RSS

Joyce Mansour, Δεν είναι από λάθος μου

.

Δεν είναι από λάθος μου
αν τα μπούτια μου είναι καλοχυμένα
μέσα στο πετσί μου
Δεν θέλησα να ξεσηκώσω το μορφασμό του πόθου σου
Όταν έβγαλα τη φούστα μου
φασκιωμένος από ευτυχία κατάχτησες τη σχισμή μου
Δεν είναι από λάθος μου
αν ήχησε ο συναγερμός
και παγιδεύτηκε το χέρι σου
ξεριζώθηκε καταδικάστηκε ανατράπηκε
κι απ’ το λαιμό κρεμάστηκε όμοιο με κούκλα από κρέμα
Δεν είναι από λάθος μου
Ήθελα να σε συγχωρήσω


Joys Mansour, Από τη συλλογή Όρνια, σελ. 118, από το βιβλίο Κραυγές, σπαράγματα, όρνια, μτφρ.: Έκτωρ Κακναβάτος, Εκδόσεις Άγρα, 1994

Photo: Boubat

.

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, κριτική: Γιώργος Παναγιωτίδης, Κύμα Άλμα (περιοδικό Πόρφυρας)

Ο Γιώργος Παναγιωτίδης, όπως μπορεί να παρατηρήσει κανείς και από προηγούμενη δουλειά του, αρέσκεται να παίζει στους τίτλους, και μάλιστα με άκρως επιτυχή τρόπο, με τις λέξεις, τη θέση και την ασυνείδητη δύναμη και λειτουργία τους. Στην τελευταία συλλογή του Κύμα Άλμα (Γαβριηλίδης 2014) μάς καλεί σε μία πολλαπλή τοπολογικά ανάγνωση (βουστροφηδόν, καθρεφτική, διαγώνια και πάντα κυκλική), που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως η συλλογή ασχολείται μ’ έναν τετελεσμένο και καταστροφικό κύκλο πραγμάτων. Η λέξη alma επίσης, στα Ισπανικά, σημαίνει ψυχή. Και ιδού το ομώνυμο ποίημα της συλλογής και τα κλειδιά του:

Πλέχει στον κόσμο η ψυχή μου/ όρτσα πρίμα η απαντοχή μου/ δέκα φουρτούνες και μία κάλμα/ πλέχει πανί κουρέλι/ πάει ένα κύμα ένα άλμα/ κι ούτε κάβους ούτε καβοδέτες θέλει/ μόνο ελεύθερη να πλέχει/για την αγάπη του απέραντου/ μ’ όψη παιδιού αμάραντου.

Το ρήμα πλέχει με τις διαγώνιες παραμέτρους του χ επαληθεύει τη χιαστί ανάγνωση του τίτλου, η λέξη ψυχή (alma) είναι παρούσα και μάλιστα συνομιλεί με το χ στο ρήμα που προηγείται (πλέχει/ψυχή), το πανί κουρέλι σηματοδοτεί μιαν απώλεια, και του παιδιού αμάραντου, όχι μόνον μας επιστρέφει στην νοσταλγία μίας εποχής όπου ο ευνουχισμός και η έλλειψη ήταν ανύπαρκτα αλλά επιπλέον, στη λέξη amaraντου, ακούγονται οι ήχοι: am (ψυχή στα γαλλικά), αma (λατινική ρίζα του αmo, αγαπώ) –ο Παναγιωτίδης αναφέρεται στην αγάπη– αλλά και η λέξη ara (κατάρα).

Η συλλογή στο σύνολό της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η ανατομία του ελληνικού μύθου και της διάψευσής του– τσακισμένα κουφάρια ταξιδεύουν στο φως (Θριαμβευτικό) – ∙ η ανατομία επίσης του νόστου της παιδικής ηλικίας, διά μέσου ενός μνημονικού άλματος στην εποχή αυτή –Το πλήθος παρακαλά να πέσω /μες στο θέρος των χρόνων (Μονομάχος), προκειμένου να ισορροπηθεί η απώλεια και να βρεθεί ένα καταφύγιο παραμυθίας για έναν ματαιωμένο πλέον ενήλικα –για να επιστρέφεις στο παιδί που ήσουν / έρχομαι και σε βρίσκω/ κάθε φορά που πας να μαραθείς (Μια ωραία λεπτομέρεια).
Όσοι ανήκουν στη γενιά του Παναγιωτίδη ηλικιακά, γεννημένου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, μπορούν πολύ εύκολα να ταυτιστούν και να συγκινηθούν από την ανάπλαση μιας εποχής, που υπήρξε μεταβατική και η οποία στη συλλογή ξεκινά από την παιδική ηλικία, περνά την εφηβεία και την εποχή των νησιών με τα ατέλειωτα μπλε αλλά και μελαγχολικά καλοκαίρια και φτάνει στην εποχή της ωριμότητας, πλέον, των σημερινών πενηντάρηδων. 768

