RSS

Στέλλα Δούμου, Αρόδο αριστερά του χρόνου με χαιρετισμούς Βαρβάρα

 

.

IV

Πέρασες από το θαύμα ανορθόγραφος
σε ορίζει μισό γράμμα και νομίσματα
που χάθηκε η αξία τους όταν τα είδαν οι εποχές με άδειο μάτι.
Ανοίγω την πόρτα ήσυχα
–όπως ανοίγουμε ένα μικρό λακκάκι στην άμμο
να θάψουμε τη δαγκάνα ενός κάβουρα ή μια ρωγμή από ήλιο–
και γενναιόδωρη στα ψέματα φεύγω χωρίς εικόνες μάχης.
Η δυνατότητα είναι μετρήσιμη και ακριβή
και αν ακόμα βόσκω σε κείμενα χωρίς δάση αναψυχής
συχνά μπορεί κανείς
να βάλει στοίχημα σε αυτήν μ’ επιτυχία.

Για τις ζημιές, δεν σε χρεώνω, να ξέρεις.
Στα παραμύθια με κατάγματα
πάντα έδινα ασπιρίνη με ζάχαρη.

Πυριφλεγώς, Βαρβάρα

Πίνακας: Henri Manguin

Στέλλα Δούμου, Αρόδο αριστερά του χρόνου με χαιρετισμούς Βαρβάρα, από τη συλλογή Έρως Αρόδο, Εκδόσεις Κουκούτσι, 2015

.

.

 

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Τα παλιωμένα σπίτια

.

Ποιο απ’ τα δυο;
Περασμένα μεσάνυχτα και κάνει πρόβες η μπάντα
ή σαλπίζουν στη θύελλα τα ερειπωμένα σπίτια;

Πολιορκημένα από μια θλίψη παμπάλαια
σε περιπτύξεις που επιδίδεται με το ματαιωμένο
μεταφέρουν λαθραία νύχτα και μέρα στο υπόγειο
πληγές
πληγές και χρόνια
και κάτι χάρτινα κιβώτια με καμένα κεράκια
απομεινάρια απ’ τα γενέθλια
κάποιας νοικάρισσας νεότητας.

Κι έχουν μιαν εγκαρτέρηση τα παλιωμένα σπίτια
θαρρείς και οι εντοιχισμένοι
γνωστοί και άγνωστοι νεκροί
φορώντας τα καλά τους
και ακίνητοι
σαν για να βγουν φωτογραφία
περιμένουν το γνέψιμο
τις κλειδώσεις που θα λύσει
και τα φτερά μ’ ένα άγγιγμα
θα ξεκολλήσει απ’ τους ώμους.

.

.

Μέχρι τότε
με δάχτυλα ασκημένα να ψηλαφούν το αόρατο
σπρώχνουν τους τοίχους για να βγουν
σκοτάδια απόκρημνα μετατοπίζουν
η πέτρινη εχεμύθεια προδίδει τα μυστικά της
φλούδες ασβέστη στο δωμάτιο χιονίζει

και όλοι πια μαθαίνουμε
γιατί βαθαίνουν οι ρωγμές
στα παλιωμένα σπίτια.

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα, Eκδόσεις Καστανιώτης, 2004

Πίνακες: Egon Schiele

 

Στέλλα Δούμου, Γκρεμίζοντας

.

Σ’ εκείνο το δωμάτιο
–που άλλοτε είχαν εξορυχθεί πουλιά–
η καθίζηση της μουσικής
έκανε τη σιωπή να πλυθεί
και να λάβει θέση στον αχνιστό αυχένα του σκοταδιού.
Ό,τι κι αν άστραψε
τώρα έχει γονατίσει μες στο κάδρο
των ασύστατων.
Κόμποι και θηλιές και βρόγχοι από νοήματα.
Δηλητήρια μεγατόνων στην ανάστροφη του σάλιου μας.
Κάποτε είπες:
«Κολλήσαμε των κεχριμπαριών την πάθηση.
Ηλεκτριστήκαμε πολυχρονεμένοι».

