RSS

George Bataille, Το μάτι του Γρανέρο

.

O πρώτος ταύρος, αυτός που η Σιμόν περίμενε να της φέρουν τ’ αρχίδια του ωμά σ’ ένα πιάτο, ήταν ένα είδος μελαψού τέρατος που η εφόρμησή του μεσ’ απ’ το τορίλ στην αρένα ήταν τόσο κεραυνοβόλα ώστε, παρ’ όλες τις προσπάθειες και τις κραυγές, ξεκοίλιασε το ένα μετά τ’ άλλο τρία άλογα προτού ακόμη αρχίσει το κανονικό μέρος της ταυρομαχίας. Τη μια φορά μάλιστα, τα κέρατά του άρπαξαν το άλογο και τον καβαλάρη, τους σήκωσαν μαζί ψηλά στον αέρα και μετά τους ξαναπέταξαν με πάταγο προς τα πίσω. Μπήκε όμως στη μέση ο Γρανέρο και τράβηξε τον ταύρο προς το μέρος του, οπότε πια η μάχη πήρε μπρος ζωηρά και συνεχίστηκε μέσα σ’ ένα παραλήρημα από ιαχές. Το παλικάρι έκανε το φρενιασμένο ζώο να περιστρέφεται ολόγυρά του μέσα σε μια τριανταφυλλένια μπέρτα• σε κάθε γύρο, το κορμί του τιναζόταν προς τα πάνω μ’ ένα είδος σπειροειδούς εκτίναξης κι απέφευγε παρά τρίχα ένα τρομαχτικό χτύπημα. Τελικά, ο θάνατος του ηλιακού τέρατος συντελέστηκε χωρίς καμιά παρέκκλιση από το τελετουργικό: το ζώο τυφλώθηκε απ’ το άλικο ύφασμα και το ξίφος μπήχτηκε βαθιά μέσα στο ήδη καταματωμένο σώμα. Ξέσπασε τότε μια απερίγραπτη ζητωκραυγή, καθώς ο ταύρος, τρικλίζοντας, όπως οι μεθυσμένοι, γονάτισε και σωριαζόταν καταγής με τα πόδια ψηλά, ξεψυχώντας.

Η Σιμόν, που καθόταν ανάμεσα στον σερ Έντμοντ και σε μένα και που είχε παρακολουθήσει την ταυρομαχία με μια έξαρση ανάλογη τουλάχιστον με τη δική μου, είχε σηκωθεί όρθια και δεν ήθελε να ξανακαθίσει όταν σταμάτησαν οι ατέλειωτες επευφημίες για τον Γρανέρο. Με πήρε, αμίλητη, απ’ το χέρι και με πήγε σε μια εξωτερική αυλή της αρένας απερίγραπτα βρόμικη, που είχε μια μυρωδιά από κάτουρα αλόγων κι ανθρώπων αποπνιχτική, εξαιτίας της φοβερής ζέστης που έκανε. Άρπαξα τη Σιμόν από τον κώλο κι αυτή χούφτωσε μεσ’ απ’ το σώβρακό μου το εξαγριωμένο πέος μου. Έτσι γαντζωμένοι ο ένας απ’ τον άλλο μπήκαμε σε κάτι καμπινέδες που βρομοκοπούσαν, όπου ένα σμάρι μύγες στροβιλίζονταν μέσα σε μια ηλιαχτίδα κι όπου, αφού στηρίχτηκα καλά στα πόδια μου, κατάφερα να ξεγυμνώσω τον κώλο του κοριτσιού, να μπήξω στη σάρκα της, που είχε το χρώμα του αίματος κι έσφυζε από υγρά, πρώτα τα δάχτυλά μου κι έπειτα το αντρικό μου όργανο, που μπήκε σ’ αυτή την αιμάτινη σπηλιά, καθώς έτριβα τον κώλο με το κοκαλιάρικο δάχτυλό μου χωμένο μες στην τρύπα της. Συγχρόνως, κολλούσαν η μια πάνω στην άλλη οι εξαναστάσεις των χειλιών μας μέσα σε μια καταιγίδα από σάλια. Ο οργασμός του ταύρου δεν είναι δυνατότερος από κείνον που μας σπάραξε τα νεφρά και μας ξέσχισε τον ένα με τον άλλον, χωρίς ο χοντρός μου πούτσος να τραβηχτεί ούτε χιλιοστό έξω απ’ αυτήν τη χαράδρα που ήταν γεμάτη ψωλόχυμα ως τον πάτο κι ως πάνω στα χείλια. Χωρίς να έχουν ούτε στο ελάχιστο κοπάσει τα δυνατά χτυπήματα της καρδιάς μας μες στα στήθια μας, που εξακολουθούσαν να φλέγονται και να ποθούν το ένα τ’ άλλο έτσι καθώς είχαν κολλήσει ολόγυμνα σ’ ιδρωμένα χέρια, με τον κώλο της Σιμόν το ίδιο πεινασμένο όσο και πριν, και με τη δική μου ψωλή ανένδοτα πάντα σηκωμένη, ξαναγυρίσαμε μαζί στην πρώτη σειρά της αρένας.