Πρόκειται για μία γενιά που άκουσε στην παιδική της ηλικία για τη Χούντα, το Πολυτεχνείο και την Κύπρο, έζησε στην οικογένεια το μικροαστικό όνειρο της δεκαετίας του ’70 και τον οικοδομικό οργασμό του αυθαίρετου της εποχής για τις καλοκαιρινές διακοπές∙ φόρεσε ποδιές και απήγγειλε με περηφάνια πατριωτικά ποιήματα, έκανε παρελάσεις, έζησε τα πρώτα μεικτά σχολεία, έβγαλε πανηγυρικά τις ποδιές και συμμετείχε πρώτη φορά σε διοικητικά συμβούλια μαθητικών κοινοτήτων∙ είδε στην εφηβεία της το όραμα του σοσιαλισμού και το παιχνίδι της εναλλαγής στην εξουσία της βουστροφηδόν ελληνικής πολιτικής, έζησε τη μεγαλομανία και τη φτήνια του νεόπλουτου Έλληνα, ενώ, τέλος, βιώνει σήμερα το έσχατο, τη σήψη και την παρακμή ολόκληρης της χώρας – μόνοι επιστρέφουμε ολοένα /στα σπίτια που μας πήρανε/ στα σπίτια μας που στέκονται χωρίς εμάς/ μνήματα τυφλά στη μέθη αποσταμένα. (Ένας κανένας). Πρόκειται για μία γενιά που, αν και δεν έζησε πολέμους, νιώθει κυρίως

FRANCE - CIRCA 1950: A young girl learning with difficulty how to bike, France. (Photo by Robert DOISNEAU/Gamma-Rapho)

προδομένη από τις φαμφάρες στα προεκλογικά μπαλκόνια, τις χυδαιότητες των μέσων ενημέρωσης, τα ψεύδη μιας κίβδηλης και λάμπουσας συνάμα εποχής∙ για την τελευταία ίσως γενιά που είχε όραμα με ξεκάθαρα σημεία αναφοράς, προτού όλα να μπουν στο μπλέντερ μίας μη οριοθετημένης «εξέγερσης», που εκφράστηκε στα σχολεία, από κει και στο εξής, μ’ έναν αφασικό και μπερδεμένο λόγο∙ μία γενιά που ψιθυρίζει μ’ ένα αίσθημα πικρίας –ήταν η σπηλιά, μικρό δωμάτιο του βουνού/ στα μέτρα του ανθρώπου, και πώς/ ν’ αποδράσουμε κρεμασμένοι σ’ ένα ψέμα (Πολύφημος)∙ μια γενιά που έζησε μία απότομη μετάβαση σ’ έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο – κι ο εχθρός δεν έχει πρόσωπο /να του κάψουμε το ένα μάτι έστω (Ένας κανένας).
Ο Οδυσσέας, άλλωστε, ως σύμβολο πλέον ανατρέπεται – μέσα στα ποιήματα ή σε τίτλους ποιημάτων συναντούμε τη συνδιαλλαγή με την παράδοση και την ανατροπή της (Οδυσσέας, Ποσειδώνας, Πολύφημος, μνηστήρες, Οι σύντροφοι του Οδυσσέα και ο Κάτω Κόσμος)προδομένοι από τον ίδιο Οδυσσέα /που αφήναμε τόσα χρόνια να μας κυβερνάει,/ τον ίδιο που μας έριξε στο θυμό του Ποσειδώνα,/ τον ίδιο που κάποτε μας αφάνισε όλους/ για να ’ναι αυτός στην Ιθάκη/ και πάλι με τα χρόνια θα τα ξεχάσουμε/ όλα αυτά, πάλι ο Οδυσσέας θα μας πάρει/ και θα μας τσακίσει σ’ άλλα βράχια,/ μακριά απ’ την Ιθάκη εμάς, πάντα μακριά. (Πάνω σε μπλε χαρτόνι).

Το ύφος είναι απλό, λιτό, με διάχυτο τον εξομολογητικό τόνο κι ένα τρυφερό παράπονο που κάποτε μετατρέπεται σε οργή και ειρωνεία. Δεν παρατηρούνται λεκτικοί ακροβατισμοί, ενώ ο ρυθμός ακολουθεί το συναίσθημα που επικρατεί κάθε φορά, άλλοτε πιο αργός, άλλοτε αγχωτικός, άλλοτε ανέμελος και άλλοτε κοφτός. Το ποιητικό υποκείμενο μιλά είτε μέσα από ένα εμείς ταυτιζόμενο ως μέλος ενός συνόλου, είτε με ένα άμεσο εγώ εξομολογούμενο στον κόσμο και απομακρυσμένο από τον κόσμο, είτε μέσα 897από ένα εσύ, επιστρέφοντας στον εαυτό του, στην ενδοσκόπηση και στον εσωτερικό μονόλογο.