Τι ωραία τροχίζονται τα ελάχιστα
όταν μουντζούρες χειλιών χάσκουν παντομίμες.
Νωπός κλήρος ρίχνει αλάτι στα νώτα μας.
Δραπετεύουμε
με σημαία αιμοβόρων.
Οι πόρτες είναι από βελούδο
η μνήμη ορθή γωνία
κι εμείς τρεις μοίρες πιο ευάλωτοι στις πιστολιές
των γεγονότων.

(Η μνήμη ορθή γωνία κλίνεται μονάχα υπνωτισμένη – θα το μετρήσουμε αργότερα αυτό, καθένας με τον τρόπο του.)

Στέλλα Δούμου, Γκρεμίζοντας, από τη συλλογή Έρως Αρόδο, Εκδόσεις Κουκούτσι, 2015

.

.

Να ταξιδέψει με ούριο άνεμο!

Αυτό το βιβλίο το αγαπάμε πολύ, διότι φροντίσαμε και τις λέξεις του…

Το εξώφυλλο φιλοτέχνησε ο Στράτος Φουντούλης

Πίνακας: Louis le Brocquy

.

.

 

Τζένη Μαστοράκη, Ο Δούρειος Ίππος

.

Ο Δούρειος Ίππος τότε είπε

όχι δεν θα δεχθώ δημοσιογράφους

κι είπαν γιατί κι είπε

πως δεν ήξερε τίποτα για το φονικό·

κι ύστερα εκείνος

έτρωγε πάντα ελαφριά τα βράδια

και μικρός

είχε δουλέψει ένα φεγγάρι

αλογάκι στο λούνα παρκ.

 

Τζένη Μαστοράκη, Ο Δούρειος Ίππος, από τη συλλογή Διόδια, Εκδόσεις Κέδρος, 1982

Πίνακας: József Rippl-Rónai

 