.

.

Μόλις όμως φτάσαμε στη θέση μας δίπλα στον Σερ Έντμοντ, εκεί που ήταν να κάτσει η Σιμόν, μες στον ήλιο, βρήκαμε ένα άσπρο πιάτο με δυο ξεφλουδισμένα αρχίδια μέσα, δυο γάγγλια που είχαν το πάχος και το σχήμα αυγού και μια ασπράδα μαργαριταρένια, ελαφρώς αιμόστιχα ρόδινη, ίδια μ’ εκείνη που έχει ο βολβός του ματιού. Τα είχαν κόψει λίγο πριν απ’ τον πρώτο ταύρο, εκείνον με το μακρύ τρίχωμα που στο σώμα του είχε μπήξει το σπαθί του ο Γρανέρο. –Τα ωμά σου αρχίδια, είπε στη Σιμόν ο σερ Έντμοντ με μια ελαφριά εγγλέζικη προφορά. Η Σιμόν είχε γονατίσει μπροστά στο πιάτο και το κοίταζε απορροφημένη, αλλά και τρομαχτικά αναστατωμένη. Έμοιαζε να θέλει να κάνει κάτι, μα δεν ήξερε πώς να το κάνει, κι αυτό την εξαγρίωνε. Πήρα το πιάτο από μπροστά της, για να μπορέσει να καθίσει, αυτή όμως μου τ’ άρπαξε βίαια λέγοντας «μη» με ύφος που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα και το ξανάβαλε μπροστά της πάνω στην κερκίδα.

George Bataille, Το μάτι του Γρανέρο, σελ. 108-111 από το βιβλίο η Ιστορία του ματιού, μτφρ.: Δημήτρης Δημητριάδης, Εκδόσεις Άγρα, 2009

Πίνακας: Eduardo Naranjo

.

.

 

Αθηνά Παπαδάκη, Μαγνητική κοιμωμένη

.

Νερά του Μάρτη δίχως λιμάνια
ρούχα θεάς,
ονομάστηκε θάλασσα για χάρη των πλοίων.
Κι εγώ βαπτισμένη μα δίχως έκταση.
Δέκα επί τόπου,
ναι οι γαζίες ακόμα στις ρίζες τους•
το ίδιο και οι κύκνοι κορυφαίοι στου λευκού το δράμα.
Αλλά το μαύρο είναι ατόφιο
λες απρόσωπο απ’ τη μεριά των σπιτιών.
Τα σπίτια ήταν κάποτε ανθογυάλια
και οι άνδρες πυράκανθοι,
πέφτοντας πάνω τους έπαιρνε αξία το αίμα.
Όταν η Ελλάδα
ως κι από τις πευκοβελόνες
έπαιρνε φως το φως.
Αγγίζω το προσκέφαλο
κι εγείρεται του λόφου η κοιμωμένη
να συνοδέψει γρύλους άβγαλτους στη σκοτεινιά.
Το χώμα ηλικιώνει δίχως αναμέτρηση.
Και τότε ελπίζω ότι κανένα δάσος δεν απέλπισε ποτέ
το δέντρο του.