Κυριαρχούν οι εικόνες, οι οποίες δομούνται ομοίως με λιτό τρόπο και απλά υλικά, όπως, για παράδειγμα, μία πεταλούδα, ένα δέντρο, μία ανηφόρα, ένα παράθυρο στη θάλασσα, το χιόνι, ένας γάτος, ένα σύννεφο, η μνήμη του ζυμωτού ψωμιού και των εύγεστων τηγανητών της μαμάς∙ στην ουσία κατασκευάζονται τοπία με τον τρόπο της μεταφοράς που ένα παιδικό μάτι θα απολάμβανε τον κόσμο – Η Κυριακή μικρό νησί/ σηκώνει λευκό πανί και ταξιδεύει, / στο στήθος ένα τσίμπημα ελαφρύ (Kάποτε η Κυριακή).
Άξιο προσοχής είναι ότι το ταξίδι στο παρελθόν δεν επαναφέρει απλώς τα συμβάντα αλλά τα θεατροποιεί, το συμβάν δεν αντιμετωπίζεται από απόσταση αλλά βιώνεται εξαρχής: το ποιητικό υποκείμενο, σε αρκετά ποιήματα της συλλογής όπως, για παράδειγμα, Το σονέτο του άλφα, Παιδικό τραγούδι, Το τραγούδι της πεταλούδας, Πρωτοχρονιά, δεν μιλάει από ένα παρόν με το βλέμμα στραμμένο προς το παρελθόν, αλλά γίνεται το ίδιο ένα παρελθόν που επανεγγράφεται διά της ποιητικής λειτουργίας στο παρόν, επιστρέφοντας στο καταφύγιο της παιδικής ηλικίας και υιοθετώντας το ρυθμό και την αμεσότητα του παιδικού λόγου, που σιγοψιθυρίζει αθώα αλλά και με παράπονο ένα ποιηματάκι – έτσι πάει άλλη μια Πρωτοχρονιά / όλες οι Πρωτοχρονιές της ζωή μας μαζί/ ένα χαρτί περιτυλίγματος σκισμένο/κι ένα δώρο άφαντο ακόμα. καλή χρονιά (Πρωτοχρονιά).
986

Καλή χρονιά… εύχεται ο ποιητής στο τελευταίο ποίημα της συλλογής Κύμα Άλμα, εφόσον προηγουμένως έχει πάρει στους ώμους του και την ντροπή μιας σύγχρονης Ελλάδας, ανάξιας όχι μόνον να αξιοποιήσει, αυτό είναι πολυτέλεια, αλλά έστω και να εκτιμήσει μία κληρονομιά αιώνων, υιοθετώντας πολιτικές που απέχουν από τα ιδανικά της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας, που η ίδια γέννησε∙ όταν, τέλος, κατακρεουργεί τους ποιητές και βάζει τις Ιθάκες τους να ταξιδεύουν σε λεωφορεία της γραμμής, ταρακουνώντας στα καθίσματα μιαν εξαθλιωμένη χώρα, που παρελαύνει με εισιτήριο μπρος απ’ τους τσολιάδες που φωτογραφίζονται για σουβενίρ στο Σύνταγμα.

Στ’ αγρυπνισμένο δέντρο της πλατείας/ βρόχο ρίχνω πέφτω στο κενό της εποχής,/ σε χαρτί τιποτένιο με μολύβι σπασμένο/ ζωγραφίζω ένα γιατί, άνευ ουσίας,/ το σβήνω χιαστί. πώς έχασα τη ζωή μου/ κι έστρεψα σ’ εμένα την ντροπή της πατρίδας./ Με το ποίημα που απήγγειλα μικρός για το ’21,/ ό,τι εξαργύρωσαν οι αγωνιστές εκείνοι, /κι ένα ζεϊμπέκικο με στίχους άνευ σημασίας/ δεν χώρεσα κι ούτε προχώρεσα βήμα κανένα (Έχασα τη ζωή μου).

Photo: Robert Doisneau

Περιοδικό “Πόρφυρας”, τχ. 153, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014

.

.

 

Eιρήνη Καραγιαννίδου, Πι και Φι

.

Έτσι ξεκίνησε η τραγωδία
Αντίθετα στις αλώσεις κεραυνών
στην πυρπόληση του πάπυρου
και της σφηνοειδούς γραφής
στις δίβουλες προφάσεις του Κρόνου και του Δία
τις δολοφονίες των πελεκάνων
και της λευκής αρκούδας
Όλο και κάποιος προλαβαίνει το φεγγάρι
Μέσα σ’ έναν καθρέφτη
Χρόνια γυρεύοντας να ξεπεράσει
Τη γραμμή που ορίζει το απόμακρο
Εντοιχίζοντας στο μέτωπο το μάτι

Αντίθετα στην ασάφεια περιγραφής των φόνων
στα αδηφάγα στόματα χορτάτων
και τις αυθαιρεσίες που φυτρώνουν αυθαίρετα στους στίχους

Ώσπου ο Πολύφημος να σπάσει χίλια δυο κομμάτια
Πρέπει να αγαπιόμαστε μονόφθαλμα πολύ.

.

.

