RSS

Λίνα Φυτιλή, Ετοιμότητα

.

Στο γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων σε βρήκαν
να χαϊδεύεις μια Μερόπη
που εκτελούσε
χρέη ασθενοφόρου.
Για να περάσεις στο επόμενο στάδιο,
ιπτάμενος καβαλάρης με το μηχανάκι
απόγευμα να φύγεις τη σωστή ώρα,
χωρίς παρέα
τη μάνα που σε γέννησε.
Σου λείπει,
το ξέρω αλλά
μέχρι να βρεθείς εγκαίρως
μόνος
στον Ισθμό της Κορίνθου Ποιος ζει ποιος πεθαίνει

Λίνα Φυτιλή, Ετοιμότητα από τη Μυθική μέρα, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2014

Artwork: L’ Oriano Galloni

.

 

Αυγή Μελέτη, Ο ξαπλωμένος λογοτέχνης

Αποφάσισα να εισέλθω στους κόλπους της Εταιρείας Λογοτεχνών. Δεν ξέρω πότε πήρα αυτήν την απόφαση και κυρίως γιατί την πήρα, μα γεγονός είναι πως μου αρέσει να δοκιμάζω ακραία πράγματα – όταν ήμουν 8 χρονών ρούφηξα τους αδελφούς Καραμαζώφ σε 3 μέρες, κουβαλώντας τον ασήκωτο τόμο ακόμη και μέσα στην τουαλέτα αλλά και στον πάγκο της κουζίνας δίπλα από το μπρίκι με το κακάο, καθώς είχα πειστεί ότι δεν μπορούσα να ζήσω δευτερόλεπτο δίχως τον Αλιόσα και την τυραννική του πίστη . Σταθερά και υποσυνείδητα ετοίμαζα το έδαφος για τη λάγνα θρησκευτικότητα του Ντιντερό.
Επιπλέον η λέξη «Εταιρεία» έκανε τις τριχούλες στο σβέρκο μου να ορθώνονται ανατριχιάζοντας. Φόρεσα λοιπόν τα καλύτερα ρούχα και πήρα τα χειρόγραφά μου ανά χείρας, έτοιμος να ταράξω μέχρι εσχάτων τις πολύτιμες γνώσεις τους σε ό,τι ξεκινούσε με «λ», λογοτεχνία, λογοτέχνης, λογοτεχνικός, λογοτεχνίζων. Αρωματισμένο πουκάμισο, εκλεπτυσμένη καρφίτσα, διακριτικά ακριβό σπορ παντελόνι. Έπρεπε να τους πείσω με την πρώτη ματιά ότι είχαν να κάνουν με έναν αριστοκράτη του πνεύματος αλλά και του τουίντ. Επρόκειτο για χειρόγραφα γεμάτα με ό,τι είχε κατέβει στο κεφάλι μου τους τελευταίους μήνες. Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν επίτηδες κακός.

Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό και βγήκαν απαξάπαντες και απαξάπασες στην αίθουσα στην οποία συγκεντρώνονταν για τις συνελεύσεις τους. Η οδός στην οποία βρισκόταν η αίθουσα είχε το όνομα ενός πολύ σπουδαίου φιλόσοφου, ενώ η ίδια η αίθουσα έφερε το όνομα μιας αρχαίας ελληνίδας θεάς που αρεσκόταν στο κυνήγι, στα τόξα και στους σκορπιούς. Ο συμβολισμός με ενθουσίασε κρυφά, κάνοντας την καρδιά μου να φτερουγίσει ύπουλα. Μπήκα μέσα στητός και σοβαρός. Τα καστανόξανθα μαλλιά μου πετούσαν φύτρες φύτρες πάνω στο κεφάλι μου. Τα μάγουλά μου είχαν τη χαρακτηριστική χλωμάδα των ευγενών ανθρώπων και ο γιακάς από το πουκάμισο κατέληγε σε μια τέλεια, υπέροχη αιχμηρή λόγχη. Ήμουν κάτι παραπάνω από εντυπωσιακός. Ήλπιζα πως θα με ερωτεύονταν.

Αυγή Μελέτη, Ο ξαπλωμένος λογοτέχνης, 2010 (απόσπασμα, ανέκδοτο)

Artwork: Šarolte Ban

.

.

 

Λίνα Φυτιλή, Welcome to Greece

.

Κρίμα που έσβησε το ωραίο νησί πίσω από Ελενίτ παράγκες
την ώρα που περιμέναμε
κάτι να συμβεί.
∆εν ήταν για τα δόντια μας τόσος θάνατος,
στην ντάπια υπήρχανε παιδιά,
ούτε τα μαχαίρια η λύση,
(όπως) και κάθε βέλος που μπήγεται
βαθιά
δεν είναι Ιλιάδα.