Αθηνά Παπαδάκη, Μαγνητική κοιμωμένη, από τη συλλογή Η άγρυπνη των ουρανών

Πηγή: Αθηνά Παπαδάκη

.

.

 

Eva Runefelt, Ζώο

.

Όταν κλείνω τα μάτια μου στην κουκέτα ρέω σε μια αρ-
τηρία έξω από το σώμα μου, μέσα στο σκοτάδι νιώθω
τι συμβαίνει στις παρυφές του σώματός μου. Ο πόνος αλλά-
ζει χρώμα από πληγή σε μούδιασμα πριν εγκαταλείψει
το δέρμα, το δωμάτιο. Έχει χρώμα ανοιχτό καφέ, μπορείς
να παραμείνεις από πάνω του ή να χωθείς μέσα σ’ ένα
άλλο σώμα. Να είσαι μέσα σ’ έναν άλλον.


Τα μεγάλα ασπράδια των ματιών εξαφανίζονται
όταν οι στρόγγυλες κόρες μεγαλώνουν.
Tα χέρια κρυφομαζεύονται, ωραία διπλωμένα
με γούνινα μαξιλαράκια στις πατούσες τους.

.

.
Και πολύ παλιά, θυμάμαι: καθόμουν στο θρανίο
δίπλα σ’ ένα κορίτσι που έγραφε ωραία το γάμμα.
Έβλεπα το άρμενο του γράμματος να παίρνει μορφή
κάτω από τη γραμμή και ήμουν εκεί, ακολουθούσα
το ίχνος της μελάνης από το Τίποτε στα Πάντα
και γινόμουν η μπλε γραμμή που σιγόβραζε.
Τόσο εύκολο να γίνομαι αυτή η κίνηση, ξανά και ξανά.
Σαν πατήματα ζώου όταν κλείνω τα μάτια μου.

Eva Runefelt, Ζώο από τη συλλογή Στα χέρια της μνήμης, μτφρ.: Bασίλης Παπαγεωργίου, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2015

Πίνακας: Erika Hopper

.

 

(Ηenri Beyle) Stendhal, Το κόκκινο και το μαύρο

Σε όλη την πρώτη πράξη της όπερας η Ματθίλδη ονειρευόταν τον άνδρα που αγαπούσε, με ξεσπάσματα παράφορου πάθους. Μα στη δεύτερη πράξη μια φράση αγάπης τραγουδισμένη, αλήθεια, πάνω σε μια μελωδία αντάξια του Τσιμαρόζα μπήκε βαθιά μες στην καρδιά της. Η ηρωίδα της όπερας έλεγε: πρέπει να τιμωρήσω τον εαυτό μου για την περίσσια λατρεία που νιώθω γι’ αυτόν, τον αγαπώ πάρα πολύ! Από τη στιγμή που άκουσε αυτό το εξαίσιο ερωτικό τραγούδι, ο υπαρκτός κόσμος χάθηκε για τη Ματθίλδη. Της μιλούσαν. Δεν απαντούσε. Η μητέρα της τη μάλωνε, μόλις που μπορούσε να πιέσει τον εαυτό της να την κοιτάξει. Η έκστασή της έφθασε σε μια έξαρση κι ένα πάθος παρόμοιο με τα πιο βίαια ξεσπάσματα ερωτικής παραφοράς που, από μερικές μέρες, ένιωθε γι’ αυτήν ο Ζιλιέν. Η θεία μελωδία, που πάνω του τραγουδιόταν η φράση, που της φαινόταν τόσο χτυπητά ταιριαστή για την ίδια, την πλημμύριζε κάθε στιγμή που δεν σκεφτόταν με άμεσο τρόπο τον Ζιλιέν. Η αγάπη της για τη μουσική την έκανε εκείνο το βράδυ να νιώθει όπως ένιωθε πάντα η κυρία ντε Ρενάλ, όταν σκεφτόταν τον Ζιλιέν.