 

Ευσταθία Ματζαρίδου, Τα ρούχα

poetry, photography, ink, transistors

[…] Στο σπίτι μου και στην οικογένειά μου δεν είχαμε ποτέ ρολόγια, ρολόγια τοίχου, ρολόγια με κούκους, ούτε και οι παππούδες μου είχαν από κείνα τα ρολόγια τσέπης που τα ανοίγουν οι μεγάλοι σαν κουτιά πολύτιμα, και φαίνονται μαζί σπουδαίοι και σοφοί, δεν είχαμε ούτε σοφούς ούτε σπουδαίους στην οικογένειά μου. Το μόνο ρολόι που θυμάμαι ήταν της γιαγιάς μου, από κείνα τα ρολόγια κομοδίνου με τις δυο καμπάνες ξυπνητήρια που, όταν χτυπάνε για να σε ξυπνήσουν, πετάγεσαι ως το ταβάνι απ’ τον τρόμο και που το τικ τακ τους ρημάζει τα νεύρα σου. Και, τελικά, η γιαγιά μου ήταν η μόνη σπουδαία της οικογένειας, έτσι νομίζαμε τουλάχιστον όλοι. Εσύ αυτή την ανυπαρξία ρολογιών στο σπίτι μας αδυνατούσες να την κατανοήσεις, μα δεν σας χρειαζόταν η ώρα, μου έλεγες, στα χωριά, σου έλεγα, ο χρόνος υπολογίζεται απ’ τη φωτεινότητα της μέρας κι απ’ τις φωνές των ζώων κι απ’ την κούραση του σώματος. Με τη συλλογή σου φιγουράριζες και στον πατέρα μου, που χωρίς να μπορεί να αποκτήσει ένα, λάτρευε τα Ωμέγα σου και θεωρούσε όλα τα ρολόγια περιουσιακά στοιχεία, έτσι που πέθανε με την ιδέα ότι θα παντρευόμουν έναν μεγιστάνα του πλούτου και, όταν του έλεγα ότι δεν είσαι, μου έκλεινε πονηρά το μάτι, άνθρωπος που μπορεί κι αγοράζει τόσα ρολόγια έχει μεγάλη περιουσία, μου έλεγε, δεν σου τα λέει, για να μην τον θέλεις για τα λεφτά του.

poetry, photography, ink, transistorsΑυτό που δεν θα περίμενα ποτέ ήταν να χαρίσεις ένα από τα Ωμέγα σου στον πατέρα μου, δεν θυμάμαι ποιο, μπορεί να ήταν και το πιο ασήμαντό σου, αλλά ήταν Ωμέγα και, μάλιστα, όταν δεν θα μπορούσε ούτε να σ’ ευχαριστήσει, ούτε και να το ευχαριστηθεί, του το χάρισες πεθαμένος, ναι, του το βάλαμε στον τάφο του, όπως κάτι βασιλιάδες που τους θάβουν με τα κτερίσματά τους, έτσι θάφτηκε κι ο πατέρας μου μ’ ένα Ωμέγα, σαν βασιλιάς, και με συγκίνησες και σου είμαι ευγνώμων γι’ αυτή σου την κίνηση, να αναβαθμίσεις τον πατέρα μου μετά θάνατον, αλλά, να, τώρα που το σκέφτομαι, ενοχλούμαι, να είναι ο πατέρας μου δυο μέτρα κάτω απ’ τη γη λιωμένος και στον καρπό του, στο κόκκαλο που έχει απομείνει απ’ τον καρπό του, να κρέμεται το αγαπημένο σου Ωμέγα κι εσύ να μην είσαι πια στη ζωή μου, μέρος απ’ τη ζωή μου… αλλά ανάμνηση.

Ευσταθία Ματζαρίδου, Τα ρολόγια σου απο το σπονδυλωτό μυθιστόρημα, Τα ρούχα (προδημοσίευση)

Artwork: Yohann Fournier

.

.

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Ορλάντο

.

Επιτέλους, σηκώθηκε στα πόδια του (ήταν χειμώνας τώρα κι έκανε πολύ κρύο) κι έδωσε έναν απ’ τους πιο βαρυσήμαντους όρκους της ζωής, βαρυσήμαντος γιατί θα τον οδηγούσε σε μια σκλαβιά, που χειρότερη δεν υπήρχε. «Θα είμαι ένας ξοφλημένος», είπε, «εάν γράψω ποτέ μου άλλη λέξη ή αν προσπαθήσω να γράψω άλλη λέξη για να ευχαριστήσω τον Νικ Γκρην ή τη Μούσα. Είτε καλά είτε κακά είτε αδιάφορα, θα γράφω, από δω και στο εξής, μόνο για τον εαυτό μου», κι εδώ έκανε μια κίνηση σαν να ξέσκιζε έναν ολόκληρο τόμο χαρτιά και να τα πετούσε στο πρόσωπο του σαρκαστικού εκείνου άντρα με τα πεσμένα χείλη.

