απαραίτητα από μία κραυγαλέα θεματική «καταγραφής της καθημερινότητας», για να τοποθετηθεί απέναντι στην εποχή του.

H θεματική της ποιήτριας, υπαρξιακή και κοινωνική, έβρισκε και συνεχίζει να βρίσκει έμμεσες διόδους και διακριτικούς διαύλους, για να υπηρετήσει τους στόχους της. Η παρατήρηση αυτή ενισχύει την πεποίθηση, που συνάδει και με μία προσωπική άποψη για την Αισθητική, ότι δεν είναι η ιδέα της «στρατευμένης» ή έντονα πολιτικοποιημένης, με την έννοια ενός μανιφέστου, ποίησης, που ανατρέπει, αλλά ο τρόπος της ποίησης που ανατρέπει την ιδέα, εισάγοντάς την σε έναν ιδεατό χώρο, που αντιτίθεται σε αυτόν από τον οποίο προέρχεται. Και ακριβώς σε αυτήν την κλίμακα τοποθετείται η ποιητική γραφή της Χριστοδούλου.

Πώς άλλωστε θα μπορούσε να ανατραπεί η ιδέα, όταν ο τρόπος παρουσίασής της είναι στερεοτυπικός; Είναι σαν να πολεμούμε, ζωγραφίζοντας όπλα στο τετράδιο!  Από τι είδους ποίηση, λοιπόν, έχουμε ανάγκη σήμερα όσοι αγαπούμε την ποιητική γραφή και ποια θέση καταλαμβάνει, άραγε, ο λόγος της Δήμητρας Χριστοδούλου; Έχουμε ανάγκη από τη στρατευμένη ποίηση, από την καθαρά κοινωνική ποίηση, από την ποίηση που διαμαρτύρεται προτάσσοντας ένα οργισμένο θυμικό και δημιουργώντας «στυλ», από την απέλπιδα ποίηση που κλείνεται στον εαυτό της θρηνώντας την απώλεια του υποκειμένου με διαφορετικούς κάθε φορά τρόπους, από εύθραυστους έως καθαρά παραληρηματικούς;

Καθένας, ασφαλώς, μπορεί να δώσει την απάντησή του αναλόγως με τον τρόπο που ο ίδιος καθρεφτίζεται στην ποίηση που επιλέγει για να «αναμετρηθεί» μαζί της. Η όποια, ωστόσο, προσωπική προτίμηση δεν μας εμποδίζει να εντοπίσουμε χαρακτηριστικά που δίνουν, άλλωστε, και τον πολύ ιδιαίτερο τόνο στην ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου, καθιστώντας την μία από τις σημαντικότερες εν ζωή ελληνίδες ποιήτριες.  

.

.

Η συλλογή Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης (πολυσχιδής τόσο στη σύλληψή της όσο και στις επιλογές των τρόπων της, ώστε να μην μετατρέπεται σε απλοϊκή, πεζόμορφη, εγκεφαλική, στεγνή, επιθετική, απολογητικά αφηγηματική ή αφηγηματικά απολογητική, χλιαρή ή υπερβολικά συναισθηματική) λειτουργεί στον άξονα μιας ιδιαίτερης και αξιοσημείωτης προσωπικής διαλεκτικής. Σε αυτόν του λιτού-ανοίκειου.

Στην παρούσα συλλογή, η ποιήτρια επιλέγει να αφηγηθεί με δύο τρόπους: είτε παρουσιάζει μία ανοίκεια ιστορία με λιτό τρόπο, ή μία λιτή, με την έννοια του οικείου, ιστορία, με ανοίκειο τρόπο.

Ας δούμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στο ποίημα Ένοικοι βυθού, αν και το συμβάν για το οποίο μας προδιαθέτει ο τίτλος είναι υπερρεαλιστικό, οι περιγραφές είναι απλές, μεστές, δανεισμένες από εικόνες της καθημερινότητας. Σε 23 στίχους οι γλωσσικές ανατροπές είναι ελάχιστες, αν εξαιρέσουμε τον πρώτο στίχο, που δημιουργεί μία ιδιαίτερα εικόνα (Ήρθε η γυναίκα, με κλωστές στα δόντια) και την ψυχολογική ανατροπή των στίχων: Ξεκαρδισμένοι σε κάτι γέλιαΜατώνανε όσοι φτύνανε νερό.

