Πέρασες από το θαύμα ανορθόγραφος
σε ορίζει μισό γράμμα και νομίσματα
που χάθηκε η αξία τους όταν τα είδαν οι εποχές με άδειο μάτι.
Ανοίγω την πόρτα ήσυχα
–όπως ανοίγουμε ένα μικρό λακκάκι στην άμμο
να θάψουμε τη δαγκάνα ενός κάβουρα ή μια ρωγμή από ήλιο–
και γενναιόδωρη στα ψέματα φεύγω χωρίς εικόνες μάχης.
Η δυνατότητα είναι μετρήσιμη και ακριβή
και αν ακόμα βόσκω σε κείμενα χωρίς δάση αναψυχής
συχνά μπορεί κανείς
να βάλει στοίχημα σε αυτήν μ’ επιτυχία.
Για τις ζημιές, δεν σε χρεώνω, να ξέρεις.
Στα παραμύθια με κατάγματα
πάντα έδινα ασπιρίνη με ζάχαρη.
Πυριφλεγώς, Βαρβάρα
Πίνακας: Henri Manguin
Στέλλα Δούμου, Αρόδο αριστερά του χρόνου με χαιρετισμούς Βαρβάρα, από τη συλλογή Έρως Αρόδο, Εκδόσεις Κουκούτσι, 2015
Ποιο απ’ τα δυο;
Περασμένα μεσάνυχτα και κάνει πρόβες η μπάντα
ή σαλπίζουν στη θύελλα τα ερειπωμένα σπίτια;
Πολιορκημένα από μια θλίψη παμπάλαια
σε περιπτύξεις που επιδίδεται με το ματαιωμένο
μεταφέρουν λαθραία νύχτα και μέρα στο υπόγειο
πληγές
πληγές και χρόνια
και κάτι χάρτινα κιβώτια με καμένα κεράκια
απομεινάρια απ’ τα γενέθλια
κάποιας νοικάρισσας νεότητας.
Κι έχουν μιαν εγκαρτέρηση τα παλιωμένα σπίτια
θαρρείς και οι εντοιχισμένοι
γνωστοί και άγνωστοι νεκροί
φορώντας τα καλά τους
και ακίνητοι
σαν για να βγουν φωτογραφία
περιμένουν το γνέψιμο
τις κλειδώσεις που θα λύσει
και τα φτερά μ’ ένα άγγιγμα
θα ξεκολλήσει απ’ τους ώμους.
.
.
Μέχρι τότε
με δάχτυλα ασκημένα να ψηλαφούν το αόρατο
σπρώχνουν τους τοίχους για να βγουν
σκοτάδια απόκρημνα μετατοπίζουν
η πέτρινη εχεμύθεια προδίδει τα μυστικά της
φλούδες ασβέστη στο δωμάτιο χιονίζει
και όλοι πια μαθαίνουμε
γιατί βαθαίνουν οι ρωγμές
στα παλιωμένα σπίτια.
Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα, Eκδόσεις Καστανιώτης, 2004
Σ’ εκείνο το δωμάτιο
–που άλλοτε είχαν εξορυχθεί πουλιά–
η καθίζηση της μουσικής
έκανε τη σιωπή να πλυθεί
και να λάβει θέση στον αχνιστό αυχένα του σκοταδιού.
Ό,τι κι αν άστραψε
τώρα έχει γονατίσει μες στο κάδρο
των ασύστατων.
Κόμποι και θηλιές και βρόγχοι από νοήματα.
Δηλητήρια μεγατόνων στην ανάστροφη του σάλιου μας.
Κάποτε είπες:
«Κολλήσαμε των κεχριμπαριών την πάθηση.
Ηλεκτριστήκαμε πολυχρονεμένοι».
Τι ωραία τροχίζονται τα ελάχιστα
όταν μουντζούρες χειλιών χάσκουν παντομίμες.
Νωπός κλήρος ρίχνει αλάτι στα νώτα μας.
Δραπετεύουμε
με σημαία αιμοβόρων.
Οι πόρτες είναι από βελούδο
η μνήμη ορθή γωνία
κι εμείς τρεις μοίρες πιο ευάλωτοι στις πιστολιές
των γεγονότων.