Ο εγκεφαλικός έρωτας είναι δίχως άλλο περισσότερο πνευματικός από την αληθινή αγάπη, μα έχει μόνο μερικές στιγμές έξαρσης. Έχει υπερβολική αυτογνωσία και αυτοέλεγχο. Δε διώχνει το στοχασμό, χτίζεται αργά με μια σειρά από στοχασμούς. Γυρίζοντας στο σπίτι και παρ’ όλα όσα της είπε η κυρία ντε Λα Μολ, η Ματθίλδη προφασίστηκε πως έχει πυρετό και πέρασε ένα μέρος της νύχτας επαναλαμβάνοντας τη μελωδία στο πιάνο της. Τραγούδησε τα λόγια της πασίγνωστης άριας που την είχε μαγέψει.
Devo punirmi, devo punirmi,
de troppo amai etc.
Πρέπει να τιμωρηθώ, πρέπει να τιμωρηθώ
που τόσο πολύ αγαπώ κ.λπ.
Αποτέλεσμα αυτής της τρελής νύχτας ήταν ότι νόμισε πως είχε καταφέρει να δαμάσει τον έρωτά της.

Η σελίδα αυτή θα βλάψει με μύριους τρόπους το δύστυχο συγγραφέα. Οι κατεψυγμένες ψυχές θα τον κατηγορήσουν για απρέπεια. Δεν προσάπτει κατηγορία στα νεαρά πρόσωπα που λαμπυρίζουν στα παριζιάνικα σαλόνια, υποθέτοντας ότι, έστω κι ένα απ’ αυτά, είναι ικανό να εκδηλώσει τα τρελά σκιρτήματα που καταβαραθρώνουν το χαρακτήρα της Ματθίλδης. Το πρόσωπο αυτό είναι πέρα για πέρα φανταστικό, και μάλιστα το φαντάστηκα εντελώς έξω από τις κοινωνικές συνήθειες που, μεταξύ όλων των άλλων εποχών, θα εξασφαλίσουν στο 19ο αιώνα μια τόσο διακεκριμένη θέση. Η σύνεση δεν απολείπει δα από τις κοπέλες, που ήταν αληθινά στολίδια στους χορούς του φετινού χειμώνα. Ούτε και νομίζω πως μπορεί κανείς να τις κατηγορήσει ότι περιφρονούν υπέρμετρα μια λαμπρή περιουσία, τα άλογα, τις γόνιμες γαίες και ό,τι εξασφαλίζει μια ευχάριστη θέση στην κοινωνία. Αντί να βλέπουν μόνο πλήξη σε όλα αυτά τα πλεονεκτήματα, τα θεωρούν γενικά σαν αντικείμενο των σταθερότερων επιθυμιών τους και, αν υπάρχει κάποιο πάθος στις καρδιές τους, αυτά έχουν για στόχο. Κι ούτε είναι ο έρωτας που κάνει να πλουτίζουν προικισμένοι και ταλαντούχοι νεαροί σαν τον Ζιλιέν. Προσδένονται με ακατάλυπτα δεσμά σε κάποια κλίκα και, όταν η κλίκα αυτή πάει μπροστά, όλα τα αγαθά του κόσμου πέφτουν βροχή επάνω τους. Αλίμονο στον σπουδαγμένο που δεν ανήκει σε καμιά κλίκα, θα του κατηγορήσουν μέχρι και τις πιο αβέβαιες μικροεπιτυχίες του και η υψηλά ιστάμενη αρετή θα τον εξουθενώσει κλέβοντάς τον. Μάλιστα, κύριε, το μυθιστόρημα είναι ένας καθρέφτης που τον περιφέρουν σ’ ένα μεγάλο δρόμο. Άλλοτε αντανακλά στα μάτια σας το γαλάζιο του ουρανού, άλλοτε το βούρκο από τις λασπολακκούβες του δρόμου.