Αντιθέτως στη Διαστρωμάτωση, ποίημα με τίτλο, θα λέγαμε, άκρως τεχνοκρατικό και με τραχύ επίσης ήχο, ίσως και «αντιποιητικό», παρατηρείται ένας καταιγισμός από μαγικές εικόνες και ανατροπές, που καταφέρνουν να περάσουν τις γλωσσικές αποφάνσεις από το υλικό στο άυλο, από το πραγματικό στο φαντασιακό, από την εξωτερική πραγματικότητα στο συναίσθημα και εν τέλει στη συνείδηση. Κι όλα αυτά ισορροπημένα με λεπτότητα και ακρίβεια. Στη Διαστρωμάτωση, επιπλέον, διαφαίνονται καθαρά και με ποικίλους τρόπους τόσο η μαεστρία όσο και οι διαφορετικές τεχνικές της ποιήτριας. Ακολουθούν ενδεικτικά 3 στίχοι: Eμείς, οι ελεύθεροι, στο οστεοφυλάκιο, /Μωρά με αφέψημα παπαρούναςΣτην κούνια ενός αργού δευτερολέπτου.

alt

Κύρια είναι η χρήση απλών αλλά δυνατών ρημάτων, που δημιουργούν κίνηση και ήχο, ενεργοποιώντας τις αισθήσεις και δίνοντας ώθηση στη δράση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα ποιήματα της συλλογής στίχο με στίχο μετατρέπονται εντέλει στο σύνολό τους σε πίνακες, φωτογραφίες ή σκηνικά θεάτρου. Η Χριστοδούλου εν ολίγοις δημιουργεί και, εν συνεχεία, σκηνοθετεί ποιητικά τοπία εν κινήσει.

Ο τόπος της ποίησης αποκτά χρόνο, διά μέσου των μεταβλητών στοιχείων του, ενώ ο χρόνος της δράσης του ποιητικού υποκειμένου ορίζεται σε έναν τόπο, διά μέσου μιας εμπράγματης οροθέτησής του με πολύ απλά και καθημερινά υλικά.

Εκ παραλλήλου δημιουργούνται ατμόσφαιρες, ακούγονται φωνές, βήματα, λόγια, σταλαγματιές, φτυσιές∙ τα φώτα χαμηλώνουν, ανάβουν κεριά, ήλιοι, φακοί, ζωγραφίζονται γαλάζιοι ουρανοί, σκούρες βροχές… με την τεχνική της εισαγωγής σε κάθε στίχο του υλικού εκείνου που μας ανοίγει με ένταση την πόρτα για την ιστορία/σκηνικό ήδη από τον πρώτο στίχο. Ας δούμε κάποια παραδείγματα έναρξης της δράσης: Ταχτοποιώντας τα χαρτιά καίω τα ξερόχορτα. /Κάθε μέρα επισκέπτομαι τον τάφο σου /Άρχισε πάλι να σκουραίνει η βροχή/ Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο /Aντί να μιλάς, φταρνίζεσαι /Πέταξα το τετράδιο από τα χέρια μου /Λεκιάζει η Έμιλυ το Φόρεμά της/ Μουσκεύει τα χαρτιά του στη θάλασσα

.

.

.Αυτή ακριβώς η ποιητική επιλογή συνιστά και μία θέση ανατροπής: Το λιτό προσυπογράφει μια γεμάτη και τρισδιάστατη θέαση της Αισθητικής. Θα ήταν άστοχο να προσπαθήσουμε να ονοματίσουμε την ποιητική εικόνα που παράγεται ως ιμπρεσσιονιστική, ρομαντική, ρεαλιστική ή υπερρεαλιστική, για τον απλό λόγο ότι ο αναγνώστης βρίσκεται κάθε φορά απέναντι σε διαφορετικά σύμπαντα, που δημιουργούνται περισσότερο από την επιλεκτική μείξη υλικών που ανήκουν σε διαφορετικές συλλήψεις, οπτικές και κατ’ επέκτασιν απεικονίσεις της πραγματικότητας.