(Η μνήμη ορθή γωνία κλίνεται μονάχα υπνωτισμένη – θα το μετρήσουμε αργότερα αυτό, καθένας με τον τρόπο του.)
Στέλλα Δούμου, Γκρεμίζοντας, από τη συλλογή Έρως Αρόδο, Εκδόσεις Κουκούτσι, 2015
.
.
Να ταξιδέψει με ούριο άνεμο!
Αυτό το βιβλίο το αγαπάμε πολύ, διότι φροντίσαμε και τις λέξεις του…
Η γυναίκα, μια «εύκολη» που λένε, ήταν διάσημη για το πρώιμο πάχος της, στο οποίο και όφειλε το παρατσούκλι η Χοντρομπαλού. Κοντούλα, ολοστρόγγυλη, όλο λίπος, με δάχτυλα παχουλά, που κόβονταν στις φάλαγγες κι έμοιαζαν με αρμαθιά μικρά λουκάνικα, με δέρμα γυαλιστερό και τσιτωμένο, λαιμά και στήθια πελώρια, που ξεχείλιζαν απ’ το φουστάνι της, ήταν πάντα παρ’ όλα αυτά ορεχτική και περιζήτητη, χάρη στην τόση φρεσκάδα της. Το πρόσωπό της ήταν ένα κόκκινο μήλο, ένα μπουμπούκι έτοιμο ν’ ανθίσει και πάνω κει ξάνοιγαν, ψηλά, κάτι υπέροχα μαύρα μάτια, που τα ίσκιωναν μακριά πυκνά ματόκλαδα. Και πιο κάτω, ένα στόμα λαχταριστό, λεπτό, υγρό κι έτοιμο για φίλημα, με μικροσκοπικά κι αστραφτερά δοντάκια. Ακόμα λέγανε πως είχε πλήθος ανεκτίμητα προσόντα.(…) Έβγαλε πρώτα ένα πιατάκι από πορσελάνη, ένα κομψό ασημένιο κύπελλο κι ύστερα μια τεράστια γαβάθα, όπου δυο ολόκληρα κοτόπουλα, κομμένα σε μερίδες, είχανε μελώσει μέσα στο ζελέ τους. Ακόμα ξεχώριζε κανείς μες στο καλάθι πολλά ωραία πράγματα, τυλιγμένα προσεκτικά, διάφορα πατέ, φρούτα, λιχουδιές, προμήθειες για ταξίδι τριών ημερών έτσι ώστε να μην έχει ανάγκη την κουζίνα των πανδοχείων. Ανάμεσα στα πακέτα με τα τρόφιμα ξεπρόβαλλαν κι οι λαιμοί τεσσάρων μπουκαλιών. Πήρε μια φτερούγα κοτόπουλου και με λεπτότητα άρχισε να τη μασουλάει μαζί μ’ ένα από κείνα τα φουσκωτά ψωμάκια που στη Νορμανδία τα είχαν βαφτίσει «αντιβασιλέα». Όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Ύστερα η μυρωδιά απλώθηκε παντού, τα ρουθούνια ανοιγόκλεισαν και γεμίσανε σάλιο τα στόματα, ενώ τα σαγόνια σφίγγονταν οδυνηρά κάτω απ’ τα αυτιά. Η περιφρόνηση των κυριών για το κορίτσι ήταν τώρα τόσο άγρια που ευχαρίστως θα τη σκότωναν ή θα την πέταγαν απ’ το παράθυρο της άμαξας, μες στο χιόνι, αυτή, το κύπελλό της, το καλάθι της και όλες τις προμήθειές της μαζί. Μα ο Λουαζό καταβρόχθιζε με τα μάτια τη γαβάθα με τα κοτόπουλα και είπε: «Ας είναι, η κυρία στάθηκε πιο προνοητική από μας. Υπάρχουν άνθρωποι που όλα τα σκέφτονται». Σήκωσε το κεφάλι της προς αυτόν: «Θα θέλατε λίγο, κύριε; Είναι δύσκολο να μένει κανείς νηστικός απ’ το πρωί». Εκείνος υποκλίθηκε : «Μα την πίστη μου, δεν θ’ αρνηθώ, ειλικρινά δεν αντέχω άλλο. Ο πόλεμος είναι πόλεμος, καλά δεν λέω, κυρία;» Και ρίχνοντας τριγύρω ένα βλέμμα πρόσθεσε: «Είναι παρήγορο σε τέτοιες στιγμές να βρίσκεις ανθρώπους που σε υποχρεώνουν». Είχε μια εφημερίδα και την άπλωσε για να μη λερώσει το παντελόνι του, και με τη μύτη ενός σουγιά που κουβαλούσε πάντα στην τσέπη του, τσίμπησε ένα μπούτι κουκουλωμένο με το ζελέ του, το κομμάτιασε με τα δόντια του κι ύστερα το μάσησε με τόσο φανερή ευχαρίστηση που μέσα στο αμάξι ακούστηκε ένας γενικός αναστεναγμός δυσαρέσκειας.