Εκείνη τη στιγμή, σαν κάποιο κοπρόσκυλο που σκύβει γρήγορα, καθώς ετοιμάζεσαι να του πετάξεις μια πέτρα, η Μνήμη εξαφάνισε το ομοίωμα του Νικ Γκρην• και το αντικατέστησε… με τίποτε απολύτως. Ο Ορλάντο όμως παρ’ όλα αυτά συνέχιζε να σκέφτεται. Είχε πράγματι πολλά να σκεφτεί. Γιατί όταν έσκιζε τα χαρτιά, έσκιζε, με την ίδια κίνηση, την κυλινδρική σφραγισμένη περγαμηνή που είχε φτιάξει μόνος του στη μοναξιά του δωματίου του, ορίζοντας τον εαυτό του, όπως ο Βασιλιάς ορίζει τους Πρεσβευτές, σαν τον πρώτο ποιητή της γενιάς του, σαν τον πρώτο συγγραφέα της εποχής του, απονέμοντας την αιώνια αθανασία στην ψυχή του και παρέχοντας στο σώμα του ένα μνήμα ανάμεσα σε δάφνες και σε άσπιλα λάβαρα, δείγματα του άσβεστου σεβασμού των ανθρώπων. Όσο εύγλωττα κι αν ήταν όλα αυτά πάνω στην περγαμηνή, ο Ορλάντο τώρα την έσκισε και την πέταξε στα σκουπίδια. 

«Η Φήμη», είπε, «είναι σαν» (και μια που δεν υπήρχε ο Νικ Γκρην να τον σταματήσει, άρχισε ν’ απολαμβάνει διάφορες εικόνες, απ’ τις οποίες εμείς θα διαλέξουμε μια δυο, τις πιο σύντομες) «ένα πανωφόρι στολισμένο με σειρήτια και γαλόνια, που εμποδίζει τα μέλη να κινηθούν ελεύθερα• ένας ασημένιος χιτώνας που σφίγγεται γύρω απ’ την καρδιά• ένα πλουμιστό κάλυμμα που σκεπάζει ένα σκιάχτρο» κ.λπ κ.λπ Η ουσία των φράσεών του ήταν ότι, ενώ η Φήμη εμποδίζει και περιορίζει κάποιον, η αφάνεια τον τυλίγει σαν ομίχλη• η αφάνεια αφήνει το νου του ανθρώπου ν’ ακολουθεί το δρόμο που θέλει ανεμπόδιστος. Πάνω από τον αφανή άνθρωπο απλώνεται το σπλαχνικό πέπλο του σκότους. Κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνει ή από πού έρχεται. Μπορεί να ψάχνει την αλήθεια και να τη διαλαλεί• μόνο αυτός είναι ελεύθερος• μόνο αυτός ξέρει τι θα πει γαλήνη• Κι έτσι ο Ορλάντο ηρεμούσε, κάτω απ’ τη βελανιδιά, που οι σκληρές ρίζες της, που προεξείχαν απ’ τη γη, του φαινόντουσαν πιο αναπαυτικές από ποτέ άλλοτε. Παραδόθηκε για πολλή ώρα σε βαθιές σκέψεις, γύρω από την αξία της αφάνειας, την ευχαρίστηση της ανωνυμίας, την ευτυχία τού να είσαι ένα κύμα που ξαναγυρνάει στα βάθη της θάλασσας• σκεφτόταν πως η αφάνεια απαλλάσσει το νου από την ενοχλητική ζηλοτυπία και την εχθρότητα• πως κάνει να τρέχουν μέσα στις φλέβες τα ελεύθερα νερά της γενναιοδωρίας και της μεγαλοψυχίας• και πως μπορεί να δίνει και να παίρνει, χωρίς να νοιάζεται για ευχαριστίες και επαίνους• πράγμα που θα πρέπει να έκαναν όλοι οι μεγάλοι ποιητές, υπέθεσε (αν και οι γνώσεις του γύρω από τα Ελληνικά δεν ήταν αρκετές, για να μπορέσουν να επιβεβαιώσουν αυτήν τη θέση), γιατί, σκέφτηκε, ο Σαίξπηρ μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να έγραφε και οι χτίστες των εκκλησιών έτσι πρέπει να έκτιζαν, ανώνυμα, χωρίς να έχουν την ανάγκη των ευχαριστιών ή της δημοσιότητας αλλά μονάχα της καθημερινής τους δουλειάς και πιθανόν λίγης μπύρας το βράδυ. «Tι υπέροχη ζωή είναι αυτή», σκέφτηκε, τεντώνοντας τα μέλη του κάτω απ’ τη βελανιδιά.

Βιρτζίνια Γουλφ, Ορλάντο, σελ. 81-82, μτφρ.: Αναστασία Λιναρδάκη, Εκδόσεις Αστάρτη, 1984

Photo:Robert and Shana ParkeHarrison

.

.