Για παράδειγμα, μια ρεαλιστική εικόνα μπορεί να αναμιχθεί κάλλιστα με μία υπερρεαλιστική θέαση, η οποία πολύ συνειδητά κουβαλά ένα καλά προστατευμένο –από άποψη ποιητικής δόμησης– συναίσθημα και ταυτόχρονα το αναποδογύρισμα που προκαλεί την έκπληξη, και μας γαντζώνει αδύναμους στη δυνατότητα της γλώσσας:

Οι άνθρωποι με τρύπα στο γάντι τους/ Κάνουν ανθοκομία στο χιόνι

Και τα κοκόρια μεθυσμένα τραβούν / Από τις νυχτικιές τα φαντάσματα…

Έτσι μου ’ρχεται να το σκάσω απ’ τον Θάνατο / Κουκουλώνοντας τη γειτονιά μ’ ένα σκούφο

Ξεκαρδισμένοι σε κάτι γέλια/ Ματώνανε όσοι φτύνανε νερό.

.

Δεν απουσιάζουν οι νεολογισμοί που εξυπηρετούν τη δημιουργία κυρίως της εικόνας:

Πείτε μου αν ζει ο φεγγαρόσκυλος του πόθου (…)
Είναι ακόμη εκεί ο αραχνοκέφαλος/Με τα μαυρόφυλλα της τράπουλας στο χέρι; (…)

Η ποιήτρια δεν διστάζει, επίσης, να δημιουργήσει με τη μεταφορά και τους εκρηκτικούς συνδυασμούς ένα καινούργιο σύμπαν χρησιμοποιώντας απλά υλικά, υλικά, όμως, που από μόνα τους είναι κοινότοπα.

Oλόκληρο οικοδομικό τετράγωνο/ Ο ύπνος το απίθωσε στη χλόη/ Μέσα σ’ ένα απόβροχο κίτρινο/ Που δεν μπορούσαν να φθείρουν τα φώτα (…)

Εκείνο που ωστόσο είναι σημαντικό, στην προσπάθεια δημιουργίας ανατρεπτικής εικόνας, και που τοποθετεί την ποίηση της Χριστοδούλου σε υψηλά επίπεδα Αισθητικής, είναι η επανανοηματοδότηση του υλικού μέσα στο ποίημα.

Το φεγγάρι με άγρια κολόνια/Τρίβει τις δακρυσμένες μουντζούρες/ Και φτερουγίζει μ’ όλα της τ’ αρώματα/ Απ’ άκρη σ’ άκρη η αστροφεγγιά (…)

.

.

.Είναι οι άξονες όπου το υπερρεαλιστικό στοιχείο αποκτά νόημα και διανοίγεται για ερμηνεία στον αναγνώστη. Πρόκειται για μία μεγάλη αρετή της ποίησης της Δήμητρας Χριστοδούλου, καθώς κατορθώνει να βρίσκει το μέτρο και την ισορροπία ανάμεσα στο νόημα, που είναι αντιμέτωπο με τη λογική, και στην Αισθητική, η οποία σχετίζεται με τη φαντασία. Ελάχιστοι ενασχολούμενοι με την ποίηση κατορθώνουν να συνδυάσουν με επιτυχία και τις δύο παραμέτρους, δίνοντας από τη μία έναν φρέσκο και πρωτότυπο αέρα στην ποίηση και έχοντας τη δυνατότητα, από την άλλη, να διαφυλάξουν στο ακέραιο τεχνικά το οικοδόμημα. Είτε βρισκόμαστε, κατά κύριο λόγο, ενώπιον κοινότοπων και άνοστων αποφάνσεων είτε παραληρηματικών. Είναι, βεβαίως, εμφανής η κοπιαστική εργασία της κατασκευής των ποιημάτων και η έμφαση στη λεπτομέρεια, διότι πρόκειται πραγματικά περί ποιητικής κατασκευής και όχι περί «προσωπικής εκτονωτικής διαδικασίας».

.

.

Είναι γνωστό ότι η ποίηση γράφεται κυρίως με ρήμα και ουσιαστικό, ενώ υποδέχεται φειδωλά, χωρίς να τα απορρίπτει, τα υπόλοιπα μέρη του λόγου. Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης αποτελεί, κατά την άποψή μου, μία ποιητική συλλογή, η οποία, με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να έρθει σε επαφή με ξεχασμένα χαρακτηριστικά της ποίησης, λόγω εκείνης της ιδιαιτερότητας του δημιουργού, ο οποίος μετασχηματίζει με δύναμη τον κόσμο διά μέσου μίας αυστηρά προσωπικής, και γι’ αυτό αναγνωρίσιμης, σφραγίδας.