Και τότε, τον άνθρωπο που κουβαλά τον καθρέφτη με ένα κοφίνι στη ράχη του, θα τον κατηγορήσετε για ανήθικο! Ο καθρέφτης του δείχνει το βούρκο και σεις κατηγορείτε τον καθρέφτη! Θα πρέπει να κατηγορήσετε το μεγάλο δρόμο όπου είναι ο βόρβορος κι ακόμα πιο πολύ τον επόπτη του οδικού δικτύου, που αφήνει το νερό να λιμνάζει και να κάνει λασπολακκούβες. Και τώρα που τα συμφωνήσαμε πως ο χαρακτήρας της Ματθίλδης είναι απίθανος, για την εποχή μας, την τόσο συνετή και ενάρετη, ανησυχώ λιγότερο ότι θα σας εξερεθίσω συνεχίζοντας την εξιστόρηση με τις τρέλες της αξιέραστης αυτής δεσποινίδας.

(Ηenri Beyle) Stendhal, Το κόκκινο και το μαύρο, σελ. 451-453, μτφρ.: Γιώργος Σπανός, Εκδόσεις Εξάντας, 1987

Πίνακες: Nancy Loughlin

.

.

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Οne night stand

.

Μια κυρία μια γυναίκα δίχως φιόγκο
(εγώ)
στο λαιμό πιο δεμένη, για ν’ αρέσει
(την προτιμώ άφρονα λύκο και γάτο
στην ερημική μου έκταση)
Τι δεν στα τέσσερα σαν εκκρεμές
να φαίνεται πιο σκληρή ή νύχτα πιο
τα ποτά το μπαρ αν
κι άλλοτε από τρόμο
στις πεδιάδες του πρωινού φευγάτη
Σου ανοίγω το μάτι με ξυραφάκι βλέπω
την ίδια περιττή ενδυμασία τα λουλάκια του
σώματος δεν το μηδέν αυτοπροσώπως
(αυτόκλητο άνθος εν τη ρύμη του λόγου μου
κι άλλοτε ρύγχος της νυκτός )
O άντρας αυτός υπονοούσε o
στηθόδεσμος μας απατά –έλεγε– άλλα δείχνει
τόσες προδοσίες τα στήθη της
γυναίκας φωλιές έπρεπε
αντ’ αυτού φονικά όργανα
Τώρα ξανά πρωί σε πενθώ με το νου
στο γυμνό μου σκοτάδι
πνίγω πνίγω τον ιδεατό σου στρόβιλο
ν’ απομείνει το τίποτε πιο στυφό
(Οι αστέρες οι πλανήτες στο πάτωμα)
Μένω στο πένθος καταπίνω zantox
πάνω στη φέτα του πρωινού
τα αυγά μάτια σου με κοιτάζουν
το ζαμπόν το τηγάνι

Artwork: Beth Conklin

Πηγή: Poeticanet

.
.

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος: Mια αφορμή θέωσης/τρυγητής

Στο χωράφι με τις γκορτσιές, το σπίτι φούσκωνε, κι έσπρωχνε ως την αυλή μια τάβλα χαλαρή, την ακριανή απ’ το χαγιάτι. Έτριζε εκείνη στο καρφί της και σειότανε με παράπονο, ενώ η γριά κατάπινε ένα σύκο ακαθάριστο και τα μάτια της γουρλωμένα, κατάπιναν το κρεμασμένο. Τα μαλλιά κολλημένα στο κούτελο με παγωμένο ιδρό, μια ρυτίδα στο μεσόφρυδο, που την έκανε το Μάρτη, σαν τον σήκωσε ο δάσκαλος να πει για τον Διάκο και δεν ήξερε, πιο κάτω το πουλί του που είχε χύσει μες στο σώβρακο, την ώρα που έσπαγε ο σβέρκος και φράζαν τα λαιμά. Γριά μεν, πως να μην τον κοιτάξει εκεί, τέτοιο αγόρι. Τόνε βρήκαν οι ρουφιάνοι.

Απάνω του είδε που ’σερναν το χορό οι νεροφίδες του Κάμπου, μερικά όρνεα λευκά σαν περιστέρια, με νύχια διπλάσια απ’ τα ράμφη, η μικρή τρυγόνα της Ζηνοβίας, που ξεράθηκε στο ύπνο της πριν κλείσει δύο μηνών, αγγελούδι. Κι η συγχωρεμένη η μάνα του με νυφικό χιονάτο, μόνο που δάκρυζε αίμα από τα βλέφαρα. Το μουλάρι πιο κει, δεμένο, ήσυχο, κοίταγε μια το σύκο, μια την κρεμάλα.