Γκυ ντε Μωπασάν, Η χοντρομπαλού

Η γυναίκα, μια «εύκολη» που λένε, ήταν διάσημη για το πρώιμο πάχος της, στο οποίο και όφειλε το παρατσούκλι η Χοντρομπαλού. Κοντούλα, ολοστρόγγυλη, όλο λίπος, με δάχτυλα παχουλά, που κόβονταν στις φάλαγγες κι έμοιαζαν με αρμαθιά μικρά λουκάνικα, με δέρμα γυαλιστερό και τσιτωμένο, λαιμά και στήθια πελώρια, που ξεχείλιζαν απ’ το φουστάνι της, ήταν πάντα παρ’ όλα αυτά ορεχτική και περιζήτητη, χάρη στην τόση φρεσκάδα της. Το πρόσωπό της ήταν ένα κόκκινο μήλο, ένα μπουμπούκι έτοιμο ν’ ανθίσει και πάνω κει ξάνοιγαν, ψηλά, κάτι υπέροχα μαύρα μάτια, που τα ίσκιωναν μακριά πυκνά ματόκλαδα. Και πιο κάτω, ένα στόμα λαχταριστό, λεπτό, υγρό κι έτοιμο για φίλημα, με μικροσκοπικά κι αστραφτερά δοντάκια. Ακόμα λέγανε πως είχε πλήθος ανεκτίμητα προσόντα.(…) Έβγαλε πρώτα ένα πιατάκι από πορσελάνη, ένα κομψό ασημένιο κύπελλο κι ύστερα μια τεράστια γαβάθα, όπου δυο ολόκληρα κοτόπουλα, κομμένα σε μερίδες, είχανε μελώσει μέσα στο ζελέ τους. Ακόμα ξεχώριζε κανείς μες στο καλάθι πολλά ωραία πράγματα, τυλιγμένα προσεκτικά, διάφορα πατέ, φρούτα, λιχουδιές, προμήθειες για ταξίδι τριών ημερών έτσι ώστε να μην έχει ανάγκη την κουζίνα των πανδοχείων. Ανάμεσα στα πακέτα με τα τρόφιμα ξεπρόβαλλαν κι οι λαιμοί τεσσάρων μπουκαλιών. Πήρε μια φτερούγα κοτόπουλου και με λεπτότητα άρχισε να τη μασουλάει μαζί μ’ ένα από κείνα τα φουσκωτά ψωμάκια που στη Νορμανδία τα είχαν βαφτίσει «αντιβασιλέα». Όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Ύστερα η μυρωδιά απλώθηκε παντού, τα ρουθούνια ανοιγόκλεισαν και γεμίσανε σάλιο τα στόματα, ενώ τα σαγόνια σφίγγονταν οδυνηρά κάτω απ’ τα αυτιά. Η περιφρόνηση των κυριών για το κορίτσι ήταν τώρα τόσο άγρια που ευχαρίστως θα τη σκότωναν ή θα την πέταγαν απ’ το παράθυρο της άμαξας, μες στο χιόνι, αυτή, το κύπελλό της, το καλάθι της και όλες τις προμήθειές της μαζί. Μα ο Λουαζό καταβρόχθιζε με τα μάτια τη γαβάθα με τα κοτόπουλα και είπε: «Ας είναι, η κυρία στάθηκε πιο προνοητική από μας. Υπάρχουν άνθρωποι που όλα τα σκέφτονται». Σήκωσε το κεφάλι της προς αυτόν: «Θα θέλατε λίγο, κύριε; Είναι δύσκολο να μένει κανείς νηστικός απ’ το πρωί». Εκείνος υποκλίθηκε : «Μα την πίστη μου, δεν θ’ αρνηθώ, ειλικρινά δεν αντέχω άλλο. Ο πόλεμος είναι πόλεμος, καλά δεν λέω, κυρία;» Και ρίχνοντας τριγύρω ένα βλέμμα πρόσθεσε: «Είναι παρήγορο σε τέτοιες στιγμές να βρίσκεις ανθρώπους που σε υποχρεώνουν». Είχε μια εφημερίδα και την άπλωσε για να μη λερώσει το παντελόνι του, και με τη μύτη ενός σουγιά που κουβαλούσε πάντα στην τσέπη του, τσίμπησε ένα μπούτι κουκουλωμένο με το ζελέ του, το κομμάτιασε με τα δόντια του κι ύστερα το μάσησε με τόσο φανερή ευχαρίστηση που μέσα στο αμάξι ακούστηκε ένας γενικός αναστεναγμός δυσαρέσκειας.

Η Χοντρομπαλού, με γλυκιά και ταπεινή φωνή, πρότεινε στις δύο καλόγριες να μοιραστούν το κολατσιό της. Εκείνες δέχτηκαν αμέσως και δίχως να σηκώσουν τα μάτια βάλθηκαν να τρώνε γρήγορα γρήγορα αφού ψέλλισαν κάμποσες ευχαριστίες. Μήτε ο Κορνιντέ αρνήθηκε την προσφορά της διπλανής του, κι έτσι, μαζί με τις μοναχές, έφτιαξε ένα είδος τραπεζιού, απλώνοντας εφημερίδες πάνω στα γόνατα. Τα στόματα ανοιγόκλειναν αδιάκοπα, κατάπιναν, μάσαγαν, καταβρόχθιζαν θηριωδώς.

Γκυ ντε Μωπασάν, Η χοντρομπαλού, σελ. 21-22 και26-27, μτφρ.: Αμαλία Τσακνιά, Εκδόσεις Νεφέλη, 1996

Πίνακες: Jean Lorioz

.

.

 

Αθηνά Παπαδάκη, Τελικό σημάδι

 11902238_974730109215340_9183578371784506354_n

.

Μετωπικός καιρός.
Μπορεί το τέλος.


Με τι διάλεκτο;
Mε ποια γλώσσα;


Πέφτουν χιλιάρικα όπως μανιάτικες βεντέτες.


Ελλάδα, κάλλος σκουπιδιών.
Ζεις μόνο• για το επόμενο λάθος.