Βασικές αρχές του ποιητικού λόγου, που συνιστούν εν τέλει και ζητούμενο, είναι αυτές της αμεσότητας, της μεστότητας και του καίριου, που οδηγούν στην πολυπόθητη, πολυσυζητημένη και παρεξηγημένη, σε πλείστες περιπτώσεις, έννοια της «σαφήνειας».

Πού μπορούμε, άραγε, να τοποθετήσουμε την παρούσα συλλογή σε σχέση με τα προαναφερόμενα και για ποιου είδους «σαφήνεια» μπορούμε να συζητάμε, όταν αγγίζουμε το πεδίο της Αισθητικής; Είναι αυτός ο ίδιος τύπος της σαφήνειας που αγγίζει ένα δοκίμιο, μια ομιλία, ένα άρθρο, ένα διαφημιστικό φυλλάδιο, έναν κατάλογο εστιατορίου;

.

.

Eίναι, άραγε, η απόρριψη του ερμητικού και η αποδοχή ενός λόγου καθημερινού• η απόρριψη μιας ανατρεπτικής μεταφοράς και χρήσης μιας ιδιότυπης λέξης προς χάριν μιας κοινότοπης; Η απόρριψη μιας φιλοσοφικής ιδέας προς χάριν μιας εκλαϊκευμένης ιδεολογικής γενίκευσης; Η απόρριψη ενός συναισθήματος που παγιώνεται σε εξπρεσιονιστικές ή υπερρεαλιστικές εικόνες προς χάριν μιας «απλής» και «λιτής» ονομαστικής του παράθεσης;

Θα έλεγα ότι αυτά συνιστούν ψευτοδιλήμματα και αμήχανες, εν ολίγοις, θέσεις όταν προσπερνάμε αβασάνιστα το χώρο της Αισθητικής, αποδίδοντας μέγιστη σημασία στο «νόημα», σαν να εφηύραμε την ποίηση για να νοηματοδοτήσουμε τον κόσμο μέσα στην ασχήμια του! «Η τυφλή θέληση να περισωθεί το γόητρο της προσωπικής ύπαρξης μάλλον, παρά ν’ απελευθερωθεί τουλάχιστον από το φόντο της γενικής τύφλωσης με μιαν απερίφραστη καταδίκη της αδυναμίας και της εμπλοκής της, επιβάλλεται σχεδόν παντού. Γι’ αυτό κυκλοφορούν στον αέρα τόσες απόψεις για τη ζωή και κοσμοθεωρίες, και γι’ αυτό προβάλλουν εδώ τόσες αξιώσεις, επειδή τελικά σχεδόν πάντα στοχεύουν στην επικύρωση μιας εντελώς ασήμαντης ιδιωτικής κατάστασης», αναφέρει ο Walter Benjamin.

.

.

Και, κατά τον ίδιο τρόπο, για να περάσουμε στο χώρο της λογοτεχνίας –ειδικά ύστερα από τη μεταμοντέρνα αποδόμηση–, και για την άμεση εξυπηρέτηση κάποτε «αδύναμων» προσωπικών επιλογών, δημιουργήσαμε μία καινούργια «θεωρία περί απλότητας», παρερμηνεύοντας κάποτε τα λόγια ταλαντούχων δημιουργών, που θέλουν την ποίηση «απλή», δηλαδή απαλλαγμένη από βερμπαλισμούς και ρητορείες κούφιες, όχι όμως και απαλλαγμένη από υψηλή και ραφιναρισμένη γλώσσα, όχημα υψηλών ταυτόχρονα νοημάτων• όχι όμως απαλλαγμένη από ήχους, συνδυασμούς, εικόνες, που σηματοδοτούν πολλαπλά το συγκείμενο, απαιτώντας αυξημένη ευαισθησία, φαντασία, ανατρεπτικό πνεύμα, συναισθηματική και πνευματική ωριμότητα.