 

Thomas Bernhard, Η τραγιάσκα

Όμως, ας έρθουμε επιτέλους στο θέμα μας: όλα άρχισαν όταν, αντί να πάρω, τον συντομότερο δρόμο που οδηγεί στο Μπούργκαου, πήρα τον μακρύτερο, που οδηγεί στο Παρσάλεν• γιατί ειδικά σήμερα δεν τράβηξα προς το Μπούργκαου, πήρα τον μακρύτερο, που οδηγεί στο Παρσάλεν• γιατί ειδικά σήμερα δεν τράβηξα προς το Μπούργκαου αλλά προς το Παρσάλεν, δεν το γνωρίζω. Όλως αιφνιδίως, αντί για δεξιά, τράβηξα αριστερά, προς το Παρσάλεν. Το Μπούργκαου ενδείκνυται για την κατάστασή μου. Τρέφω μια βαθιά αντιπάθεια προς το Παρσάλεν. Το Μπούργκαου είναι άσχημο, το Παρσάλεν δεν είναι. Αντίστοιχα, οι άνθρωποι στο Μπούργκαου είναι άσχημοι, ενώ στο Παρσάλεν δεν είναι. Το Μπούργκαου έχει μια φοβερή μυρουδιά, το Παρσάλεν όχι. Όμως το Μπούργκαου ενδείκνυται περισσότερο για την κατάστασή μου. Παρ’ όλα αυτά, σήμερα τράβηξα προς το Παρσάλεν. Και πηγαίνοντας προς το Παρσάλεν βρήκα την τραγιάσκα. Πάτησα πάνω σε κάτι μαλακό, νομίζοντας στην αρχή ότι ήταν χέλι, ψόφιος αρουραίος, λιωμένη γάτα. Πάντα, όταν πατάω στο σκοτάδι κάτι μαλακό, νομίζω ότι πατάω πάνω σε ψόφιο αρουραίο ή σε λιωμένη γάτα… Ίσως όμως δεν πρόκειται για ψόφιο αρουραίο ούτε για λιωμένη γάτα, σκέφτομαι, και κάνω ένα βήμα πίσω. Με τη μύτη του παπουτσιού μου σπρώχνω το μαλακό πράγμα μέχρι τη μέση του δρόμου. Διαπιστώνω ότι δεν πρόκειται για ψόφιο αρουραίο ούτε για λιωμένη γάτα και ούτε στο ελάχιστο για χέλι. Αφού δεν είναι ούτε χέλι, τι είναι τότε; Δεν με βλέπει κανένας στο σκοτάδι. Το αρπάζω με το χέρι μου και καταλαβαίνω, πρόκειται για μια τραγιάσκα. Μια τραγιάσκα με γείσο. Μια τραγιάσκα με γείσο, όπως αυτές που φορούν στο κεφάλι τους οι χασάπηδες αλλά και οι υλοτόμοι και οι αγρότες, σ’ αυτήν εδώ την περιοχή. Μια τραγιάσκα με γείσο, σκέφτομαι, και από τη μια στιγμή στην άλλη κρατώ κι εγώ στο χέρι μια τέτοια τραγιάσκα με γείσο, που έχω παρατηρήσει να φορούν στο κεφάλι τους οι χασάπηδες και οι υλοτόμοι και οι αγρότες. Τι κάνουμε τώρα με την τραγιάσκα; Τη δοκίμασα και μου έκανε. Ευχάριστο πράγμα μια τέτοια τραγιάσκα, σκέφτηκα, όμως δεν μπορείς να τη φορέσεις, γιατί δεν είσαι ούτε χασάπης ούτε υλοτόμος ούτε και αγρότης. Πόσο συνετοί είναι όσοι φορούν τέτοιες τραγιάσκες, σκέφτηκα. Με τέτοιο κρύο! Μήπως την έχασε κάποιος από τους υλοτόμους, σκέφτηκα, που τα βράδια κάνουν τόση φασαρία κόβοντας ξύλα ώστε ακούγονται μέχρι το Ούντεραχ; Ή μήπως κάποιος αγρότης; Ή κάποιος χασάπης; Πιθανότατα κάποιος υλοτόμος. Κάποιος χασάπης σίγουρα! Αυτό το γαιτανάκι των υποθέσεων με αναστάτωσε. (…)

Αν με δει κανένας με την τραγιάσκα στο κεφάλι, σκέφτηκα, με το σκοτάδι που επικρατεί εδώ, εξαιτίας των βουνών, εξαιτίας των βουνών και του νερού της λίμνης, θα νομίσει ότι είμαι χασάπης ή υλοτόμος ή αγρότης. Η προσοχή των ανθρώπων στρέφεται αμέσως στην ενδυμασία, στις τραγιάσκες, στα σακάκια, στα παλτά, στα παπούτσια, δεν κοιτάζουν καθόλου το πρόσωπο, το βάδισμα, την κίνηση του κεφαλιού, τίποτε άλλο πέρα απ’ την ενδυμασία δεν τραβά την προσοχή τους, βλέπουν μόνο το σακάκι και το παντελόνι, μέσα στα οποία είναι χωμένος ο άνθρωπος, τα παπούτσια και προπάντων την τραγιάσκα που φορά. Έτσι, λοιπόν, αν κάποιος με δει μ’ αυτή την τραγιάσκα στο κεφάλι, θα συμπεράνει ότι είμαι χασάπης ή υλοτόμος ή αγρότης. Επομένως, είναι ανεπίτρεπτο να φοράω την τραγιάσκα στο κεφάλι, αφού δεν είμαι ούτε χασάπης ούτε υλοτόμος ούτε αγρότης. Αυτό θα ήταν παραπλάνηση! Απάτη! Παραβίαση του νόμου! Ξαφνικά όλοι θα πίστευαν ότι είμαι χασάπης, όχι δασολόγος, αγρότης, όχι δασολόγος, υλοτόμος, όχι δασολόγος! (…)