Λίνα Φυτιλή, Μυθική μέρα, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2014

Artwork: Beth Conklin

.

 

Μανόλης Πολέντας [ΠΟΙΗΤΕΣ] Στον Λώρενς Φερλινγκέττι

 

.

.

Πρωί Αυγούστου στο Όρος Πήλιον, κάθομαι και καπνίζω στο γραφείο της ωραίας Ελένης και κοιτάζω μια φωτογραφία του Έζρα Πάουντ. Έτοιμος για αποβίβαση από μια βενετσιάνικη γόνδολα, το αριστερό χέρι στην τσέπη για να πληρώσει τον γονδολιέρη. Ίσως. Ή να ψάχνει ένα κομμάτι κρέας για μια γάτα που αγάπησε στο Ραπάλο. Στο άλλο κρατάει το μπαστούνι του. Ή το δεκανίκι της δημοκρατίας που πρόδωσε η τοκογλυφία. Και σκέφτομαι πως σήμερα ίσως θα ήταν η κατάλληλη μέρα να σιωπάσω μέσα μου για πάντα. Συμβαίνει, μπορεί να συμβεί να σκεφτείς κάτι τέτοιο σαν βρίσκεσαι στο βουνό και όλα σωπαίνουν. Μπορείς επίσης να πεις πολλά για τους ανθρώπους, για τους κοινούς παρανομαστές της εποχής σου. Τα ίδια που έλεγε κι εκείνος στη δική του εποχή. Όταν κανένας δεν ακούει. Αν είχες το πρόσωπο που μειδιά χαιρέκακα με τις πληγές των ανθρώπων. Ή, τέλος πάντων, αν δεν το θεωρούσες αγένεια. Ότι η ποίηση δεν προσφέρει μια θέση θεσμική στον άνδρα. Πως είναι καιρός να σταματήσεις να αντιστέκεσαι στα ανδρείκελα. Πως τίποτε δεν έχεις πια να πεις μέσα από τον λόγο και την τέχνη. Πως δεν πρόλαβε να λειτουργήσει το μέσο και η φωνή σου δεν ακούστηκε από την αρχή, μόνο εσύ την άκουσες «αιώνες» αργότερα. Ναι. Να βγεις απ’ το δωμάτιο, όπως ο ποιητής, να κλάψεις γοερώς ακούγοντας της φωνής σου τον αντίλαλο μέσα από το θρόισμα των φύλλων του πλατάνου.

Πίνακας: Lea Wight

.

Manolis

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μετάlipsi

.

[…] Φίλοι λοιπόν με άλλην ένταση καθύβρισης των κυβερνήσεων και μ’ άλλον αριθμό στις πιέτες για τα παντελόνια περιπάτου κι άλλα λοιπά χρωματιστά όπως παντόφλες δίσκια αναβράζοντα ερπύστριες σαπούνια μπαρμπούνια μαντζουράνες κάστρα γιαγιάδες κραγιόν χρυσάφι πέη μικρά ή φουντωτά σαχλαμπουρδέξ και άλλα που σκυλοβαριέμαι ν’ αριθμήσω Φίλοι εν ολίγοις με άλλες τύχες ή ατυχίες εν ζωή και μ’ άλλες βλέψεις για μεταθανάτια καριέρα Μπαλώματα από έλλειψη ελπίδας Παράφρονες απ’ την ασφυκτική ασυνέπεια ζωής μίας μητέρας με ξανθά μαλλιά κότσο περίτεχνο που κούμπωνε τα ζακετάκια Την αδιάφορη συνέπεια ζωής ενός πατέρα που ήταν ξυλοκόπος και διάβαζε πορδίζοντας εφημερίδα δίχως κάλτσες και μ’ έναν φρονιμίτη μουχλιασμένο Φίλοι αδικοχαμένοι από την ασφυξία που προκάλεσε ένα μικρό κομμάτι μήλου που το δαγκώσανε να ρίξουν άρωμα στη γλώσσα ύστερα απ’ το γεύμα ή τότε που ασπάστηκαν με το αμάρτημα στα χείλη τη μικρή τους ερωμένη Φίλοι απλώς θανατωμένοι εκούσια από την τόλμη τους να ζήσουν την αρχή τους Φίλοι πισώπλατα νεκροί απ’ τη χλαπαγή του μίσους του καθρέφτη Φίλοι Φίλοι Φίλοι Όλοι όμως οι φίλοι γείρανε νεκροί αλλά αναστάσιμοι πάνω σ’ αυτήν τη διαπίστωση πως η φαιά ουσία αρμέγεται νωπή στον τοκετό των οδυνών του Ανθρώπου […]