 Χαρακτηριστικός επίσης είναι ο τρόπος διαπλοκής των εξωτερικών με τα εσωτερικά τοπία, καθώς δανείζουν το ένα στο άλλο την ετερότητά τους, η οποία στην ουσία συνιστά την διαφορετική όψη του ίδιου νομίσματος, τη στάμπα του κόσμου στο εγώ και του εγώ στον κόσμο, ιδωμένα όμως μέσα από το κάτοπτρο της Αισθητικής, που μόνον η ευαισθησία και η τολμηρή παρατήρηση του κόσμου μπορούν να εγγυηθούν.

Στην παρούσα συλλογή, άλλωστε, διαφορετικές όψεις αναπτύσσονται σε ομάδες ποιημάτων, που είτε συνομιλούν μεταξύ τους είτε εξερευνούν μία διαφορετική οπτική ή λεπτομέρεια του ίδιου θέματος.

Σε μεγάλες σταγόνες η βροχή διαιρέθηκε. / Κάθε μια την κρεμάει με τάξη/Στην ορφάνια του το δέντρο του κήπου. /Η γυναίκα που θα είχε την όψη μου, /Αν τα νερά δεν μου έριχναν παπλώματα, /Περνάει μ’ έναν πόνο στα πλευρά /Αφήνοντας πατημασιές από ζυμάρι. /Πάντα μια κλίνη για μια βάδιση, /Ιδού η συνοπτική μου βιογραφία…. (Απόσπασμα από το ποίημα Ήταν πάντοτε έτσι)

 Tέλος, δεν είναι σπάνιες οι στιγμές υποδόριας ειρωνείας και αυτοσαρκασμού του ποιητικού υποκειμένου, που προσπαθεί να «εγγραφεί» στο χώρο διά μέσου του λόγου, απομυθοποιώντας μεν τη ρομαντική πλευρά της ποιητικής πράξης, αναδεικνύοντας δε την ίδια ακριβώς στιγμή το μεγαλείο της μέσα από τη δημιουργία ενός μακάβριου πίνακα εξαιρετικής ομορφιάς όπως, για παράδειγμα, στο ποίημα Ο Κουασιμόδος ως φυσιολάτρης λόγιος, απ’ όπου και ο στίχος: «Ίχνη ορειβάτου», η κριτική αποφαίνεται.

Photo: Thomas Barbey

 

 

Tomas Tranströmer, Θαλασσινή ιστορία (e-περιοδικό Ποιείν)

Jane Lund

Υπάρχουν μέρες του χειμώνα δίχως χιόνι. Τότε μοιάζει η θάλασσα
με μέρη ορεινά κουρνιασμένη στα φτερά της τα γκρίζα,
γαλάζια για μια ελάχιστη στιγμή και ώρες πολλές με κύματα
όπως λύγκες ωχροί, ψάχνοντας μάταια κράτημα στης ακτής τα χαλίκια.


Μια τέτοια μέρα θα είναι που τα ναυάγια σηκώνονται από τα βάθη
και αναζητούν τα αφεντικά τους αραγμένα στης πόλης το θόρυβο,
ενώ πνιγμένα πληρώματα πνέουν προς τη στεριά
πιο αραιά κι απ’ τον καπνό μιας πίπας.


(Οι γνήσιοι λύγκες απαντιούνται στο Βορρά με ακονισμένα νύχια
και ονειροπόλα μάτια. Στο Βορρά,
όπου η ημέρα κατοικεί μέσα σε ένα ορυχείο μέρα νύχτα.


Όπου ο μόνος επιζών μπορεί να καθίσει
πλάι στην παραστιά από το βόρειο σέλας
και να αφουγκραστεί τη μουσική των παγωμένων θυμάτων.)

 Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης

Artwork : Jane Lund, Beth Conclin

Ποιείν

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Τι θ’ απογίνουν τα ρολόγια; (e-περιοδικό Στάχτες)