Eίμαι είκοσι πέντε χρονών και είμαι ένας άρρωστος άνθρωπος, τίποτα παραπάνω, ναι, τίποτα παραπάνω! Ωστόσο, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο δεν έχω το δικαίωμα να φοράω τούτη την τραγιάσκα. Δεν έχω κανένα δικαίωμα επί της τραγιάσκας! Και, σκέφτηκα, τι κάνουμε τώρα με την τραγιάσκα; Συνεχώς αυτό σκεφτόμουν. Την κρατάω, είναι κλοπή, την αφήνω εκεί όπου τη βρήκα, είναι προστυχιά, δεν επιτρέπεται λοιπόν να τη φορέσω και να τη φέρω επί της κεφαλής μου! Πρέπει να εντοπίσω αυτόν που την έχει χάσει, μονολόγησα, θα μπω μέσα στο Παρσάλεν και θα ρωτήσω τον καθένα ξεχωριστά, αν είναι αυτός που έχει χάσει την τραγιάσκα. (…)


Thomas Bernhard, Η τραγιάσκα, από το βιβλίο Πρόζα, σελ. 28-31, αποσπασματικά, μτφρ.: Bασίλης Τσαλής, Εκδόσεις Κριτική, 2015

Φωτό: Bischof Werner

.

.

 

 

Δημήτρης Αγγελής, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου

.

10.


Οι μόνες υποσχέσεις της δημοκρατίας είναι οι τράπεζες.
Οι μόνες αποφάσεις της κυβέρνησης είναι για όπλα.
Κι εσύ έρχεσαι το λάθος Σάββατο να με βρεις
κρατώντας ρούβλια για να πληρώσεις τα ποτά μας
κι απαγγέλλοντας στίχους του Μαγιακόφσκι.


Απόψε, η παραμονή της πρωτοχρονιάς μαζί σου
δεν είναι γιορτή στη μεγάλη πλατεία. Είναι
οι τράπεζες που μας πνίγουν κι ένα σώμα-οδόφραγμα.
Είναι το μουχλιασμένο ψωμί της Αχμάτοβα.
Είναι κείνο το λευκό ελάφι που δακρύζει
πάνω στο κρεβάτι μου.


Δημήτρης Αγγελής, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2015.

Σχέδιο  εξωφύλλου: Κώστας Σιαφάκας

.

.

 

Σταύρος Σταυρόπουλος, Κατά τον δαίμονα εαυτού


..

[10]
Η ομορφιά με κάνει πάντα να κλαίω. Όταν οι περασμένοι δαίμονες χορεύουν μόνοι τους γύρω από ένα σβησμένο κερί, με ελάττωμα αγάπης.


[30]
Κι όμως. Υπάρχει σαφής ορισμός της αγάπης: Ορμονική σύγχυση σε μεταλλείο χρυσού.

Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ.


[37]
Θέλω να μιλήσουμε για την προδοσία. Τα μήλα. Να ξαναγυρίσω τον πίθηκο μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Θέλω να γίνουν όλα νερό.

Αργότερα θα ασχοληθώ με τις μάσκες.

.

.
[47]
Στον άνθρωπο ενώνεται το αβάπτιστο με τη φρίκη. Το προπατορικό αμάρτημα δεν ήταν η αρχή αλλά το υστερόγραφο.


[61]
Το ψέμα απ’ την αλήθεια έχουν μόνο μισή καρδιά διαφορά. Κι αυτή άρρωστη.


[72]
Άκουσα την παιδική φωνή και κατέρρευσα. Μετά είδα τα φτερά. Την πιπίλα στο στόμα. Δεν ήξερα ότι ήταν ο βρικόλακας που με βύζαινε.

Δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις με τους απόντες.

.


.

[77]
Μιλάμε μόνο για πράγματα που πεθαίνουν, επειδή δεν μπορέσαμε να τα αντέξουμε όσο ζούσαν. Αυτό είναι η μοναδική ευθύνη του συγγραφέα σήμερα: H πούδρα στο πρόσωπο του νεκρού.


[150]
Ό,τι υπήρξε δεν υπήρξε ποτέ. Ήταν εκδρομές δωματίου ανάμεσα σε δυο λάθος αιωνιότητες.


[156]
O δρόμος της επιστροφής περνάει πάντα από τη μεγάλη θάλασσα. Δεν υπάρχει αποχαιρετισμός όταν μιλάμε για αλάτι.

Σταύρος Σταυρόπουλος, Κατά τον δαίμονα εαυτού, Εκδόσεις Σμίλη, 2015

Πίνακας:  Zhao Kailin

.

.