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μετάlipsi, Εκδόσεις Γρηγόρη 2015

Αrtwork: Αλέξανδρος Ίσαρης

Η επιλογή του αποσπάσματος και της εικόνας έγινε από τη Στέλλα Περδίκη στο f/b

Ευχαριστίες σε όλους τους φίλους ομοτέχνους ή μη, οι οποίοι στηρίζουν με οιονδήποτε τρόπο την παρούσα ιστοσελίδα. Πολλές ευχές για αναστάσιμες σκέψεις, δράσεις και μετουσίωση της ασχήμιας σε δημιουργία.

.

.

.

.

 

Ερνέστο Σάμπατο, Περί ηρώων και τάφων

Ένιωσα τότε (στο όνειρό μου σίγουρα) το μουρμουρητό του ποταμού του Νεκρού Ινδιάνου, που περνά από το αγρόκτημά μας «Καπιτάν Όλμος», ξεσπά πάνω στα βράχια και χύνεται στο Ρίο Αρεσίφες. Εγώ ήμουν ξαπλωμένος στο λιβάδι, ένα καλοκαιρινό δειλινό, ακούγοντας από μακριά, σαν να ερχόταν από πάρα πολύ μακριά, τη φωνή της μητέρας μου, που, όπως συνήθιζε, ψιλοτραγουδούσε κάτι την ώρα που έκανε το μπάνιο της στο ποτάμι. Αυτό το τραγούδι που άκουγα τώρα έμοιαζε χαρούμενο στην αρχή, όμως στη συνέχεια γινόταν όλο και πιο αγχωτικό: ήθελα να το ακούσω, αλλά παρ’ όλη την προσπάθειά μου δεν τα κατάφερνα, κι έτσι το άγχος μου γινόταν όλο και πιο ανυπόφορο, επειδή πίστευα ότι τα λόγια του τραγουδιού είχαν αποφασιστική σημασία, σημασία ζωής ή θανάτου. Ξύπνησα ξεφωνίζοντας: «Δεν μπορώ να καταλάβω! Δεν μπορώ να καταλάβω!»

Όπως μας συμβαίνει συνήθως όταν ξυπνάμε από έναν εφιάλτη, επιχείρησα να συνειδητοποιήσω το μέρος όπου βρισκόμουν και την κατάστασή μου. Πολλές φορές, μεγάλος πια, μου συνέβαινε συχνά να νομίζω ότι ξυπνούσα στο παιδικό μου δωμάτιο, εκεί στο Καπιτάν Όλμος και χρειαζόταν να περάσουν μερικά ατέλειωτα φρικτά λεπτά, ώσπου ν’ ανασυστήσω την πραγματικότητα, το πραγματικό δωμάτιο όπου βρισκόμουν, την πραγματική εποχή: γαντζωνόμουν απ’ οτιδήποτε έβρισκα, όπως κάποιος που πνίγεται· όπως κάποιος που φοβάται μην τον παρασύρει πάλι το βίαιο και ζοφερό ποτάμι από το οποίο μόλις είχε αρχίσει να γλιτώνει καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες και έχοντας γαντζωθεί από τις όχθες της πραγματικότητας. Και τη στιγμή που η αγωνία ή ο αναστεναγμός εκείνου του τραγουδιού είχε φτάσει σε παροξυσμό, δοκίμασα ξανά εκείνη την περίεργη αίσθηση και αγωνίστηκα απελπισμένα να κρατηθώ στις παρυφές της πραγματικότητας όπου είχα ξυπνήσει. Μόνο που τη φορά αυτή η πραγματικότητα ήταν ακόμα χειρότερη, σαν να είχα ξυπνήσει από έναν εφιάλτη, έναν εφιάλτη όμως από την ανάποδη. Και οι κραυγές μου, ξαναγυρίζοντας σε μένα από την αντήχησή τους στο γιγάντιο θόλο της σπηλιάς, με φέρανε πίσω στην πραγματικότητα. Στο μέσο μιας εντελώς κενής και ολόμαυρης σιωπής (ο αναπτήρας μου είχε εξαφανιστεί στο νερό)  αντιλαλούσαν μέχρι να σβήσουν στα σκοτεινά βάθη τα λόγια του παραμιλητού μου τη στιγμή που ξυπνούσα. Αφού χάθηκε στη σιωπή και ο τελευταίος αντίλαλος από τις κραυγές μου, έμεινα πολλή ώρα εκμηδενισμένος.