ifigeneia14.3.15

Στάχτες

(…) Αχ, Φρανκ, πώς άρπαζε με βιάση τη μιαν άκρη του παλτού του, για να τη φέρει τιμητικά και σαν παράσημο στο στέρνο και πώς τα δάχτυλα παιάνιζαν με νεύρο τα οστά· έλεγες πως οι φλέβες του θα ξέφευγαν για ν’ αγκαλιάσουν κάποια απειλή που  εμφανιζόταν στον ορίζοντα! Έπαιρνε μια βαθιά ανάσα, δάγκωνε τα χείλη και διέταζε τα μάτια, μες σ’ ένα κράμα ειρωνείας και βαθιάς γνώσης ή απόγνωσης; κοφτά να διαπεράσουν την ατμόσφαιρα, μέχρι που να επιστρέψουν με ταχύτητα αστραπής μαρμαρωμένα· η φωνή του, μία τρεμάμενη βραχνάδα απ’ το βάθος, ήταν σαν να δοκίμαζε σε βάραθρο τραμπάλες, που όμως δεν επέτρεπαν εξάρσεις στη διήγηση, δεν έκαναν τον αποδέκτη να τρομάζει· την τράνταζε μόνον κάπου κάπου, χωρίς καμιά προειδοποίηση, ένας οξύς τόνος ατσάλινης ευθύτητας, που πάραυτα μετατρεπόταν σε παραίτηση. Έχω την εντύπωση, Φρανκ, και διορθώστε με εάν κάνω λάθος, πως το μοιραίο και η φρίκη, έτσι όπως σκάβουν το κενό, εγκαθιστούν οδυνηρές ηχητικές συσπάσεις στα οστά. Η μητέρα θεωρούσε πως αυτός ο ήχος του Πατρίκ μας δεν έπρεπε να μας ανησυχεί καθόλου μα καθόλου, δεν είναι τίποτε, μα τίποτε άλλο, μια κλασική κρίση λόξυγκα, Φρίντα, είναι, με όλη σου τη μανία, χτύπα τον, να τον χτυπάς στην πλάτη, Φρίντα! Εγώ, Φρανκ, δεν τον ακούμπησα ποτέ· είχα την αίσθηση πως, έστω και μ’ ένα άγγιγμα, θα γλίστραγε ολόκληρος και θα χωνόταν σ’ ένα μεγάλο θρύψαλο, απ’ όπου θα ορμούσε η σύσπαση που γρύλιζε στο σκοτάδι και που ωθούσε τον Πατρίκ να αναμετριέται έξω απ’ τη γλώσσα χωρίς γλώσσα.

Σκέπαζα τη μύτη και το στόμα με μια μπλούζα, μιαν εσάρπα, ένα παλτό, πάντα σχεδόν χιονίζει, είχα μια δικαιολογία, για ν’ ανακόψω την κραυγή μου, που νόμιζα πως θα ανατίναζε και την τελευταία ίνα του Πατρίκ μας· μπορεί όμως και να μ’ αγκάλιαζε με αγάπη, έτσι έλεγε, αγάπη.  Όπως παλιά… μία φορά… τότε που, αν δεν ήταν πλάι ο πατέρας, θα μ’ έπνιγε στα σίγουρα μ’ αυτή την καρποφόρα δύναμη θανάτου που έβαζε στα χέρια· έχω μία μικρή σφεντόνα, για τον καλό μου τον Πατρίκ, είπε ο πατέρας, κι εκείνος έπαψε να σφίγγει το λαιμό μου· θα πάρω κι ένα μήλο, είπε ο Πατρίκ, και βγήκε έξω, κάθισε ήρεμος στο σκαλοπάτι της εξώπορτας, πέταξε το μήλο μακριά, έβαλε τη σφεντόνα κάτω απ’ το παπούτσι του, έι, έι, έι, μύγα, σ’ αγαπάω! φώναζε σε κάτι μια μύγα κάτι δεν ξέρω έι, είχε αφήσει το λαιμό μου –  δεν ήθελα να τρέφει τέτοια συναισθήματα για μένα και τόσο τρομαγμένος.

Έτρεμα όμως και μόνο στην ιδέα πως, αν απέρριπτα αυτό που εκείνος ένιωθε αγάπη, θα ’ριχνα στον υπόνομο τη μόνη ιδέα που τον κρατούσε όρθιο στη γη! Πώς να σας το εξηγήσω, Φρανκ… η αγκαλιά του καταλάμβανε όλο το δωμάτιο, με κείνη τη μαγική δύναμη που δίνει η αίσθηση στα πράγματα και όχι η λογική τους καταμέτρηση, και ο Πατρίκ μας γινόταν έτσι υπεράνθρωπος και κοιταζόταν από πολύ ψηλά σαν ξένος, κι αγκομαχούσε να γίνει η νέα του εικόνα βρίσκοντας γάντζο στο κορμί μου. Η έντασή του φόρτιζε τους τοίχους, το χνώτο του κολλούσε στο αυτί μου μια φλόγα τόσο υγρή και ικανή να διαλύσει στο πάτωμα όλα τα πορτρέτα –είχα την εντύπωση ότι ανοιγόκλειναν το στόμα οι παππούδες– ω! λες και θ’ αναποδογύριζε, ω Φρανκ, ολόκληρο το σπίτι· Φρίντα! Φρίντα! γαντζωνόταν και δάγκωνε το χνώτο στο λαιμό μου: Τι θ’ απογίνουμε, τι θ’ απογίνουμε όταν σκοτώσουνε την ώρα στα ρολόγια; Τι θ’ απογίνουν τα ρολόγια; (…)