 

Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος

Ο εισαγγελέας τότε στράφηκε προς τους ενόρκους και δήλωσε: «O ίδιος άνθρωπος που την επομένη του θανάτου της μητέρας του ρίχτηκε στην πιο αισχρή ακολασία, ο ίδιος σκότωσε δι’ ασήμαντον αφορμήν για να ξεκαθαρίσει μια αχαρακτήριστη υπόθεση ηθικής». Ύστερα κάθισε. Ο δικηγόρος μου όμως, χάνοντας την υπομονή του, φώναξε σηκώνοντας τα χέρια, έτσι που τα μανίκια του, καθώς έπεσαν, άφησαν να φανούν οι δίπλες από ένα κολαρισμένο πουκάμισο: «Μα επιτέλους, κατηγορείται επειδή κήδεψε τη μητέρα του ή επειδή σκότωσε άνθρωπο;» Το ακροατήριο γέλασε. Όμως ο εισαγγελέας σηκώθηκε πάλι, τυλίχτηκε στην τήβεννό του και δήλωσε ότι θα ’πρεπε κάποιος να έχει την αφέλεια του αξιότιμου κυρίου συνηγόρου για να μην αντιλαμβάνεται ότι ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο φαινομενικά άσχετα γεγονότα υπήρχε μια βαθιά, συγκλονιστική, ουσιαστική σχέση. «Μάλιστα», βροντοφώναξε, «κατηγορώ τον άνθρωπο αυτόν ότι κήδεψε μια μάνα με καρδιά εγκληματία». Τούτη η δήλωση φάνηκε να δημιουργεί μεγάλη εντύπωση στο ακροατήριο. Ο δικηγόρος μου σήκωσε τους ώμους και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Όμως κι εκείνος φαινόταν κλονισμένος, και κατάλαβε ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά για μένα. Η δίκη διακόπηκε. Βγαίνοντας από το δικαστικό μέγαρο για ν’ ανέβω στην κλούβα, αναγνώρισα για μια στιγμή τη μυρωδιά και το χρώμα της καλοκαιριάτικης βραδιάς. Μέσα στο σκοτάδι της κινητής φυλακής μου, ξαναβρήκα έναν έναν, σαν απ’ τα κατάβαθα της κούρασής μου, όλους τους γνώριμους ήχους μιας πόλης που αγαπούσα και μιας συγκεκριμένης ώρας που μ’ έκανε άλλοτε να νιώθω ευχαρίστηση.

Οι φωνές των εφημεριδοπωλών μες στη χαλαρή κιόλας ατμόσφαιρα, τα τελευταία πουλιά στο πάρκο, οι φωνές των πλανόδιων πωλητών με τα σάντουιτς, το παραπονιάρικο τρίξιμο των τραμ στις στροφές της πάνω πόλης και τούτη η βουή του ουρανού πριν γείρει η νύχτα πάνω στο λιμάνι, όλ’ αυτά ανασυγκροτούσαν μέσα μου μια τυφλή διαδρομή, μια διαδρομή που γνώριζα καλά πριν μπω φυλακή. Ναι, ήταν εκείνη η ώρα που πριν από πολύ καιρό μ’ έκανε να νιώθω αγαλλίαση. Τότε, με περίμενε πάντα ένας ύπνος ελαφρύς, δίχως όνειρα. Κι όμως κάτι είχε αλλάξει, αφού, προσμένοντας την άλλη μέρα, ξαναβρήκα πάλι το κελί μου. Θαρρείς κι εκείνοι οι γνώριμοι δρόμοι, οι χαραγμένοι στους καλοκαιριάτικους ουρανούς, οδηγούσαν τόσο σε φυλακές όσο και σε αθώους ύπνους. .

Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος, σελ. 105-106, μτφρ.: Nίκη Καρακίτσου-Nτουζέ, Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1998

Φωτό:Laura Barchi

.
.

 

Γιάννης Τσίγκρας, Γυναίκες συνήθως

.

Κι όταν βραδιάζει κι ο φάρος τινάζεται φωτεινή κολόνα
στα νερά και τα παιδιά παίρνουν, υπό μάλης, τα παιχνίδια τους
κι αποχωρίζονται μ’ ένα «νύχτααα», σχεδιάζω τα όνειρά μου, απ’ το
παράθυρο περνούν οι νυχτερίδες που τρέφονται με τη στίξη
και τα νεκρά έμβρυα των ποιημάτων, ενδεχομένως
να λείπω εγώ, όμως το όνειρό μου θ’ ανθίζει πάντα,
έστω και ισόβιο να ’ναι – όπως κάπου σημείωσα– του άνθους κάκτου,
εφήμερο ως αυτοκτόνο, κάθονται στις βαριές πολυθρόνες, και τα
σχέδια κι οι σημειώσεις κι ο τόρνος που τα στρογγυλεύει, οι ήρωες,
γυναίκες συνήθως, εν υστερία, κι ο χαμένος ελέφαντας του Νίκου
Γκάτσου μού κάνει παρέα.

Πίνακας: Conclinfelice Casorati