Αθηνά Παπαδάκη, Τελικό σημάδι, από τη συλλογή Ωχροτάτη έως του λευκού

Πηγή: Αθηνά Παπαδάκη

 

Στάθης Κουτσούνης, Το είδωλο

Mάθημα ανθρωπολογίας ο δάσκαλος με στέλνει
να φέρω τον σκελετό φοβάμαι κατεβαίνω στο
υπόγειο βλέπω τα όργανα φοβάμαι επιστρέφω
στην τάξη σκελετός ο δάσκαλος αγγίζει με τον
χάρακα τα οστά μου φοβάμαι τα παιδιά
ξεκαρδίζονται λένε αστεία είμαι άσαρκος
κοκαλωμένος δίπλα στην έδρα φοβάμαι οι
συμμαθητές μου ακόμα γελάνε


αδυνατώντας οι νήπιοι να διακρίνουν
στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους


Στάθης Κουτσούνης, Το είδωλο από τη συλλογή Στιγμιότυπα του σώματος, Μεταίχμιο 2015

Πίνακας: Braldt Bralds

Πηγή: http://koutsounis.gr/

.
.

.
.

 

Λιάνα Σακελλίου, Πορτρέτο πριν το σκοτάδι

Kinga Britschgi

.

Πέταλα παντού σκορπά.
Μπαίνουνε στα μαλλιά,
τραβούν το φόρεμά μου
μέχρι κι εγώ ν’ ανθίσω
όπως εκείνη που αγγίζεται
ποιος ξέρει από τι.


Και με ρωτά ο ιπποκόμος•
Τι σας συνέβη;
Αλλόκοτο δέντρο, απαντώ,
ηλεκτροφόρο.


Λιάνα Σακελλίου, Πορτρέτο πριν το σκοτάδι, Τυπωθήτω 2010 

Πίνακας: Kinga Britschgi

.

.

 

Γιάννης Ζέρβας, Τζούλια 2

.

Στην αναπήδηση σε πέτυχα
Ενός κενού παλλόμενου
Μιας συγχορδίας ηλεκτρικής
Το βλέμμα μου ενώ έψαχνε
Αυτό που είχε περάσει ή
Που δεν έγινε ποτέ
Ο έρωτας μόνο ανολοκλήρωτος
Διαρκεί
Κάτι που σέρνεται βαθιά από το παρελθόν

.

.

Σαν παρακράτος της συνείδησης και επιμένει
Να διαφθείρει το παρόν
Βαθιά παράνομος, παράλογος
Άγριος και ανυπότακτος
Αγράμματος κι αναρχικός
Μια σύμπτωση ο έρωτας
Μια παρεξήγηση βαθιά
Δεν ξέρεις πώς εσένα ποτέ δεν σε είδα
Την επιθυμία μου ζωγράφισα επάνω σου
Με πινελιές φαρδιές
Κι ο ήχος άλλαζε τα πάντα
Μια μουσική που σε επένδυε παθιασμένα
Όταν σε δω και σ’ αγαπήσω

.


.

Γι’ αυτό που είσαι
(γιατί μπορεί και να συμβεί)
Όλα θα ’χουν τελειώσει.
Τότε θα σε φροντίσω
Όμως θα σε ποθώ;

Πίνακας: Ilia Zaitseff

Γιάννης Ζέρβας, Τζούλια 2, Εκδόσεις Άγρα, 2010

.

.

 

Γιώργος Βέης, Άκυρες πτήσεις

.

Οι πυγολαμπίδες στην αρχή συνωστίζονταιֺ
μετά συντονίζονται τόσο γρήγορα
κεντούν τη νύχτα μας,
λαμπυρίζουν συνεχώς ενθουσιασμό


αλλά δεν ξέρουν ότι αύριο φεύγεις,
αγνοούν ότι το πανηγύρι τους είναι η χολή μας,
το ξόδεμά μας στα αεροδρόμια της απωλείας.

Πίνακας: Erica Hopper

Πηγή: Poeticanet