(Απόσπασμα από επιστολική νουβέλα, ο τίτλος καταχρηστικός για το παρόν απόσπασμα, που προδημοσιεύεται.) 

Φωτό: Gilbert Garcin

.

.

 

Oλβία Παπαηλίου, Οι βελονιές της δεσποινίδος Πέρσας

Κι έλεγε η κυρά εκείνη η λεγάμενη —κλαίγοντας μάλιστα στην αγκαλιά της Ελισσώς— ότι αυτό της είχε πει ο αρχοντάντρας της, Εσύ και που πεθαίνω να μη νοιάσκεσαι • εγώ σε πήρα, και για πάντα θα σε ντύνω, εσύ με πήρες, και για μένα θα ξεντύνεσαι. Εγώ τα άκουγα αυτά και μου πιανούταν η ψυχή, κρίμα την έμμορφη τη μέση της, κρίμα τις γάμπες, έλεγα, κρίμα μια τέτοια πάπια να πάγαινε αχάιδευτη. Αλλά, ότι ο άντρας της τη φρόντισε σωστά, αυτό να λέγειται: κάμποσα χρόνια αργότερα, της έφτιαχνα εγώ το λαχουράκι, κυκλοφορούσε η κυρούλα σα να μην είχε χάσει το κορμάκι της το μπούσουλα, κι ας ήτανε μικρή-μικρή, την πάγαιναν τα ρούχα σαν τη φρεγαδοπούλα κι η αγάπη του αντρός της την ταξίδευε.

Το Σάββατο 21/3/15 στις 8:00 μ.μ.

η Tότα Σακελλαρίου

θα διαβάσει το θεατρικό μονόλογο

της Ολβίας Παπαηλίου

«Οι βελονιές της δεσποινίδος Πέρσας», στην Υδράνη.

Παράλληλα, θα λειτουργεί έκθεση φορεμάτων κούκλας στην Έλευσι, διά χειρός Ολβίας Παπαηλίου. Είσοδος: 5 ευρώ
Για κρατήσεις θέσεων τηλ: 6970199404

Οι βελονιές της Ολβίας

.

 

Αλέξανδρος Ίσαρης, Ορφέας

.

Φόρεσα κατάσαρκα τη θάλασσα
Ώσπου ήρθε το Μέγα Μάτι
Πίσω από τις κουρτίνες
Και το μυαλό διάφανο σαν ζελατίνα

Φρέσκα τα μάγουλα του Έρωτα
Με πλοίο φάντασμα
Κάναμε το γύρο του νησιού
Θρηνώντας για το ναυάγιο.
Ο Ορφέας έμεινε στο ποτάμι
Να τραγουδάει ανένδοτος μέσα στη νύχτα.
Γύψινα τα μαλλιά του
Τα χείλη του γλυκά σαν μούρα
Κι από τη μια τρύπα στο κεφάλι
Να τρέχει μαύρο αίμα.


Αλέξανδρος Ίσαρης, Θα επιστρέψω φωτεινός, 2000 (Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 48)

Πίνακας: Avery Palmer

.

.