Και πώς τα βλέπε όλα τούτα; ήταν που ήταν άσπρα, παρότι η νύχτα βάθαινε.

Πίνακας: Eduardo Naranjo

Πηγή: Kωνσταντίνος Λουκόπουλος

.

.


 

Νίκος Μυλόπουλος, Οι εραστές πάντα σιωπούν (I) (Translatum)

I

Ήταν τότε που ο ήλιος είχε αρχίσει
Να δουλεύει τα βράδια σε βενζινάδικο
Κι οι φίλοι που παλιά ήταν πονετικοί
Όσο τουλάχιστον για να ρίξουν μια ματιά στα χρυσάνθεμα
Ή να προσφέρουν ένα άδειο πιάτο αλληλεγγύης
Τώρα η απληστία τούς μικραίνει το πρόσωπο
Θαρρείς και θέλει τεράστια προσπάθεια
Για να κερδίσεις ελάχιστο χώμα
Να το ρίχνεις επάνω σου όταν ξεβάψεις.

Πίνακας: Marius Van Dokkum


Από τη συλλογή Οι εραστές πάντα σιωπούν (2007)

[Από την ενότητα Οι εραστές πάντα σιωπούν]

Πηγή:Translatum

 

Μανόλης Πρατικάκης, Μνήμη του ξύλου

.

 Μνήμη του ξύλου τώρα που η φωτιά σε λέει
δώσ’ μας για λίγο τη φεγγοβολή του μυστηρίου σου.
Εξήγησέ μας τα «νερά».
Το μελανό φτερό του σπίνου την αυγή
που καμπυλώνει προς τον Άδη.
Δώσ’ μας για λίγο μες στην αστραπή
που σε σαλπίζει τα κλειδιά της πόρτας
που δεν έγινες.

Πίνακας: Denis Sarazhin

Μανόλης Πρατικάκης, Μνήμη του ξύλου, Από τη συλλογή Η μαγεία της μη διεκδίκησης, σελ. 113, Εκλογή από το έργο του, Εκδόσεις Καλέντης, 2014

.

.

 

Tόμας Μαν, Ο θάνατος στη Βενετία

Death in Venice 5

.

Η σκέψη που μπορεί να γίνει ολόκληρη αίσθημα, το αίσθημα που μπορεί να γίνει ολόκληρο σκέψη, συνιστούν την ευτυχία του συγγραφέα. Μια τέτοια παλλόμενη σκέψη, ένα τέτοιο ακριβές αίσθημα ανήκαν να υπάκουαν στον μονήρη κείνη κει τη στιγμή: ήξερε, ένιωθε δηλαδή, πως η φύση ανατριχιάζει από ηδονή, όταν το πνεύμα υποκλίνεται υποτακτικά μπροστά στην ομορφιά. Ξαφνικά ένιωσε την επιθυμία να γράψει. Ο Έρωτας, άλλωστε, καθώς έχουν να πουν, αγαπά την τεμπελιά και δεν πλάστηκε παρά μόνο γι’ αυτήν. Μα σ’ αυτό το σημείο της κρίσης η διέγερση του θύματός του στράφηκε προς την παραγωγή. Δεν έπαιζε ρόλο η αφορμή. Ένα ερώτημα, μια παρακίνηση για ένα συγκεκριμένο μεγάλο και φλoγερό πρόβλημα του πολιτισμού και του καλαισθητικού συναισθήματος, που είχε ανομολογηθεί, συλληφθεί μέσα του, εισχωρώντας και διατρέχοντας τον πνευματικό κόσμο του ταξιδεύοντος.

.

Death 2

.