Μου φάνηκε τότε ότι είχα πλήρη συνείδηση της απόλυτης μοναξιάς μου και του σκοταδιού που με είχε ερμητικά τυλίξει. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ή, για να το πω καλύτερα, μέχρι τη στιγμή που προηγήθηκε εκείνου του ονείρου της παιδικής μου ηλικίας, ζούσα στην παραζάλη της έρευνάς μου, νιώθοντας να είμαι στο έλεος μιας τρελής έλλειψης συνείδησης. Οι φόβοι και ο τρόμος που είχα νιώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν μπορέσει να με εξουσιάσουν. Ολόκληρο το είναι μου έμοιαζε να έχει εκτοξευτεί σε μια τρελή κούρσα προς την άβυσσο, που τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει. Μόνο τη στιγμή εκείνη, καθισμένος στη λάσπη, στο κέντρο μιας υπόγειας σπηλιάς που ούτε καν μπορούσα να υποψιαστώ τα όριά της, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, άρχισα να συνειδητοποιώ την απόλυτη και φρικτή μοναξιά μου. Λες και τα πάντα δεν ήταν παρά μια παραίσθηση, θυμόμουν τώρα τη φασαρία του πάνω κόσμου, το χαοτικό Μπουένος Άιρες των νευρόσπαστων κι όλα μου φαίνονταν σαν μια παιδική φαντασμαγορία, χωρίς βάρος και πραγματικότητα. Η πραγματικότητα ήταν άλλη: αυτό που ζούσα τώρα. Ολομόναχος σ’ αυτή την κορυφή του σύμπαντος, ένιωθα, όπως ήδη έχω εξηγήσει, μεγαλειώδης και ασήμαντος. Αγνοώ πόσο χρόνο έμεινα σ’ εκείνη την κατάσταση κατάπληξης.

Ερνέστο Σάμπατο, Περί ηρώων και τάφων, σελ. 459-461, μτφρ.: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, Eκδόσεις Εξάντας, 1986

Photo: Jerry Uelsmann

.

 

Μιγέλ Λαμπορδέτα, Ελεγεία σχεδόν

anke-merzbach-34.jpg,

Η νεκρώσιμη αηδία και η αηδία
να είσαι άνθρωπος.
Η αηδία της πέτρινης γυναίκας
που υφαίνει διαφορετικά πόδια από σκόνη.
Η αηδία του ενστίκτου
που χορταίνει στη λύπη δίχως νόημα.
Η αηδία της σκέψης
που κοχλάζει σε άχρηστες ανάσες.
Η αηδία των φυλών που ανεβαίνουν
προς το σκοτάδι.
Όλες οι αηδίες συσσωρεύονται
και γεννούν έναν νυχτερινό τύμβο
πάνω στον οποίο υψώνεται
ο οχετός του κόσμου.
Η μεγάλη κάκοσμη αηδία
σαν πυώδες έμβρυο.
Η αηδία του κόσμου σε κομμάτια.
Όπου ο άνθρωπος χάνεται
πέρα μακριά,
πνιγμένος από μια κραυγή δίχως αντίλαλο
από τον έρωτά του από την ερώτησή του
δίχως απάντηση.
Η αηδία της μοναξιάς.
Η αηδία των υπολοίπων.
Αηδία που σβήνει μονάχα
τσακίζοντας μπροστά σ’ έναν καθρέφτη
τη χορταριασμένη νεκροκεφαλή
που μας σταμπάρει
ένα όνομα και μια δίψα.
Κλαίω, κλαίω, κλαίω.
Είναι ο ουρανός καλυμμένος με αγελάδες
και στο χέρι μου το πολικό αστέρι
τήκεται σε εμμηνόρροιες
κάποιας τρελής θεάς.
Αηδία.
Οι οδοκαθαριστές παραγεμίζουν τις σκούπες
ενώ φτύνουν τον Θεό απ’ το τηλέφωνο.
Ο άνεμος διαποτίζεται από σεντόνια και νιόπαντρους,
και κοιτάζω, κοιτάζω έκπληκτος,
έντρομος
γεμάτος βούρκο,
πνιγμένος από αηδία. Φοβάμαι
ο ηλιακός χορός συνεχίζεται.
Μια βοή στο αίμα μου
σβήνει,
αιωνίως αποτυχημένη.


Μιγέλ Λαμπορδέτα, Ελεγεία σχεδόν, μτφρ.: Κώστας Βραχνός, Eκδόσεις Κουκούτσι, 2014

Αrtwork: Anke Merzbach

.

.

 

Κωστής Παπακόγκος, Η έβδομη λιαχτίδα

.