Η Χοντρομπαλού, με γλυκιά και ταπεινή φωνή, πρότεινε στις δύο καλόγριες να μοιραστούν το κολατσιό της. Εκείνες δέχτηκαν αμέσως και δίχως να σηκώσουν τα μάτια βάλθηκαν να τρώνε γρήγορα γρήγορα αφού ψέλλισαν κάμποσες ευχαριστίες. Μήτε ο Κορνιντέ αρνήθηκε την προσφορά της διπλανής του, κι έτσι, μαζί με τις μοναχές, έφτιαξε ένα είδος τραπεζιού, απλώνοντας εφημερίδες πάνω στα γόνατα. Τα στόματα ανοιγόκλειναν αδιάκοπα, κατάπιναν, μάσαγαν, καταβρόχθιζαν θηριωδώς.
Γκυ ντε Μωπασάν, Η χοντρομπαλού, σελ. 21-22 και26-27, μτφρ.: Αμαλία Τσακνιά, Εκδόσεις Νεφέλη, 1996
Mάθημα ανθρωπολογίας ο δάσκαλος με στέλνει
να φέρω τον σκελετό φοβάμαι κατεβαίνω στο
υπόγειο βλέπω τα όργανα φοβάμαι επιστρέφω
στην τάξη σκελετός ο δάσκαλος αγγίζει με τον
χάρακα τα οστά μου φοβάμαι τα παιδιά
ξεκαρδίζονται λένε αστεία είμαι άσαρκος
κοκαλωμένος δίπλα στην έδρα φοβάμαι οι
συμμαθητές μου ακόμα γελάνε
αδυνατώντας οι νήπιοι να διακρίνουν
στο κάτοπτρο του χρόνου το είδωλό τους
Στάθης Κουτσούνης, Το είδωλο από τη συλλογή Στιγμιότυπα του σώματος, Μεταίχμιο 2015
Στην αναπήδηση σε πέτυχα
Ενός κενού παλλόμενου
Μιας συγχορδίας ηλεκτρικής
Το βλέμμα μου ενώ έψαχνε
Αυτό που είχε περάσει ή
Που δεν έγινε ποτέ
Ο έρωτας μόνο ανολοκλήρωτος
Διαρκεί
Κάτι που σέρνεται βαθιά από το παρελθόν
.
.
Σαν παρακράτος της συνείδησης και επιμένει
Να διαφθείρει το παρόν
Βαθιά παράνομος, παράλογος
Άγριος και ανυπότακτος
Αγράμματος κι αναρχικός
Μια σύμπτωση ο έρωτας
Μια παρεξήγηση βαθιά
Δεν ξέρεις πώς εσένα ποτέ δεν σε είδα
Την επιθυμία μου ζωγράφισα επάνω σου
Με πινελιές φαρδιές
Κι ο ήχος άλλαζε τα πάντα
Μια μουσική που σε επένδυε παθιασμένα
Όταν σε δω και σ’ αγαπήσω
.
.
Γι’ αυτό που είσαι
(γιατί μπορεί και να συμβεί)
Όλα θα ’χουν τελειώσει.
Τότε θα σε φροντίσω
Όμως θα σε ποθώ;