Το αντικείμενο του ήταν γνώριμο, το είχε ζήσει• η επιθυμία του να το κάμει να λάμψει κάτω από το φως του λόγου του έγινε ξαφνικά ακατανίκητη. Η επιθυμία του έφτασε, μάλιστα, ως το σημείο να θέλει να εργαστεί παρουσία τού Θαδιό, να πάρει γράφοντας, σαν μοντέλο του, το ίδιο το αγόρι, ν’ αφήσει το ύφος του ν’ ακολουθήσει τις γραμμές αυτού του κορμιού, που του φαινόταν θεϊκό, και να υψώσει την ομορφιά του ως το πνευματικό, όπως παλιά ο αετός είχε υψώσει στον αιθέρα το βοσκό της Τροίας. Ποτέ δεν είχε νιώσει γλυκύτερη την ηδονή του λόγου, ποτέ δεν είχε καταλάβει τόσο καλά πως ο Έρως βρίσκεται μέσα στο λόγο, όπως το ένιωθε και το καταλάβαινε κατά τις επικίνδυνες κι εξαίσιες ώρες, που, καθισμένος μπροστά στο χοντροφτιαγμένο τραπεζάκι του, κάτω από την τέντα, αντικριστά στο είδωλό του και με τη μουσική της φωνής του στ’ αυτιά, έδινε μορφή, σύμφωνα με την ομορφιά του Θαδιό, στη μικρή πραγματεία του, – εκείνη τη μιάμιση σελίδα εκλεκτής πρόζας, που η λαγαρότητά της, η ευγένεια και η πάλλουσα αισθηματική έντασή της γρήγορα θα κινούσαν το θαυμασμό πολλών αναγνωστών του.

.

Death in Venice 5

.

Είναι καλό, χωρίς άλλο, το ότι ο κόσμος γνωρίζει μόνο το ωραίο έργο κι όχι και την προέλευσή του, όχι και τους όρους, τις περιστάσεις της γένεσής του• γιατί η γνώση των πηγών, απ’ όπου αντλεί ο καλλιτέχνης την έμπνευσή του θα μπορούσε να συγχύσει και να τρομάξει συχνά το κοινό, εκμηδενίζοντας έτσι τα αποτελέσματα της επιτευγμένης ωραιότητας. Παράξενες ώρες! Παράξενα εκνευριστικός μόχθος! Σπάνια γόνιμη σύζευξη του πνεύματος με το κορμί!

Tόμας Μαν, Ο θάνατος στη Βενετία, σελ. 71-72, μτφρ.: Άρης Δικταίος, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, 1993

.

.

 

Κωστής Παπακόγκος, Νύχτα της Θεσσαλίας

.

Βασανισμένα κόκκαλα οι αγρότες
τσίπουρο πίνουν και φαρμάκια
οι ροζιασμένες τους καρδιές∙
σκληρότερες απ’ το υνί σκίζουν το χρόνο
όπως σε κέρματα ο ιδρώτας πέφτει
στο τρύπιο στήθος χάνεται.
Ώρες βαθειές
μ’ ένα αλεξίπτωτο η σιωπή
καθώς τα δέντρα
σηκώνανε τα χέρια ως την απελπισία.
Μάτια φεγγάρια ραγισμένα
ρίξαν φωτιά στους δρόμους
οι κοπέλλες διώχνουνε τ’ αναστεναγμού το σκοτεινό πουλί.

.

.


Και ’γω που καίω τις συμφορές στην πίπα μου
κοιτάζω
ρέμα γαλάζιο στους καπνούς
ψηλά ν’ ανηφορίζει
όπως ενώνονται οι καημοί σ’ ένα συλλαλητήριο
όπως πηγάζουν τα όνειρα
από τα βάθη του κορμιού και χύνονται προς τ’ άστρα.
Κοιτάζω
και στα μάτια μου ένα μαγνάδι ρίγος πέφτει ο ουρανός.
Κάτω από τα μαύρα χώματα κλώθει η σπορά το φως.

Κωστής Παπακόγκος, Νύχτα της Θεσσαλίας, σελ. 15 (Σταγόνες) από τη συλλογή Νότος (μ’ ένα γράμμα του Ν. Δ. Καρούζου), Αθήνα 1966, Όνειρος.

Πίνακας: Vincent Van Gogh