Το απόσπερνο καμίνι προς τη δύση
και πάνω απ’ το καμίνι ο Τζιακομέττι
βγες στο δικό σου ίσκιο σε τεντώνει

Κωστής Παπακόγκος, Η έβδομη λιαχτίδα, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014

Φωτό: Dascha Friedlova

 

Στέλλα Δούμου, Στο παγκάκι

.

Να με ξεχάσεις!


Είμαι μια μωβ πεταλούδα στoν Aλιάκμονα αψιμαχώ με το φως είμαι η ξαφνική γραφή των οριζόντων υγραίνομαι απ’ τη γαλαντομία του ήλιου είμαι λάμψη που τρεκλίζει σε μια γρίλια στο Νυμφαίο είμαι της ακακίας το νύχι Ρόδο βουλγάρικο στους λόφους της Βάρνα Φτερό κορμοράνων είμαι στις Πρέσπες σε κείνο το νησί που αναπαύονται εγκάρσια οι Χειμώνες.


Να με ξεχάσεις!


Είμαι το θρόισμα της γκέισας όταν σερβίρει το τσάι από νούφαρο Είμαι το τσάι από νούφαρο είμαι η αρχή και το τέλος μιας φράσης φυματικής γεμάτης σπήλαια Σκουριά που άνθισε είμαι σε πλοίο που το καταπίνει η αρμύρα στην Ίσλα Νεπόντα εκεί που η Κόρα-Λαού αφηγείται κλαίγοντας την οστρακόδερμη ζωή της.


Να με ξεχάσεις!


Χαμένο ελάφι στον Βόρα είμαι γκάιντα που ματώνει στα Highlands το κριθάρι που χορεύει είμαι όλοι οι παράλληλοι και οι Ισημερινοί είμαι ένας πίνακας που ρεύεται τοπία στο Ερμιτάζ Το τραγούδι των Ναβάχο είμαι όταν τεντώνουν το τόξο και βρίσκουν στην καρδιά τον άνεμο.

.


Να με ξεχάσεις!


Είμαι η μισή νότα που ψάχνουν οι μύστες των blues στην Ορλεάνη Κρεολή είμαι με κρεμασμένα νομίσματα από παλιές ασημένιες φυλλωσιές που φτιάχνανε οι παρθένες του Μοντεβιδέο Λευκή φωνή γιασεμιού είμαι εραλδικό σύμβολο σε ταπισερί που λιώνει στη Φιρέντζε Αυτό που περίσσεψε είμαι από το αδειανό κορμί που παράτησες σε ένα κουτσό παγκάκι στην Καμάρα και είπες: «Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ! Τα λέμε…»


Να με ξεχάσεις!
Χίλιες φορές…

Από τη συλλογή Έρως αρόδο, προδημοσίευση

Πίνακες: Alexander Sigov

.

.

.

.

 

Aσημίνα Λαμπράκου, Tango

.

I.

αυτό το κορίτσι
κυριεύω τη ζωή του και τη χαλάω
στα μάτια της βλέπω δυο λίμνες
στέκομαι μπροστά τους να με βάλει μέσα τους
είμαι εγώ που κολυμπώ στις λίμνες της
το κάτω χείλος της κεράσι
ανεβαίνω το κορμί της να το δαγκώσω
πιο πάνω από τη κοιλιά της δυο αγκάθια οι ρώγες της
πιο πάνω το κεράσι
σταλάζει αίμα
το στραγγίζω με το χέρι μου
το καταπίνω
οι λίμνες της βάφονται κόκκινο
σαρκωμένος αιμάτινος τρέμων υποχωρώ
είσαι όνειρο φωνάζω
θα σε σβηστώ
κι ανάβω το φως
έξω Κυριακή

.


II.

αυτός ο άντρας
με στύβει
οι λίμνες μου τον ρουφούν
κολυμπάει μέσα τους
τα χείλη του ψάρια σπαράσσοντα
στη θέα τους σαρκώνομαι γυναίκα
τα δόντια μου σεντόνι από δίχτυα να τα πιάσω
τα μπράτσα του από ξύλο και μέταλλο
κατεβαίνω το πρόσωπό του να τα πειράξω
κλείνομαι μέσα τους
πιο κάτω η κοιλιά του δυο σύννεφα από ανάσα και μολύβι
αναπνέω πάνω τους
τα χέρια μου την κατεβαίνουν στους μυώνες των μηρών του
νοιώθω τις συσπάσεις τους
είσαι όνειρο φωνάζω
θα σε σβηστώ
κι ανάβω το φως
έξω Κυριακή

Photo: Anke Merzbach

.

.