 

Ερνέστο Σάμπατο, Περί ηρώων και τάφων

O Μαρτίν ένιωσε ότι μια μεγάλη ευτυχία πάλευε να διαπεράσει τα βαριά σύννεφα και η φράση «όμορφο τοπίο » έφτανε μέχρι την ταραγμένη ψυχή του σαν ένα φωτεινό μήνυμα. Έπρεπε όμως ν’ ανοίξει ένα πέρασμα μέσα απ’ αυτά τα πυκνά σύννεφα και πάνω απ’ όλα μέσα από εκείνο το «ήμουν μεθυσμένη».
–Μ’ ακούς;
O Μαρτίν ένευσε καταφατικά.
– Κοίτα, Μαρτίν, την άκουσε να λέει ξαφνικά, θα χωρίσουμε, όμως δεν πρέπει να πιστεύεις λανθασμένα πράγματα για τη σχέση μας. Ο Μαρτίν την κοίταξε κεραυνοβολημένος.
–Ναι, για πολλούς λόγους δεν μπορούμε να συνεχίσουμε, Μαρτίν. Θα ήταν καλύτερα για σένα, πολύ καλύτερα.
Ο Μαρτίν ήταν ανίκανος να πει οτιδήποτε. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και, για να μην το καταλάβει η Αλεξάνδρα, γύρισε το κεφάλι του κι άρχισε να κοιτάζει μακριά. Χωρίς να βλέπει, κοίταζε, όπως σ’ έναν ιμπρεσιονιστικό πίνακα, ένα καφέ καράβι μακριά και τους γλάρους που πετούσαν τριγύρω του.
–Τώρα, θ’ αρχίσεις πάλι να νομίζεις πως δεν σ’ αγαπώ, ότι ποτέ δεν σ’ αγάπησα είπε η Αλεξάνδρα. Σαν μαγεμένος ο Μαρτίν παρακολουθούσε την πορεία του καφέ καραβιού.
–Κι ωστόσο… είπε η Αλεξάνδρα.
Ο Μαρτίν έσκυψε το κεφάλι κι άρχισε να παρατηρεί τα μυρμήγκια. Ένα απ’ αυτά κουβαλούσε ένα μεγάλο τριγωνικό φύλλο που έμοιαζε σαν το πανί μιας βαρκούλας. Ο αέρας το ταρακουνούσε κάνοντάς το να μοιάζει με βαρκούλα. Ένιωσε το χέρι της Αλεξάνδρας να του σηκώνει το κεφάλι από το πηγούνι.

Ερνέστο Σάμπατο, Περί ηρώων και τάφων, σελ. 244-245, μτφρ.: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, Εκδόσεις Εξάντας 1986

Artwork: Beth Conclin

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μετάlipsi (Στάχτες)

 

Οι παφλασμοί σπίθες τσιτσίριζαν αλμύρας Τσούζανε πυρακτωμένοι από τη λάμα οι βυθοί μας Κι αλέγκρο το αίμα το ραγούσαν στα χρυσόψαρα Α πλοθ Α γκλοθ Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Όσο με θρύμμα καραβόπανου πλάτη με πλάτη μάς τυλίγαμε σε Νήμα θνησιγενές αόρατο που σπαρταρούσε των νηστευτών τις λέξεις: τις ρωγμές μας Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Και οι φίλοι μαγκωμένοι με τη γλώσσα στα πανιά εύρυθμοι lάβετε φάgετε κραυγάζαν να μεταλάβουμε μετάlipsi πριν πάμε Α πλοθ Α πλοφ Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Και σε κομμάτια πάγων τσιγαρίζαν καυτές πευκοβελόνες από λέξεις για να τις σβήσουν με μπαλτάδες από ήχους Κλέος μοσχοβολώντας γι’ άρωμα επινίκιο στους καταρράχτες των λυγμών μας Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Καλά να βρούμε όλοι lάβετε φάgετε χτυπούσαν αλλοπαρμένοι τα δίχτυα μες στη νύχτα όλοι να βρούμε lάβετε φάgετε φίλοι τη φύρα του κρατήρα

Απόσπασμα από την 9η ενότητα

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μετάlipsi, Εκδόσεις Γρηγόρη 2015

http://staxtes.com/2003/?p=5935

Artwork: Anke Merzbach

.

.

 

Tags:

Tζένη Φουντέα – Σκλαβούνου, Γάλα σε σκόνη, 44 χαϊκού με υστερόγραφο

 

.

Άφηνες μόνο
μια μικρή χαραμάδα
να σε κοιτάζω

                                                              Το λίγο μιας σχέσης

Tζένη-Φουντέα Σκλαβούνου, Γάλα σε σκόνη, 44 χαϊκού με υστερόγραφο, Μανδραγόρας 2013

Artwork: Igor Skaletsky

.

.